Just another WordPress.com site

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Εν αρχή (1)

 

.

William Blake : The Ancient of Days

.

.

.

.

.

{Περίμενα χρόνια κρυμμένη}

.

Περίμενα χρόνια κρυμμένη

σαν κυματισμός

για νάβρω την αρχή μου

.

.

Εν αρχή

.

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος.»

(Κατά Ἰωάννην,  α΄1)

.

Πότε η αρχή μου;

όταν ελάχιστη στ’ αλμυρά μου βάθη

λίκνιζα τις δυνάμεις μου

τα όρια σκάλιζα εντός μου ασύνειδη

μόνο καταβροχθίζοντας το χρόνο μου

γι’ αυτό άχρονη

μόνο κυματίζουσα στο χώρο μου

γι’ αυτό σαν όνειρο;

 

Πότε η αρχή μου;

όταν διαχώρισα τα κύτταρά μου

το εγώ και το άλλο

κι άπλωσα τις άκριες μου

στη διαίσθηση των πιθανοτήτων

την απόσταση έκπληκτη μετρώντας

είδα και άκουσα και μύρισα

και άγγιξα και γεύτηκα;

 

Πότε η αρχή μου;

όταν έγινα ο πρώτος ήχος

το φωνήεν και το σύμφωνο

η προσευχή και η συνθήκη.

 1-8-2006

.

Γένεσις

.

Είμαι το γέννημα της γης

η Πρώτη Ιδέα

ο ελάχιστος φθόγγος

εννόησα και ονόμασα

τον κόσμο με κραυγές.

 

Είμαι το χνάρι στη γη

η μαρτυρία της πέτρας

η πρώτη ζωγραφιά

χαράχτηκα σταυρωτά

από την Ανατολή

ώς τη Δύση και πάλι

απ’ το Βορρά στο Νότο.

 

Ο αναζητητής είμαι

των μεγάλων κυνηγιών

ο γδάρτης των ονείρων

ο πυρφόρος των θεών

ο πελεκητής του φόβου.

 

Στο θυσιαστήριο

αίμα χυμένο είμαι

του Αμνού που βέλαξε

ικεσία και προσφορά

των καρπών της ανάγκης.

 

Στα όρια των φρυδιών

που σμίγουν με τα μάτια

το μίσος κι ο θυμός

ο αλόγιστος είμαι

αδελφοκτόνος χτύπος

της καρδιάς που σκληραίνει

και της αναμέτρησης

με τα πόδια που βρόντηξαν

στη γη και ρίζωσαν

με τα δάχτυλα στο χώμα

που βούλιαξαν με πείσμα

«είναι δικό μου!» είπαν.

 

Και πάλι η σύγχυση

των νοημάτων είμαι

ο μόνος υπάρχων

δειπνώ τις σάρκες μου

και των παιδιών μου τις κραυγές.

 

Η ταπείνωση της γης

το μαύρο νερό είμαι

των κατακλυσμών

ο επί του ύδατος

περιπατών λόγος

που διασώζει τα όσα

μέλλουν να υπάρξουν

του εξαγνισμένου Πόντου

η Πρώτη Διαθήκη

η ειρηνοποιός.

 

Είμαι η επίγνωση,

η στέρηση της λέξης

της τελευταίας.

 

.

Ο καθρέφτης του  τυχαίου

 

Έγινα αυτό που έγινα

το ανεπαρκές

ο πολέμιος του χρόνου

ενώ γνώριζα το άχρονο

άρα ο μάταιος αγών είμαι

που επιθυμεί το όριο και το τέλος

γιατί γνωρίζει το απέραντο

και το πανταχού παρόν

ή γιατί εχθρεύεται το αιώνιο;

Εγώ, λοιπόν, η πρόσκαιρη

το θήραμα των δαιμόνων.

 

Έγινα αυτό που έγινα

αν και διαισθάνθηκα την ενότητα

η φυλακισμένη του διασπασμού

διασκέδασα τη ζωή μου

στο ιερό και το βέβηλο

μην ανήκοντας στο ένα

μην προσχωρώντας στο άλλο

αναποφάσιστη στις μεγάλες αποφάσεις

ή είμαι πια η ενότητα και των δυο

στα πρόθυρα του θανάτου

που κέρδισα;

 

Εγώ, η άσωτη των σκόρπιων επιθυμιών

η καταβυθισμένη στο σκότος ωραία νεκρή

απύρωτη του ήλιου μήτρα των παραμορφώσεων

λησμονημένη της μυστικής χάριτος

θα στεφανωθώ τη μυρωδάτη δάφνη της ζωής μου:

την ασυμμετρία της σκέψης μου.

Κι αυτό που έγινα θα το ανακαλύπτω

στον καθρέφτη,

του τυχαίου μου ειδώλου το πέρασμα

αναμετρώντας, καχύποπτη.

 

.

Οι δούλοι

.

Πώς το επιτρέψαμ’  άραγε

κι αφήσαμε τούτο να συμβεί;

Σταθήκαμε ανώνυμοι,

χωρίς να θυμόμαστε,

χωρίς να είμαστε,

χωρίς να γινόμαστε…

 

Υποταγμένοι δοθήκαμε της σιωπής.

Πόσο βολικοί για το θάνατο!

Στους καθρέφτες το πρόσωπό μας

κυλά και πάει

ήσυχο σαν ποταμάκι,

ανέκφραστο σαν πέτρα.

 

Πόσο, ευχάριστα, αλλοιωθήκαμε

και της γενιάς μας σπόροι γινήκαμε κακοί!

Δειλοί, ρίξαμε τα κορμιά μας

στα πόδια της ανάγκης

αποδεκτοί και συνηθισμένοι

δεν υπήρξαμε σε καμιά πτυχή ονείρου…

 

Πώς γινήκαμε, τόσο αγόγγυστα,

του κόσμου ετούτου οι δούλοι;

Καθόλου διάφοροι απ’ τους άλλους

το ίδιο προβλέψιμοι,

καθόλου η εντύπωση και η έκπληξη,

σβήνουμε στην απουσία των λέξεων…

 

Κοπήκαμε στη μέση από το βάρος των εποχών

είναι, που πιστεύουμε, πως, μάλλον, δε ζήσαμε ποτέ.

Κι αν μας χαϊδεύει το μέτωπο η απόγνωση

δεν υπάρχει λυτρωμός

τώρα που σταθήκαμε ασάλευτοι

στους βροχερούς αγέρηδες το κορμί μας σφίγγει,

γίνεται πηλός, ραγίζει απλώς και πέφτει…

 

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή  Εν αρχή

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Πέντε άτιτλα

.

Ζωγραφική: Rene Magritte

.

.

Φεγγάρι των χρωμάτων

και των ήχων αναλυτό

στης καρποφορίας μου τα ύδατα

φεγγάρι, που ξεγεννάει τις νύχτες μου.

1985

.

.

Μέσα μου έσπειρε το φως

 στη ζέστα του καλοκαιριού μου

σαν υποσχέσεις

τα γλυκά λωτόμουρα.

 

 .

Σαρκαστική

του φεγγαριού η όψη

εμπρός στο παραθύρι μου

απόψε, που γύρω μου στενεύει ο χώρος

δεν έχω λόγια

– η μάνα μου, μόνο, που κλαίει

στο διπλανό δωμάτιο

μου κομματιάζει τα όνειρα.

 

 .

Δε θυμάμαι τις μέρες

ακρόπρωρο της λησμονιάς

της λήθης του πελάγου

μ’ αρμύρισ’ ο καιρός

και μ’ έσκαψε το κύμα.

 

 .

Αίμα μου βέβηλο

κι αίμα αγνό

σαν την αγάπη μου

ρέεις ζεστό

θα σε μετρήσω,

θα μετρηθώ

ψέμα στο ψέμα

θα προδοθώ.

.

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Σπύρος Ηλιόπουλος : Δύο ποιήματα

.

Φώτης Αγγουλές

.

.

Είχε πια γίνει ποιητής

.

Καλός στα γράμματα ο Φώτης Αγγουλές

λιγάκι άτακτος μονάχα

Την έβγαλε ή δεν την έβγαλε τη δεύτερη δημοτικού;

Γιατί μια μέρα που ο δάσκαλος τον φώναξε στον πίνακα

πήδηξε απ’  το παράθυρο

πέταξε σαν  πουλί

κι όλο του στήναν ξόβεργες

οι γνωστικοί

οι φρόνιμοι

οι χωροφύλακες

κι όλο τον έκλειναν σε κάγκελα και σε κλουβιά

Αλλά ετούτος πια

ονειρευτής

δεν τους φοβότανε και δε μετανοούσε

Είχε πια γίνει ποιητής

το φτωχοπούλι

με γιασεμιά

στεφανωμένος

 

.

 

Η φωνή

.

Άγρια δάση

νυχτερινά

πουλιών φωλιές

πάνω μισό

φεγγάρι

 

Μεγάλο αντάτζιο

η φωνή

και τραγουδά

ν’ ανέβει πιο ψηλά

η ψυχή

το ταπεινό

σφαχτάρι

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς  2011

.


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου : «πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

.

.

.

Χαμένη στη μελάνη

 .

Κάπου ανάμεσα

στα σύμφωνα και τα φωνήεντα

χάθηκες απ’ τα μάτια μου

 .

Όσο κι αν σε αναζήτησα

κάτω από αποστρόφους

άνω τελείες και αποσιωπητικά,

.

Αληθινά

«πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

ώρες ολόκληρες να έρθεις καρτερούσα.

.

Τελείες και κόμματα προσπέρασα

στις παύλες γέφυρες απέναντι περνούσα,

με δυσκολία στα θαυμαστικά σκαρφάλωνα

κι απ’ τα στενά τελειώματα

σύντομων στίχων

κάτω ως τα υποσέλιδα

βαριά κατρακυλούσα.

 .

Απ’ την προμετωπίδα κάβους λύνοντας

τα απανωτά κύματα των σελίδων σου

με το σκαρί μου έσκισα,

μα με ορμή, ακυβέρνητη, στον κολοφώνα σου άραξα

 .

Φώναξα

«Τίποτα, αγάπη, τίποτα»

μα χάθηκαν τα λόγια ανείπωτα.

.

Γραμμή γραμμή

τα λόγια σου κατέβηκα

και άλλα τόσα ανέβηκα

μήπως και σε προφτάσω

.

Το χάδι σου λαχτάρισα καθώς,

λατρευτικά φυλλομετρούσες τις σελίδες,

μα εσύ λόγια διαβάζοντας,

για ένα κορμί που πια δεν έχω,

δε με είδες.

 .

Αόρατη πασχίζοντας με αντίβαρο το σώμα

να σ’ εμποδίσω να κλείσεις το βιβλίο,

με δάκρυα τρύπησα το εξώφυλλο

μουσκεύοντας τα απλά των στιγμών μας στοιχεία, του τυπογράφου

το άκαρδο όνομα διαγράφοντας

 .

Εκείνου που άσκεφτα μάς χώρισε,

«αγάπη, αγάπη μου» εκλιπάρησα,

τυπώνοντας τείχη ανάμεσά μας

τα δεκαεξασέλιδα

γεμάτα απ’ των ζεστών

λόγων σου τα νοήματα

εκείνα που παλιά κρυφοψιθύριζες

άγραφα μεσ’ στ’ αυτιά σαν χάδι.

 .

Σαν δάκρυ εκατρακύλησα

στο επόμενο βιβλίο,

σε νέες περιπέτειες

με δράκους κεφαλαίους,

σπήλαια ερωτηματικά

και μάγισσες οξείες.

.

Εσύ, ανύποπτος ξανά,

με το μυαλό στα λόγια,

από το χέρι μ’ έπιασες

να πάμε για το δείπνο,

το πρωινό, τη βόλτα μας

 .

Κι εγώ σε ακολουθούσα,

ξέροντας πως στο χτύπο

κάθε καρδιάς, εσύ άκουγες

ριματοπλέχτη στίχο.

.

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

.

[Η Α. Α. είναι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία". Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες  Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της με το πτερόεν.]

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : …ολόγιομη στο φέγγος της η τρίμορφη Εκάτη

William Blake : The Triple Hecate

.

Εκάτη

 .

Ποτέ δε θα ταιριάξει η ώρα μου η μυστική

σα χτύπημα, όταν πονεί σκληρά τους λεπτοδείκτες

κι αν η ψυχή μου ήμερη στην ιερή σιωπή

μετρά στο σβέλτο πέρασμα τους μαύρους παρωρίτες.

 .

Στριφογυρνά στ’ αλώνι της η υφάντρα η Κλωθώ

και σημαδεύει τ’ άσπαρτα ξεγυμνωμένα μέλη

σε κύκλο αναπότρεπτο, μοιραίο κι ιερό

σ’ ένα χορό εκστατικό με του φονιά τα βέλη.

 .

Ετούτη η ώρα η κρυφή δε στέκει πουθενά

το άγριο πείσμα που άφησε η χτεσινή ημέρα

ορφανεμένο απόπαιδο το σέρνει, το πετά

σε δρόμους που τους σάρωσε θανατικού φοβέρα.

 .

Κι ολόγιομη στο φέγγος της η τρίμορφη Εκάτη

κυρά χθονία στ’ ουρανού κρεμάει τη σκοτεινιά

με το χρυσό το κρέπι του των άστρων το κρεββάτι

νεφέλη, που απ’ το θάμβος της τα όνειρα κεντά.

 .

Και μ’ αποστρέφεται το φως σα στρίγγλα μητριά

όλα μου τα σημάδια χαιρέκακο μου δείχνει

τα σκάφτει ακόμα πιο πολύ, τα φκιάνει πιο βαθιά

στον άγριο Καιάδα τους ολότελα με ρίχνει

 .

και βγαίνει ετούτη η φωνή που σκούζει κι αλυχτά

σα λύκος με οσφραίνεται κι αναρριγά τη χαίτη

η Εκάτη η ακατάδεχτη το αίμα μου διψά

σε μια πληγή πυρόξανθη, κορίτσι του Ροσέτι.

Ιανουάριος 2012

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Δε θυμάμαι τις μέρες

Ειρήνη Κανά : Ο κήπος ανήκει στα κόκκινα πουλιά

.

.

Εν σκοτία

Μ’ ασφόδελους και μ’ αρνησιές

και με λαχτάρα πόση

εντός μου συνάζεται ο κόσμος.

.

Η ασωτία στιγμάτισε το κορμί μου

δε θα γίνω ποτέ ο νικητής

–δόξα τω Θεώ–  διαλύομαι στο παρόν.

.

Ακόμη και μες στο σκότος μου

η αγάπη του Θεού

κι η ομορφιά του κόσμου.

.

.

{Σαρκαστική}

Σαρκαστική

του φεγγαριού η όψη

εμπρός στο παραθύρι μου

απόψε, που γύρω μου στενεύει ο χώρος

δεν έχω λόγια

– η μάνα μου, μόνο, που κλαίει

στο διπλανό δωμάτιο

μου κομματιάζει τα όνειρα.

.

.

{Θα πεθάνω και δε θα ’χω βρει ακόμη}

Θα πεθάνω και δε θα ’χω βρει ακόμη

την ιδανική θέση για το κορμί μου.

Κι όμως, μπορούσα να ξεδιπλωθώ ατόφια,

ακέραιη, ρουφώντας την απλωμένη

επικράτεια της προγονικής μου πόλης.

Σα μια βαθιά ανάσα, σαν αποχαιρετισμός

μπορούσα να ξεδιπλωθώ αναζητώντας

το πραγματικό μου πρόσωπο,

ριγμένη από ψηλά, σαν κίτρινο φύλλο

ακόμη κι αν το μικρό προαύλιο

είναι τόσο στενό να με χωρέσει,

να με σταματήσει.

1984

.

{Ποτέ δε θα πετύχω την ώρα}

Ποτέ δε θα πετύχω την ώρα

που ταιριάζει στη ζωή μου.

Ετούτη η ώρα δεν ανήκει πουθενά.

Η χτεσινή μέρα αρνείται να με καλύψει

κι η αυριανή με αποστρέφεται.

.

.

{Δε θυμάμαι τις μέρες}

Δε θυμάμαι τις μέρες

ακρόπρωρο της λησμονιάς

της λήθης του πελάγου

μ’ αρμύρισ’ ο καιρός

και μ’ έσκαψε το κύμα.

.

.

{Ο ουρανός δεν είναι πια}

Ο ουρανός δεν είναι πια

Μια θάλασσα κυματιστή

πάνω μου αναπαύεται

.

.

 

Ειρήνη Κανά : Κορίτσι στην Αίγινα

.

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ  ρ.   Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : …το όνομά μου και Σθενώ και Ευρυάλη και Μέδουσα

.

.

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία της σπουδαίας ποιήτριας  από τον Βόλο (βλ. και ανάρτηση 16 Ιανουαρίου 2012): «Ποιητική μυθιστορία» όπου η Κ. Γ.  αφηγείται την προσωπική της διαδρομή συμπλέουσα με την ιστορική και πνευματική πορεία του τόπου μας. 

.


.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ : ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΝΑ

http://www.irenekana.com/

.

.

.

.

Οι μνήμες μου

.

Ερείπιο της σκόνης της ξερής

και του αγκαθιού φωλιά

σε στεφανώνουν τ’ αγριόχορτα

που τρίζουν κίτρινα

κάτω απ’ το πόδι του περιηγητή

κι όπως θρυμματίζονται μοσχοβολούν

υποσχέσεις ανθοφορίας

τα πρόσωπα ξεθώριασαν

στο πέρασμα των εποχών

σαν τα χρώματα στους τοίχους

που ήπιαν μοναξιά και υγρασία

κανείς δε θα ’ρθει πια

να καταλύσει άρτο και οίνο

πίσω απ’ τα ριγμένα ντουβάρια

τα παραθύρια θ’ ακινητούν

σα μάτια στυλωμένα στους ορίζοντες

με μια μεγαλοπρέπεια πως είδαν

όσα έπρεπε να ιδούν

και μιαν ησυχία επίμονη

που αναρριχάται σαν του κισσού το φύλλο

να τα σκεπάζει ωραία μα τόσο νεκρικά!

Tετάρτη 12 Αυγούστου 2009     
     .    
  .       
  .   

 

 Ταξίδι στο κίτρινο

.

.

.


Ο τόπος μου

.

Μεγάλωσα σα ράγισμα στη λιθοδεσιά του βουνού,

σαν αγριόχορτο ήσυχο κι έρημο χορτασμένο αγέρα

βιγλάτορας στο διάσελο, που μετράει το πέλαγος με χρόνια

ξετρύπωσα νυσταγμένες χελώνες τις μνήμες τις δυσκίνητες

κάτω απ’ τα βάτα των καλοκαιριών, που πυρώνουν

τις πέτρες και τα λόγια.

 

Μεγάλωσα σαν ξινή κληματσίδα,

η βασίλισσα της θαρρετής αναρρίχησης

και της προσδοκίας των γλυκών χυμών

σαν καλαμιά άπλωσα το πείσμα μου στα χώματα

και τα νερά και τίναξα τους ήχους μου

πρόκληση στον ουρανό.

 

Μεγάλωσα σαν αμύγδαλο και τριβόλι,

ρουφώντας θαλασσινό ουρανό

κόλλησε ρετσίνι στη μνήμη μου,

η μυρωδιά του πεύκου και το φως του τόπου μου

απόμεινα να ’μαι, τόσα χρόνια μετά,

το παιδί, που κουτρουβάλησε τη ζωή του

σε τούμπες μ’ εκκλησιές σημαδεμένες σαν παρηγοριές,

να μη χαθούν ολότελα οι σπονδές της ελπίδας και τα λιβάνια.

 

Μεγάλωσα ζυγιάζοντας την πατημασιά μου

σ’ αυτήν τη γη των κοχυλιών και των θραυσμάτων,

που δε βολεύετ’ άδειος τόπος από παλιά

τα σύνορά μου φύλαγαν ένας λωτός κι ένα κυπαρίσσι.

 

Μεγάλωσα χορεύοντας πάνω από φίδια

που λιάζονταν φιλήδονα στα χώματα

και τρόμαξα τη δειλή σαύρα του σπιτιού μου

που ακινητούσε το χρόνο

προσκυνήτρια του απείρου.

 

 .

.

 

Το πέλαγος

.

.

.


Η πόλη μου

.

Η πόλη μου είναι αφρός

δώρο του κύματος.

 

Η πόλη μου είναι αλάτι,

ιδρώτας και δάκρυα που πέτρωσαν.

 

Η πόλη μου είναι εξατμισμένο νερό,

που θαμπώνει στον ήλιο.

Ιούλιος 2010     
    .       
   . 


Η θάλασσά μου

.

Είμαι η πλατιά σκοτεινή

θάλασσα, η κυρίαρχη,

που αντέχει τις αντανακλάσεις

της στεριάς

το όνομά μου και Σθενώ

και Ευρυάλη και Μέδουσα

μέσα μου κυλάει ο καθαρμός

κι αχνίζει στο πρωινό φως

μια γραμμή ισορροπίας

να διαβούν απάνω της

αρχαίοι δροσουλίτες.

Ιανουάριος 2012  
   .     
   .     
. 
   

Γοργώ     
     .    
     .   
      

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η 

.

.


Ο άγνωστος Τέλος Άρχης

Ο  Τ έ λ ο ς   Ά ρ χ η ς  (λογοτεχνικό  ψευδώνυμο του Μάριου Σκοτεινιώτη) γεννήθηκε στην Ορεινή Κορινθία το 1951. Το 1977 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή : Το όνομα του πατέρα μου (εκτός εμπορίου). Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε περιοδικά της Αθήνας και της Περιφέρειας. Τα ποιήματα που ακολουθούν, όλα ανέκδοτα,  γράφτηκαν το διάστημα 1983-1996, τότε που ο Τ. Α.  εργαζόταν ως οδηγός ταξί στα Ιωάννινα, όπου  τον γνώρισα και μου τα εμπιστεύτηκε για να φροντίσω κάποτε για τη δημοσίευσή τους. Ο ίδιος δεν ήθελε πια καθόλου να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία. Έκτοτε, δυστυχώς,  έχασα τα ίχνη του.  Σύμφωνα με συγγενείς του, τώρα  ζει και εργάζεται στον Καναδά. (Σ. Η.)

 

 

Rene Magritte : The Therapist

 

 

ΜΠΟΡΩ ΑΚΟΜΑ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΩ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΜΑΤΙΑ

Όνειρα , όνειρα, όνειρα
ξεχειλίζουν στο μικρό μου ανόητο εγκέφαλο
–όπως το χελιδόνι σπάζει το τσόφλι
στη φωλιά και πρωτοανασαίνει–
κορνάρουν στις αρτηρίες και τα νεύρα μου
πολύ κίνηση σήμερα και ούτε ένα πεζοδρόμιο-φλέβα
δεν είναι σε θέση να βρουν
ψάχνουν  παρακαμπτήριες οδούς
και καταλήγουν στα ρουθούνια μου
γίνονται δάκρυ στα μάτια μου
γίνονται δάκρυ στο στόμα μου.
Παλιότερα ξεκινούσαν με το “..Αν..”
μετά με το “Όταν..”
μα σήμερα μπορώ να διακρίνω τις πινακίδες τους
και να διαβάσω “…Τώρα..”
Ο πόνος πρέπει να γυρεύει δραχμές
έξω από τον χώρο στάθμευσης
μα εκεί βρίσκεται μια γάτα που γλείφει τα μουστάκια της

λάμπουν τα μάτια της στα φώτα των αυτοκινήτων
και λέω ακόμα μπορώ να διακρίνω τα όμορφα μάτια
τον προσπερνώ και περιμένω στο περίπτερο
χαρτομάντιλα να σκουπίσω το πρόσωπό μου
από τα περισσευούμενα  όνειρα.

 

ΜΟΝΟΣ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΙΟΡΤΗ

για τους μόνους–σαν κι εμένα–των γιορτών

Από που προέρχονται
και που ανήκουν,
οι μοναχικοί άνθρωποι
που τώρα τις γιορτές ταράζουν
την γαλήνη των καλοντυμένων;
Γιατί στέκονται λυπημένοι στις βιτρίνες,
γιατί στη λαϊκή κοιτάνε τους πάγκους και δεν ζητάν
ένα κιλό κρέας ή μια καμπαρτίνα;
Γιατί στα παγκάκια καπνίζουν
και μιλούν στα περιστέρια με λόγια ψιθυριστά;
(Τι τάχα να ονειρεύονται μου λες;
Τι δώρο περιμένουν;)
Γιατί τους δείχνουν τα παιδιά
“…μαμά τι κάνει αυτός εκεί μόνος…”
και γιατί οι αγκαλιασμένοι ξορκίζουν την εικόνα τους,
τοποθετώντας ένα τριμμένο κερί στην εκκλησία;
Τι γυρεύουν  τις νύχτες
που ο χορός στο  κέντρο ξεκινά,
και το σιντριβάνι  απ’ τα λουλούδια σφυρίζει την έναρξη της ευτυχίας,
να περπατούν σαν ξένοι στην άσφαλτο και στα στενά,
μήπως στο σπίτι,
καλύτερα θα ‘ταν,
να τρίβουν τα χέρια τους από το κρύο;

Εντάξει,
καταλαβαίνω,
των ημερών είναι μελανιά για σας
και αυτοί που σας κάνουν να απορείτε είναι,
γιατί –λέτε από μέσα σας– να μην γελάνε τις γιορτές;

Μην απορείτε και μην μπαίνετε σε σκέψεις.
Ως την επόμενη γιορτή θα τους έχετε ξεχάσει!

 

ΚΑΡΑΒΙ

Ένα καράβι έφτιαξα
να πλέει μονάχα
στ’ αθάνατο νερό.

 

ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Ήρθαν τα σύννεφα
μα δεν θυμάμαι τη βροχή.

 

ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ

Τις μέρες και τα λόγια μου
–στη γη που περπατούν τα αερικά χείλη–
τα πληρώνω κάθε μέρα.
Μπακάλης η γειτονιά, ζυγίζει το περπάτημά μου,
μανάβης ο φίλος, σημειώνει τις πράξεις μου,
φούρναρης η αγάπη μου, ζυμώνει την μοναξιά μου.
Στέλνουν τα χρωστούμενα, αδιακρίτως ώρας,
βράδυ-πρωί
στο άδειο μου στομάχι
και αυτό
–γνωρίζει πια–
με ειδοποιεί με χτύπο συστημένο.
Για πληρωμή τα λόγια, εύγε,  μα,
αφαιρέστε την ανιδιοτέλειά μου παρακαλώ,
μην βάζετε φόρο προστιθέμενης αξίας στις κουβέντες μου
και από δω και στο εξής να κόβετε απόδειξη.

 

ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΠΟΥ ΚΡΑΤΩ

Έχω στα χέρια μου πληγή
και μια οσμή από δάκρυ ξεχασμένο στον καρπό.
Κατηφορίζω εκεί που ο κόσμος ανηφορίζει για να ζήσει.
(Ανελκυστήρας φυσικός η ανθρωπότητα).
Όρθιο κύμα που με λησμονείς
κι όλα τα βράχια της γειτονιάς  μου σκάβεις,
μες την λακκούβα τους θα βρω την αφορμή
να γίνει πρωτοσέλιδο η γεύση μου.

 

ΑΛΑΛΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Η μνήμη δεν τηλεφωνεί μεσάνυχτα.
Κάτι άλλο συμβαίνει στις γραμμές των ξεχασμένων.

 

ΚΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ

Τώρα,
μονάχα ένας σκύλος με λαμπιόνια στη ουρά
με υποδέχεται,
αλλά κι αυτό είναι κάτι.
Σήμερα η χειραψία μου μεταφράζει
το κλάμα ενός μωρού,
αλλά κι αυτό είναι κάτι.
Σπινθήρες στο κενό
απογειώνουν το βλέμμα μου,
αλλά κι αυτό κάτι είναι.
Σήμερα,
γυμνός περίμενα τα νέα
και τα αποτελέσματα των λόγων μου,
αλλά κι αυτό είναι κάτι.
Γνωρίζω μια μικρή αυλή
στην άκρη του μυαλού μου
κι εκεί θα δέσω το στεφάνι μου,
στην πλαστική ζωή θα το αφιερώσω.
Αν φανεί κάποιος και με ζητήσει,
– ρωτήστε τον πρώτα τι χρώμα έχουν τα πρωτοβρόχια –
από τις αγορές εργασίας
ή
απ’ του έρωτα τα χαρακώματα,
να του σταυρώσετε το γέλιο μου
σ’ ένα τετράδιο σχολικό
και ας περάσει αύριο για τα περεταίρω.
Σήμερα
αυλάκια έχει ο αυχένας μου
αλλά με περιμένει
ένα φωτεινό δάκρυ
κάτω από το στρώμα,
κι αυτό είναι κάτι.

 

ΕΔΩ  ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ

Όλα μπορούμε τελικά να τα αντέξουμε
τη σκληρή δουλειά,
το δεκάωρο χωρίς πληρωμή,
την απόλυση.
Μπορούμε να αντέξουμε
χωρίς φαγητό,
χωρίς ηλεκτρικό,
χωρίς τραπέζι και υπολογιστή.
Το μυαλό μπορεί άνετα να κατασκευάζει
διαρκώς επιθυμίες,
να βρίσκετε σε κίνηση διαρκώς,
να σε απειλεί ότι θα πεθάνεις,
ότι θα αρρωστήσεις,
ότι θα καταστραφείς.
Όλα μπορούμε να τα αντέξουμε
την απώλεια, τον θάνατο, τον χωρισμό,
το ψέμα, τη μισή αλήθεια,
και το κάλπικο χτύπημα στη πλάτη.
Γνωρίζοντας πως δεν θα δικαιωθεί
κανένας πόθος,
είσαι πιο ήσυχος.
Μπορείς να πας μια βόλτα στα βουνά,
μπορείς να αγκαλιάσεις την μοναξιά
σαν την πιο όμορφη ερωμένη
και να επιστρέψεις πιο δυνατός.
Μπορούμε να αντέξουμε
τη θλίψη,
τις κρίσεις πανικού και την μελαγχολία,
χαμογελώντας τρανταχτά στο σκοτάδι.
Κάθε φορά που σκέφτομαι
όλα τελείωσαν,
–δεν θα το ξαναξεχάσω–
πάει δεν υπάρχει ελπίδα
δεν υπάρχει γυρισμός,
πάντα κάτι εκείνες τις στιγμές με δυναμώνει.
Σκέφτομαι πως άντεξα από χειρότερα
πράγματα,
από χειρότερες καταστάσεις.
Σκέφτομαι πως η ζωή είναι ένας κύκλος
και όλα θα ξαναέρθουν
απλώς εγώ θα είμαι έτοιμος αυτή τη φορά
να τα παρατηρήσω με άλλο μάτι,
αλλού θα στρέψω το φακό της κάμερας,
άλλη θα είναι η οπτική γωνία που θα φωτογραφίσω,
αλλιώς θα γράψω τις σκέψεις στο χαρτί.
Σκέφτομαι πως εδώ που βρίσκομαι
μετά από συνεχόμενες κατραπακιές
είναι καλά,
είναι πολύ καλά
και δεν γίνεται να είναι καλύτερα.

 

Η ΤΑΙΝΙΑ ΜΟΛΙΣ ΤΩΡΑ ΞΕΚΙΝΑ

Περνάει τώρα μέσα μου
η αιωνιότητα που μου έμαθε
πως αν θέλεις να είσαι ακόμα ζωντανός
πράξε σαν ταινία
που ακόμα δεν έχει γραφτεί
ή καλύτερα γίνε εσύ η ταινία!
Αντίο λοιπόν όνειρα και νεράιδες
το σενάριο ήταν μέχρι πρότινος λάθος
κι ο πρωταγωνιστής δεν ταίριαζε στο ρόλο
Αντίο λοιπόν σ’ άλλο σινεμά
παίζεται η δική σας ταινία.
Η δική μου
μόλις τώρα ξεκινά.

 

ΦΩΣ

Κρύο δωμάτιο,
ο έρωτάς μου σκοτεινός.
Ανάβω φωτιά με τα χέρια μου
κι ύστερα ένα κερί φωτίζεται.
“Σ’ ευχαριστώ…” του είπα
“…που φωτίζεις το μικρό μου σαλόνι”.
“Τον εαυτό μου φωτίζω…” μου απάντησε.

 

ΜΝΗΜΗ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΥΝΟΡΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΓΙ ΑΥΤΟ
ΔΙΩΞΕ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ ΤΟΥΣ ΑΦΕΝΤΑΔΕΣ.
ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΠΑΛΙ ΕΑΥΤΟ
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΜΩΜΕΝΕΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ.

Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΞΕΝΥΧΤΗΣΕ

Η αγάπη μου ξενύχτησε
δίπλα από τη φωτιά
κι έφτασε η μυρωδιά της
ώς τα ξεχασμένα σύννεφα.

 

ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ

Σήμερα το πρωί
καθώς σιγοτραγουδούσα
δάγκωσα την γλώσσα μου
όταν ήρθε στα χείλη μου η λέξη: “Αγάπη”.
Ύστερα κατάλαβα το λάθος μου
και τραγούδησα τ’ όνομά σου.
Κι όλο το τραγούδι άλλαξε.

 

ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΑΚΡΟΒΑΤΩ

Κοιτώ το τίναγμα των δακτύλων
στη πόρτα με το ασημένιο κουδούνι.
Βρέθηκα άοπλος στη θέα του κινδύνου
κι ισορροπώ σαν χάρτινο μπαστούνι.

 

ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μυρίζουν χρώμα
οι ανθοί των χεριών
σε μια παλάμη γεννιέται ο κόσμος.
Σέρνει μιαν άγκυρα το κάθε σου βλέμμα
κι αλληθωρίζουν τα κύματα,
πλένει τα πόδια μου η μουσική
κι ανοίγει η πόρτα της ακοής
για να ορθώσει τη μέρα
εκεί που παίζουν σαν σύννεφα
οι νότες της στιγμής.

 

Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Η μοναξιά είναι ένα γλυκό
που ξέχασα στην τσέπη μου,
ένα τηλέφωνο δίχως αριθμό
που όμως κάποιος το καλεί,
μια προσευχή που στάλθηκε
σ’ άλλον θεό κι αυτός
την άκουσε,
ένα σαλόνι αδειανό
ένα ποτάμι δροσερό,
τα λόγια που δεν βρήκαν
καρδιά να ξεψυχήσουν
και σκορπίστηκαν ανακατεμένα
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα
στην παλάμη μου.

 

ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Κοιτάζω παλιές φωτογραφίες.
–Αχ!–
Ο χρόνος πόσο αδικεί την καθημερινότητα
αγαπητέ φωτογράφε
της ζωής.
Η πόρτα αυτή βάφτηκε με αίμα
ενώ στην πλατεία έπαιζαν τα παιδιά κυνηγητό
και η όμορφη κοπέλα φορούσε
τα ρούχα που δεν της ταίριαζαν
και οι γαμπροί
δεν την ζήτησαν
ποτέ σε γάμο.
Ο δρόμος αυτός τώρα δεν έχει τα ίδια νούμερα
(αγαπητέ φωτογράφε)
και οι γάτες δεν χαϊδεύουν
τις σκάλες της φωτιάς.
Η μυρωδιά του τόπου άλλαξε
και τα ραδιόφωνα
δεν γιατρεύουν
τα λιοντάρια μας.
Υπάρχει ακόμα κάτι που πρέπει
να σου πω:
Η ζωή είναι ασπρόμαυρη
αλλά στην διαδρομή
μπορεί να μην φιλήσουμε
το αρνητικό πριν σταθούμε σαν αγάλματα
στην πλατεία των ηρώων.

 

ΑΣΗΚΩΤΟ ΔΑΚΡΥ

Περπατώ,
εκεί που οι ψαλμωδίες
μετρούν το πρόσωπο του αγνώστου
και του χαμένου
χωρίς τα κιάλια του ουρανού.

Περπατώ,
με τα δυο χέρια μου αδειανά
για να σηκώσουν
όταν έρθει ο καιρός
το περπάτημα και την αφηρημάδα
του αλμυρού μυαλού σου.

 

ΓΕΦΥΡΑ

Οι δρόμοι που ανοίγουν
βουνά και πεδιάδες
τί ενώνουν τελικά;
Η σκέψη αυτή με βασάνισε
σήμερα το πρωί
όταν προσπέρασα στην λεωφόρο
ένα παπούτσι μονό.
Λίγο πιο κάτω
το άλλο μισό
προσπαθούσε να διασχίσει
την διάβαση πεζών.

 

ΑΣΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Οι κλωστές που τύλιγαν
το μεγάλο μου όνειρο
το άφησαν τελικά
να πετάξει
πάνω απ της πόλης την βουή
σαν ξεχασμένο παιδικό μπαλόνι
και έμεινα με τον δείκτη να το δείχνω
και να κλαίω την ελευθερία του.

 

Τ έ λ ο ς   Ά ρ χ η ς


Σπύρος Ηλιόπουλος : Πτερόεν

 

Σήμερα, 5 Δεκεμβρίου 2011, συμπληρώνονται πέντε μήνες από την  πρώτη ανάρτηση στο παρόν ιστολόγιο : Ήταν το ποίημα από το οποίο πήρε την ονομασία του το πτερόεν. Γι’  αυτή τη μικρή επέτειο, και με καρδιά γεμάτη από την ανταπόκριση που βρήκε το ιστολόγιο, επαναλαμβάνω το εν λόγω ποίημα μαζί με άλλο ένα δικό μου ερωτικό, που  παρουσιάστηκε σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις.  -Σ. Η.

 

William Bouguereau : L’ Amour et Psyche

 

Πτερόεν

                                                               [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

 

Κόκκινο σάλι

Πάνω απ’ τα καταπράσινα
στιλπνά φύλλα του ιβίσκου
η πρωινή σελήνη ολόγιομη, ολόγυμνη
κολυμπά, λες αιώνια, ξανά
στο απαλό σιέλ
τ’ ουρανού.

Αποβραδίς  ξεχάστηκε
απρόσεχτα ριγμένο
στου αίθριου το λευκό ανάκλιντρο
του έρωτα το  άλικο σάλι, κατακόκκινο
μονάχο τραγικά, ξεχασμένο να πάλλεται
μέσα στης  νύχτας τις  ασύστολες   πνοές
πάλι ξυπνώντας  μεσονύχτιες  ηδονές,
που,  μετά του ύπνου τη στοργή,
τώρα κανείς πια δεν ρωτά
γιατί παντοτινά  μέσα  στη λήθη
εγκαταλείφθηκαν:

μα έτσι τυχαία ριγμένο
καλεί σιωπηλά τους ωραίους θεούς
με το βλέμμα  το  απέραντ’   ατάραχο
ν’ αγαπήσουν ξανά κι εξαρχής
το αιφνίδιο, και πρόσκαιρο, κι άναρχο.

 

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 


Τάσος Κάρτας : φτιάχνω παραμύθια με φωτιά αγγέλων, φωλιές με χρώματα πουλιών

 

Τ ά σ ο ς  Κ ά ρ τ α ς  

  Εκπαιδευτικός, διδάσκει λογοτεχνία σε Λύκειο της Θεσσαλονίκης. Παλιότερα είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Σπονδή στην Επικοινωνία» και «Άσκηση Συναγερμού» (μοιράστηκαν σε φίλους) Εκτός εμπορίου και οι ανέκδοτες εσαεί ποιητικές συλλογές που εκθέτει στην προσωπική ηλεκτρονική σελίδα: «κ ART ά SOS in MEDIAS res 69 Χρυσηίδες Ρέμβης» και στο ιστολόγιο «ΕΠΙΝΕΙΟ νοσταλγίας μαγικού ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ» (πέρα βρέχει scrabble Νοημάτων Μονόλογων–επιδείνωση άστατου Ποιήματος).

 

 

Νίκος Εγγονόπουλος : Η επιστροφή των πουλιών

 

36η Χρυσηίδα Ρέμβης

φτιάχνω ιστορίες με ποιήματα,
παραμύθια με φωτιά αγγέλων
φωλιές με χρώματα πουλιών
σιωπή βροντή του σύννεφου
αγάπη σε κρηπίδα ανάγλυφη…

όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα
ένα λουλούδι που σαλεύει μίσχο και καρπό
ανέμισε σιωπηλούς αντίλογους έρωτα
ώσπου να πεις «κύμινο»
πρωινή κατακλείδα ενδεκασύλλαβου-
μια φωτιά με καίει και κρυώνω κατά μέσα…

σκορπιός όνομα μιας νύχτας
τοξότης κεντρική αρτηρία για φυγή
λιοντάρι τον κορμό βουλιάζει
δίδυμος εφιάλτης ο καιρός–
καθένας κάτι δικό του θα κρατήσει μυστικό

όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα
από τη σκέψη του σώματος
παντός επιστητού

Frida Kahlo : Me and my Parrots

 

40η Χρυσηίδα Ρέμβης 

ω σώμα αιώνιο σχήμα έρωτα κατά βάθος
ω σιωπή λαβύρινθε της αχανούς ψυχής
τετράγωνο της φωτιάς,
γη και ύδωρ στον κύβο,
αέρηδες φουρτουνιασμένης θάλασσας
πολύφυλλα ιδεογράμματα
στη νιοστή τους δύναμη

βρέχει λοιπόν μοναξιά στίχων

μ’  ένα τσιγάρο τρέχει πιο εύκολα ο ρεμβασμός
διφορούμενων πόθων
προβλέψιμη μαινάδα η σκέψη
καταμεσής στο ρήμα της
κι απ’ την άλλη μεριά ενός κίτρινου φύλλου
χαλαρή διάθεση μες την καρδιά του φθινοπώρου

θα ’ρθουν αναδρομικά μέρες του στοχασμού
θα εξισωθεί ο χαμένος καιρός
με το μελλούμενο δρόμο
αρκεί να κρατήσεις καθάριο έρωτα φιλοσοφίας
απέναντι στον ίλιγγό της

Henri Rousseau : Boat in a Storm

 

41η Χρυσηίδα Ρέμβης

 αντί «ωραίο πλάσμα»
γράφω στον απέναντι στίχο
«ο κήπος βλέπει να λάμπουν οι σταγόνες των στιγμών»

κι άλλα στιχάκια απ’ το πανέρι
μιας διπλανής μου Χρυσηίδας Πόρτας
μαζεύω
και δρομολόγια επιθυμιών αεί και νυν
με είλωτες υπερρεαλισμούς στολίζω

εκ των υστέρων
εισβάλλουνε σε φόντο μπλάβο μυθικό
Χρυσηίδες Λέξεις
συμπληγάδες λίμπιντο
δροσοσταλιά κόκκινης κλωστής
και τα μπουμπούκια κρήνες,
παρομοίωση που πέτυχε δούρειο χρησμό:
«σε γνωρίζω από τη λέξη,
που είχε κάποτε ένα πέλαγος χρωμάτων βλέμμα…»

βλέπετε;
μιλώ μιαν άλλη γλώσσα,
διαμελίζοντας ιμάτια προσχήματα

με υποτάσσει η πεμπτουσία στων ανατροπών:
σήμερα παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου,
έκπληκτες λέξεις,
αύριο γόρδιο κενό χρόνου, χώρου, ιδεών
σημειολογία Κυριακής
με ρίγος δεκαπεντασύλλαβο
θεομηνία τελευταίου σώματος ερήμην εφηβείας

 

Nίκος Εγγονόπουλος : Αδελαῒς

 

42η Χρυσηίδα Ρέμβης

είναι κρυφή η στιγμή που θα σε πάρει
επιθυμία λέξεων για φιλιά

παρά ένα φιλί πανσέληνος κι απόψε
στο παραμύθι στο όνειρο υγρά φιλιά
γέμισε ο ουρανός σύννεφα άνθη, σύρε κόψε
να παίζεις έρωτα μες τη νυχτιά

παρά ένα φιλί ολόγιομη η αγκαλιά
λέξεις και χρώματα σαστισμένοι φρουροί
ξυπνούν οι αισθήσεις με τα φιλιά
φρυκτωρίες στίχων λευκό πανί

φεγγάρια του έρωτα σ’ όλο το σώμα
απ’ την επιθυμία του πού να κρυφτείς;

Rene Magritte : The Lovers


43η Χρυσηίδα Ρέμβης

Τότε, που σαν το πουλί το πληγωμένο

θα μαθαίνεις αναπνοές και χρώματα
στο ιδεόγραμμα μιας ζωής
μακριά πολύ μακριά στην Ατλαντίδα Γη της Ποίησης

Έτσι έφυγες απ’ την κλειστή την πόρτα
όπως υποχωρεί ο άνεμος
σφυρίζοντας

Αποθέωση έσω ερημίας
που ανάμεσα σε δυο μαινόμενα βλέμματα
άστραψε γαλάζιο ουρανό
κι ύστερα βρόντηξε δαιμονισμένες σιωπές

νηστεύοντας το περιττό ενδεχόμενο φιλί

του «σ’ αγαπώ»

Και πώς να την εκλάμψεις τόση σιωπή
συμμαζεύοντας το πεταμένο
ανάμεσα σε δυο στιχάκια
«αντίο»

έτσι κι αλλιώς,
μια λέξη εφήμερη απ’ τα φεγγάρια της
θα μπαινοβγαίνει ολόγυμνη
στη βουβή θεομηνία βάρβαρου ποιητή

Μισθοφόρος ρέμβη SMS με διάθεση για Ποίημα
δι’ ευχών που θα θυμίζουν
θάλασσα, ουρανό, όνειρα… Ιδού…

Rene Magritte : The Ship

 

44η Χρυσηίδα Ρέμβης 

Μακριά, πολύ μακριά στα σύννεφα
στην Ατλαντίδα γη της Ποίησης,
μια φεγγαροντυμένη ελάνθανε στην προσμονή
παλίντονου  αρμονίας λέξεων,
που κόκκαλα δεν έχουν
και επιούσιο Ρέμβη ριζώνουν
απ’ τον αιώνα κι ώς τα ρίγη αυτής της νύχτας
που σεληνιάζεται ανερμάτιστα
στα σύννεφα του χθεσινού λυγμού
λίγο πριν ξημερώσει Ποίηση

 Κι εσύ, Ουρανέ, σε ποια γλώσσα μού διαβάζεις
τα γαλάζια σου γράμματα;
Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής
κρυμμένων αστεριών
Όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα παντός επιστητού σώματος

Προσπέλαση παραμυθιού
απ’ την πλευρά μιας εφήμερης αιωνιότητας λέξεων,
που σαν ονειροπόλημα στάσιμης Πανσέληνου
φανέρωσε τον αμφίσημο χρησμό της
με κιβωτό χρωμάτων επιούσιας ομοιοκαταληξίας
ναύλος για τη λινή κοιτίδα κυριολεξίας
επίνειο του τμήματος μεταγωγών των στίχων

Rene Magritte : The Blank Page

 

69η Χρυσηίδα Ρέμβης

δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσεις
δεν έχει κύκλους ο ουρανός να τους διαβείς
και μια λέξη ολομόναχη στους αυτουργούς ανέμους,
φεγγαροντυμένη χρώματα και ερημίας ήχο
μπαινοβγαίνει εφήμερα στη βουβή θεομηνία της:
«κι αν έχει η νύχτα έρωτα με πρόσημο το Ποίημα,
ο φόβος είναι μοναξιά πληθυντικό το κύμα»

μπαίνουμε ο ένας στο κορμί του άλλου
γινόμαστε για κλάσματα του δευτερολέπτου
μια κραυγή, ένας σπασμός, βάρβαροι ποιητές
κι ύστερα
ώσπου να πεις κύμινο,
πάλι μόνοι σε παράλληλους δρόμους,
λέξεις πτερόεσσες γυμνές απ’ το φωνήεν τους
στο καταπέτασμα της συμφωνίας στίχων

έλα λοιπόν
να θυμηθώ με όνειρα
τη μελωδία της σιωπής

Τ  ά σ  ο  ς    Κ  ά  ρ  τ  α  ς

{από την ανέκδοτη e-συλλογή Τάσου Κάρτα «Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας», ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας}

…αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια)…

IN MEDIAS RES…

http://taenoiko.blogspot.com/

 


Σπύρος Ηλιόπουλος : Οι τελευταίοι μονόκεροι

 

 

 

Ταΐστε τους λουλούδια

Λευκούς  μονόκερους αν δείτε
με  μάτια θαλασσιά
και πόδια μακριά και ντελικάτα
τις νύχτες να χορεύουν
στη σιγαλιά των άστρων

ή αν σε κάποια ερημική ακρογιαλιά τους βρείτε
μοναχικές κυρίες να συντροφεύουν
μ’  ỏνειροθαμπωμένα μάτια
και ξέπλεκα μαλλιά
ταΐστε τους λουλούδια αν μπορείτε

και  να μην πείτε
ότι μονόκεροι
πια τώρα  δεν υπάρχουν
κι ίσως ποτέ, ποτέ να μην υπήρξαν

1982

Jake Baddeley : The Unicorn’s Bride

 

Έγκλειστος

Είναι παράξενες ώρες
που η θαμπή της ζωής του τύρβη
τα πήγαιν’ έλα
τα πόσο κάνει τούτο ή το άλλο
χάνονται
κι αλλάζει  αλλόκοτα το φως στο δωμάτιο
όταν ξυπνάει ξαφνιασμένος  από λήθαργο
μεσημεριάτικο κυριακάτικο
και πέφτει το σούρουπο κιόλας
και τα σούρτα φέρτα
τα πάω για τσιγάρα
δεν έχουν νόημα κανένα
σαν τις αχτίδες του πρωινού ήλιου
στο πάτωμα
δεν έχουνε πια σημασία.
Εκείνες τις  ώρες
σαν υπνοβάτης γυρνά
απ΄ το χολ  στην κουζίνα
άσκοπα κι  αφηρημένα
μα ενδόμυχα ίσως ελπίζοντας
μες στο ψυγείο του νά ‘βρει
ένδοξη μοίρα  ή φοβερή
τις σκοτεινές λεοπαρδάλεις της σελήνης
ή τους ανήσυχους μάγους τού Γουίλυ
και μένει μετέωρος
ανάμεσα χολ και κουζίνα
φιλντισένιους μονόκερους
να ονειρεύεται.
Είναι παράξενες ώρες

1988

Unknown Artist : Unicorn in Captivity

 

Κούφιο  φεγγάρι

Θυμάσαι τότε που ζήλευες τον ήλιο
γιατί  τα φιλιά του ήταν πιο καυτά απ’ τα δικά σου
έλεγες και γελούσες
Τότε που μού  ‘σφιγγες τα χέρια με λαχτάρα
ή και με κάποια τρυφερή  απόγνωση
και κυνηγούσες τη ματιά μου
στο φεγγάρι
και πέρα μακριά
εκεί που ξένοιαστοι έτρεχαν
οι μονόκεροι των άστρων
Τώρα κι ο ήλιος μ’ αποφεύγει
Τα χέρια μου γροθιές
στις τσέπες
τις χειραψίες φοβούνται
Το βλέμμα μου βαθιά φυλακισμένο
μες στις κόχες
Γιατί αρρώστησαν τα όνειρα
χάθηκαν οι μονόκεροι
και κρύφτηκαν οι ποιητές
στα καταφύγια
Κι εσύ καλή μου έχεις τώρα για καρδιά
ένα κούφιο φεγγάρι.

 1999

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

 

Η κόρη κι ο μονόκερως


Ξένια Κακάκη : Άστρο νετρονίων

 

 

 

Ξ έ ν ι α  Κ α κ ά κ η: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε Ισπανική γλώσσα & πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές  Μετάφρασης – Μεταφρασεολογίας με κατεύθυνση την ισπανική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δουλεύει ως μεταφράστρια, διδάσκει, γράφει, της αρέσει πολύ να διαβάζει  και  είναι λάτρης του υπερρεαλισμού. Έχει συμμετάσχει σε λογοτεχνικά περιοδικά και διατηρεί blog. Έχει εκδώσει  μια συλλογική μετάφραση και η πρώτη της ποιητική συλλογή προσπαθεί να αντλήσει κουράγιο για να βρει κι αυτή, ίσως, το δρόμο της.


                                                       

 Silena : Cosmic Fusion
 http://silenapaintings.blogspot.com/ 

 

 

 

Άστρο νετρονίων

Κουβαλάς τώρα τόνους αστρικής σκόνης
στο πέρασμά σου όλα χάνονται πίσω σου
χιλιάδες έτη φωτός μακριά από τη Γη
νεφέλωμα σκόνης νεφέλωμα ισορροπιών
και στο κέντρο επιθανάτια έκρηξη
σουπερνόβα μιας παλιάς ζωής
εσύ η σουπερνόβα μου
εγώ η αστρική σου
Σκόνη.

 

Ο Τεχνίτης

Σε θαυμάζω γιατί δουλεύεις την τέχνη της απλότητας
της αβρότητας
της λιτότητας
Ευγενή μου Τεχνίτη.

Τις στιγμές αγκιστρώνεις στο τώρα τους
τις μνήμες στο πάντα τους
τις ελπίδες στο σύμπαν τους
Σοφέ Εσύ Τεχνίτη.

Μα με κλείνεις μέσα σ’ αυτό που δεν ειπώθηκε
που δεν ειδώθηκε
που δεν ακούστηκε
Πλανευτή Τεχνίτη μου.

Σε λατρεύω:
Κατέχεις την τέχνη της έλλειψης κι ανυπαρξίας.
Απόντα Τεχνίτη.

 

Ορφάνια

Οι φόβοι του και μαζί οι ελπίδες του
εξαφανίστηκαν
κοιτώντας τη βροχή
όλη νύχτα
όλα έφυγαν
μαζί με το νερό
λευκά στίγματα σε μαύρο φόντο
μονάχα απέμεινε ορφανός
ορφανός
από
ζωή.

 

Θάνατος

Με όσο πάθος γεύτηκα τον Έρωτα
τόσο τώρα περιπλανιέμαι σαν
Θάνατος.

Ξ έ ν ι α   Κ α κ ά κ η


Σπύρος Ηλιόπουλος : Οι Νεκροί

Φωτογραφία : Jaques Henri Lartigue

Μπορεί και να ‘ναι αλήθεια
πως  οι νεκροί περιδιαβάζουν
στα δάση των παιδικών τους χρόνων∙
πως  ερωτεύονται τις ίδιες
τις παλιές  αγάπες
και ξαναονειρεύονται τα όνειρά τους
μονάχοι σε κάποια ερημική ακρογιαλιά
μέσα στο καταχείμωνο

Μπορεί και να ‘ναι αλήθεια
πως ταξιδεύουνε ανάποδα στο χρόνο
σαν άγγελοι του Σβέδενβοργ
προς την πηγή της ύπαρξής τους∙
πως βλέπουν κάποτε τον εαυτό  τους
καθρεφτισμένο στις πρωτοχρονιάτικες βιτρίνες
με ρούχα γιορτινά
λίγο συγκινημένο
να σκέφτεται την οικογένεια και τα δώρα∙
πως νιώθουν του σπιτιού τη μυρωδιά
κι ύστερα κάθονται στο κυριακάτικο τραπέζι στα κλεφτά
κοιτάζουν τη φωτογραφία τους στο τραπεζάκι
και  συνεχίζουν
προς την πρώτη τους μετάληψη

Μπορεί και να ‘ναι αλήθεια
πως τότε νιώθουν για το σώμα τους τον μέγα οίκτο
δακρύζουν για τον κόσμο
κι ύστερα αλλάζουν προορισμό
για πάντα

 

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς  1978

 

 


{Τρυφεροί αποχαιρετισμοί}

{Τελικός αποχαιρετισμός}


Σπύρος Ηλιόπουλος : Δίχως Παραμυθία, Δύσμοιρε

 

 

 

Επιτύμβιον

Με αφορμή ένα ποίημα
του Auden1

Την Ιστορία παντελώς την αγνοούσες
μα την ανθρώπινη βλακεία, εξ ενστίκτου λένε,
άριστα την εγνώριζες∙
έτσι με θράσος θηριώδες κυβερνούσες.
Τις υποσχέσεις σου μεθοδικά τις αθετούσες
μα και τις  αποφάσεις σου συχνά αναθεωρούσες,
για το καλό του τόπου πάντα,
καθώς στους  Ηγεμόνες τό ΄χες τάξει.
Δεν ήσαν λίγοι που σε θεωρούσανε κουτό
(παρά το φιλοσοφημένο ύφος)
ή και χυδαίο, όταν πηδούσες σαν ακρίδα στο χορό.

Αλλά δεν ήτανε το θέμα εκεί:
Όταν γελούσες,
οι  βουλευταί μέχρι δακρύων εγελούσαν∙
όταν σοβάρευες,
παιδάκια μες στους δρόμους ξεψυχούσαν.

Ιαν.2010-Σεπτ.2011

1.  W. H. Auden, «Epitaph on a Tyrant»

Perfection, of a kind, was what he was after,
And the poetry he invented was easy to understand;
He knew human folly like the back of his hand,
And was greatly interested in armies and fleets;
When he laughed, respectable senators burst with laughter,
And when he cried the little children died in the streets.

 

 

 

George Grosz : Eclipse of the Sun, 1926
                                

 


Δίχως Παραμυθία, Δύσμοιρε

O dark dark dark. They all go into the dark …
chairmen of many committees,
Industrial lords and petty contractors …

  – T. S. Eliot

Ο ίδιος πάντοτε λοιπόν
πάλι και πάλι απαράλλαχτος
κι ας φοράς  μασκαρέματα μύρια
περούκες  γυαλιά  δόντια ψεύτικα
συνθήματα και  συναισθήματα
ευτελή  και  ρακένδυτα
μονίμως  εποπτεύων
μονίμως  δήθεν διαπορών
στις κυριακάτικες φυλλάδες
στα συμβούλια
στις συναυλίες ή στα κοσμικά σαν χαριεντίζεσαι
με τους προέδρους των χιλίων επιτροπών

Μεγάλο δέος
η θέα ενός νεκρού μου εμπνέει
γιατί καλά το μυστικό του κρύβει
όντας αναπάντεχα πια ξένος
Εσύ μονάχα  θλίψη  και οικτιρμό μου προκαλείς
πίσω απ’ τις μουτσούνες σου απών

Και τώρα δα σε σκέφτομαι βρε μπαίγνιο
την ώρα που στο κρεβάτι
του θανάτου θα  ξαπλώσεις
και μυστικό δεν θά ’χεις  μήτε και προσωπείο
στο Χάρο  να πουλήσεις
—και θα εκλιπαρείς—
μήτε παραμυθία ψυχής
στον εαυτό σου να χαρίσεις

Σεπτ.  2011

 

 

 George Grosz : Café,  1915

 

 

H Προδοσία

«Σκυλοκοίτες  και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.»

– Οδυσσέας Ελύτης

 «…αν ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι…
Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;»

                                                             –Πάνος Θασίτης

Δε θάν΄ η προδοσία τους ποτέ μικρή
Ορνεοκέφαλοι ανύποπτους διαβάτες
θ’ αποκεφαλίζουν στις πλατείες
νεκρόσιτοι κόκκαλα παιδιών
θα γλύφουνε στα πάρκα
και σκυλοκοίτες θα διδάσκουν ήθος στην τιβί
και θα κοπροκρατείται το παρόν
τα σαββατόβραδα
τη συνοδεία δημοφιλών καλλιτεχνών
Θα σβήνει ο ουρανός θα σβήν’ η γη
όσο οι ποιητές θα ιδιωτεύουν
και θα υποχωρούν
έναντι ποικιλίας καλών αλλαντικών

Νοε. 2011

Σ  π  ύ  ρ  ο  ς   Η  λ  ι  ό  π  ο  υ  λ  ο  ς

( ή Αμβρόσιος Βήτα για το τρίτο ποίημα)

 

 

 

.     .     .    .    .

Για τον πίνακα του Grosz, Eclipse of the Sun (Η Έκλειψη του Ηλίου)Είναι μια σφοδρή καταγγελία  του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.  Δείχνει, μεταξύ άλλων,  έναν στρατηγό, έναν μεγαλοβιομήχανο που του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, και τέσσερεις ακέφαλους αξιωματούχους  της αστικής γραφειοκρατίας, όλους  κάτω από έναν ήλιο σκοτεινιασμένο από το σύμβολο του δολαρίου. Θεωρείται  ως  μια από τις σπουδαιότερες ελαιογραφίες του 20ου αιώνα.

 

 

 


Γιώργος Δουατζής : Σαν ψίχουλα δείπνου μυστηριακού

Π ρ ο δ η μ ο σ ί ε υ σ η

από την υπό έκδοση συλλογή «Σχεδίες»


Ο  Γ ι ώ ρ γ ο ς  Δ ο υ α τ ζ ή ς γεννήθηκε Δεκέμβριο του 1948 στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και κοινωνιολογία  στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση το 1971, στην «Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς» των εκδόσεων Άγκυρα. Δεύτερη, η παράσταση χοροδράματος βασισμένη στο ποίημα του “Αντικρουόμενα σύμβολα και πορεία στο φως”  τον Μάϊο 1973,  σε μουσική Γιώργου Τσαγκάρη και χορογραφία Έλλης Παρασκευά.

Ε ν δ ε ι κ τ ι κ ή  Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α: Γραφτά – 1976, Ποίηση,  Τα Μικρά – 1996, Ποίηση – Κάκτος, Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997, Ανθολόγηση – Κέδρος, Προς Δέκα Επιστολή – 2001, Ποίηση – Μιλήτος,   Σπονδές – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Τα κόκκινα παπούτσια – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Το Κουμπί – 2004, Θεατρικό – Εξάντας, Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη – 2008, Μυθιστόρημα – Λιβάνης,  Φωτοποιήματα – 2010, Ποίηση, Φωτογραφία – Καπόν,  Πατρίδα των καιρών – 2010, Ποίηση – Καπόν.


 
  

 

Ζωογόνες  ριπές

Οι ριπές ήταν πολλές αδιάλειπτες
με ένα στιγμιαίο σκύψιμο
θα έσωζε την άδεια πια ζωή του
μα το σωτήριο σκύψιμο
θα σκότωνε την περηφάνια του

Δεν έσκυψε
και οι θανάσιμες ριπές
του χάρισαν ζωή αληθινή
αφού  με αυτόν τον θάνατο
πήρε ουσία η ύπαρξή του

Έπειτα
άνοιξε τη μοναδική πόρτα
όπου υπήρχε βήμα
πέρα από το κατώφλι
εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές
με ίχνη γηρατειών

Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες ή όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει ο άνεμος

Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα
πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές…

 

 

Ψιχία

Σαν ψίχουλα δείπνου μυστηριακού
πέφτουν στη γη οι στίχοι μου
και τα σοφότερα των μυρμηγκιών
τους μεταφέρουν σε υπόγειες στοές
σκεπτόμενα τους δύσκολους χειμώνες
αυτά που δεν φοβήθηκαν ποτέ το θάνατο
αλλά τη ζωή φοβήθηκαν

 

 

Δεκέμβρη  δωδεκάτη

Τούτη η φεγγαροστιχίδα
το ωραιότερο τραγούδι
στα πιο ερημικά γενέθλια
χρόνια μετά

ή

Σαν τον αυτόχειρα
που με το ένα χέρι βουλώνει το αυτί
μην τον ξεκουφάνει
ο πυροβολισμός στον κρόταφο

ή

Εισπράττουν τη μοναδικότητα
εκείνου που φεύγει
μόνο με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής
κι έτσι μακραίνουν οι μικροί τους επικήδειους

 

 

Αμέτοχος

Αγνοούν πεισματικά
ότι αιώνες τώρα οικοδομεί
στηριγμένος στο παράλογο
με αγκαλιά τη ματαιοδοξία
δίνει συνέχεια στη ζωή
υπονομεύοντας μακαριότητες

Εύλογο που δεν συγχωρούν
την ανάσα, τα πετάγματα, τις κινήσεις,
τους έρωτες, το αθώο βλέμμα
τις άδολες βλέψεις, τις ευεργεσίες
το δόσιμο, την ανοιχτή αγκαλιά
τους ποταμούς μελαγχολίας στη ματιά

Ανήσυχοι, τον εγκαταλείπουν
σαν ίσκιο σε ηλιοβασίλεμα

Για να καταλάβεις την τόση εγκατάλειψη ούτε δυο στίχοι του δεν εκποιήθηκαν και κανείς δεν άκουσε πώς έγινε αυτό το τυφλό τραύμα στον κρόταφο όταν άρχισε να μαζεύει τις φωτογραφίες. Μόνο την άλλη μέρα βρήκαν το  νεροπίστολο κι έτσι αντιλήφθηκαν γιατί δεν υπήρξε ήχος πυροβολισμού παρότι στο πάτωμα βρέθηκαν κάτι σταγόνες αίμα. Τώρα, ανθρώπινου, ποιητικού, θα σε γελάσω…

Γ  ι  ώ  ρ  γ  ο  ς    Δ  ο  υ  α  τ  ζ  ή  ς

 

 

 

 

 

ΙΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Δελτίο Τύπου

«Το Κουμπί», του Γιώργου Δουατζή
  στο Θεατρικό Αναλόγιο του Ιωνικού Κέντρου

          Με το μονόπρακτο του Γιώργου Δουατζή “Το κουμπί” αρχίζει την   Τ ρ ί τ η   8   Ν ο ε μ β ρ ί ο υ   στις   8. 3 0  το βράδυ, η σειρά των Θεατρικών Αναλογίων του Ιωνικού Κέντρου, στην οδό Λυσίου 11 στην Πλάκα.

Μετέχουν οι ηθοποιοί: Αριστοτέλης Αποσκίτης, Ανδρέας Μαριανός και Ράνια Πρέβεζα. Σκηνοθετική επιμέλεια: Νάντια Μουρούζη. Μουσική επιμέλεια: Έμυ Πανάγου. Εικαστικά: Μιχάλης Αμάραντος

Ένα μικρό κουμπί αποτελεί δικαιολογία ύπαρξης για έναν άνθρωπο. Κάποιος φυλακίζεται  για έναν φόνο, παρότι οι δικαστές του γνωρίζουν ότι δεν  τον διέπραξε. Ο φυλακισμένος – πειραματόζωο ανατρέπει κανόνες που έχουν επιβληθεί υπό κλίμακα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο ήρωας δεν ανέχεται τον εαυτό του, και τέλος ένας νεκρός χαρακτηρίζεται… υγιέστατος. Μια σκληρή κριτική, εαυτού και αλλήλων, για όσα ζει και κυρίως ανέχεται ο σύγχρονος Έλληνας, και ο κάθε άνθρωπος.

Μετά την παρουσίαση του έργου και τη συζήτηση με το κοινό ακολουθεί μουσική βραδιάστο καφέ – εστιατόριο του Ιωνικού Κέντρου.

Είσοδος: 8 ευρώ. Φοιτητές, σπουδαστές:  4 ευρώ

Κρατήσεις: Ιωνικό Κέντρο, Λυσίου 11, Πλάκα – τηλ 210 32 46 614

epikoinonia@ionic.gr       www.ionic.gr/politismos


Λίζα Διονυσιάδου : Στον δρόμο του νερού

Η   Λ ί ζ α   Δ ι ο ν υ σ ι ά δ ο υ   γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα.  Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Μόσχα. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικά βιβλία της, τα  Εν λευκώ  και  Προς τα έξω (Οδός Πανός, 2001) και τρία πεζά: Ο Καθρέφτης,  Το τι του Τίποτα (Ροές, 2003, 2009),  Από μια σταγόνα γάλα (Publibook, 2011).

 

 

 Φωτογραφία: John Harrison

 

Στον δρόμο του νερού

Στον δρόμο του νερού,
φυτρώνουν πικροδάφνες
και καλαμιές λικνίζονται στον άνεμο.
ο δρόμος του νερού
είναι μονόδρομος.
κυλάει το νερό
—διασχίζοντας,
αδιαφορώντας,
παρασύροντας—
και, αμερόληπτα,
το πεπρωμένο του εκπληρώνει.

(Από την συλλογή Εν λευκώ, Οδός Πανός 2001) 


 

 

Φωτογραφία: Σπύρος Ηλιόπουλος


Η σκιά του σύννεφου

Βουνοπλαγιές,
στη σκιά του σύννεφου.
Από κάτω, η χώρα,
η χαϊδεμένη του ήλιου.

Είναι φευγαλέα η σκιά
στη χώρα του ήλιου,
—παρηγοριέμαι—,
σμάρι πουλιών,
περνούν τα σύννεφα,
λίγο κρατάει η μιζέρια.

Τα όνειρα μες το κεφάλι μου,
πιο γρήγορα απ’ τα σύννεφα
ταξιδεύουν.
Μάταια παλεύουν να απαγκιάσουν
στην συννεφένια σκιά.

Φυσάει ο φθινοπωριάτικος άνεμος,
όνειρα περιπλανώμενα.
πάνω από ξεραμένα χώματα,
αλλάζουν τα χρώματα του ονείρου.

Ήρθαν κι αυτή τη χρονιά οι κυνηγοί.
Ακόμα κι όταν τρέχουν τα βάσανα,
εκείνοι ελαύνουν
στις απαγορευμένες ζώνες.

«Απαγορεύεται το κυνήγι»,
αναγράφεται στις πινακίδες,
μα σε κείνο τον τόπο,
ανάγνωση έμαθαν μόνο τα ορτύκια
και οι πέρδικες.

Πού είναι αυτό το νησί;
Θέλω να στολίσω τα σπίτια του
με πέτρινα χαϊκού.

Τα σπίτια απλώνονται,
άσπρη, άμορφη λάβα,
κόμποι,
δεμένοι σε ηλίθια διατάγματα.

Πετάει η σκιά του σύννεφου
στις βουνοπλαγιές,
ανήμπορη να φέρει τη γαλήνη.
Όσο και να ταλαντεύεται
δεν αφήνει τα ίχνη της,
σαν το νερό γλιστράει
μέσα απ’ τα  χέρια μου.

(Ανέκδοτο ποίημα)


Λ  ί  ζ  α   Δ  ι  ο  ν  υ  σ  ι  ά  δ  ο  υ

 

 

 

Ο δρόμος του νερού


Νανά Τοκατλή: «…να ‘ναι όσο γίνεται μικρή η προδοσία»


Η   Ν α ν ά    Τ ο κ α τ λ ή  γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τελείωσε με υποτροφία το Γυμνάσιο στις ΗΠΑ.  Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στο εργαστήριο του Γ. Μαυροϊδη και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη. Έλαβε διετή υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας. Έχει στο ενεργητικό της 17 ατομικές εκθέσεις  και συμμετοχή σε πολλές ομαδικές. Έργα της φιλοξενούνται, εξάλλου, στη συλλογή της Σερβικής Ραδιοτηλεόρασης στο Βελιγράδι, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στο Μουσείο Βορρέ, στη συλλογή Ζ. Πορταλάκη και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία και στην Αυστρία.

Η  Ν. Τ. έχει εκδώσει: To the counter-point (ποιήματα στην αγγλική γλώσσα), Πορεία, Αθήνα 2003, Άγγελοι και άλλες μικρές ιστορίες, Καλλιέπεια, Αθήνα 2008, Η Κυκλική Συμφωνία: Ποιήματα, Αθήνα 2011. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, το  π τ ε ρ ό ε νπου έδωσε εξ’ αρχής έμφαση στη σχέση μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής, φιλοξενεί, για δεύτερη φορά, ποιήματα της  Ν. Τ.

Σ. Η.

 

 

 

Ζωγραφική: Νανά Τοκατλή

 Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζονται ακουαρέλες της  Ν. Τ. στο Μουσείο της Αλοννήσου

 http://www.alonissosmuseum.com/pages/Nana-Tokatli.html

 

 


   βράχος

έκρηξις

ήλιοι

 

 

 

από τα «τρία ερωτικά»

1

 Απλωμένο ήταν
το βελούδο
δίπλα στο ατλάζι,
στη διάθεσή μου ήταν
και τα δύο εκεί,
την απόφασή μου περιμένοντας.
Με μια χειρονομία μου
το ατλάζι απομακρύνεται—
έμεινε το βελούδο.
Οι δυο μας τώρα,
εσύ κι εγώ,
μόνοι επιτέλους.
Τώρα μπορούσα να τολμήσω.
Χαϊδεύοντας το βελούδο απαλά,
μπορούσα, άλλη μια φορά,
να έχω, με θαυμαστή ακρίβεια,
τη θύμηση του αγγίγματός σου.

3

Καλά θα είναι απόψε∙
ένα έργο που δεν έχω δει
στην τηλεόραση απόψε.
Ούτε σκέψεις
ούτε τύψεις συνειδήσεως,
μονάχα θα συγκεντρωθώ,
θα νιώσω όπως παλιά.
Μα τώρα τίθεται το ζήτημα
περί της καταστάσεως των πραγμάτων
(αυτό είναι κάτι που θα συζητούσαμε)
κι ύστερα έρχεται η κριτική:
πώς μας μεταχειρίζονται τα «μέσα»
(δεν θα είχαμε πολλά να πούμε και γι’ αυτό;)
Κι έπειτα διαφωνούν—
έχουν κι οι δυο το δίκιο τους, αναμφιβόλως
(μα εμείς θα συνεχίζαμε με τον προσωπικό, τον ήπιο τόνο μας).
Κι έπειτα φιλιούνται.
Διάβολε! — Πόσο μου λείπεις!

(Περιοδικό Δυτικές Ινδίες: Ταξιδεύοντας δια του λόγου… (Ιανουάριος 2001), τεύχ. 3, σελ. 20-21. Απόδοση από το αγγλικό πρωτότυπο: Σπύρος Ηλιόπουλος)

χρόνια  αγαθά

μέθυσέ με
αγράμπελη,
αγιόκλημα,
ρολόι με
στήμονες για δείκτες.
βυθίζομαι σ’ αρώματα
τα βλέφαρα βαραίνουν
έρχονται εικόνες
χρόνια αγαθά
που τα συντρόφευε
της άγνοιας η αγνότης.
για κείνον τον εαυτό
τώρα γίνεται πάλη
να ‘ναι όσο γίνεται
μικρή η προδοσία.

 

 

μικρό  τρελό  πουλί

μικρό τρελό πουλί
κάθετα ανάμεσα στα φύλλα πετάγεσαι
κάνεις στροφή και με πορεία τόξου
στην πρασινάδα χάνεσαι.
ξανά σε βλέπω ίσια πάνω να πετάς
και ξάφνου ημικυκλική βουτιά να κάνεις
στηθάκι κίτρινο, κοιλίτσα γκρι
λίγα γραμμάρια στον αέρα.
χαρούμενο πουλί
μου δείχνεις
πως χωρίς τρέλα
ρηχή είν’ η ζωή.

 

 

το  συννεφάκι

πώς ξέμεινες συννεφάκι
και μοναχό σου αιωρείσαι
ανάμεσα στου πέλαγου
και τ’ ουρανού το μπλέ;
σχήμα φορτηγού πλοίου έχεις
σε ρότα απροσδιόριστη
βέβαιου χαμού.

(Από τη συλλογή Η κυκλική συμφωνία, σελ.33, 56, 57 )

 

η   κίνηση

δάκτυλα δράχτια
μέσα στα
πλούσια μαλλιά

κίνηση
φιλαρέσκειας,
ανασφάλειας και
ματαιοδοξίας

κίνηση τόσο κοινή,
ανάρμοστη
σε ένα τόσο
αρμονικό,
ευγενικό
προφίλ.

(ανέκδοτο ποίημα)

 

τέλος εποχής

Παραθυρόφυλλα
σφραγισμένα,
δωμάτια πλυμένα
με χλωρίνη καθαρά,
κλεισμένα για τον χειμώνα.
Τέλος εποχής.
Οι άνθρωποι εδώ
λίγο θα ξεκουραστούν,
θα θυμηθούν το χώμα,
τα κτήματα
τα παραμελημένα,
αφρόντιστα για μήνες.
Θ΄ αρχίσει ο κόπος
της ελιάς, του τόνου,
τ’ αμυγδάλου.
Μαζί με το θέρος
ανεχώρησε κι η βεβαιότης.
Τέλος εποχής.

(ανέκδοτο ποίημα)

 

Ν   α   ν   ά     Τ   ο   κ   α   τ   λ   ή

 

 

 


Silena : με λέξεις και με χρώματα του ονείρου

 

 Ζωγραφική   :   S  i  l  e  n  a

http://silenapaintings.blogspot.com/
http://poetry-of-silena.blogspot.com/ 



οι λέξεις

γκρεμίζονται οι λέξεις όταν δεν τις ακούς
ανταμώνουν το έδαφος
κρούση οδυνηρή σαν κραυγή
και τότε σπάνε
κομματιάζονται και δακρύζουν
οι λέξεις 


  l’ amour des mots


 

άτιτλο

το τώρα μου γλιστράει

μου ξεφεύγει
ψάχνει τις σκοτεινές ροές
του χτες

το μετά ονειρεύεται θάλασσες…

 

μια στιγμή είναι

μια στιγμή είν’ η αλήθεια
αν την προλάβεις
σωπαίνεις
αν γλιστρήσει μακριά
σαν αναστεναγμός ή ανάγκη
αλλάζει χρώματα
φαντάζει ψεύτικη κι αυτή
κι αστεία

 

μυστικά

από ίσκιο αθόρυβο, μυστικό
ξύπνησε
μεσάνυχτα σχεδόν
η σκιά μέσα στο σκοτάδι
ξεπρόβαλλε κυνηγημένη λες
από δέντρων ψίθυρους
υπόγειους, μυστικούς
σ’ εκείνα τα κρυμμένα μυστικά
άφησε απόψε τα όνειρά της
να πλανηθούν
να πλανευτούν
σιωπηλά
όπως πάντα
κι αυτά
ατίθασα, αθώα μα ορμητικά
την κατέκλυσαν
σαν το τέλος
ή σαν την αρχή
μυστικά
όπως όλα τα σκιρτήματα του νου


flaming lips

 

 

άτιτλο

περπατάει και χάνεται
το μυαλό μου φταίει, μουρμουρίζει

το βλέμμα του πάντα στον ουρανό
η ψυχή μου φταίει, μουρμουρίζει

περπατάει και ηχεί
το ξύλινο πόδι μου φταίει, ουρλιάζει

μια μικρή ιστορία αγωνίας

Κάπως έτσι προσέγγιζε πάντα την ηλικία που ονόμαζε παιδική.
Την εξηγούσε με κινήσεις γρήγορες φαινομενικά χαρούμενες κι ανέμελες.
Κι οι ακροατές του!!
Aαα οι ακροατές του συμφωνούσαν και συμμετείχαν με πάθος και ενθουσιώδη χειροκροτήματα.
Κάποιοι φανατικοί έβγαζαν κι αλαλαγμούς γιατί πολύ αναπολούσαν την ηλικία της αθωότητας
που τους πούλαγε φθηνά κι απλόχερα κάθε βράδυ.
Κι όταν έπεφτε η αυλαία, κι όταν τα φώτα σβήναν και το θέατρο άδειαζε,
έβγαινε από μέσα του βαθύς, ο αναστεναγμός.
Μια ανακούφιση που αν γραφόταν με λέξεις θα έμοιαζε με το…
“τα κατάφερα κι απόψε! ξεγέλασα τη θλίψη”
κι οι υποψίες πως έχασε για πάντα την αθωότητα ή ακόμα χειρότερα, δεν την είχε ποτέ, κατακρημνίζονταν από τα θορυβώδη χειροκροτήματα κι άλλων χαμένων ψυχών. Έτσι δυνάμωνε και πορεύονταν και συνέχιζε, να ζει, να χαμογελά, να ξεγελά το χρόνο

μα όχι τα μάτια των παιδιών που φώναξαν δυνατά….”τι περιμένεις, κόψε τα σκοινιά”!

                                                                                                    

σ’ ένα τεντωμένο σκοινί με μια ομπρέλα

πάνω σε τεντωμένο σκοινί κρατώντας μια ομπρέλα
κάτω, σιωπή
μια υπόγεια σιωπή που καλεί προς τα κάτω πεισματικά
ηδονικά στιγμές στιγμές
μα το πείσμα μεταδίδεται αίφνης και γίνεται ζωή
κρατώ την ομπρέλα και τα πρώτα βήματα κάνω δειλά πάνω στο σκοινί
δεν φοβάμαι μα δειλιάζω μονάχα στην ιδέα της ικανοποίησης της ιδέας της πτώσης
προχωρώ σταθερά
σωπαίνω, σβήνω κάθε σκέψη και συγκεντρώνομαι στο πέρασμα του βήματος σε δράση
του βήματος σε ζωή, σε έλλειψη χειροκροτημάτων τέλους
σε έναρξη χειροκροτημάτων επιβίωσης, και τι κρίμα που χάνω την ισορροπία μου
και κει που ένα δυνατό αααααα ακούγεται ένα ααααα που προσμένει την πτώση αχόρταγα
βρίσκω ξανά την ισορροπία και συνεχίζω
πάνω στο τεντωμένο σκοινί κρατώντας μια ομπρέλα
σε πείσμα του ααααα, σε πείσμα του τέλους

κι είναι η μπάρα δυνατή για να στηρίξει ακόμη και τη ζαλισμένη μου συνείδηση
κι είναι η καρδιά μου ζωντανή για να μεταφέρει στο αχόρταγο πλήθος που προσμένει το τέλος
την απόλυτη …. ζωή


 whitescars


 

Κουρέλια και χρώματα

 Σαν ένα παλιό λασπωμένο κουρέλι που κανείς δεν ήθελε πια, έτσι έμοιαζε όπως ήταν κουλουριασμένος πάνω στο πεζοδρόμιο, γυμνός, ματωμένος, ένα κουβάρι όνειρα που μπλέχτηκαν πολύ κι έγιναν παρελθόν φθαρμένο και πεταμένο στο περιθώριο.

Πλησίασε το όνειρο μα δεν άγγιξε. Μια εκνευριστική συριστική φωνή ακούστηκε δυνατά πίσω μου, μα  η σκέψη ήταν μακριά σε σκοτεινές στοές αθανάτων, η ύλη εδώ να επιβεβαιώνει πως δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς κι εγώ, χαμένη στη μάζα που κάθε άλλο παρά ζωή κουβαλούσε μέσα της.

Στάθηκα για αρκετά λεπτά να κοιτάζω, ένιωσα έντονα την ανάγκη ν’ αγγίξω, μα η ανατριχιαστική κραυγή όμοια με ουρλιαχτό θηρίου μ’ έφερε ξανά στην πραγματικότητα.

Περπατούσα, υπνοβατούσα. Ακούμπησα απαλά τα κλειδιά στο τραπέζι και οδήγησα τα βήματά μου, αθόρυβα, στο εργαστήρι. Άπλωσα στο πάτωμα, με πολύ αργές κινήσεις, πολλά μέτρα καμβά δίχως τέλος γιατί δεν ήξερα ακόμη πού θα με οδηγούσε. Στα χέρια μου δυο μεγάλα μπουκάλια μπογιάς. Κόκκινο, μαύρο. Αυτά είν’ αρκετά, ψιθύρισα κι άπλωσα την ψυχή μου στον καμβά να αναπνεύσει, φωτιά, θάνατο, ζωή, ελπίδα, απελπισία, ομορφιά, ασκήμια, όνειρο και ξανά ζωή… Κι έπειτα σκόρπισα το σώμα μου κομμάτι κομμάτι μέχρι να ματώσει, ένα κουρέλι πάνω στο πεζοδρόμιο δίχως συγκεκριμένο σχήμα και μορφή.

Νύχτωνε, με το σώμα γέμιζα το πανί κόκκινες μνήμες, μαύρες σιωπές, λευκά όνειρα.

Νύχτωνε, με τα χέρια ανέμιζα λαθραίες φαντασιώσεις, με τα χείλη κλείδωνα τις ντροπές

Νύχτωνε….

Απόμεινα εκεί για μήνες, χρόνια, αιώνες.

 

 

 Silena      2011


Ανδρέας Τσιάκος : «Δεν θα μπορώ να σας χειροκροτήσω»

 

 

Ο  Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ. 



 


 

 

Π  Ε  Ι  Ρ  Α  Μ  Α     2ο

Τα δύο χέρια μου θαρρώ
δεν μπορώ να τα κινήσω
θέλω κάποιον να βρω
να του τα πουλήσω.
Να πάρω δύο μάτια
να βλέπω κι από πίσω.

Μα ύστερα δεν θα μπορώ
να σας χειροκροτήσω.


Π  Ρ  Ο  Σ  Ε  Υ  Χ  Η

Δεν ξέρω,
Αλλά,
απ’ τα γεννοφάσκια μου οι γονείς μου
Πρέπει να προσευχήθηκαν στον Θεό για μένα.

Να μην τρέχω στις καταλήψεις, να μην κάνω κοπάνες, να μην πηγαίνω στα ηλεκτρονικά, στις αίθουσες του κινηματογράφου να μην γράφω συνθήματα, να γυρίζω στο σπίτι νωρίς,  να μην λαμβάνω μέρος στις διαδηλώσεις κατά του πολέμου, της ανεργίας, της φτώχειας, να μην φοράω μπλου-τζην ξεθωριασμένα, να μην πηγαίνω στις καφετέριες, να είμαι σοβαρός, να διαβάζω τα βράδια, να μην ακούω μουσική ροκ εν ρολλ, να είμαι πάντα χτενισμένος, να λέω καλημέρα στους γείτονες, να λέω καλησπέρα στους γείτονες, να λέω καληνύχτα στους γείτονες, να μην βρίζω την κοινωνία, να μην βγαίνω έξω όταν κάνει κρύο, να μην γράφω ποιήματα, να τελειώσω τα αγγλικά, να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο…

Πολλές φορές κάθομαι κι αναρωτιέμαι
αν ο Θεός τα άκουσε όλα αυτά!


Π  Ε  Ι  Ρ  Α  Μ  Α    3ο

Σε άγονα χωράφια καλλιεργώ
τα ραδιενεργά αισθήματά μου.
Κι όπως η γη τρέμει τον γεωργό
Τρέμω τα ποιήματά μου.


Φ  Θ  Ι  Ν  Ο  Π  Ω  Ρ  Ο

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ τη μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κοστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη
πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,… να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…, μονολογούσε,
να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με τη σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι
–την Κυριακή του Πάσχα—
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…», φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες.


Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είσαι πάντα αυτό που συναντώ
Πάνω και μέσα και έξω.
Είσαι αυτά που συναντώ.

Περιβολάκι δίχως σύρματα που κλέβω μανταρίνια
δυο-δυο.
Το πανέρι που τ’ ακουμπώ.
Πεζόδρομος που οι καφετέριες γιομίζουν παιδιά.
Φώτα βιτρίνας που ανάβουν μόνο σαν κοντοσταθώ.
Ο δρόμος ο ατελείωτος που όλο να τελειώσω
προσπαθώ στα πεζοδρόμια κι όλο κύκλους κάνω.
Το φεγγάρι που κοιτώ είσαι κι ας με λένε φαντασμένο
πως ποτέ  δεν σε είδαν εκεί —μου λένε—το πρόσωπό
σου κάθε δείλι βλέπω.
Το ρολόι σε καφενείο μικρό που όλο το κοιτούν οι εργάτες
—κι όλο κοντοστέκονται— πριν πιάσουν δουλειά
κι όλο κοντοστέκονται και κοιτούν την ώρα.
Πέννα σε χέρια χωρικού είσαι που δεν ξέρει τι να την
κάνει ο αφελής και την έχει εκεί
για να την βλέπει ο γείτονας
—δώρο απ’ το γιο του που σπουδάζει στην πόλη.
Η κρυψώνα που ποτέ η μάνα μας δεν ανακάλυψε και
κρύβομαι εκεί ανασαίνοντας σιγά σιγά να μη μ’ ακούσουν.
Μουσική πρωινής Κυριακής που, ύστερα από μια
βδομάδα δουλειάς, κάθομαι και ακούω παρατηρώντας
τους στίχους και την καινούργια αίσθηση που μου
προκαλεί προσπαθώ να εξηγήσω στους φίλους και
αυτοί δεν καταλαβαίνουν πως την ακούω για να
γεμίζει το μυαλό μου μέχρι να σε δω το βράδυ.
Προσευχή στα χείλη στρατιώτη που την αγγαρεία
τελείωσε και ξαπλώνει ο δυστυχής να ξεκουραστεί και
πριν κοιμηθεί αποστηθίζει να μη σε ξεχάσει και
αναφερόμενος βγει στον λόχο.
Ο χρόνος που πέρασε σε ζευγάρι παντρεμένο χρόνια
κι αυτό μοιάζει σαν αδέλφια δίδυμα στο πέρασμά σου.
Πουλί που να το φτάσω δεν μπορώ και το κοιτώ
ελεύθερο να πετά στου ουρανού τα χάη να πετά
και στα σύρματα της πόλης το βλέπω να κελαηδά
καταμεσήμερο και μου γλυκαίνει τον ύπνο καθώς εγώ
ονειρεύομαι το αδειανό κλουβί που ετοίμαζα να μπει,
ονειρεύομαι.
Το δέντρο που τη σκιά χαίρομαι καλοκαιριάτικα.
Η χαρά που δίνει στον ψαρά η θάλασσα κι ο φόβος
της γυναίκας του.
Που να γυρίσει προσμένει στην πόρτα γυρτά
ακουμπισμένη ελαφριά και περιμένει να τον δει.

Είσαι πάντα αυτό που συναντώ.
Πάνω και μέσα και έξω.
Είσαι αυτά που συναντώ.

Από τη συλλογή Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

Π  Ρ  Ω  Ι  Μ  Η     Κ  Α  Λ  Ο  Κ  Α  Ι  Ρ  Ι  Ν  Η    Θ  Ο  Λ  Ο  Υ  Ρ  Α

Εισήλθα επειγόντως
σήμερα το μεσημέρι
στο νοσοκομείο
με αφόρητους πόνους στην κοιλιά.
—Πρώιμη καλοκαιρινή θολούρα—
“Μήπως εγκυμονώ; ” ψιθύρισα ειρωνικά
για να μετριάσω τον πόνο μου.
Με πήγαν στο θάλαμο 31.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και καθώς περίμενα τον γιατρό
είδα κάτι παλιούς συμμαθητές.
Πιάσαμε την συζήτηση για λίγο,
κι ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι ήταν παντρεμένοι
και μάλιστα με παιδιά.
Τελικά μόνο για το ποδόσφαιρο
κατάφερα να μιλήσω μαζί τους
κι αυτό για τον λόγο ότι
δεν ξέρω από ποδόσφαιρο.
Όταν όμως η συζήτηση πήρε προαγωγή
και κατευθύνθηκε
στα οικογενειακά ζητήματα,
ένιωσα τον πόνο μου να εξαφανίζεται.
Φόρεσα γρήγορα τα παπούτσια μου
—μάζεψα το βιβλίο με τις συνταγές
για μια καλύτερη ζωή—
και τους παράτησα εκεί.
Ήμουν σίγουρος καθώς έκλεινα την πόρτα
πως δεν κατάλαβαν την απουσία μου.
Καθώς κατέβαινα και τις τελευταίες σκάλες
άρχισα να γελάω τόσο δυνατά
που παραλίγο οι μηχανές οξυγόνου
να χάσουν την δουλειά τους,
τα ψυχοφάρμακα να μετατραπούν σε τριαντάφυλλα,
κι οι νοσοκόμες να πετάξουν τ’ άσπρα
και να φορέσουν κόκκινα φανταχτερά καπέλα.

Τι γέλιο θα κάνουν μαζί μας οι επόμενες γενιές
και σε πόσα ανέκδοτα τους
οι χαρακτήρες θα ’μαστε εμείς
είχα σκεφτεί πρ’ όλιγου.

—Πάνω από τον τρίτο όροφο
κάποιος πέταξε απ’ το παράθυρο
μια φωτογραφία σου
και τα κλειδιά της ζωής μου.-

(ανέκδοτο ποίημα)

Α ν δ ρ έ α ς   Τ σ ι ά κ ο ς


 

Απαγγέλλει η Ντόριαν Μαρνέρη



Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου : Μεταμόρφωση




 

Rene Magritte :

La recherche de l’ absolu

 

 

 

Μ Ε Τ Α Μ Ο Ρ Φ Ω Σ Η

Μεταμόρφωση εσύ,
άμυνας όπλο
και επίθεσης βάναυσο βέλος
της επιβίωσης των όντων
κανόνα απαράβατε

γητεύτρα χορών ερωτικών
της γης απαράλλαχτη σύντροφε
στων εποχών την περιδιάβαση,
σύζυγε των όντων
του νου ερωμένη,

στο ναό σου εδώ προσπέφτω,
στο κουκούλι μου μέσα υποκλίνομαι
τρέμοντας του ονόματός σου
την αυτοαναίρεση

(ανέκδοτο ποίημα)

 

Α Ν Α Ζ Η Τ Η Σ Η

Ραβδοσκόπος τρελός
ο ποιητής
ώρες πολλές μού μιλούσε
για την εικόνα μιας γυναίκας
που αιώνες αναζητούσε
στα υποδόρια περάσματα.
Ώρες πολλές
δίπλα του
κοιτούσα
μια μορφή κρυμμένη στη σκιά του
απέναντί μου στο τραπέζι
να σκουπίζει τη σάλτσα απ’τα ρούχα του
και να τού κόβει το ψάρι
να τού δίνει τα χάπια του
και το πιρούνι.

Εκείνος ατέρμονα επιθεωρούσε
τα νεφελώματα
αιώνες τώρα, λέει,
για να ορίσει
την ιδανική γυναίκα,
σκεπάζοντας με τη σκιά του
τη γυναίκα του.

 

Μ Ο Ν Ο   Δ Ε Δ Ο Μ Ε Ν Α

Είμαι σάρκα από τη σάρκα σου,
μέλι από την κυψέλη σου,
Είμαι αίμα από τις φλέβες σου
από τα μάτια σου νερό
Κι όμως,
σάρκα από τη σάρκα μου
δεν κλείνει τις πληγές σου
το μέλι μου κυψέλη δε σού στήνει
το αίμα μου τρέμει
να σπάσει τη φλέβα
να ξεχυθεί
να καθαρίσει το δικό σου
και τα δάκρυά μου
τα μάτια σου θα καίνε.

 

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

Από τη συλλογή Ψάχνω Στιγμές, Εκδόσεις Στεφανίδη, Αθήνα  2009

 

[Η Α. Α. είναι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία". Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες  Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο.]

 

 

 

 


Σπύρος Ηλιόπουλος : Οι Έρωτες του Καρκινοπαθή

 


 

 

 

Frank Dicksee : La Belle Dame…

(Λεπτομέρεια)


Α Τ Ι Τ Λ Ο

Η μοναξιά ενός ανθρώπου
O ουρανός με τ’ άστρα

 

Α Τ Ι Τ Λ Ο

Δεν γράφω ποιήματα
Προτιμώ να κοιτώ τα σύννεφα

Να ένα πουλί
Ένας ελέφαντας
Ένας δράκος

Στο τέλος του δρόμου είναι το φεγγάρι
Κρίμα που η γη είναι στρογγυλή
Κρίμα που η ώρα είναι περασμένη

{1977}

 

Τ Ο   Χ Ρ Ο Ν Ι Κ Ο   Τ Ω Ν   Α Ν Υ Π Ο Ψ Ι Α Σ Τ Ω Ν

Κάθε πρωί ξεχύνονταν στις σάπιες φλέβες της πόλεως  και κάθε βράδυ ανάσταιναν το κουφάρι των ονείρων τους. Και καθώς αυτό συνέβαινε πάρα πολλά  χρόνια τώρα, οι κάτοικοι είχαν φθάσει σε σημείο να πιστέψουν πως αυτή η κατάσταση δεν θα άλλαζε ποτέ, πως ήταν τάχα θέλημα Θεού να μείνουν τα πράγματα ως είχαν, αιωνίως.  Είναι αλήθεια ότι κάποιες εκπλήξεις (θάνατοι ξαφνικοί και «αναίτιοι») υπήρχαν. Κι ένα πρωί, ο ουρανός  σκοτείνιασε δίχως φανερή αιτία και τα πουλιά έσκιζαν το μισοσκόταδο, τρομοκρατώντας μέχρι ακαριαίας αφοδεύσεως κάποιες ανυποψίαστες κυρίες που είχαν βγει για ψώνια. Και άλλα, άκρως εντυπωσιακά, που οι Αρχές  επέμεναν  (ανεξηγήτως;) να τα αγνοούν: Φερ’ ειπείν, το είδαν εκατοντάδες ζευγάρια μάτια ανυποψίαστων περαστικών, ότι ο φανοποιός έβγαλε ξάφνου λαμπρά λευκά φτερά και, υπομειδιών, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Αλλά και τί να πει κανείς; Την επομένη πάλι στην θέση του ευρίσκετο, ανήξερος. Και άλλα και άλλα. Όπως όταν ένα  κατάμαυρο ιστιοφόρο   προσάραξε σε κάποιο κανάλι της πόλεως.  Διεπιστώθη πως μέσα στο πλεούμενο  δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Τα συμβάντα (;) όμως αυτά, άρχισαν να δημιουργούν στην πλειονότητα των ανυποψίαστων φοβερές υποψίες. Οι φήμες για επερχόμενη πανώλη οργίαζαν. Δεν είναι γνωστό  τί ακριβώς συνέβη. Πάντως, πολλά πρόβατα, ερίφια  και άλλα ζωντανά  βόλταραν ελεύθερα στις πλατείες, ενώ κάποιοι δημόσιοι χώροι μετετράπησαν σε χοροδιδασκαλεία. Και συχνά έβλεπες τους ανθρώπους, στεφανωμένους  με πλαστικά  άνθη,  να τραγουδούν και να χορεύουν εν μέση οδώ. Μέχρι που ένα βράδυ βροχερό, ο Δήμαρχος  βγήκε στους δρόμους  και άρχισε να φωνάζει με βραχνή φωνή: «Ω, αδελφοί, πλησιάζει ο θάνατος. Ας επινοήσομε την ζωή». Την άλλη μέρα, εθεάθη στην κεντρική πλατεία, να συντρώγει μετά των οικείων του, ενώ οι ποντικοί  είχαν κατακλύσει τα πάντα.

{1980}


 

Ο Ι  Ε Ρ Ω Τ Ε Σ  Τ Ο Υ  Κ Α Ρ Κ Ι Ν Ο Π Α Θ Η

                    [του Σπύρου]

Fifteen apparitions have I seen;
The worst a coat upon a coat-hanger.

                             W. B. Yeats

Κάθε βραδιά θανάτου δοκιμή
κάθε τομογραφίας κουβούκλιο
στον Άδη κάθοδος μαρτυρική—
το σκιαγραφικό,
η καύση των νεκρών.

Γι’ αυτό  λοιπόν το αποφάσισα
μπροστά στη νύχτα που σιμώνει ολοταχώς
το θέμα του θανάτου να ερευνήσω:
Απ’ τον Επίκουρο  μέχρι τους Γνωστικούς
μα και στους μύστες τους Aνατολικούς,
στους Κέλτες, τους Αλχημιστές και άλλους∙
και με μεγίστη προσοχή
τον γέροντα Πορφύριο μελέτησα
(που μύρια όσα του οφείλω )
το μέγα το μυστήριο μήπως λύσω.
Όλα σοφά μα —τι να πω;—
απάντηση για μένα πειστική δεν πήρα.

Έτσι κι  εγώ, τρεμάμενη σιαγών,
—τ’ ομολογώ δίχως ντροπή—
αφού έτσι τ’ όρισεν η μαύρη μοίρα
κάθε φορά ματιές
και υποσχέσεις ανταλλάσσω
και όρκους  αιωνίου έρωτος,
με τις  κυρίες τις πονετικές
μες στη λευκή στολή:
«Θα σ΄ αγαπώ καλή μου και θα σ’ αγαπώ
ώσπου η Αφρική στην Κίνα να βρεθεί
ο  έρωτας δεν έχει τελειωμό…»

{2011}

 

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

 

 

{Το χρονικό των Ανυποψίαστων}


Werner Herzog : Nosferatu (1979)

Boat arrival scene

Danse  scene


Αντώνης Κρητικός : αεράκι και ψιθύρους λαλούν

 


Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας:

Μυθολογικό (Λεπτομέρεια),1972

 

 

 

Ε κ δ ρ ο μ ή   σ τ ο   Α μ φ ι α ρ ά ε ι ο ν

Πάρε  τη  θέση  σου  σε  μια  χαμένη  κερκίδα. Συγκεντρώσου. Δεν θα σε ενοχλήσει κανείς.  Μια ωραία μέρα σαν κι αυτή, η φύση

παιχνιδίζει με τον ήλιο στα φυλλώματα,

τις σκιές των δέντρων να κρύβουν καλά τις ομορφιές του δάσους.  Κατά κύματα, μια συμπυκνωμένη παρουσία επιδρά ολόγυρα

στις πέτρες και τη γη, καλολαξευμένοι λίθοι κάποτε, του οράματος στερέωμα του τόπου, φθαρτά όλα έξω από τα δέντρα,

αναγεννώνται αυτά μόνο,

στοργικοί σύντροφοι στον αιώνα, επιβλέπουν προς τη σκηνή, αποσπάσματα διασκορπισμένα, ήχους, ενέργειες, δονήσεις,

βλέμματα, συνέργειες,

στη γη όλα ποτισμένα, θρέφουν την αναμονή, κόσμε προσμένουν σε, ένας χορός αγριολούλουδων και πουλιών μελίρρυτος,

φρουροί της εγκατάλειψης, προετοιμάσου να

 τον δεις να ξεμυτίζει,

κάτι που φέρουν ολόχρωμο, στάλες, χνόες, αχτίδες, αχούς, κόβουν τον αέρα, αεράκι και ψιθύρους λαλούν, αχρίουν, ρίζες ώς τον

ουρανό, ζεστή σκηνή, πρόθυμη, στο πάθος, αγκάλη δάεια, επίθυμη   Ω  δένδρεον!  ~ πουλί,

δε φοβάσαι τώρα εδώ, μάρτυρες της προσμονής, κοινόν του τόπου,  ί α μ α .

 

 

 


Η   Ζ ω ή   τ η ς   Κ ο ι μ ή σ ε ω ς

Μαύρο  λινό  σώμα

Ο λυγμός της πομπής έσπρωχνε στο μέρος
το πράσινο και υγρό  σ’ ελιές ανάμεσα  τόσο που χτύπαγε την κάσα  απ’ τα ριζά

Βάρος που ανεβαίνει ασημοκόπο καρπούς γεμισμένο
Ασημοειδή πρόσωπα διασταυρωμένα χλωρές ελλείψεις
Ανεξίτηλα της ύλης : φυλλοροούσα αχνό σχέδιο

Ό,τι κινιέται  είναι  αχός
Μαζί
Η φύση οργάζετο   μαζί οι φίλοι μου
αναστημένοι  Υμνωδία  αγκαλιά Σου

Σπιθηρόμωβο σύννεφο ξεχώρισε
Σαν φύλλο να καλύψει από    να δείξει
Ήλιο και Βροχή

Με ορμή ουράνιας στιγμής κύκλωσε    εννοώντας τη σπείρα

Ανάπαυση

Ένα χάσμα   πέρα για πέρα μια σκαφτιά όλο κι όλο

Ώς τα πολύ βαθιά γαλάζια

                                                                                              

                                                                 

  Ά ρ ν η σ ι ς

Δεν θα στολίσω με λέξεις την αγάπη

Ίνα, αδόκητα, εδώ και μέρες

με την πρώτη αυγή στα μάτια

κι απομεσήμερα μοναχικά

και κάθε νύχτα

πριν την πρώτη σιγή στο κρεβάτι

καταφάσκω

 

 

 

 

Α ν τ ώ ν η ς  Κ ρ η τ ι κ ό ς

 

. . . . . . . .

Ο Αντώνης Κρητικός γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη το 1980 και μεγάλωσε στην Αθήνα.

Σπουδάζει μουσική – ευρωπαϊκή και βυζαντινή, ενώ ολοκληρώνει τα διπλώματα Κιθάρας και Σύνθεσης. Παράλληλα, παρακολουθεί μαθήματα  συγγραφικής  με την αρωγή της ποιήτριας Ματίνας Μόσχοβη.

Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό  Νησίδες  της Ρόδου – τεύχος 3.

 

 

 



Λίζα Διονυσιάδου : Τελετές κοιμητηρίου

 

 

Η   Λ ί ζ α   Δ ι ο ν υ σ ι ά δ ο υ   γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα.  Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Μόσχα. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικά βιβλία της, τα  Εν λευκώ  και  Προς τα έξω (Οδός Πανός, 2001) και τρία πεζά: Ο Καθρέφτης,  Το τι του Τίποτα (Ροές, 2003, 2009),  Από μια σταγόνα γάλα (Publibook, 2011).

 

 

 

Paul Delvaux: The village of the mermaids (1942)

 

 

Τ ε λ ε τ έ ς   κ ο ι μ η τ η ρ ί ο υ

Στο κοιμητήριο των αισθημάτων,
καθημερινά,
ακούραστοι νεκροθάφτες
καταχωνιάζουν στα βάθη του μυαλού,
συγκινήσεις.
τις πλακώνουν ύστερα,
με ανούσια,
καθημερινά περιστατικά.
Ήσυχα.
Στιγμές, στιγμές, θορυβούν οι κοινοτοπίες
με λάδια, λουμίνια, λουλούδια, καντήλια.
Μαυροφορεμένοι συγγενείς,
αντιγραφείς καθημερινών συμβάντων,
συνομιλούν, παρηγοριούνται.
Δοκιμάζουν κόλλυβα,
ασκούνται στην τέχνη της μνήμης.

(Από τη συλλογή Προς τα έξω)

 

 

Έ κ λ ε ι ψ η   η λ ί ο υ

Σε κείνο τον τόπο, όταν σκοτείνιαζε, πίστευαν πως το φώς, κάνει πως κρύβεται,

μόνο και μόνο για να παίξει μαζί τους. Η συσκότιση, ήταν η διασκέδασή τους.
Είχαν όλοι συνηθίσει την εμφάνιση του ήλιου, σαν περιστασιακό συμβάν.

Αυτός, ήταν ο κύριος λόγος, που κανείς δεν αισθάνθηκε την ολική έκλειψη.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

 

Σ η μ ε ί ω σ η  σ τ ο   μ ά θ η μ α  τ η ς  Ι σ τ ο ρ ί α ς

Στον αιώνα μου,
σημειώθηκαν αλλαγές στον άξονα του κόσμου.
η μετατόπιση της γης
προς τη μεριά της κόλασης,
άλλαξε την τιμή της απόστασης
μεταξύ ουρανού και γης.
Τον θάνατο τότε τον ξόρκιζαν
με μικρούς,  μαλακούς,
θανάτους
καθημερινούς !
περίεργα αντικείμενα,
στοιβαγμένα σε δωμάτια,
εμπόδιζαν το πέρασμα του ονείρου !

υπερβολική προσπάθεια αφαίρεσης,
οδηγούσε τους ενοίκους,
σε θαλάμους  λευκούς,
με νούμερα.
Μερικούς  αιώνες πριν,
είχαν ανθίσει :
ο πολιτισμός, η δύναμη, οι τέχνες !

στην δική μου εποχή,
τα ευρήματα,
αλλοιωμένα από χημεία ευτυχίας
δυσκόλευαν την εκτίμηση των αρχαιολόγων.
Το κεφάλαιο της ιστορίας,
σημειωμένο με σταυρουδάκι από μαθητή του μέλλοντος
ήταν σύντομο.

(Έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ)

 

 

Λ   ί   ζ   α     Δ   ι   ο   ν   υ   σ   ι   ά   δ   ο   υ 

 

 

 

. . . . . . . .

Πηγή για Delvaux (Μermaids):

http://www.english.emory.edu/classes/Paintings&Poems.original/mermaids.html   

   


Βασίλης Κομπορόζος : Didgeridoo

 

 

Ο Βασίλης Μιχ. Κομπορόζος  γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1974. Είναι καθηγητής της  Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφραστής, Πτυχιούχος του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Αθηνών, με Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη “Μετάφραση-Μεταφρασεολογία”.

Οι δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν ποιητικές συλλογές (Από το Συναξάρι των Ονείρων, 2003,  Αϋπνίες Ονείρων, εκδ. Γαβριηλίδης 2004, Ο Κιθαρωδός και τα Σκουπίδια, εκδ. Ίβυκος 2007), καθώς και συνεργασίες  σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες ποίησης.

Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Κυπριακή ποίηση και πεζογραφία από τα Ελληνικά  στα Αγγλικά και έχει συγγράψει  δοκίμια, χιουμοριστικά έμμετρα παραμύθια  και θεατρικά  έργα με παράλληλο ανέβασμά τους σε μαθητικές θεατρικές παραστάσεις.

Ασχολείται επίσης με τη  μετάφραση κειμένων Middle English  (Αγγλικά του 14-15ου αιώνα) και τη μελέτη της  Λατινικής Γλώσσας.

 

 

Τέχνη των Αβοριγίνων της Αυστραλίας

 

D I D G E R I D O O*

Didgeridoo
αρχέγονες ακούστηκαν οι νότες
σα φως αρχέγονο και χαρά βρέφους
didgeridoo παλμός πρωτόλειος
στην ανόθευτη πεδιάδα

didgeridoo θλιμμένα αντιλάλησε
στο σκοτεινό λειμώνα των ευκαλύπτων
μέτρα του παρελθόντος απώτερα
πριν η ιστορία μάθει τη γραφή

και καβάλα στην πλάτη της χρόνο χρόνο
αιώνες διαβαίνει χιλιετίες υπερβαίνει
αφτιασίδωτο αέρα ν’ αγκαλιάσει

didgeridoo ξέθαψε κραυγή και ρίγος
την ιστορία ντύνοντας παράπονο
didgeridoo γονάτισε μπροστά της
απόκρυφα κι απόκοσμα για να μάθει

didgeridoo μια νύχτα κι ένας μουσικός
φθόγγοι σκοτεινοί σα ζούγκλα
και λέξεις σαν τις τρύπες των τερμιτών
στο ακατέργαστο ξύλο

didgeridoo τοιχογραφίες θρύλων
και λανθάνοντα αισθήματα
πέντε αισθήσεις στην αρχική πνοή τους
έξι ήπειροι στα γεννοφάσκια τους
σαν μουσική στο σάστισμα και τη μέθη
των πρώτων σίγουρων βημάτων της
τότε που λίγα ξύλα και μια φωτιά
σκορπούσαν απλόχερα την ευτυχία
τότε που οι άνθρωποι
διάφανες είχαν μνήμες της χώρας
του Γιχών του Φισών του Τίγρη του Ευφράτη
κι επέλεξαν ολότελα να τις διαγράψουν

didgeridoo απόδραση σ’ άλλο παρόν
εκεί που ο καθένας ακούει
τη δικιά του σιωπηλή κι έναστρη μουσική.

. . . . . . . . . . . .

(*) Πανάρχαιο μουσικό όργανο των Αβοριγίνων της Αυστραλίας, το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Κανονικά «ετοιμάζεται» από την ίδια τη φύση: Πρόκειται για ένα μακρόστενο κλαδί ευκαλύπτου στο οποίο έχουν ανοιχθεί τρύπες από τους τερμίτες, Έπειτα οι Αβορίγινες ζωγραφίζουν πάνω του διάφορες παραστάσεις.

 

 

Ε Χ Α Σ Α   Μ Ι Α   Λ Ε Ξ Η

Κάπου μού  ‘πεσε
και δεν μπορώ να τη βρω.
Τέσσερεις συλλαβές θαρρώ
ένα φυτώριο στίχων
σπάργανο ποιήματος.

Έχασα την έμπνευση.
Και να πεις πως ήταν μεγάλη!
Μια λέξη μόνο
τόση όση χρειάζεται
για να ενηλικιωθεί ένα ποίημα
στους λειμώνες του χαρτιού.

Έχασα αποκλίνουσες στιγμές
απ’ το εκκρεμές του μυστικού μου χρόνου
και ίσιο δρόμο από τις λοξοδρομίες
του μυαλού.

Έχασα λίγα γράμματα
την αύρα που τα κάνει λέξη
και το χρώμα που παίρνουν
σαν αποθηκεύονται στο μυαλό.

Έχασα μια φωνή
απ’ τα κιτάπια του αίματός μου
μια ενέργεια μια έγκλιση
το υποκείμενο και τ’ αντικείμενό της.

Ίσως να είναι παιχνιδιάρα
να μου κάνει φάρσα.
Ίσως πάλι να μου ετοιμάζει
κανένα επίγραμμα

«ο μεγάλος ποιητής
που νόμισε πως βρήκε τη λέξη».

 

Π Ο Ι Η Σ Η

Απομονωμένη λέξη
γυμνή
καυτές χαίνουσες πληγές
αίμα ποτάμι
πάνω στα βράχια
της τόλμης
που τα κατασπαράζουν
με το φαρμάκι τους
οι Λερναίες Ύδρες
των κυμάτων
του κόσμου

και παραδίπλα
ένας δαυλός αναμμένος
που δεν τολμάνε
να ζυγώσουν.

 

 

Β  α  σ  ί  λ  η  ς    Κ  ο  μ  π  ο  ρ  ό  ζ  ο  ς

. . . . . . . . . . . .

«Ποίηση»: αδημοσίευτο

«Didgeridoo», «Έχασα μια λέξη»: Ο Κιθαρωδός και τα Σκουπίδια, Ίβυκος 2007, σελ. 19 και 23.

Πηγή για  Τέχνη των Αβοριγίνων της Αυστραλίας:

http://www.google.gr/imgres?q=australia+aboriginal+art&hl=el&client=firefox-a&hs=vfj&sa=X&rls=org.mozilla:el:official&biw=1280&bih=882&tbm=isch&tbnid=mv9mrmOY4j989M:&imgrefurl=http://blog.gmedical.com/Locums-for-a-Small-World/%3FTag%3DAboriginal%2520Art&docid=lg6cxsw01r8RQM&w=400&h=247&ei=UBZeTuvTHsbE4gTv-JEQ&zoom=1&iact=hc&vpx=327&vpy=495&dur=231&hovh=176&hovw=286&tx=114&ty=64&page=11&tbnh=149&tbnw=242&start=219&ndsp=23&ved=1t:429,r:19,s:219

 

 


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 69 other followers