Just another WordPress.com site

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ορέστης Αλεξάκης : Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό…

.

.

 

Ζωγραφική : Salvador Dalí

.

.

.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

.

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 1989].  Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :

http://orestisalexakis.wordpress.com/2011/03/01/orestis-alexakis-kai-mi-rwtas-giati-thlimmenos-eimai-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B7-%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF/#comments

.

 


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου : «πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

.

.

.

Χαμένη στη μελάνη

 .

Κάπου ανάμεσα

στα σύμφωνα και τα φωνήεντα

χάθηκες απ’ τα μάτια μου

 .

Όσο κι αν σε αναζήτησα

κάτω από αποστρόφους

άνω τελείες και αποσιωπητικά,

.

Αληθινά

«πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

ώρες ολόκληρες να έρθεις καρτερούσα.

.

Τελείες και κόμματα προσπέρασα

στις παύλες γέφυρες απέναντι περνούσα,

με δυσκολία στα θαυμαστικά σκαρφάλωνα

κι απ’ τα στενά τελειώματα

σύντομων στίχων

κάτω ως τα υποσέλιδα

βαριά κατρακυλούσα.

 .

Απ’ την προμετωπίδα κάβους λύνοντας

τα απανωτά κύματα των σελίδων σου

με το σκαρί μου έσκισα,

μα με ορμή, ακυβέρνητη, στον κολοφώνα σου άραξα

 .

Φώναξα

«Τίποτα, αγάπη, τίποτα»

μα χάθηκαν τα λόγια ανείπωτα.

.

Γραμμή γραμμή

τα λόγια σου κατέβηκα

και άλλα τόσα ανέβηκα

μήπως και σε προφτάσω

.

Το χάδι σου λαχτάρισα καθώς,

λατρευτικά φυλλομετρούσες τις σελίδες,

μα εσύ λόγια διαβάζοντας,

για ένα κορμί που πια δεν έχω,

δε με είδες.

 .

Αόρατη πασχίζοντας με αντίβαρο το σώμα

να σ’ εμποδίσω να κλείσεις το βιβλίο,

με δάκρυα τρύπησα το εξώφυλλο

μουσκεύοντας τα απλά των στιγμών μας στοιχεία, του τυπογράφου

το άκαρδο όνομα διαγράφοντας

 .

Εκείνου που άσκεφτα μάς χώρισε,

«αγάπη, αγάπη μου» εκλιπάρησα,

τυπώνοντας τείχη ανάμεσά μας

τα δεκαεξασέλιδα

γεμάτα απ’ των ζεστών

λόγων σου τα νοήματα

εκείνα που παλιά κρυφοψιθύριζες

άγραφα μεσ’ στ’ αυτιά σαν χάδι.

 .

Σαν δάκρυ εκατρακύλησα

στο επόμενο βιβλίο,

σε νέες περιπέτειες

με δράκους κεφαλαίους,

σπήλαια ερωτηματικά

και μάγισσες οξείες.

.

Εσύ, ανύποπτος ξανά,

με το μυαλό στα λόγια,

από το χέρι μ’ έπιασες

να πάμε για το δείπνο,

το πρωινό, τη βόλτα μας

 .

Κι εγώ σε ακολουθούσα,

ξέροντας πως στο χτύπο

κάθε καρδιάς, εσύ άκουγες

ριματοπλέχτη στίχο.

.

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

.

[Η Α. Α. είναι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία". Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες  Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της με το πτερόεν.]

.


Ορέστης Αλεξάκης : … κι όλο βυθίζεσαι στο φως

Ζωγραφική : Gustav Klimt



 
.

Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

.

Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω

.

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις

.

μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας

.

Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις

.

κι όλο βυθίζεσαι στο φως

και μέσα

στην εκτυφλωτική σου λάμψη

σβήνεις

.

Κι εγώ

τινάζω κλαίγοντας

       — γελώντας

και κλαίγοντας —

το δέντρο

και

ξυπνώ

.

και πια

δεν είναι φως

δεν είναι δέντρο

.

μόνο δωμάτιο γκρίζο

βουρκωμένο

και βρέχει

βρέχει

βρέχει

και

δεν είσαι

.

κανείς δεν είναι πια

και με σκεπάζουν

άγρια θολά νερά

.

νερά

και χρόνια

.

.

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)

Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 18-19)

.


Γιώργος Θέμελης : Είναι ένα αίνιγμα

.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine (Detail)

.

Αγαπώ την ώρα

Αγαπώ την ώρα που έρχεσαι
Σαν ανοιχτή γαλάζια ημέρα
Μ’ ένα στόμα σαν κρίνο

Τα δάκρυα ανοίγουν στο πρόσωπο
Όπως ένα ποτάμι
Τ’ απέραντα μάτια

Τα χέρια σου ταξιδεύουν
Σα λευκά περιστέρια

Δώσ’ μου τη δύναμη να κοιτάζω τον ήλιο
Να βλέπω το πρόσωπό σου

Άστρα στολίζουν το μέτωπο
Βυθισμένο στο κύμα της εικόνας σου
Μακρινό καθρεφτισμένο πρωινό

Είναι ένα αίνιγμα
Ένα
Μυστικό

.

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς  (1900 – 1976)

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

Πηγή :  Η πολύτιμη σελίδα “ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: ΒΛΕΠΕ ΤΟ ΦΩΣ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ”

http://giorgosthemelis.wordpress.com/

.


Γιάννης Ρίτσος : τὸ μέγα ἄσκοπο

.

.

.

.

Ἐαρινὴ Συμφωνία

.

XVI

Χαρὰ χαρά.
Δὲ μᾶς νοιάζει
τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας
μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἀγγίξαμε
τὸ μέγα ἄσκοπο
ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.

Ὁ Θεὸς
πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του
στὸ φιλί μας.
Περήφανοι ἐκτελοῦμε
τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.

Ἕνα μικρὸ παράθυρο
βλέπει τὸν κόσμο.
Ἕνα σπουργίτι λέει
τὸν οὐρανό.
Σώπα.

Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας
ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε
μὲς στὸ γαλάζιο βράδι
τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας
καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου
ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν εὐτυχία του.

Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.
Εἶδες;
Σιωπή.
Κλεῖσε τὰ μάτια.

.

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς   (1909-1990)

Ποιήματα 1930-1960, Ἀθήνα,  Κέδρος, 1972, σελ. 237-238.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

.


Σπύρος Ηλιόπουλος / Ξένια Κακάκη : Πτερόεν / Alado

.

.

.

Marc Chagall: Above the Town

.

.

.

.

Π τ ε ρ ό ε ν

                                  [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

.

.

A l a d o

.

Vamos entonces
a aquellos paisajes que, ¿recuerdas?,
se desbordaban ante nuestros ojos los amaneceres de los placeres
dentro de vuelos divinos de aves insólitas
en los contrapuntos de las voces de blancos cisnes cantores
mientras se escabullían de las ventanas abiertas de nuestra alma
y equilibraban en lo alto, en el cielo infinito,
como ahora, esta hora bendita
que, dentro de una visión, te emergiste preciosa
en el patio de mi recuerdo.

Ven conmigo y vístete de
alas de ave exótica para elevarnos tan alto
hasta obsequiar al Mundo y a las cosas
y a los ídolos viejos y olvidados
aquel aspecto libre de nuestro tiempo de infancia
aquella Revelación primera y extraña.

Y luego, al atardecer,
volemos, mujer alada, otra vez
aleteando abrazados hacia la Luz
en nuestra última órbita alegre
en una danza doble y eterna
de una transformada mariposa.

.

Poema: S p i r o s  I l i ó p u l o s

Traducción al español:  X e n i a  K a k a k i

.

.

.


Louis Aragon : Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν


.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine

.

 


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ

.

Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν,
χέρια που ανέκαθεν αναπολώ
νά ’ρθουνε τη μοναξιά μου να σπάσουν,
δώσ’ τα μου νά ιδω έτσι κι εγώ καλό.

Άμα τα πιάνω στη φτενή μου αρπάγη
–δάχτυλα, σκιάξιμο, σάστισμα, φούρια–…
άμα τα πιάνω, όπως λυώνουν οι πάγοι
και το νερό βρίσκει κοίτη καινούργια,

νιώθεις τα ρεύματα που με διαρρέουν,
με κατακλύζουν και με καταχτούν,
που διατρυπούν τα πρανή των ορέων
και τί προδίδουν όσοι έτσι αταχτούν;…

Τί μαρτυράει εδώ η μύχια γλώσσα;
–ρήματα αλάλητα, αγριμιών ορμές,–
βουβά κι ανίδωτα και μύρια όσα
είδωλα μέσα σε μαύρο καθρέφτη… Μες

στην ανεκλάλητη πια ανατριχίλα
τί λεν τα δάχτυλα που έξαφνα πιάνουν
σφιχτά τη λεία τους; Τί λένε; Μίλα!
Σε μια στιγμή-αστραπή το αχανές χάνουν!…

Δώ’ μου τα χέρια σου, της καρδιάς μου εκμαγεία·
σιγάει ο κόσμος –σαν δεν είναι μόνα,
τα χέρια σου– να νιώσει τη μαγεία
του νυσταγμού η ψυχή μου εις τον αιώνα.

.

.

.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΥ

.

Στων ρυακιών το ρέμα κοντοστέκεται Τραγουδά τραγούδια
Τρεχοβολάει Τον ουρανό κοιτώντας κράζει δυνατά κραυγάζει
Τη φούστα έχει ανοιχτή προς τον παράδεισο
Σε γοητεύει σε γοητεύει δηλαδή απόλυτα
Πάνω από μικρά φλοισβίσματα κουνάει ένα κλαράκι
Το άσπρο χέρι της σιγά-σιγά το σέρνει στ’ άσπιλό της μέτωπο
Στα πόδια της ανάμεσα νυφίτσες πιλαλάνε
Και στο καπέλλο της πάει και θρονιάζεται όλο το γαλάζιο

.

L o u i s  A r a g o n  (1897 – 1982)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ARAGON

.

.

.

L E S   M A I N S   D’  E L S A

Δημιουργία  βίντεο : Γιώργος Κεντρωτής

 

.


Paul Éluard : Μ’ έναν έρωτα στο στόμα

.

.

Φωτογραφία της δεκαετίας του 1920

.

 

 

[ Ν Α   Κ Ο Ι Μ Α Σ Α Ι ]

.

Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

.

Μετάφραση: Ο δ υ σ σ έ α ς   Ε λ ύ τ η ς
Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Αθήνα, Ίκαρος, 1976, σελ. 72.

.

.

.

Η   Ε Κ Σ Τ Α Σ Η

.

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.

.

.

.

Μ Ε   Ε Σ Ε Ν Α

.

Κρατώ τον δρόμο σαν ποτήρι
Γεμάτο φως μαγευτικό
Γεμάτο λόγια ανάλαφρα
Αλλά και γέλια άνευ λόγου
Ο πι’ όμορφος της γης καρπός

Διαβάτες πλήρως ψάθινοι
Πουλιά γαλάζιας απουσίας
Στενό κορίτσι και χλωμό
Το τρώνε πάντα οι έγνοιες
Και πάντα μπρός μου βγαίνει να το

Μικρό κορίτσι που ’ν’ μικρό και αρχαίο
Μου δικαιώνει τα όνειρά μου
Ενδίδει και στους πόθους μου
Και μνήμες αφυπνίζει παιδικές
Στο κύμα το χρυσό του δρόμου.

.

.

.

Μ Ε Τ Α Ξ Υ   Σ Ε Λ Η Ν Η Σ   Κ Α Ι   Η Λ Ι Ο Υ

.

Σ’ το λέω, πασίχαρη εσύ και φωτεινή,
Η γύμνια σου μού γλείφει εδώ τα παιδικά μου μάτια
Η έκσταση των τρισόλβιων κυνηγών οφείλεται
Στ’ ότι εκάμαν ν’ αβγατίσει θήραμα τελείως διάφανο
Που διαστέλλεται χωρίς νερό σε ανθοδοχείο μέσα
Σαν σπόρος στη σκιά ενός χαλικοβότσαλου.

Γυμνή σε θωρώ και αραβούργημα εδείχτης που υμνεί
Των ωρών ο δείχτης στην κάθε του κάθετη στροφή
Κι ο ήλιος απλώνει να λιαστούν πέρα ώς πέρα μέσα στην ημέρα
Των ηδονών μου οι αχτίδες που έγιναν μεμιάς πλεξίδες.

.

P a u l   É l u a r d  (1895 1952)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ELUARD

.

.

Φωτογραφία : Alfred Cheney Johnston

.

.

.

.

.


Γιάννης Σκαρίμπας : Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά

.

John William Waterhouse : Boreas, 1902

 

 


ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

.

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπα”
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π ας  (18931984)

Από: http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/skaribas-p.htm

.

.

.

Γιάννης Σκαρίμπας-Νικόλας Άσιμος: «Ουλαλούμ»


Νίκος Εγγονόπουλος : Αγκαλιασμένοι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

ΚΛΕΛΙΑ

ή μάλλον

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΙΙ

 

Μην κλαις — μην κλαις καλή —

τις μέρες που πέρασαν :

είτανε — να το ξέρης — δώρο των θεών

 

η γη σιγά

και πριν ακόμη ο ήλιος που τόσο αγαπάμε σβήση

— και δεν σκοπεύει πια για μας να ξαναβγή —

θε να σε πάρω

— για να προχωρήσουμε —

απ’ το λεπτό χεράκι

 

βλέπεις εκείνο το μνημείο

εκεί πέρα

θ’ ανοίξουμε την πόρτα

και θα μπούμε :

εκεί θε να σε πάρω αγκαλιά

κι’ αγκαλιασμένοι έτσι μια για πάντα

θα χαθούμε

μεσ’ στης Δευτέρας Παρουσίας

τα πολύχρωμα

γυαλιά

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (1957) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 320-321

 


Νίκος Καρύδης : Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα

 

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

 

ΤΖΕΜΙΛΕ

 

Τζεμιλέ,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη, φευγάτη, μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
o  φίλος της βραδιάς γελούσε,
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε,
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Τζεμιλέ, φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως,
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο,
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου,
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ,
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μέρες, οι νύχτες,
σε ποιά ζωή,
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις,
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιό βοριά.
Θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών,
που δώσανε ονόματα στα άστρα,
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού,
καμπαναριό, κατάρτι, αϊτοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Ήταν η θάλασσα, το πέλαγος, τα χρόνια, ο χωρισμός,
ήταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο,
ήταν μια απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρίφαλα.
Τζεμιλέ,
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Ν  ί  κ  ο  ς    Κ  α  ρ  ύ  δ  η  ς  (1917-1984)

Έξη ποιήματα, 1950

(Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 159-160.)

 

 


Χρίστος Ρουμελιωτάκης : Στη Λευκοθέα άρεσε το σκληρό κρεβάτι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

Ο ΑΝΕΠΙΛΗΠΤΟΣ ΒΙΟΣ

Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ

 

 

α΄

 

Τα ωραία ζουμπούλια στο ανθογυάλι

μου θυμίζουν

τη Λευκοθέα του ναυτολογικού γραφείου —

ερχόταν κάθε Σάββατο απόγευμα,

μερικές φορές και Κυριακή πρωί,

έβγαζε τα φορέματά της,

τα δαχτυλίδια της και το σταυρό της

και γέμιζε με άνθη και αρώματα

όλη η κάμαρη,

τί λέω η κάμαρη

ολόκληρο το σπίτι,

τί λέω το σπίτι

ολόκληρο το 324 οικοδομικό τετράγωνο

και παραπέρα ακόμη

ώς τα φανάρια και την Παναγίτσα

και τη ζωή μου τη φαρμακεμένη.

 

β΄

 

Στη Λευκοθέα

            άρεσε το σκληρό κρεβάτι,

έτσι, έλεγε,

βιώνεις με τη σάρκα και το αίμα σου

την κίνηση της ύλης

προς τη θέωση.

Ωδίνει και σπαργά το ξύλο, έλεγε,

και γίνεται καράβι που αποπλέει

τη συνοδεία πετεινών του ουρανού.

Πότε ψηλά και πότε στο βυθό,

εν μέσω των κυμάτων της θαλάσσης, έλεγε,

νεφέλη φωτεινή το αναρπάζει

κι ενώ θαρρείς πως  χάθηκε και πάει

φως ιλαρόν στο γαλαξία μέσα

εκχέεται εκείνο και οδεύει.

Αυτά και άλλα η Λευκοθέα απεφθέγγετο

πριν να γινούμε

θάλασσα και ήλιος

και γιασεμί νυχτερινό.

 

                                         γ΄

 

Φως ποθεινότατον η Λευκοθέα

σ’ άλλους αναβαθμούς

διαλάμπει τώρα —

βάζει φωτιά

και λαμπαδιάζουν τα καράβια

κι αχ, είναι ο βίος μας βραχύς

και ανεόρταστος.

 

Χ ρ ί σ τ ο ς   Ρ ο υ μ ε λ ι ω τ ά κ η ς  (1938)

Ξένος ειμί –και άλλα ποιήματα, 2002

(Γ ι ω ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 265-267)


Όλγα Μιχελή : Κοντά στη Μουσική

 

 

Η Όλγα Μιχελή γεννήθηκε στη Γλώσσα Σκοπέλου. Σπούδασε στη Βοστώνη και το Παρίσι αγγλική γλώσσα και γαλλική λογοτεχνία. Αφού τελείωσε το μεταπτυχιακό της στο Boston College, επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάστηκε στην Αθήνα και τη Σκόπελο, όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτιστικά δρώμενα της γενέτειράς της. Σήμερα εργάζεται στον Τομέα Εκπαίδευσης της Εμπορικής Τράπεζας. Η συμμετοχή της στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας της ΟΤΟΕ το 2005, της χάρισε έναν έπαινο. Το Κοντά στη Μουσική είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. Ποιήματά της έχει μελοποιήσει ο Μιχάλης Τζουγανάκης.

«Καθαρά ερωτική ποιήτρια [η Όλγα Μιχελή] δομεί ένα έργο με σημαντικά χαρακτηριστικά […] που μέσα από την αρμονική τους συνύπαρξη αποδίδουν ωριμότητα στο έργο. Το βαθύ εννοιολογικό θέμα μιας ποιοτικής σύλληψης εναρμονίζεται με την απλή και κατανοητή φόρμα, που έντεχνα περνά σε πιο πλατύ κοινό τις έννοιες ενός πολύπλευρου και πολυδιάστατου ερωτικού λόγου.» (Κωνσταντίνος Ρούτης, Ζωγράφος -Συγγραφέας, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών)

 John Melhuish Strudwick : 
The music faintly falling


Στο φως των ερώτων

Στο Νίκο Παπάζογλου, 
πάνω στις «Στιγμές» του

Για χατίρι τού χθες
των ονείρων χαρές
ανταλλάσσω τη γη των ανθρώπων
για της πνοής τον αχό
της ματιάς σου το αχνό
επιστρέφω στο φως των ερώτων

Δεν περνούν οι στιγμές
όταν νιώθω να κλαις
γίνε πάλι παιδί που γελάει
γίνε πάλι η φωτιά
του αγριμιού η ματιά
που όλο σπίθες τριγύρω σκορπάει

Μου αρκούν δυο χαρές
κάθε μια δυο ζωές
στη σκιά της δικής σου πορείας
μου αρκεί να κρατώ
της ηχούς ξωτικό
στο μυαλό μου εικόνες μαγείας

 

Μυστικά κι αλησμόνητα

Μυστικά κι αλησμόνητα
να σε βλέπω τις νύχτες
ιδανικά να ορίζω
τη δική μας ζωή

Και στη ρότα του κόσμου
την αγάπη ανεμίζω
μ’ ένα άρωμα δυόσμου
απ’ το δικό σου κορμί

Μυστικά κι αλησμόνητα
να σου φιλώ τα μαλλιά
ιδανικά να φροντίζω
τις μύχιες πτυχές σου

Στου γαλάζιου τις νότες
ο χορός μου αρχινά
και μαντεύω ξανά
μυστικές αρετές σου

 

Σύναξη αγγέλων

Μετουσιώνω τους παλμούς
σε χάντρες με φεγγάρια
λειψή στην απουσία σου
σα γη χωρίς νερό
κι εκεί στην άκρη της καρδιάς
βρίσκω μαργαριτάρια
τα μάτια σου, τον ήχο σου,
της αύρας σου το φως

Στέλνω τη σκέψη μου μακριά
σε σύναξη αγγέλων
μισή στην απουσία σου
σα μάνα δίχως γιο
κι εκεί που σμίγουν μουσικές
ακούω συναξάρια
τα χέρια σου, το δάκρυ σου,
και της χαρά σου αχός

 

Jake Baddeley : Music 

 

Του Ορφέα παιδί

Με τον ήλιο καρσί*
κι ένα θαύμα στον ώμο
στο φτερό του Ερμή, να πετάω
θα σου φέρω εγώ
τον πιο όμορφο κρίνο
δεν τον είδες ποτέ, τον κρατάω
αειπάρθενη μνήμη
κάποιας άλλης ζωής
στην παλάμη σου μέσα, ακουμπάω
και ο νόμος της λήθης
που μου κάνει γητειές
αφυπνίζει το νου, και γλιστράω
οι δυο μας ταξίδι
στης Σφίγγας τα μέρη
να σε δω να γελάς, στο χρωστάω
το θαύμα στον  ώμο μου
είσαι όλος εσύ
του Ορφέα παιδί, σ’ αγαπάω

(*) καρσί : αντίκρυ

 

Ψάχνω να βρω

Ψάχνω να βρω την αίσθηση
που πήρε ο αέρας
αυτή που μούδειχνε καιρό
τους δρόμους της ψυχής
πού νάναι η αλήθεια σου
και πού η χαραμάδα
αφύλαχτη διάβαση
της μέσα σου πληγής

Ψάχνω να βρω την ερημιά
που θα με ξεκουράσει
το ξέφωτο της θάλασσας
που πλένει τις πληγές
να ξεμπερδέψω τις χαρές
κι αντάμα με τις λύπες
να ημερέψω την καρδιά
και να χαθώ στο χθες

 

Πορτραίτο

Είδα στον ύπνο μου προχθές
τα διάφανά σου χέρια
πορτραίτο αναγέννησης
ζωγράφου πινελιές
χρυσές χορδές των αστεριών
φέγγαν στα δάχτυλά σου
κι αντιφεγγίζαν όμορφες
των κόσμων χαραυγές

 

Ό λ γ α  Μ ι χ ε λ ή

Κοντά στη Μουσική, Πρόλογος: Κωνσταντίνος Ρούτης, Ζωγραφική: Ζάννα, Αθήνα, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2008

Όλγα Μιχελή – Μιχάλης Τζουγανάκης


Σπύρος Ηλιόπουλος : Πτερόεν

 

Σήμερα, 5 Δεκεμβρίου 2011, συμπληρώνονται πέντε μήνες από την  πρώτη ανάρτηση στο παρόν ιστολόγιο : Ήταν το ποίημα από το οποίο πήρε την ονομασία του το πτερόεν. Γι’  αυτή τη μικρή επέτειο, και με καρδιά γεμάτη από την ανταπόκριση που βρήκε το ιστολόγιο, επαναλαμβάνω το εν λόγω ποίημα μαζί με άλλο ένα δικό μου ερωτικό, που  παρουσιάστηκε σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις.  -Σ. Η.

 

William Bouguereau : L’ Amour et Psyche

 

Πτερόεν

                                                               [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

 

Κόκκινο σάλι

Πάνω απ’ τα καταπράσινα
στιλπνά φύλλα του ιβίσκου
η πρωινή σελήνη ολόγιομη, ολόγυμνη
κολυμπά, λες αιώνια, ξανά
στο απαλό σιέλ
τ’ ουρανού.

Αποβραδίς  ξεχάστηκε
απρόσεχτα ριγμένο
στου αίθριου το λευκό ανάκλιντρο
του έρωτα το  άλικο σάλι, κατακόκκινο
μονάχο τραγικά, ξεχασμένο να πάλλεται
μέσα στης  νύχτας τις  ασύστολες   πνοές
πάλι ξυπνώντας  μεσονύχτιες  ηδονές,
που,  μετά του ύπνου τη στοργή,
τώρα κανείς πια δεν ρωτά
γιατί παντοτινά  μέσα  στη λήθη
εγκαταλείφθηκαν:

μα έτσι τυχαία ριγμένο
καλεί σιωπηλά τους ωραίους θεούς
με το βλέμμα  το  απέραντ’   ατάραχο
ν’ αγαπήσουν ξανά κι εξαρχής
το αιφνίδιο, και πρόσκαιρο, κι άναρχο.

 

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 


Γιάννης Ρίτσος : Σάρκινος λόγος

Ζωγραφική : Γιώργος Ρόρρης


Γυμνὸ σῶμα

 Ι.

Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Ἀθήνα 24.9.80

Σάρκινος λόγος

Ι.

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Ἀθήνα 18.11.80

Γ ι  ά  ν  ν  η  ς   Ρ  ί  τ  σ  ο  ς 

Από Τὰ Ἐρωτικά, Κέδρος, 1981

Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/


Από τα ερωτικά του Καρυωτάκη


 

Ελένη Μωρατου, Ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης

 

 

Α γ ά π η

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

1918

Μ υ γ δ α λ ι ά

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει∙
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τήνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει∙
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

1918∙ Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων, 1919

Α φ ι έ ρ ω μ α

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·
τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο εχαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει·
εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρόισμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

Νηπενθή, 1921

Ο ι  α γ ά π ε ς

Θα ‘ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ»,  θα μου πουν, «δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

«Τα χρυσά πού ‘ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε.»

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

 

Τ η ς   θ ά λ α σ σ α ς   ν ε ρ ά ι δ α

Από τα βράχι’ ανάμεσα πετιέται ‘να κεφάλι
και βλέμματα ολόγυρα σκορπάει φοβισμένα.
Εγώ, κρυμμένος κάπου κει στο έρημ’ ακρογιάλι,
το βλέπω —σαν σε όνειρο— με μάτια λιγωμένα.

Ένα κορμί παρθενικό, γυμνό αργοπροβάλλει
κι απλώνεται ηδονικά σε κύματ’  αφρισμένα∙
ο ήλιος εσκυθρώπιασε μπροστά σε τόσα κάλλη,
τα κάλλη τ’ απολλώνεια και τα φωτολουσμένα.

Ανατριχιάζ’ η θάλασσα στο θείο άγγιγμά τους,
τα κυματάκια απαλά με χάρη τ’ αγκαλιάζουν
κι αχτίδες τα χαϊδεύουνε χρυσές στο πέρασμά τους.

Θεότρελος, ο δύστυχος, βουτιέμαι μες στο κύμα,
τα μάτια της τα θεϊκά με φόβο με κοιτάζουν
και χάνεται στη θάλασσα… Ήταν νεράιδα … Κρίμα!

 

Ν υ χ τ ε ρ ι ν ό

Απόψε σε φαντάζομαι λευκότερη απ’ τα κρίνα
μες στο σκοτάδι το πηχτό. Σαν κάποια αγνή θεότη
στο μαύρο φόντο της νυχτιάς λαμποκοπάς. Μ’ αχτίνα
μοιάζεις που ο Φοίβος φεύγοντας λησμόνησε στα σκότη.

Ναι, σε θωρώ. Απ’ τον ουρανό ξεφεύγουνε τα’ αστέρια
και σαν πετράδια ατίμητα στολίζουν τα μαλλιά σου.
Ο Γαλαξίας άσπρο φως στα μάγουλα, στα χέρια
σου χύνει∙  μες στο γάλα του βουτά την ομορφιά σου.

Να και τα μαύρα μάτια σου! Τα βλέπω: σιγανοίγουν
εκεί ψηλά στη σκοτεινιά, μεγάλα, ογρά, θλιμμένα∙
σαν δυο ποτάμια φωτερά τα δυο ποτάμια σμίγουν:
εσύ κοιτάζεις μένανε κι εγώ κοιτάζω εσένα.

Από το στόμα σου φωνή δε βγαίνει, μα μου κραίνεις.
Τα δακρυσμένα μάτια σου: «Τραγουδιστή», μου λένε,
«μην τραγουδάς, κι είναι κοντά η μέρα που πεθαίνεις».
Αυτά μου λεν τα μάτια σου, τα μάτια σου που κλαίνε.

 

 

Α γ α π η μ έ ν η

Ι

Βρεθήκαμε μονάχοι στο μπαλκόνι∙
μας έσπρωξε κει πάνου αυτή η φροντίδα
που τα πουλιά στα δέντρα ζευγαρώνει.
Ολόφωτη στα σκοτεινά την είδα.

Η νύχτα με τη νύχτα των ματιών της
παράβγαινε —μα,  μάταια— στη μαυρίλα∙
κάθε άστρο μπρος στ΄ αστέρια των ματιών της
τρεμόσβηνε σαν άλαδη καντήλα.

Τα μάτια της τα μάργαρα… Η ματιά της
εβύθιζε, πλατιά και γοργοφτέρα,
στα τρίπαχα σκοτάδια τη φωτιά της
κι επέταγε όλο πέρα κι όλο πέρα,

Σε κόσμους ονειρόβγαλτους, σε μάκρη
ανείδωτα. Στο δροσομάγουλό της
εκύλησε  διαμάντινο ένα δάκρυ
και πρόδωσε το μαύρο στοχασμό της.

Εδάκρυσα. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε δειλή, κομματιασμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;):
«Ω, πάψε πια, μην κλαις, αγαπημένη».

ΙΙ

Σε πέπλο συνεφένιο τυλιγμένο
εφάνηκε —κι ακλούθησε με χάρη
το δρόμο του τον ωριοχαραγμένο
μ’ αστέρια κι απ’ αστέρια —το φεγγάρι.

Οι αχτίδες του που παίζουν στο σκοτάδι
σιμά της σαν περνούνε, απαλαφήνουν
στη σάρκα της ζεστό ένα φωτοχάδι
και στα μαλλιά χρυσόσκονη της χύνουν.

Τα σκότια πια βαριά δεν την τυλίγουν
και κρούσταλο το δάκρυ της δε βρέχει
το μάγουλο∙ οι ματιές μας γλυκοσμίγουν
κι η σκέψη μας μακριά τώρα δεν τρέχει.

Μια δύναμη γιγάντινη τραβάει
και φέρνει το ένα στ’ άλλο τα κορμιά μας,
τα χείλια μας μια δύναμη κολλάει,
μια δύναμη πληθαίνει τα φιλιά μας.

Ξημέρωνε. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε μες στα φιλιά πνιγμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;)
«Ω, φίλα, φίλα, φίλα, αγαπημένη».

Ελεγεία και Σάτιρες, 1927

 

Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς

 

 


Ανδρέας Εμπειρίκος : Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε

{Αφιέρωμα 3/3}

Ε π ι μ έ λ ε ι α :
Εύη Μαλλιαρού

 

 

Και το πολύ του Έρωτα κατάργησε τον Καιρό, κι ο Έρωτας κατάργησε τον Θάνατο

Κωστής Μοσκώφ, Η Σάρκα Σου Όλη

Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νικά
Θάναι η ποίησις  σ π ε ρ μ α τ ι κ ή
Απόλυτα ερωτική
Ή   δ ε ν  θ α  υ π ά ρ χ η

Ανδρέας Εμπειρίκος
«Μία ριξιά ζαριών…», Αι γενεαί πάσαι

 

ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ

 

Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ’ το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρειές καδένες.

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει μία μυριόστομη κραυγή ανθρώπων πνευστιώντων.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρής και να μας σώσης».

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Όμως δεν νοιάζεται καθόλου για όλου του κάτω κόσμου την βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του, και όλο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν σε στιγμές οχείας.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθής και να μας σώσης. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θάσαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη θα σου προσφέρουμε πλούσια ταγή και όλα τα πιο ακριβά μανάρια μας… Για δες!»

Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.

Ο Αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, υψώνει το κεφάλι του και αφήνει μέγα βέλασμα, που αντηχεί επάνω και πέρα απ’ τα φαράγγια σαν γέλιο λαγαρό, και μονομιάς, με πήδημα γοργό, σαν βέλος θεόρατο ή σαν διάττων, ακόμη πιο ψηλά πετιέται.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσης του κάμπου τα κατσίκια; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παρά πάνω, κάτι που, μα τον Θεό, δεν ήκμασε ποτέ κάτω στους κάμπους – έχεις εδώ την Λευτεριά!

Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ’ έκρυβε μέσα του, βαθιά, μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο  εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας , αι βάτοι αι φλεγόμεναι, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης, που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάη ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς τους κάμπους ! Τι να τους κάνης: Ο ήλιος εδώ, κάθε πρωί, σηκώνεται ανάμεσα στα κέρατά σου! Στα μάτια σου λάμπουν οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο άσβηστος του Δία, κάθε φορά που σπέρνεις εδώ, στα θηλυκά σου, την ένδοξη και απέθαντη γενιά σου!

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου, που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!

Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

Γλυφάδα, 12.7.1960

Από τη συλλογή  Οκτάνα,  Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 32-34

 

 

Marc Chagall : The Dance

 

 

ΟΙ  ΜΠΕΑΤΟΙ ή ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΕΩΣ  ΟΙ  ΑΓΙΟΙ

 

Απεκρίθησαν  Σιδράχ,  Μισάχ και   Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «…γνωστον έστω σοι,  βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σοι ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας,ου προσκυνούμεν».Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού … και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδράχ, Μισάχ και  Αβδεναγώ  εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην … Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου…Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα· και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου…ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον  Θεόν  εν  τη καμίνω…

ΔΑΝΙΗΛ

Ο Αζαρίας , ο Ανανίας και ο Μισαήλ , ο Κερουάκ , ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse , ο Arthur Rimbaud , ο Raymond Roussel , ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι , ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες , όπως

Ο William Blake

O Shelley

O Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ

Ο David Thoreau

O Henry Miller

Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman

Ο Έγελος

Ο Κίρκεγκαρντ

Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων

Ο Sigmund Freud

Ο Άγγελος Σικελιανός

Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης

Ο Μαρξ

Ο Λένιν

Ο Κροπότκιν

Ο Μπακούνιν

Ο Böhme

O Νiτσε

O Victor Hugo

O Μωάμεθ

Ο Ιησούς Χριστός

Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω – έκαστος στην ιδική του γλώσσα –- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των , άπαντες , εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν,  με λόγια που μεθερμηνευόμενα — όχι από τους ορθολογιστάς -– το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές –- τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα -– φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.

Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.

Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Αρκ! ω Αθανάση Διάκο!),  με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez sur les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των  δοχείων  που  τα  δυσώδη  απορρίμματα  περιέχουν  (lâchez  tout,  partez sur  les  routes),   απ’  τις  κραυγές  του  γλυκασμού  των  συνουσιαζομένων και από τους  στεναγμούς  της  ηδονής  των αυνανιζομένων, απ’ των  τρελών  τις  άναρθρες   φωνές και  απ’ των   βαρέων  καημών τις  στοναχές, ως  λάβα  ζεστή, ή  ως σάλπιγξ  μιας  αενάου  παρουσίας,  μα  προ  παντός  ως  σπέρμα,  ως  σπέρμα  ορμητικόν εν  ευφροσύνη  αναβλύζον,  αναπηδούν  και  ανέρχονται  στον  ουρανόν (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με  μάτια εστραμμένα  προς τα  επάνω, άκαυτοι  και  άφθαρτοι  εις  τον  αιώνα, μπεάτοι  και  προφητικοί (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και  τώρα  και  πάντα (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με συνοδείαν   των  αγγέλων,  και τώρα  και  πάντα, τον  ερχομό  και  την  ανάγκη (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) τον  ερχομό  και  την  ανάγκη  των  νέων  Παραδείσων  ψάλλουν!

Γραμμένο  στη  Γλυφάδα την πιο ζεστή  μέρα του  καλοκαιριού,  17.8.1963

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 36-38

 

 

 

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Ο  ποιητής  διαβάζει εδώ  την πρώτη εκδοχή του κειμένου, όπως εμφανίζεται στο  «ΕΠΙΜΕΤΡΟ», στο ίδιο βιβλίο (σελ.99-103), όπου επαναλαμβάνονται «ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ»  και «ΟΙ ΜΠΕΑΤΟΙ…» με βάση τα χειρόγραφα.

Claude Debussy

Tο απομεσήμερο ενός φαύνου


Ανδρέας Εμπειρίκος: Τα ακαταπάτητα

 

 {Αφιέρωμα σε τρεις συνέχειες}

 Επιμέλεια : Εύη Μαλλιαρού 

 

 Ζωγραφική : Νίκος Εγγονόπουλος 

 

 

Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν

Πολλές  γυναίκες ομοιάζουν
Με παλαιών χορών στροβίλους
Εις τους οποίους λικνιζόμενες μα φιλαρέσκειαν
Γυμνές έως την μέση στροβιλίζονται
Από την μνήμη των μέχρι την πρασιάν των κήπων
Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν
Κάτω απ’ τα φώτα που στα δέντρα λάμπουν
Και κοκκινίζουν τα παιδιά κοντά στις στέρνες
Με γεύσι μαστίχας στα φιλιά των
Και με τα χέρια των βαλμένα
Στα στήθη των χορευτριών
Και στα μαλλιά των.

 

Τα ακαταπάτητα

Αντίρροπον του κάθε δράματος η τρυφερά ανεμώνη
Σημαίνει το φανέρωμα κάποιας δικαιοσύνης
Κ’ αίφνης η θλάσις των λεπτοτέρων μίσχων
Ακεραιότης γίνεται αποκατάστασις πληρότης
Κάτι σαν κίνησις ανοδική και ευθύς μετά καθοδική
Κούνιας της ευφροσύνης
Κόρης που παλινδρομικώς εις την αιώραν της κινείται
Και δεν μονάζει το πρωί μήτε το βράδυ
Σε τέλματα κακίας ή μίσους.

Βάμμα χαράς στας παρειάς ροδίζει
Οι κώμοι του κόσμου τίποτε δεν σημαίνουν
Ας λένε και ας βάζουν στοιχήματα
Εξαίσια θάναι πάντοτε των ίππων η ορμή
Ιδίως προς το τέλος κάθε αγώνος
Και ας λέγει ας μανίζει το κοτσοπολιό
Τα κλήματα οπωσδήποτε θα κάνουν τα σταφύλια των
Και η χλόη πάντα θα ποτίζεται με σπέρμα.

 

       Αρμονία

Δεκάχρονο αγόρι που συλλογιέσαι
Σε θάμπωσαν τα σμαράγδια των κολεόπτερων
Σε πίκραναν οι σφήκες των προεστών
Που σε αγαπούν εντούτοις
Όταν δεν κράζει ο πετεινός στο κόκκινο ξημέρωμα
Του αντικρινού σπιτιού των ρόδων.

Γι’ αυτό θα προτιμούσα νάσουν ορμαθός κλειδιών
Τα μυστικά να τα γνωρίζεις όταν κι όπως θελης
Δεν είναι γραφτό στο μέτωπο να πέφτουν ήρωες από ζυμάρι της αυγής.

Ποιος ξέρει
Ίσως μια μέρα να ονειρευθής
Την τρισχαριτωμένη κόρη
Και μ΄ ένα καράβι ατρόμητο
Να ξεκινήσετε μαζί για τη μεγάλη περιπέτεια της ύλης.

Μην συλλογιέσαι λοιπόν μαύρα ή άσπρα ή γαλάζια
Της μοίρας τα γραφτά τα τρώνε τα ποντίκια
Κόκκινα και πράσινα θα σε δεχθή η μέρα
Και λαμπρά στολίδια μεσημέρια και πορφύρες
Θα σου προσφέρουν οι γυναίκες με τα φλεγόμενα μαλλιά
Τα στήθη τους θα σου προσφέρουν σαν λαστιχένιες κούπες
Για να πιεις το γάλα της ηδονής και της χαράς.

 

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης, Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 25, 49, 75

 

 

 Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο


Πέντε ερωτικά του Νίκου Εγγονόπουλου

Ν. Εγγονόπουλος : Εραστές

 

ΠΟΙΗΜΑ  ΠΟΥ  ΤΟΥ  ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’  ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
     μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
      γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
— αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
      μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

 

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική

η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —

η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

 

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα  ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα  στις ώρες μας  τις πιο κρυφές

 

ΤΟ ΧΕΡΙ

εις Ανδρέαν Εμπειρίκον

ωραίο δίχτυ
που έπλεξεν η
κόρη
η κόρη-τέκτων
ορθή ως
στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
φιλόξενο
ωσάν καλός θεός
ισχυρό
σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
της χαράς
ωραίο δίχτυ
που έβαψε
με το χρώμα των ματιών της
και μύρωσε
με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
η κόρη που εστέκονταν
ορθή
εις το παράθυρο του Αναπλιού

ωραίο δίχτυ
ωραία κόρη
ωραίο παράθυρο που φώτιζες
μέσα στη νύχτα
τ’ Αναπλιού
ωραίο παράθυρο που φώναζες
ωραία κόρη που φώτιζες
ωραίο δίχτυ
μέσα στο χρώμα
τ’ Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
γύρω τρογύρω
εις τον λαιμό μου
είτανε
κόρη
τα ωραία μαλλιά
σου
καθώς τα έπλεκες
εις το παράθυρο
μέσα στο φως

ωραία νύχτα
μέσα στο
βλέμμα σου
είτανε κόρη
καθώς τη ζήσαμε
τρελλοί από έρωτα
γυμνοί θεόγυμνοι
τρελλοί από έρωτα
— μια νύχτα έρωτος —
μέσα στο
δίχτυ
του Αναπλιού

Η επιστροφή των πουλιών (1946)

 

Η ΝΕΑ ΛΑΟΥΡΑ

οι τεράστιοι θησαυροί
— για τους οποίους τόσα θρυλούνται —
της πτωχής
περιγιαλούς
κόρης
είναι
τα μόνα
χείλη της
τα μόνα
ηδύγευστα χείλη της

πόσο μου λείπουν και πόσο τα νοσταλγώ
— και τα δοξάζω —
σα βρίσκομαι μακρυά
να περιπλανιέμαι
σε τούτα τ’ άχαρα
τ’ απίστευτα ταξείδια
που κάθε τόσο
επιχειρώ

κι’ όμως πόσο τα χαίρομαι
— και τα δοξάζω —
σα βρίσκομαι
κοντά
της

είναι   η   ζ ω ή

βγαίνει και παίρνει γύρα
σοκάκια
και μαχαλάδες
και με λυγμούς
με φωνάζει
και με ζητά

έλα
μην κάνεις έτσι
είμαστε Έλληνες
συ είσαι
— τι θαύμα! —
μια κόρη
Ελληνίς

όταν κοιμούμαι
τα λουλούδια της αμασχάλης σου
έρχονται
και μου θωπεύουν
όλο το κορμί
και σαν ζωγραφίζω
τότε
έρχονται
τα μάτια σου
τα ωραία
στην άκρια του χρωστήρα μου
και σεργιανίζουν
πάνω
σ’ όλη την επιφάνεια
του μουσαμά

για να ξέρης :
σ’ έχω κάνει αθάνατη

Ελευσίς (1948)

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004

 

 

και εφ’ όλης της ύλης…

Νίκος Εγγονόπουλος, “Η Ύδρα των πουλιών”

Η επιστροφή των πουλιών (1946)


Ο ερωτικός Γιώργος Κ. Καραβασίλης

 

Επιμέλεια : Ανδρέας Τσιάκος & Σπύρος Ηλιόπουλος

Ο  ποιητής  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ.   Κ α ρ α β α σ ί λ η ς   γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Τελείωσε το Βαρβάκειο και φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Π.Ο.Ε.) Σπούδασε θέατρο στη σχολή του Δημήτρη Ροντήρη και αποφοίτησε από τη σχολή του Γρ. Βαφιά. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1970 ως ποιητής, μεταφραστής και κριτικός βιβλίου σε περιοδικά και στον ημερήσιο αθηναϊκο Τύπο (Η Καθημερινή, Το Βήμα, Η Πρώτη). Υπήρξε  συνεργάτης της ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2, όπου είχε μια σειρά εκπομπών για την ερωτική και παγκόσμια ποίηση και για την πρώτη ελληνική μεταπολεμική γενιά. Υπήρξε επίσης στέλεχος της ΕΡΤ1 στην εκπομπή «Τέχνη και Πολιτισμός». Ήταν μέλος της Eταιρείας Συγγραφέων και της Ε.Σ.Η.Ε.Α. «Έφυγε» στις 27 Απριλίου του 2004.

Συλλογές :  Η γραφή και το μαχαίρι, 1970 – Καλλιέργεια του αίματος, 1973 — Τα Ηδυπαθή, 1976–Τα μυστικά δωμάτια του πύργου, 1978 – Ποιήματα (1970-1980), 1980 –  Καλλιέργεια του αίματος, επιλογική έκδοση όλων των προηγουμένων συλλογών και δύο ανέκδοτων με τίτλους Τα φιλέρημα (1979-1983) και Φαγιάντσες (1982-1984), Γνώση, 1984 — Υπέρ των Μουσών, Γνώση, 1990 –  Το αιμομιχτικό λεμόνι, ορυκτά, ποιήσεις, Δελφίνι, 1996 — Το μάτι του τοπίου, Γαβριηλίδης, 2001 — Ποιήσεις, Γαβριηλίδης, 2004.  

Για  λεπτομερές  Εργοβιογραφικό, βλ. http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1157618688&archive=&start_from=&ucat=45&show_cat=45

 

 

 

« “Αν έστω και δύο στίχοι μου μείνουν μετά από μένα, καλώς πέρασα” έλεγε ο Γιώργος Καραβασίλης. Όχι μόνο δύο, αλλά πολλούς, πολλούς περισσότερους στίχους του άφησε να συντροφεύουν τους ψηλαφούντες την ποίηση και την ψυχή της γραφής. Που σημαίνει πως καλώς επέρασε απ’ εδώ […] Ποιητής και δημοσιογράφος, φιγούρα ασυνήθιστα ευγενής, με μια αριστοκρατική φινέτσα άλλων εποχών, μια γλυκύτητα στο βλέμμα κι έναν καλό λόγο στο στόμα για όλους συνεχώς. Ποιητής του έρωτα κατά βάση, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος. Από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας έχει καταγραφεί ως μια από τις εξέχουσες ποιητικές φωνές της γενιάς του ’70. Για τους συναδέλφους στη δημοσιογραφία άφησε στίγμα ήθους και γνώσης, για τους φίλους του θα μείνει πάντα ένας πολύ αγαπητός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωντάνια, που γευόταν με αρχοντιά τη χαρά της ζωής και μοιραζόταν κουβέντες ψυχής σ’ ένα μπαρ τις μικρές ώρες της μέρας». ~ ΠΟΛΥ ΚΡΗΜΝΙΩΤΗ

Πηγή : http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=13&t=165898#p2295294

«Ο μακαρίτης ποιητής (1949-2004) μας γνέφει από την παραδείσια εικόνα που είχε φτιάξει υπέρ της ποίησής του. Ποίηση ανέγγιχτη που κρατάει από το συμβολισμό των Γάλλων παρακμιακών κι ακόμη πιο πίσω, από τη ρωγμή του Μποντλέρ. Σαράντα χρόνια στα γράμματα που τυπωμένα κι όμως ατύπωτα είναι, γιατί το σώμα προϋποθέτουν, σπαρασσόμενο και σπαραγμένο, γέφυρα, γεφύρωμα και γεφυράκι, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όνειρο διασταλτικό και διαστελλόμενο, το οποίο συλλαμβάνει προφητικά το άλεκτον υπέρ του ήχου και εναντίον του νοήματος: “Και γω, εγώ ένας μικρός μα ξακουστός, ως Τειρεσίας, για να μη σβήσουν το φως μου μπρος στην τόση γύμνια, πάνορμα κορμιά (ενός καιρού που δεν λαξεύει Χρόνος) κρύφτηκα μες στις συστάδες φιλικών τους θάμνων, συμμάχων που μου συμπαραστάθηκαν, πίσω από πεύκα πιστά -σωματοφύλακες αφοσιωμένους, έγινα ένα μ’ αρμυρίκια στη συνωμοσία”. Ο Γ. Καραβασίλης οργανικά, λόγω ηλικίας, ανήκει στην ονομαζόμενη γενιά του ’70. Συνειδησιακά και ψυχολογικά, όμως, βρισκόταν εκτός των υδάτων της. Καλλιέργησε το δικό του χωραφάκι, σπέρνοντάς το με μεσοπολεμικούς σπόρους-τόνους, που μεταφυτεύτηκαν στο τοπίο της δικτατορίας και της μεταπολεμικής πολιτικοποιημένης περιόδου. Παρέμεινε, πάντοτε, μοναχικά πριγκιπικός, ένας ερωτών του έρωτος και ένας ερωτευμένος της ερώτησης, αναπάντητες κλήσεις σ’ έναν τηλεφωνητή, παρατημένο σ’ ένα άδειο δωμάτιο ενός οποιουδήποτε διαμερίσματος σε πυκνοκατοικημένη συνοικία της Αθήνας. Μπορούμε να φανταστούμε τον ποιητή σ’ ένα μπαρ, κάτω από την πλατεία Βικτωρίας ή την πλατεία Αμερικής, πίνοντας τα φαρμάκια της νοσταλγίας, νοσταλγώντας το παραδείσιο πτηνό της πολύχρωμης ζωής, το ωδικόν της παρηγορίας. Ή μήπως ένα καναρίνι στο κλουβί της γκρίζας μοναξιάς, που περιπαίζει το τρέκλισμα και περιπαίζεται από αυτό, καθώς σβήνει η σκιά και η περπατησιά της στο τελείωμα δρόμου κακοφωτισμένου που “κόβεται” από τα χιλιόμετρα διερχόμενου αυτοκινήτου με ταχύτητα εκατό;» ~ΒΑΣΙΛΗΣ Κ.  ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Πηγή: http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=21/05/2004&id=3790636

 

 

Ζωγραφική Alberto Gálvez 


 

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

 

Κέρδισες∙ και το χαμόγελό σου
Ερωτικό ρυάκι συνεπήρε
Καθώς υψώναμε μαζί την Άγια καμπάνα
Των αηδονιών και των κυκλάμινων
Στο θαλερό τοπίο.
Στον τρυγητό της αγκαλιάς μας.
Ο θόλος της κόμης υγρός.
Τα μάτια σου χτυπούν τα γύρω δέντρα.
Διάσπαρτος ήλιος.
Στο δέσιμο της σάρκας
Το κρόταλο του ίσκιου μας στη φυλλωσιά.

( Η  γ ρ α φ ή  κ α ι  τ ο  μ α χ α ί ρ ι )

 

 

ΓΙΑ ΣΕ, ΠΟΥ ΞΕΚΟΨΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΙΟΥ

 

Για σε, που ξέκοψες απ’ το πλευρό του μελισσιού
Και ήρθες να μεθύσεις στο φιλί μου
Θ’ αλλάξω τα μάτια μου.
Για σένα, βέλασμα της ακατοίκητης αυγής,
Με βλέμμα νεκρού αγαπημένου θα φορτίσω τα μάτια μου.
Του πρώτου κόσμου έμβρυο που κούρνιασες στο στέρνο μου,
Θ’ ανεβώ την ηλικία της άγνοιας και της σοφίας
Τα μάτια σου ν’ ανοίξω, το σώμα σου να χτίσω.
Δροσιά μαντηλιού σ’ ετοιμοθάνατο,
Ευφροσύνη χιονιού σε θάλλον στήθος να σε πω.
Και σαν στο αίμα σου, του κάλλους οι βυθοί αναβοσβήνουν,
Θα ξεριζώσω αυτά τα μάτια,
Θα ξεκληρίσω τη δυναστεία του πάθους,
Για να μπορώ κι εγώ να στεγαστώ αγάπη μου,
Για να μπορώ κι εγώ ν’ αγαπηθώ.

( Κ α λ λ ι έ ρ γ ε ι α  τ ο υ  α ί μ α τ ος )

 

 

ΠΕΡΝΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙ

 

Περνά περβόλια, εκκλησιές για να με βρει
Κι  έχει μαζέψει ήλιους, ποταμούς και κάμπους
Και στα μαλλιά της τα λιοστάσια πέλαγα,
Θυμάρι δαχτυλίδι τα σφυρά της.

Περνά βραγιές, φορτώνεται τις πυρκαγιές
Με τον Ιούλιο στη γλώσσα της σπαρμένο.
Πριν φύγει θα της πνίξω κάθε μυρουδιά∙
Στο γυρισμό της να μοιράσει την πνοή μου.

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ

 

Τυφλό αηδόνι χτίζει τη φωλιά του
Καθώς το χέρι μου περνάει στα μαλλιά σου,
Τότε το γέλιο σου παφλάζει, σκάζει στα νερά,
Τους αστερίες ξεσηκώνει,
Φρέσκια δροσιά φυτεύει
Στις πελαγοκυψέλες.

Ακούγεσαι, θ’ ακούγεσαι για δυο χιλιάδες χρόνια.

 

 

ΠΡΟΣΚΑΙΡΟΝ ΣΩΜΑ

 

Τόπος χλωρός ακμάζει σαν γδύνεσαι.

Το ρυάκι τα ρούχα της μαζεύει και φαιδρύνεται.

Πουλιά μεταναστεύουν σε θαλασσινούς κήπους της κόμης.

Ο άνεμος σηκώνει το φουστάνι της φωνής στο γόνατο.

Γλώσσα μου γίνε φιλί της

Στ’ άπατα του σύννεφου
Των ματιών η ξαστεριά.

Ασφυκτική ανθοφορία
Λακτίζει τον κρατήρα σου.

Θάλασσα,
Σεντόνι γαλανό,
Κοιμού στη γύμνια μας.

Όνειρα καλά θα ξενυχτούν στην αγκαλιά μας.

( Τ α  Η δ υ π α θ ή )

 

 

ΠΑΝΤΑ Σ’ ΑΝΑΖΗΤΟΥΣΑ ΚΑΙ ΔΕΝ Σ’ ΕΥΡΙΣΚΑ ΠΟΤΕ

 

Πάντα σ΄ αναζητούσα και δεν σ’ εύρισκα ποτέ
Στα κερδισμένα και χαμένα όνειρα της νύχτας
Κι ακόμα σε τοπία που απαιτούν να τα ορίσεις
Με τα δικά σου στίγματα για να σωθούν,
Στις κατακόμβες του καιρού
Με τις θαμπές, μισοσβησμένες οπτασίες,
Τα πρόσωπα που χάσαμε πριν γεννηθούμε.
Πάντα σ’ αναζητούσα και δεν σ’ εύρισκα ποτέ
Όταν για μια στιγμή, όλα μαζί ανάβαν τα βεγγαλικά
Της λευτεριάς που έπαιρνε μορφή στο σώμα∙
Όταν γυμνός μέχρι τη ρίζα σού δινόμουν
Έως το πιο βαθύ μου κόκαλο
Στο χρόνο βυθιζόμουν και στα πράγματα.
Ω Αναπνοή, που δεν γνωρίζεις πλάτος.

Αλλά, να μεταγγίσω αίμα σ’ ένα φάντασμα;

( Τ α  μ υ σ τ ι κ ά  δ ω μ ά τ ι α  τ ο υ  π ύ ρ γ ο υ )

 

 

ΦΑΣΗ ΘΕΡΙΝΟΥ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟΥ

ΙΙΙ

Καθώς βουτάς σ’ ανυποψίαστα νερά,
Να ξεπλυθείς από τα δάση,
Σε βλέπω μυστική κραυγή
Αόρατο προμήνυμα σ’ ακούω
Της βλάστησης εκείνης:
Να πέσει θέλει, να
Ξεκουραστεί, να σωριαστεί
Στη θάλασσα.

Να μη λησμονηθεί εκείνη η ώρα του τοπίου∙
Πάνω στο σώμα σου∙ για πάντα.

( Τ α  φ ι λ έ ρ η μ α )

 

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ

 

Στιλπνοί μηροί, κρουστοί και δροσερότατοι
Που το καρπούζι σκάει σαν τριζοβολάτε.

{…}

Σάρκα! Στο φυλλοβόλημά σου
Μυριάδες δυο αγριολούλουδα

{…}

Μια υποψία ξαφνική; η ενοχή;
Κάτι σαν βέλος έκοψε στα δυο
Ένα φιλί

{…}

Τα χείλια σου γουστάρω να ρουφήξω τ’ αλανιάρικα,
Τα μάτια σου να πιω τα καφεσαντανιάρικα.

{…}

Περνά περίπολο στα μάτια το φεγγάρι
Μία με τρεις;, με τη φωνή του γρύλου συντροφιά,
Μα από ποιό κρεβάτι απόψε τό ‘χουν πάρει;
Προσπέρασε και ξέχασε να πει τα συνθηματικά.

( Φ α γ ι ά ν τ σ ε ς )

 

 

ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ

 

Κι ήρθες ξανά κορμί
Με σάρκα θάλασσα που ανθίζει τον Σεπτέμβρη,
Γεύση-κρασί ψημένο στο βοριά
Κι ευώδιαζες πρωτόβγαλτο ψωμί
Από καινούργιο στάρι,
Μαγιάτικη δροσιά
Σαν στάζει στο χορτάρι
Κάθε σου μίλημα και χάδι και φιλί.

( Υ π έ ρ  τ ω ν  Μ ο υ σ ώ ν )


 

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΝΑ

1.

Κατάρτια σημαιοστόλιστα
Που καίγονται μεσογιορτής,
Οι έρωτες.

3.

Λευκό εσώρουχο,
Απόφαση για πρόσβαση
Σε λόχμη τρυφερότατη,
Σε χείλη που γλυκοκοιτάζουν.

4.

Πλατυτέρα των αναστεναγμών,
Στην τρυφηλότητά σου δώρισα
Έως βλεφάρων
Στεφάνι σκιερών σαπφείρων.

9.

Στίφη στιλέτων
Στίλβουνε μες στην καρδιά μου,
Μα το δικό σου μαχαιράκι, Δήμια,
Στρίβει τετάνους.

( Τ ο  μ ά τ ι  τ ο υ  τ ο π ί ο υ )



 Όπως ξυπνούν οι εραστές


Νανά Τοκατλή: «…να ‘ναι όσο γίνεται μικρή η προδοσία»


Η   Ν α ν ά    Τ ο κ α τ λ ή  γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τελείωσε με υποτροφία το Γυμνάσιο στις ΗΠΑ.  Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στο εργαστήριο του Γ. Μαυροϊδη και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη. Έλαβε διετή υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας. Έχει στο ενεργητικό της 17 ατομικές εκθέσεις  και συμμετοχή σε πολλές ομαδικές. Έργα της φιλοξενούνται, εξάλλου, στη συλλογή της Σερβικής Ραδιοτηλεόρασης στο Βελιγράδι, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στο Μουσείο Βορρέ, στη συλλογή Ζ. Πορταλάκη και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία και στην Αυστρία.

Η  Ν. Τ. έχει εκδώσει: To the counter-point (ποιήματα στην αγγλική γλώσσα), Πορεία, Αθήνα 2003, Άγγελοι και άλλες μικρές ιστορίες, Καλλιέπεια, Αθήνα 2008, Η Κυκλική Συμφωνία: Ποιήματα, Αθήνα 2011. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, το  π τ ε ρ ό ε νπου έδωσε εξ’ αρχής έμφαση στη σχέση μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής, φιλοξενεί, για δεύτερη φορά, ποιήματα της  Ν. Τ.

Σ. Η.

 

 

 

Ζωγραφική: Νανά Τοκατλή

 Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζονται ακουαρέλες της  Ν. Τ. στο Μουσείο της Αλοννήσου

 http://www.alonissosmuseum.com/pages/Nana-Tokatli.html

 

 


   βράχος

έκρηξις

ήλιοι

 

 

 

από τα «τρία ερωτικά»

1

 Απλωμένο ήταν
το βελούδο
δίπλα στο ατλάζι,
στη διάθεσή μου ήταν
και τα δύο εκεί,
την απόφασή μου περιμένοντας.
Με μια χειρονομία μου
το ατλάζι απομακρύνεται—
έμεινε το βελούδο.
Οι δυο μας τώρα,
εσύ κι εγώ,
μόνοι επιτέλους.
Τώρα μπορούσα να τολμήσω.
Χαϊδεύοντας το βελούδο απαλά,
μπορούσα, άλλη μια φορά,
να έχω, με θαυμαστή ακρίβεια,
τη θύμηση του αγγίγματός σου.

3

Καλά θα είναι απόψε∙
ένα έργο που δεν έχω δει
στην τηλεόραση απόψε.
Ούτε σκέψεις
ούτε τύψεις συνειδήσεως,
μονάχα θα συγκεντρωθώ,
θα νιώσω όπως παλιά.
Μα τώρα τίθεται το ζήτημα
περί της καταστάσεως των πραγμάτων
(αυτό είναι κάτι που θα συζητούσαμε)
κι ύστερα έρχεται η κριτική:
πώς μας μεταχειρίζονται τα «μέσα»
(δεν θα είχαμε πολλά να πούμε και γι’ αυτό;)
Κι έπειτα διαφωνούν—
έχουν κι οι δυο το δίκιο τους, αναμφιβόλως
(μα εμείς θα συνεχίζαμε με τον προσωπικό, τον ήπιο τόνο μας).
Κι έπειτα φιλιούνται.
Διάβολε! — Πόσο μου λείπεις!

(Περιοδικό Δυτικές Ινδίες: Ταξιδεύοντας δια του λόγου… (Ιανουάριος 2001), τεύχ. 3, σελ. 20-21. Απόδοση από το αγγλικό πρωτότυπο: Σπύρος Ηλιόπουλος)

χρόνια  αγαθά

μέθυσέ με
αγράμπελη,
αγιόκλημα,
ρολόι με
στήμονες για δείκτες.
βυθίζομαι σ’ αρώματα
τα βλέφαρα βαραίνουν
έρχονται εικόνες
χρόνια αγαθά
που τα συντρόφευε
της άγνοιας η αγνότης.
για κείνον τον εαυτό
τώρα γίνεται πάλη
να ‘ναι όσο γίνεται
μικρή η προδοσία.

 

 

μικρό  τρελό  πουλί

μικρό τρελό πουλί
κάθετα ανάμεσα στα φύλλα πετάγεσαι
κάνεις στροφή και με πορεία τόξου
στην πρασινάδα χάνεσαι.
ξανά σε βλέπω ίσια πάνω να πετάς
και ξάφνου ημικυκλική βουτιά να κάνεις
στηθάκι κίτρινο, κοιλίτσα γκρι
λίγα γραμμάρια στον αέρα.
χαρούμενο πουλί
μου δείχνεις
πως χωρίς τρέλα
ρηχή είν’ η ζωή.

 

 

το  συννεφάκι

πώς ξέμεινες συννεφάκι
και μοναχό σου αιωρείσαι
ανάμεσα στου πέλαγου
και τ’ ουρανού το μπλέ;
σχήμα φορτηγού πλοίου έχεις
σε ρότα απροσδιόριστη
βέβαιου χαμού.

(Από τη συλλογή Η κυκλική συμφωνία, σελ.33, 56, 57 )

 

η   κίνηση

δάκτυλα δράχτια
μέσα στα
πλούσια μαλλιά

κίνηση
φιλαρέσκειας,
ανασφάλειας και
ματαιοδοξίας

κίνηση τόσο κοινή,
ανάρμοστη
σε ένα τόσο
αρμονικό,
ευγενικό
προφίλ.

(ανέκδοτο ποίημα)

 

τέλος εποχής

Παραθυρόφυλλα
σφραγισμένα,
δωμάτια πλυμένα
με χλωρίνη καθαρά,
κλεισμένα για τον χειμώνα.
Τέλος εποχής.
Οι άνθρωποι εδώ
λίγο θα ξεκουραστούν,
θα θυμηθούν το χώμα,
τα κτήματα
τα παραμελημένα,
αφρόντιστα για μήνες.
Θ΄ αρχίσει ο κόπος
της ελιάς, του τόνου,
τ’ αμυγδάλου.
Μαζί με το θέρος
ανεχώρησε κι η βεβαιότης.
Τέλος εποχής.

(ανέκδοτο ποίημα)

 

Ν   α   ν   ά     Τ   ο   κ   α   τ   λ   ή

 

 

 


Τάσος Λειβαδίτης : Μικρό Ερωτικό Ανθολόγιο


 

 


 
Marc
Chagall : La promenade

 

 

Α Υ Τ Ο  Τ Ο  Α Σ Τ Ε Ρ Ι   Ε Ι Ν Α Ι    Γ Ι Α  Ο Λ Ο Υ Σ  Μ Α Σ  (1952)

Ι

δώσ’ μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Ανάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Τί θ’ απογίνουμε, αγαπημένη;

μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πώς να την αγγίξω;

ΙΙ

ένοιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει το σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.Κι ήταν σα νά ‘χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

Σ’ εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών
ανθρώπων.

ΙΙΙ

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Μα και τί να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.

Ύστερα ερχόταν η βροχή. Μα έγραφα σ’ όλα τα χνωτισμένα
τζάμια τ’ όνομά σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στην κάμαρά μας. Κράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου
ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε
που μου χαμογελούσες.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες  να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Το παιδί μας, Μαρία, θα πρέπει να μοιάζει μ’ όλους τους ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.

ΙV

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Και τότε
όλα τα βράδια κι όλα τ’ άστρα κι όλα τα τραγούδια
θα ‘ναι δικά μας.

 

Marc Chagall : Lovers Flight

 

 

Ο Ι   Γ Υ Ν Α Ι Κ Ε Σ   Μ Ε   Τ’  Α Λ Ο Γ Ι Σ Ι Α   Μ Α Τ  Ι Α  (1958)

Και, να,
που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα
έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη αβεβαιότητα
του έρωτα.
 

Κ Α Ν Τ Α Τ Α  (1960)

Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θά ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη
ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

–σ’ αναζητάω
σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ ένα σπίτι πού  ‘πιασε φωτιά.

 

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α  (1958-1964)

Ο  α ι ώ ν ι ο ς   δ ι ά λ ο γ ο ς

Κι ο άντρας είπε: θά ‘θελα νά ‘μαι θεός. Κι η γυναίκα είπε:
θα γεννήσω σε λίγο.

Σ ε  π α λ ι ό  σ τ υ λ

Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,
τα πάντοτε έκπληκτα μάτια του Θεού.

 

 

Τ    ά   σ   ο   ς     Λ   ε   ι   β   α   δ   ί   τ   η   ς

 

 

. . . . . . . .

Από: Τάσου Λειβαδίτη, Απάνθισμα,  Κέδρος, 1997

Επιλογή  :  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Δ ο υ α τ ζ ή ς


 

T ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς – Μ ι α   γ υ ν α ί κ α

 


Γιώργος Βέης : Μετάξι στον κήπο

 

 

Οκόσων όψις ακοή  μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω
                                                                                                 Ηράκλειτος
απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος

 

Σήμερα το πτερόεν φιλοξενεί τον γνωστό ποιητή και λογοτέχνη  Γ ι ώ ρ γ ο   Β έ η.  Δημοσιεύουμε ποιήματά του  από την τελευταία του  συλλογή:  Mετάξι στον κήπο, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 2010.

Ο  Γ. Β.  έχει εκδόσει δέκα ποιητικές συλλογές  (1970-2008). Ανάμεσά τους, η συλλογή  Λεπτομέρειες κόσμων  κέρδισε  το Βραβείο «Λάμπρος Πορφύρας» της Ακαδημίας Αθηνών το 2008.

Έχει επίσης εκδόσει οκτώ ταξιδιωτικά. Το βιβλίο Ασία , Ασία: Σινικές και άλλες μαρτυρίες, Κέδρος,1999 και 2000, κέρδισε το Κρατικό  Βραβείο 2000, και αρκετές μεταφράσεις.

Eίναι πρέσβυς της Ελλάδας στην Ινδονησία.

. . . . . . . .

Έχω την εντύπωση ότι ο Γ. Β.  και σ’ αυτή τη συλλογή, και μ’ έναν  ιδιαίτερα  εσωτερικό τρόπο, κινείται ανάμεσα στην εφιαλτική  πραγματικότητα και στην μαγεία του τοπίου – ζωής. Αυτό, σε πρώτο πλάνο, και με τον τρόπο που εκφράζεται, μοιάζει να είναι αντιφατικό και συχνά παράδοξο.

Στιγμές μάλιστα, το πήγαιν’-έλα ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, γίνεται αξεδιάλυτο, ωσάν να ήσαν και τα δυο, ένα σώμα. Η ταχύτητα δε της εναλλαγής νοημάτων αλλά κυρίως αποχρώσεων, καθώς και τα διαφορετικά επίπεδα προσέγγισης, καθιστούν αυτή την ποίηση κάθε άλλο παρά ευκολοδιάβατη.

Όμως, αυτά έχει το «αγγελικό και μαύρο, φως», του Σεφέρη, το ίδιο συμβαίνει και με τον «ήλιο κυκλοδίωκτο» του Ανδρέα Κάλβου και πάνω απ’ όλα αυτό μας διδάσκει με την «κυκλοθυμία» του Λόγου του ο Ηράκλειτος.

Μήπως τελικά δεν πρόκειται για αντιφάσεις και για αντίθετες  έννοιες, αλλά για αλληλοσυμπληρούμενες δυνάμεις; Το  ποίημα της συλλογής,  «Εκείνη η λίμνη» (σελ. 11) σηματοδοτεί έντονα αυτή την συλλογιστική.

Σε ό,τι αφορά τα λιγοστά ερωτικά ποιήματα, αν και το ερωτικό στοιχείο με την ευρύτερη αλλά και την εγγύτερη αίσθηση είναι σχεδόν διάχυτο, μοιάζουν λιγότερο πολύπλευρα και πολυπρισματικά, για ν’ αποκτήσουν μια λιτή απογύμνωση (δες «Ιπταμένων δικαίωμα»  σελ. 45, και «Οι βεβαιότητες των μετοίκων», σελ. 32).

Τέλος,  ευχόμαστε το μετάξι του  κήπου ν’ απλωθεί λίγο-λίγο παντού γύρω μας κι εντός μας,  έτσι ώστε να μην σκοτώνουμε την μαγεία του τοπίου-ζωής, να μην τα …απομαγεύουμε!

Β α σ ι λ ι κ ή   Φ ρ ά γ κ ο υ

 

 

Henri Rousseau : Sorpresa

(Λεπτομέρεια)

 

 

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ

Ας κάνουμε το παν να ξεμπερδέψουμε
εγκαίρως όλες τις κλωστές
τις σκευωρίες του χαμένου χρόνου
να ξεπλύνουμε καλά καλά
το παρόν από τα σκουπίδια της σκέψης

έξω φυσάει δυνατά Οδύσσεια

κι έχουμε πιεί τόσο πολύ
κι έχουμε πει τόσα πολλά για τον άνεμο
που φέρνει έλεος και στοργή
παντού μέσα στα ερείπια αυτού του κόσμου
ίσως τώρα να μας πάρει μαζί του
χωρίς επιστροφή χωρίς αστέρια

μόνο όχι άλλο εδώ
μόνο όχι άλλο εδώ

 

ARS POETICA

Οι στάλες
στα πέταλα της πρώιμης άνοιξης
σχηματίζουν πάλι το μονόγραμμά μας.

Πάχνη παλίμψηστη.

Στο μπαλκονάκι
με θέα τον διαλογισμό
πέντε το απόγευμα,
σαν από πολύ παλιά άρωμα γιασεμιού ελαφρύ
διακριτικό
πανίσχυρο όμως
σε πάει όπου θέλει αυτό

αναχώρηση

επιστροφή

αναχώρηση

επιστροφή

 

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ     

(μεταξύ Ορχομενού και Αθήνας)

Αν, επιστρέφοντας  στο σπίτι από μίαν αποτυχημένη
εκδρομή, νιώσουμε κάποιον ανάμεσά μας
να αιωρείται συνέχεια από τις ανάσες μας
καθώς θα περπατάμε χέρι χέρι
θα τον φιλήσουμε κι αυτόν στο στόμα
ή μήπως θα τον σκοτώσουμε;

Μα είσαι ήδη στον ουρανό, δίπλα μου
δηλαδή στην απέναντι γωνία,
σε έχω δει πίσω από τις ανταύγειες
της προσωρινής μεταμόρφωσης σε νερό
σε βροχή που έρχεται από το χάος

(Άλλοτε εσύ την περίμενες, την έλεγες ευλογία)

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει τώρα ν’ αρχίσουμε να γράφουμε
όλο και περισσότερα ποιήματα
για να καθαρίσουμε το τοπίο
από τον τρόμο, την απειλή και τον θάνατο
πρέπει τώρα να εξορκίσουμε τους εφιάλτες
που κρύβονται ακόμη μέσα στην ελευθερία
έτοιμοι να μας πιούν όλο το αίμα
κι επειδή όποιος σήμερα ξεχαστεί μέσα στον εαυτό του
θα είναι αύριο λησμονιά και στάχτη
πρέπει τώρα να μάθει τι θα πει εχθρός και αδικία
διότι η πραγματικότητα δεν γίνεται κατανοητή
χωρίς την κατανόηση της αθλιότητας και της απελπισίας
κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει από τώρα να πάμε στο σχολείο της φαντασίας
για να σώσουμε ξανά τα όνειρα.

 

ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΕΑΡΙΝΗΣ ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ

III

Θα δώσει αξία στ’ όνειρο και ζωή στο γράμμα;
Πάνω από τα πεύκα, πάνω απ’ τη ρεματιά τώρα
γέρνει το παρελθόν, όπως ακριβώς θα το θέλαμε∙
μήπως θ’ αλλάξει επιτέλους τα ονόματά μας;

Απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος, πληγές
κλείνουν, οι βελόνες, οι λεύκες, τα πικρά τα χόρτα
συμφωνούν μαζί μας, λέξεις από σελήνη χρυσές
ίπτανται, σιγή γεννάει η μεταφυσική μας

σύντροφοι το μέλι, η αλήθεια του αέρα,
επιστατεί εδώ  η μαντική άκου, πέταλα
πέτρες ανοίγουν στη μέση, όχι με φαντασία

αλλά με εξαίσιο χάδι, δωρεά τιμία
της άνοιξης δηλαδή τρομερή αλκή, η ίρις
σαν έρωτας που ρίζωσε στου μυαλού σου την κοίτη.

 

ΕΚΕΙΝΗ Η ΛΙΜΝΗ

Όπως το μηδενικό βάρος του ουσιώδους
η μουσική δηλαδή από το φλάουτο
του δόκιμου μοναχού
έτσι ακριβώς και το μήνυμα φτάνει από εκεί
που δεν το περιμένουμε
χωρίς μεσάζοντες
χωρίς φιλοφρονήσεις μιας ασήμαντης ρητορείας

όχι τόσο διφορούμενο ή δυσνόητο

αλλά ξαφνικά δικό μας
σαν το σκοτάδι
που δεν μπορούμε βέβαια να το πούμε
ούτε καν να το δείξουμε
λες και είναι κλεμμένο διαμάντι
ατίμωση ή έκλαμψη

θα ενωθεί όπου νά’ ναι με τα χρώματα του φθινοπώρου.

 

IΠΤΑΜΕΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Την ψάχνει,
όλο κοντά της τριγυρίζει
και σπάει κάθε τόσο τα μούτρα  του
σαν τον Θησέα χωρίς την Αριάδνη του
δεν μπορεί να την ξεχωρίσει
όσο κι αν προσπαθεί
γιατί εκείνη ξέρει να κρύβεται καλά
στο φως του μεσημεριού
ίσως γι’ αυτό θα ονειρευτεί σε λίγο
ότι είναι κι αυτός πέρδικα
που θέλει να πετάξει,
να σωθεί μες στον αέρα.

 

Γ   ι   ώ   ρ   γ   ο   ς       Β   έ   η   ς

 

 

L u z   C a s a l 

Piensa en mi

 


Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού

 

 

 

 

Τ  Ρ  Ι  Α      Π  Ο  Ι  Η  Μ  Α  Τ   Α     Τ  Η  Σ     Μ  Α  Τ  Σ  Η  Σ     Χ  Α  Τ  Ζ  Η  Λ  Α  Ζ  Α  Ρ  Ο  Υ 

 

Ζωγραφική
Henri Rousseau: Les flamants

 

 

Ά τ ι τ λ ο

 

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια.  Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

 

 

Ά τ ι τ λ ο

 

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής τού καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό τού αλόγου.

 

 

Χ α μ ό γ ε λ α



Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ’ άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες στα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

 

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ  (1914 – 1987)

[Άτιτλα] από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος, Αθήνα, 1944
[Χαμόγελα] από τα Δύο Διαφορετικά Ποιήματα (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), περιοδικό Τετράδιο Πρώτο (Αθήνα, Απρίλης 1945) 
http://matsihatzilazarou.wordpress.com/2010/04/10/δεν-ήτανε-ανάγκη-βασίλισσα-να-με-κάνει/
         και
<http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36865.0#ixzz1VD2mytX1>

 

 


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 69 other followers