Just another WordPress.com site

ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Κάρολος Κρο : Για να οργίζονται οι σπουδαίοι, να γελάνε τα παιδιά

.


.

Le Hareng Saur

Il était un grand mur blanc – nu, nu, nu,
Contre le mur une échelle – haute, haute, haute,
Et, par terre, un hareng saur – sec, sec, sec.

Il vient, tenant dans ses mains – sales, sales, sales,
Un marteau lourd, un grand clou – pointu, pointu, pointu,
Un peloton de ficelle – gros, gros, gros.

Alors il monte à l’échelle – haute, haute, haute,
Et plante le clou pointu – toc, toc, toc,
Tout en haut du grand mur blanc – nu, nu, nu.

Il laisse aller le marteau – qui tombe, qui tombe, qui tombe,
Attache au clou la ficelle – longue, longue, longue,
Et, au bout, le hareng saur – sec, sec, sec.

Il redescend de l’échelle – haute, haute, haute,
L’emporte avec le marteau – lourd, lourd, lourd,
Et puis, il s’en va ailleurs – loin, loin, loin.

Et, depuis, le hareng saur – sec, sec, sec,
Au bout de cette ficelle – longue, longue, longue,
Très lentement se balance – toujours, toujours, toujours.

J’ai composé cette histoire – simple, simple, simple,
Pour mettre en fureur les gens – graves, graves, graves,
Et amuser les enfants – petits, petits, petits.

C h a r l e s   C r o s  ( 1842 – 1888)

http://clpav.fr/poemes-audio/plume-hareng.htm

.

Η παστή ρέγγα

Ήταν ένας άσπρος τοίχος — γυμνός, γυμνός, γυμνός.
Μια ανεμόσκαλα στον τοίχο — αψηλή, ψηλή, ψηλή.
Καταγής μια παστή ρέγγα — ξερή, ξερή, ξερή.

Έρχεται∙ Κρατά στα χέρια —τα λερά, λερά, λερά
Βαρύ σφυρί, μέγα καρφί —μυτερό, τερό, τερό
Και μια κουβαρίστρα σπάγκο —χοντρή, χοντρή, χοντρή.

Ανεβαίνει ευτύς τη σκάλα — την ψηλή, ψηλή, ψηλή
Και καρφώνει το καρφί — ντουκ, ντουκ, ντουκ
Αψηλά στον άσπρο τοίχο — το γυμνό, γυμνό, γυμνό.

Τότε αφήνει στο σφυρί — που πέφτει, πέφτει, πέφτει,
Δένει στο καρφί το σπάγκο — τον μακρύ, μακρύ, μακρύ
Και στην άκρη του τη ρέγγα — την ξερή, ξερή, ξερή.

Κατεβαίνει από τη σκάλα —την ψηλή, ψηλή, ψηλή,
παίρνει αυτή και το σφυρί — το βαρύ, βαρύ, βαρύ
και πάει γυρεύοντας αλλού — πέρα, πέρα, πέρα.

Κι παστή ρέγγα από τότε — ξερή, ξερή, ξερή
Απ’ του σπάγκου αυτού το τέλος — του μακρού, μακρού, μακρού
Πάντα πολύ αργά κουνιέται — πάντα, πάντα, πάντα.

Σύνθεσα ένα τέτοιο μύθο — απλόν, απλόν, απλόν
Για να οργίζονται οι ανθρώποι — οι σπουδαίοι, σπουδαίοι, σπουδαίοι,
Να γελάνε τα παιδιά — τα μικρά, μικρά, μικρά.

Μετάφραση : Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 177-178.

.

The Smoked Herring

Once upon a time there was a big white wall — bare, bare, bare,
Against the wall there stood a ladder — high, high, high,
And on the ground a smoked herring — dry, dry, dry,

He comes, holding in his hands — dirty, dirty, dirty,
A heavy hammer and a big nail — sharp, sharp, sharp,
A ball of string — big, big, big,

Then he climbs the ladder — high, high, high,
And drives the sharp nail — tock, tock, tock,
Way up on the big white wall — bare, bare, bare,

He drops the hammer — down, down, down,
To the nail he fastens a string — long, long, long,
And, at the end, the smoked herring — dry, dry, dry,

He comes down the ladder — high, high, high,
He picks up the hammer — heavy, heavy, heavy,
And goes off somewhere — far, far, far,

And ever afterwards the smoked herring — dry, dry, dry,
At the end of that string — long, long, long,
Very slowly sways — forever and ever and ever.

I made up this story — silly, silly, silly,
To infuriate the squares — solemn, solemn, solemn,
And to amuse the children — little, little, little.

— Μετάφραση : K  e n n e t h  R e x r o t h

http://www.bopsecrets.org/rexroth/translations/french.htm

.


.

.

.

.


Σαρλ Μπωντλαίρ : Μελαγχολία ~ Spleen (III)

Ζωγραφική : Boleslas Biegas

.

Spleen

Quand le ciel bas et lourd pèse comme un couvercle
Sur l’esprit gémissant en proie aux longs ennuis,
Et que de l’horizon embrassant tout le cercle
II nous verse un jour noir plus triste que les nuits;

.
Quand la terre est changée en un cachot humide,
Où l’Espérance, comme une chauve-souris,
S’en va battant les murs de son aile timide
Et se cognant la tête à des plafonds pourris;

.
Quand la pluie étalant ses immenses traînées
D’une vaste prison imite les barreaux,
Et qu’un peuple muet d’infâmes araignées
Vient tendre ses filets au fond de nos cerveaux,

.
Des cloches tout à coup sautent avec furie
Et lancent vers le ciel un affreux hurlement,
Ainsi que des esprits errants et sans patrie
Qui se mettent à geindre opiniâtrement.

.
— Et de longs corbillards, sans tambours ni musique,
Défilent lentement dans mon âme; l’Espoir,
Vaincu, pleure, et l’Angoisse atroce, despotique,
Sur mon crâne incliné plante son drapeau noir.

— C h a r l e s   B a u d e l a i r e

Πρωτότυπο από:
http://fleursdumal.org/poem/161

.

Spleen

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί

.
μ” όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν” έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,

.
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.

.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν” αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ” αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

— Μετάφραση: Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς

.

Spleen

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ” άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ” ανάκτορα του φθίνει.

Μα και τ” αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου•
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που “χει κρινένιαν άρμα
κ” οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.

Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν” αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.

—Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ η ς   Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

.

Spleen

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ” ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ” άλλα κατοικίδια

ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
ούτ” ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ” το μπαλκόνι
στ” αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπο του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα

τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελος του δεν μπορεί παρ” όλη τη σοφία
να βγάλει απ” το είναι του την χαλασμένη ουσία

κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ” τη Ρώμη
που στα στερνά του οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου άρρωστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του

— Μετάφραση : Ν ί κ ο ς   Φ ω κ ά ς

Οι  ελληνικές μεταφράσεις από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου:
http://www.sarantakos.com/language/par-spleen.html

.

Spleen

I’m like the King of some damp, rainy clime,
Grown impotent and old before my time,
Who scorns the bows and scrapings of his teachers
And bores himself with hounds and all such creatures.
Naught can amuse him, falcon, steed, or chase:
No, not the mortal plight of his whole race
Dying before his balcony. The tune,
Sung to this tyrant by his pet buffoon,
Irks him. His couch seems far more like a grave.
Even the girls, for whom all kings seem brave,
Can think no toilet up, nor shameless rig,
To draw a smirk from this funereal prig.
The sage who makes him gold, could never find
The baser element that rots his mind.
Even those blood-baths the old Romans knew
And later thugs have imitated too,
Can’t warm this skeleton to deeds of slaughter,
Whose only blood is Lethe’s cold, green water.

—Trans.  R o y   C a m p b e l l

.

When the Low, Heavy Sky

When the low, heavy sky weighs like the giant lid
Of a great pot upon the spirit crushed by care,
And from the whole horizon encircling us is shed
A day blacker than night, and thicker with despair;

.
When Earth becomes a dungeon, where the timid bat
Called Confidence, against the damp and slippery walls
Goes beating his blind wings, goes feebly bumping at
The rotted, moldy ceiling, and the plaster falls;

.
When, dark and dropping straight, the long lines of the rain
Like prison-bars outside the window cage us in;
And silently, about the caught and helpless brain,
We feel the spider walk, and test the web, and spin;

.
Then all the bells at once ring out in furious clang,
Bombarding heaven with howling, horrible to hear,
Like lost and wandering souls, that whine in shrill harangue
Their obstinate complaints to an unlistening ear.

.
— And a long line of hearses, with neither dirge nor drums,
Begins to cross my soul. Weeping, with steps that lag,
Hope walks in chains; and Anguish, after long wars, becomes
Tyrant at last, and plants on me his inky flag.

.
— Trans. E d n a   S t.  V i n c e n t   M i l l a y

Οι αγγλικές μεταφράσεις από:
http://fleursdumal.org/poem/161


Σαρλ Μπωντλαίρ : Enivrez-vous … Μεθύστε … Get Drunk … Ubriacatevi …

.

Ο Baudelaire σε φωτογραφία Nadar

.

.

Enivrez-vous

.

Il faut être toujours ivre. Tout est là: c’est l’unique question. Pour ne pas sentir l’horrible fardeau du Temps qui brise vos épaules et vous penche vers la terre, il faut vous enivrer sans trêve.

.

Mais de quoi? De vin, de poésie ou de vertu, à votre guise. Mais enivrez-vous.

.

Et si quelquefois, sur les marches d’un palais, sur l’herbe verte d’un fossé, dans la solitude morne de votre chambre, vous vous réveillez, l’ivresse déjà diminuée ou disparue, demandez au vent, à la vague, à l’étoile, à l’oiseau, à l’horloge, à tout ce qui fuit, à tout ce qui gémit, à tout ce qui roule, à tout ce qui chante, à tout ce qui parle, demandez quelle heure il est et le vent, la vague, l’étoile, l’oiseau, l’horloge, vous répondront: «Il est l’heure de s’enivrer! Pour n’être pas les esclaves martyrisés du Temps, enivrez-vous; enivrez-vous sans cesse! De vin, de poésie ou de vertu, à votre guise.»

.

C h a r l e s   B a u d e l a i r e  (1821-1867)

.

.

Μεθύστε

.

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.

.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

.

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

.

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

.

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

.
Από:http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htm#SPLEEN

.

.

Μεθύστε

.

Πρέπει να είσαστε συνέχεια μεθυσμένοι. Όλα είναι εκεί : αυτό είναι το μοναδικό θέμα . Για να μην αισθάνεσθε το φριχτό βάρος του Χρόνου που συντρίβει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς σταματημό.
Αλλά με τι ; Με κρασί , με ποίηση ή με αρετή , με ό,τι σας κάνει κέφι. Όμως μεθύστε.
Και αν καμιά φορά στα σκαλοπάτια ενός μεγάλου παλατιού, πάνω στο πράσινο χορτάρι μιας τάφρου, μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά του δωματίου σας, ξυπνήσετε και το μεθύσι έχει ήδη εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το άστρο, το πουλί ,το ρολόι, όλα αυτά που φεύγουν, όλα αυτά που βογκούν, όλα αυτά που κυλούν, όλα αυτά που τραγουδούν, όλα αυτά που μιλούν, ρωτήστε τι ώρα είναι …και ο άνεμος, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: –είναι η ώρα για να μεθύσετε ! Για να μην είστε πια οι σκλάβοι οι μαρτυρικοί του Χρόνου, μεθύστε… μεθύστε χωρίς σταματημό ! Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, με ό,τι σας κάνει κέφι.

.

Μετάφραση : Κ ώ σ τ  α ς   Ρ ι τ σ ώ ν η ς
Από : http://www.poiein.gr/archives/14145/index.html

.

Οι Toulouse-Lautrec και Lucien Metivet τα πίνουν, γύρω στα 1885

.
Be Drunk

.

You have to be always drunk. That’s all there is to it—it’s the only way. So as not to feel the horrible burden of time that breaks your back and bends you to the earth, you have to be continually drunk.

.

But on what? Wine, poetry or virtue, as you wish. But be drunk.

.

And if sometimes, on the steps of a palace or the green grass of a ditch, in the mournful solitude of your room, you wake again, drunkenness already diminishing or gone, ask the wind, the wave, the star, the bird, the clock, everything that is flying, everything that is groaning, everything that is rolling, everything that is singing, everything that is speaking. . .ask what time it is and wind, wave, star, bird, clock will answer you: «It is time to be drunk! So as not to be the martyred slaves of time, be drunk, be continually drunk! On wine, on poetry or on virtue as you wish.»

.

Μετάφραση : L o u i s  S i m p s o n
Από: http://tando.blogspot.com/2008/11/baudelaires-enivrez-vous-or-be-drunk.html

.

.

Get Drunk

.
Always be drunk.
That’s it!
The great imperative!
In order not to feel
Time’s horrid fardel
bruise your shoulders,
grinding you into the earth,
get drunk and stay that way.
On what?
On wine, poetry, virtue, whatever.
But get drunk.
And if you sometimes happen to wake up
on the porches of a palace,
in the green grass of a ditch,
in the dismal loneliness
of your own room,
your drunkenness gone or disappearing,
ask the wind,
the wave,
the star,
the bird,
the clock,
ask everything that flees,
everything that groans
or rolls
or sings,
everything that speaks,
ask what time it is;
and the wind,
the wave,
the star,
the bird,
the clock
will answer you:
«Time to get drunk!
Don’t be martyred slaves of Time,
Get drunk!
Stay drunk!
On wine, virtue, poetry, whatever!»

.

Από : http://poetry.eserver.org/enivrez-vous.html

.

Ubriacatevi

.
Bisogna esser sempre ubriachi. Tutto sta in questo: è l’unico problema. Per non sentire l’orribile fardello del Tempo che rompe le vostre spalle e vi inclina verso la terra, bisogna che vi ubriachiate senza tregua.

.
Ma di che? Di vino, di poesia o di virtù, a piacer vostro, ma ubriacatevi.

.
E se qualche volta, sui gradini d’un palazzo, sull’erba verde d’un fossato, nella mesta solitudine della vostra camera vi risvegliate con l’ubriachezza già diminuita o scomparsa, domandate al vento, all’onda, alla stella, all’uccello, all’orologio, a tutto ciò che fugge, a tutto ciò che geme, a tutto ciò che ruota, a tutto ciò che canta, a tutto ciò che parla, domandate che ora è; e il vento, l’onda, la stella, l’uccello, l’orologio, vi risponderanno: «È l’ora di ubriacarsi! Per non esser gli schiavi martirizzati del Tempo, ubriacatevi; ubriacatevi senza smettere! Di vino, di poesia o di virtù, a piacer vostro.»

.
Από : http://www.poesieracconti.it/poesie/a/charles-baudelaire/enivrez-vous-ubriacatevi

.

.

Dean Stockwell recites Baudelaire

to Ralph Richardson in «Long Day’s Journey Into Night» (1962)

.

.


Σαρλ Μπωντλαίρ : Τι έχεις, Μούσα μου φτωχή…;

.

.

.

Henry Fuseli : Ezzelin and Meduna, 1779

.

.
La Muse malade

.
Ma pauvre muse, hélas! qu’as-tu donc ce matin?
Tes yeux creux sont peuplés de visions nocturnes,
Et je vois tour à tour réfléchis sur ton teint
La folie et l’horreur, froides et taciturnes.

.
Le succube verdâtre et le rose lutin
T’ont-ils versé la peur et l’amour de leurs urnes?
Le cauchemar, d’un poing despotique et mutin
T’a-t-il noyée au fond d’un fabuleux Minturnes?

.
Je voudrais qu’exhalant l’odeur de la santé
Ton sein de pensers forts fût toujours fréquenté,
Et que ton sang chrétien coulât à flots rythmiques,

.
Comme les sons nombreux des syllabes antiques,
Où règnent tour à tour le père des chansons,
Phoebus, et le grand Pan, le seigneur des moissons.

.
— C h a r l e s   B a u d e l a i r e

.


Henry Fuseli : The Nightmare, 1781

.

.

Η άρρωστη  Μούσα

.
Τι έχεις, Μούσα μου φτωχή, σήμερα δε μου λες;
Φάσματα νύχτια τ’ αμαυρά τα μάτια σου κοιτάνε,
και βλέπω από την όψη σου μια-μια ν’ αντιπερνάνε
τρέλα και φρίκη, σκοτεινές, κρύες και σιωπηλές.
.
Τάχα το ρόδινο στοιχειό κ’ οι πρασινοξωθιές,
το φόβο και τον έρωτα στα στήθια σου σκορπάνε;
Τάχα ο βραχνάς με τη σκληρή, βαρειά γροθιά του νά ’ναι
που σ’ έπνιξε σε μυστικές βαθιά βαλτονεριές;
.
Θε νά ’θελα, ξεχύνοντας υγείας ευωδιά,
αιώνια σκέψεις δυνατές τα στήθια σου να κλείνουν,
και το αίμα σου, χριστιανικό, νά ’τρεχε ρυθμικά,
.
σαν ήχος πλούσιος συλλαβών αρχαίων που τις λαμπρύνουν
βασιλικά με τη σειρά, του τραγουδιού ο αφέντης
ο Φοίβος, κι ο μεγάλος Παν, των τρύγων ο λεβέντης.

.

—-Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ η ς   Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

Σαρλ  Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα, χ.χ., σελ. 37.

Από : http://alonakitispoiisis.blogspot.com/2011/11/blog-post_5176.html

.

.


Henry Fuseli : The Nightmare, 1802

.

.

The Sick Muse

.
Alas, poor Muse, what ails you so today?
Your hollow eyes with midnight visions burn,
And turn about, in your complexion play
Madness and horror, cold and taciturn.

.
Green succubus and rosy imp — have they
Poured you both fear and love into one glass?
Or with his tyrant fist the nightmare, say,
Submerged you in some fabulous morass?

.
I wish that, breathing health, your breast might nourish
Ever robuster thoughts therein to flourish:
And that your Christian blood, in rhythmic flow,

.
With those old polysyllables would chime,
Where, turn about, reigned Phoebus, sire of rhyme,
And Pan, the lord of harvests long ago.

.
— R o y   C a m p b e l l , Poems of Baudelaire, New York: Pantheon Books, 1952

Από : http://fleursdumal.org/poem/106

.

.

Ο Μισέλ Πικολί διαβάζει : «La Muse malade»

.

.


Σαρλ Μπωντλαίρ : Ωραία σαν πέτρινο όνειρο

.

Charles Baudelaire (1821-1867)

.

La Beauté

Je suis belle, ô mortels! comme un rêve de pierre,
Et mon sein, où chacun s’est meurtri tour à tour,
Est fait pour inspirer au poète un amour
Eternel et muet ainsi que la matière.

Je trône dans l’azur comme un sphinx incompris;
J’unis un coeur de neige à la blancheur des cygnes;
Je hais le mouvement qui déplace les lignes,
Et jamais je ne pleure et jamais je ne ris.

Les poètes, devant mes grandes attitudes,
Que j’ai l’air d’emprunter aux plus fiers monuments,
Consumeront leurs jours en d’austères études;

Car j’ai, pour fasciner ces dociles amants,
De purs miroirs qui font toutes choses plus belles:
Mes yeux, mes larges yeux aux clartés éternelles!

.

— C h a r l e s  B a u d e l a i r e

.


Alma Mahler (1879-1964)

.

.

Η ομορφιά

.

Ωραία σαν πέτρινο όνειρο είμαι, θνητοί μου φίλοι!

Τα στήθια μου, που τις καρδιές πληγώνουν και τις καίουν,

πανέμορφα πλαστήκανε, στον ποιητή να εμπνέουν

κάποιαν αγάπη σιωπηλή κι αιώνια σαν την ύλη.

.

Σαν σφίγγα ακατανόητη στους ουρανούς καθίζω,

λευκή σαν κύκνος, με καρδιά από χιόνι καμωμένη.

Εχθρεύομαι την κίνηση που τη γραμμή ασκημαίνει

κι ούτε γελάω εγώ ποτέ ούτε ποτέ δακρύζω.

.

Οι ποιητές, τις φανταχτερές πόζες μου σαν κοιτάνε,

που λες των πιο περήφανων μνημείων τη χάρη κλέβουν,

μέρα και νύχτα τρώγονται για να τις μελετάνε

.

γιατί τους εραστές μου αυτούς κάνω και τους μαγεύουν

κάτι καθρέφτες διάφανοι, που όλα πιο ωραία τα δείχνουν:

τα μάτια, τα θεία μάτια μου, που φέγγη αιώνια ρίχνουν!

.

-—Μετάφραση:  Γ.  Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

Σαρλ Μπωντλαίρ,  Τα Άνθη του Κακού [Les Fleurs du Mal, 1861], Αθήνα,  εκδόσεις «γράμματα».

Πηγή για τη μετάφραση : http://duende-bite.blogspot.com/2011/02/charles-baudelaire-les-fleurs-du-mal.html

.


Σαρλ Μπωντλαίρ : Οι ρηγάδες τ’ ουρανού

Το εμβληματικό άλμπατρος, «το πιο θρυλικό απ’ όλα τα πουλιά», πρωτοεμφανίστηκε στην ποίηση στο πολύ σημαντικό έργο του Samuel Taylor Coleridge  The Rime of the Ancient Mariner  (1798). Το (αιχμαλωτισμένο) άλμπατρος είναι επίσης η κεντρική μεταφορά στο ποίημα του Charles Baudelaire L’Albatros (1861). Οι εικονογραφήσεις που παρουσιάζονται εδώ είναι από το έργο του Coleridge.

.

Charles  Baudelaire  (1821-1867)

.

L’Albatros

Souvent, pour s’amuser, les hommes d’équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l’azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d’eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu’il est comique et laid!
L’un agace son bec avec un brûle-gueule,
L’autre mime, en boitant, l’infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l’archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l’empêchent de marcher.

.

Gustav Doré : Plate 8 – I shot the Albatross

.

Άλμπατρος

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ” ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ” αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ” ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ” αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ” στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

Μτφρ. Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς   Μ π ά ρ α ς

.

Mervyn Peake : The Albatross is Shot

.

Τεράστιοι γλάροι

Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια•
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ” το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.

Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.

Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που “ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.

Όμοια μ” αυτούς τους πρίγκιπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει•
μα μέσ” στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ” τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.

Μτφρ. Ν ί κ ο ς   Φ ω κ ά ς

.

Gustav Doré : Plate 7 – The Albatross

.

Το άλμπατρος

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουνε τ΄ άλμπατρος – πουλιά της θάλασσας τρανά–
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ΄ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ΄ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ΄ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά που ΄ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πως είναι τώρα κωμικά κι άσχημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ΄ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πώς μοιάζει!
Δεν σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ΄ τα γιγάντια του φτερά σαν περπατά.

Μτφρ.  Γ.  Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

Mervyn Peake : The Mariner & the Dead Albatross

.

C h a r l e s  B a u d e l a i r e 

Οι μεταφράσεις προέρχονται από την  πολύτιμη σελίδα του Νίκου Σαραντάκου :

http://www.sarantakos.com/language/par-albatros

.

.

.


Guillaume Apollinaire : Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νερών

.

.

Giorgio de Chirico: Portrait premonitoire
de Guillaume Apollinaire
 


Δ Ε Ι Λ Ι Ν Ο

Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νερών
στο χορτάρι όπου η μέρα ξεψυχάει
η αρλεκίνα γυμνή βγαίνει και κοιτάει
το κορμί της στον καθρέφτη των νερών.

Παρεκεί ένας τσαρλατάνος βραδυνός
τα παιγνίδια που θα κάνουν διαφημίζει.
Ο άχρωμος απ’ άκρη σ’ άκρη ουρανός
άστρα σαν το γάλα ωχρά γεμίζει.

Ο χλομός ο αρλεκίνος μ’ ευθυμία
πρώτα πρώτα χαιρετάει τους θεατές
Μάγους που ’χουν έρθει απ’ τη Βοημία
μερικές νεράιδες και τους γητευτές.

Και κατόπιν ξεκρεμώντας έν’ αστέρι
με το τεντωμένο του το παίζει χέρι
ενώ κάποιος κρεμασμένος ρυθμικά
με τα πόδια του τα κύμβαλα χτυπά.

Τ΄ όμορφο παιδί η τυφλή κουνάει,
η ελαφίνα με τα ελάφια της περνάει.
Βλέπει ο νάνος με το βλέμμα του θολό
τον τρισμέγιστο αρλεκίνο πιο ψηλό.

.

Μετάφραση: Μ ή τ σ ο ς   Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ

Μήτσος Παπανικολάου, Μεταφράσεις, Αθήνα, Πρόσπερος, 1987, σελ. 10-11.

.

Pablo Picasso: Acrobat and Harlequin

 

 .

Σ Α Λ Τ Ι Μ Π Α Γ Κ Ο Ι

Ξεμακραίνει το μπουλούκι
Απ΄ του κάμπου τα περβόλια
Απ΄ τα γκρίζα πανδοχεία
Τ’ αλειτούργητα χωριά

Τα παιδιά πάνε μπροστά
Ξοπίσω σαλτιμπάγκοι αλλοπαρμένοι
Γνέφουν στα οπωροφόρα από μακριά
Κι εκείνα γέρνουνε καρτερικά

Σέρνουν μαζί τους σύνεργα κάθε λογής
Ταμπούρλα τσέρκια χρυσαφένια
Η αρκούδα κι η μαϊμού ζώα σοφά
Απ΄ τους περαστικούς πεντάρες ζητιανεύουν

.

Μετάφραση: Χ ρ ι σ τ ό φ ο ρ ο ς   Λ ι ο ν τ ά κ η ς

 .

 

Pablo Picasso: Family of Saltimbanques

.

 

Υ Π Ο   Τ Ο   Σ Ε Λ Η Ν Ο Φ Ω Σ

Μελίρρυτη εξορμά η σελήνη στων σαλών τα χείλη
Περβόλια και χωριά τηλώνονται όλα αιγλήεσσα ύλη
Τ’ αστέρια υποκρίνονται όμορφα πως είν’ μελίσσι
Και μέλι ολόφωτο τα τσάμπουρα έχει πλημμυρίσει
Πασίγλυκο είναι κι απ’ τον ουρανό χιμάει και θέλει
Του φεγγαριού η κάθε αχτίδα νά ’ν’ μι’ αχτίδα μέλι
Κρυμμένος νιώθω το γλυκό το κέντημα του πούρου
Κεντριού και τρέμω μην κεντρί είν’ της μέλισσας του Αρκτούρου
Που αχτίδες έρχεται ακουμπά στα χέρια μου εν προόδω
Το φεγγαρόμελο βουτώντας στου άνεμου το ρόδο

.

G u i l l a u m e   A p o l l i n a i r e (1880-1918)

Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

 

Από : http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/APOLLINAIRE

.

 

Henri Rousseau: The Muse Inspiring the Poet

 

M A R I E

Vous y dansiez petite fille
Y danserez-vous mère-grand
C’est la maclotte qui sautille
Toute les cloches sonneront
Quand donc reviendrez-vous Marie

Les masques sont silencieux
Et la musique est si lointaine
Qu’elle semble venir des cieux
Oui je veux vous aimer mais vous aimer à peine
Et mon mal est délicieux

Les brebis s’en vont dans la neige
Flocons de laine et ceux d’argent
Des soldats passent et que n’ai-je
Un cœur à moi ce coeur changeant
Changeant et puis encor que sais-je

Sais-je où s’en iront tes cheveux
Crépus comme mer qui moutonne
Sais-je où s’en iront tes cheveux
Et tes mains feuilles de l’automne
Que jonchent aussi nos aveux

Je passais au bord de la Seine
Un livre ancien sous le bras
Le fleuve est pareil à ma peine
Il s’écoule et ne tarit pas
Quand donc finira la semaine

.

.

Poème de Guillaume APPOLINAIRE

pour Marie LAURENCIN

et chanté par Léo FERRE

.

 

.

 


Louis Aragon : Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν


.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine

.

 


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ

.

Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν,
χέρια που ανέκαθεν αναπολώ
νά ’ρθουνε τη μοναξιά μου να σπάσουν,
δώσ’ τα μου νά ιδω έτσι κι εγώ καλό.

Άμα τα πιάνω στη φτενή μου αρπάγη
–δάχτυλα, σκιάξιμο, σάστισμα, φούρια–…
άμα τα πιάνω, όπως λυώνουν οι πάγοι
και το νερό βρίσκει κοίτη καινούργια,

νιώθεις τα ρεύματα που με διαρρέουν,
με κατακλύζουν και με καταχτούν,
που διατρυπούν τα πρανή των ορέων
και τί προδίδουν όσοι έτσι αταχτούν;…

Τί μαρτυράει εδώ η μύχια γλώσσα;
–ρήματα αλάλητα, αγριμιών ορμές,–
βουβά κι ανίδωτα και μύρια όσα
είδωλα μέσα σε μαύρο καθρέφτη… Μες

στην ανεκλάλητη πια ανατριχίλα
τί λεν τα δάχτυλα που έξαφνα πιάνουν
σφιχτά τη λεία τους; Τί λένε; Μίλα!
Σε μια στιγμή-αστραπή το αχανές χάνουν!…

Δώ’ μου τα χέρια σου, της καρδιάς μου εκμαγεία·
σιγάει ο κόσμος –σαν δεν είναι μόνα,
τα χέρια σου– να νιώσει τη μαγεία
του νυσταγμού η ψυχή μου εις τον αιώνα.

.

.

.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΥ

.

Στων ρυακιών το ρέμα κοντοστέκεται Τραγουδά τραγούδια
Τρεχοβολάει Τον ουρανό κοιτώντας κράζει δυνατά κραυγάζει
Τη φούστα έχει ανοιχτή προς τον παράδεισο
Σε γοητεύει σε γοητεύει δηλαδή απόλυτα
Πάνω από μικρά φλοισβίσματα κουνάει ένα κλαράκι
Το άσπρο χέρι της σιγά-σιγά το σέρνει στ’ άσπιλό της μέτωπο
Στα πόδια της ανάμεσα νυφίτσες πιλαλάνε
Και στο καπέλλο της πάει και θρονιάζεται όλο το γαλάζιο

.

L o u i s  A r a g o n  (1897 – 1982)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ARAGON

.

.

.

L E S   M A I N S   D”  E L S A

Δημιουργία  βίντεο : Γιώργος Κεντρωτής

 

.


Paul Éluard : Μ” έναν έρωτα στο στόμα

.

.

Φωτογραφία της δεκαετίας του 1920

.

 

 

[ Ν Α   Κ Ο Ι Μ Α Σ Α Ι ]

.

Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ” έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ” στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ” απ” τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

.

Μετάφραση: Ο δ υ σ σ έ α ς   Ε λ ύ τ η ς
Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Αθήνα, Ίκαρος, 1976, σελ. 72.

.

.

.

Η   Ε Κ Σ Τ Α Σ Η

.

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.

.

.

.

Μ Ε   Ε Σ Ε Ν Α

.

Κρατώ τον δρόμο σαν ποτήρι
Γεμάτο φως μαγευτικό
Γεμάτο λόγια ανάλαφρα
Αλλά και γέλια άνευ λόγου
Ο πι’ όμορφος της γης καρπός

Διαβάτες πλήρως ψάθινοι
Πουλιά γαλάζιας απουσίας
Στενό κορίτσι και χλωμό
Το τρώνε πάντα οι έγνοιες
Και πάντα μπρός μου βγαίνει να το

Μικρό κορίτσι που ’ν’ μικρό και αρχαίο
Μου δικαιώνει τα όνειρά μου
Ενδίδει και στους πόθους μου
Και μνήμες αφυπνίζει παιδικές
Στο κύμα το χρυσό του δρόμου.

.

.

.

Μ Ε Τ Α Ξ Υ   Σ Ε Λ Η Ν Η Σ   Κ Α Ι   Η Λ Ι Ο Υ

.

Σ’ το λέω, πασίχαρη εσύ και φωτεινή,
Η γύμνια σου μού γλείφει εδώ τα παιδικά μου μάτια
Η έκσταση των τρισόλβιων κυνηγών οφείλεται
Στ’ ότι εκάμαν ν’ αβγατίσει θήραμα τελείως διάφανο
Που διαστέλλεται χωρίς νερό σε ανθοδοχείο μέσα
Σαν σπόρος στη σκιά ενός χαλικοβότσαλου.

Γυμνή σε θωρώ και αραβούργημα εδείχτης που υμνεί
Των ωρών ο δείχτης στην κάθε του κάθετη στροφή
Κι ο ήλιος απλώνει να λιαστούν πέρα ώς πέρα μέσα στην ημέρα
Των ηδονών μου οι αχτίδες που έγιναν μεμιάς πλεξίδες.

.

P a u l   É l u a r d  (1895 1952)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ELUARD

.

.

Φωτογραφία : Alfred Cheney Johnston

.

.

.

.

.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 75 other followers