Just another WordPress.com site

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ορέστης Αλεξάκης : Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό…

.

.

 

Ζωγραφική : Salvador Dalí

.

.

.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

.

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 1989].  Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :

http://orestisalexakis.wordpress.com/2011/03/01/orestis-alexakis-kai-mi-rwtas-giati-thlimmenos-eimai-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B7-%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF/#comments

.

 


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου : «πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

.

.

.

Χαμένη στη μελάνη

 .

Κάπου ανάμεσα

στα σύμφωνα και τα φωνήεντα

χάθηκες απ’ τα μάτια μου

 .

Όσο κι αν σε αναζήτησα

κάτω από αποστρόφους

άνω τελείες και αποσιωπητικά,

.

Αληθινά

«πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

ώρες ολόκληρες να έρθεις καρτερούσα.

.

Τελείες και κόμματα προσπέρασα

στις παύλες γέφυρες απέναντι περνούσα,

με δυσκολία στα θαυμαστικά σκαρφάλωνα

κι απ’ τα στενά τελειώματα

σύντομων στίχων

κάτω ως τα υποσέλιδα

βαριά κατρακυλούσα.

 .

Απ’ την προμετωπίδα κάβους λύνοντας

τα απανωτά κύματα των σελίδων σου

με το σκαρί μου έσκισα,

μα με ορμή, ακυβέρνητη, στον κολοφώνα σου άραξα

 .

Φώναξα

«Τίποτα, αγάπη, τίποτα»

μα χάθηκαν τα λόγια ανείπωτα.

.

Γραμμή γραμμή

τα λόγια σου κατέβηκα

και άλλα τόσα ανέβηκα

μήπως και σε προφτάσω

.

Το χάδι σου λαχτάρισα καθώς,

λατρευτικά φυλλομετρούσες τις σελίδες,

μα εσύ λόγια διαβάζοντας,

για ένα κορμί που πια δεν έχω,

δε με είδες.

 .

Αόρατη πασχίζοντας με αντίβαρο το σώμα

να σ’ εμποδίσω να κλείσεις το βιβλίο,

με δάκρυα τρύπησα το εξώφυλλο

μουσκεύοντας τα απλά των στιγμών μας στοιχεία, του τυπογράφου

το άκαρδο όνομα διαγράφοντας

 .

Εκείνου που άσκεφτα μάς χώρισε,

«αγάπη, αγάπη μου» εκλιπάρησα,

τυπώνοντας τείχη ανάμεσά μας

τα δεκαεξασέλιδα

γεμάτα απ’ των ζεστών

λόγων σου τα νοήματα

εκείνα που παλιά κρυφοψιθύριζες

άγραφα μεσ’ στ’ αυτιά σαν χάδι.

 .

Σαν δάκρυ εκατρακύλησα

στο επόμενο βιβλίο,

σε νέες περιπέτειες

με δράκους κεφαλαίους,

σπήλαια ερωτηματικά

και μάγισσες οξείες.

.

Εσύ, ανύποπτος ξανά,

με το μυαλό στα λόγια,

από το χέρι μ’ έπιασες

να πάμε για το δείπνο,

το πρωινό, τη βόλτα μας

 .

Κι εγώ σε ακολουθούσα,

ξέροντας πως στο χτύπο

κάθε καρδιάς, εσύ άκουγες

ριματοπλέχτη στίχο.

.

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

.

[Η Α. Α. είναι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία". Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες  Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της με το πτερόεν.]

.


Ορέστης Αλεξάκης : … κι όλο βυθίζεσαι στο φως

Ζωγραφική : Gustav Klimt



 
.

Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

.

Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω

.

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις

.

μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας

.

Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις

.

κι όλο βυθίζεσαι στο φως

και μέσα

στην εκτυφλωτική σου λάμψη

σβήνεις

.

Κι εγώ

τινάζω κλαίγοντας

       — γελώντας

και κλαίγοντας —

το δέντρο

και

ξυπνώ

.

και πια

δεν είναι φως

δεν είναι δέντρο

.

μόνο δωμάτιο γκρίζο

βουρκωμένο

και βρέχει

βρέχει

βρέχει

και

δεν είσαι

.

κανείς δεν είναι πια

και με σκεπάζουν

άγρια θολά νερά

.

νερά

και χρόνια

.

.

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)

Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 18-19)

.


Γιώργος Θέμελης : Είναι ένα αίνιγμα

.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine (Detail)

.

Αγαπώ την ώρα

Αγαπώ την ώρα που έρχεσαι
Σαν ανοιχτή γαλάζια ημέρα
Μ’ ένα στόμα σαν κρίνο

Τα δάκρυα ανοίγουν στο πρόσωπο
Όπως ένα ποτάμι
Τ’ απέραντα μάτια

Τα χέρια σου ταξιδεύουν
Σα λευκά περιστέρια

Δώσ’ μου τη δύναμη να κοιτάζω τον ήλιο
Να βλέπω το πρόσωπό σου

Άστρα στολίζουν το μέτωπο
Βυθισμένο στο κύμα της εικόνας σου
Μακρινό καθρεφτισμένο πρωινό

Είναι ένα αίνιγμα
Ένα
Μυστικό

.

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς  (1900 – 1976)

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

Πηγή :  Η πολύτιμη σελίδα “ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: ΒΛΕΠΕ ΤΟ ΦΩΣ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ”

http://giorgosthemelis.wordpress.com/

.


Γιάννης Ρίτσος : τὸ μέγα ἄσκοπο

.

.

.

.

Ἐαρινὴ Συμφωνία

.

XVI

Χαρὰ χαρά.
Δὲ μᾶς νοιάζει
τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας
μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἀγγίξαμε
τὸ μέγα ἄσκοπο
ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.

Ὁ Θεὸς
πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του
στὸ φιλί μας.
Περήφανοι ἐκτελοῦμε
τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.

Ἕνα μικρὸ παράθυρο
βλέπει τὸν κόσμο.
Ἕνα σπουργίτι λέει
τὸν οὐρανό.
Σώπα.

Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας
ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε
μὲς στὸ γαλάζιο βράδι
τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας
καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου
ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν εὐτυχία του.

Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.
Εἶδες;
Σιωπή.
Κλεῖσε τὰ μάτια.

.

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς   (1909-1990)

Ποιήματα 1930-1960, Ἀθήνα,  Κέδρος, 1972, σελ. 237-238.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

.


Σπύρος Ηλιόπουλος / Ξένια Κακάκη : Πτερόεν / Alado

.

.

.

Marc Chagall: Above the Town

.

.

.

.

Π τ ε ρ ό ε ν

                                  [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

.

.

A l a d o

.

Vamos entonces
a aquellos paisajes que, ¿recuerdas?,
se desbordaban ante nuestros ojos los amaneceres de los placeres
dentro de vuelos divinos de aves insólitas
en los contrapuntos de las voces de blancos cisnes cantores
mientras se escabullían de las ventanas abiertas de nuestra alma
y equilibraban en lo alto, en el cielo infinito,
como ahora, esta hora bendita
que, dentro de una visión, te emergiste preciosa
en el patio de mi recuerdo.

Ven conmigo y vístete de
alas de ave exótica para elevarnos tan alto
hasta obsequiar al Mundo y a las cosas
y a los ídolos viejos y olvidados
aquel aspecto libre de nuestro tiempo de infancia
aquella Revelación primera y extraña.

Y luego, al atardecer,
volemos, mujer alada, otra vez
aleteando abrazados hacia la Luz
en nuestra última órbita alegre
en una danza doble y eterna
de una transformada mariposa.

.

Poema: S p i r o s  I l i ó p u l o s

Traducción al español:  X e n i a  K a k a k i

.

.

.


Louis Aragon : Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν


.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine

.

 


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ

.

Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν,
χέρια που ανέκαθεν αναπολώ
νά ’ρθουνε τη μοναξιά μου να σπάσουν,
δώσ’ τα μου νά ιδω έτσι κι εγώ καλό.

Άμα τα πιάνω στη φτενή μου αρπάγη
–δάχτυλα, σκιάξιμο, σάστισμα, φούρια–…
άμα τα πιάνω, όπως λυώνουν οι πάγοι
και το νερό βρίσκει κοίτη καινούργια,

νιώθεις τα ρεύματα που με διαρρέουν,
με κατακλύζουν και με καταχτούν,
που διατρυπούν τα πρανή των ορέων
και τί προδίδουν όσοι έτσι αταχτούν;…

Τί μαρτυράει εδώ η μύχια γλώσσα;
–ρήματα αλάλητα, αγριμιών ορμές,–
βουβά κι ανίδωτα και μύρια όσα
είδωλα μέσα σε μαύρο καθρέφτη… Μες

στην ανεκλάλητη πια ανατριχίλα
τί λεν τα δάχτυλα που έξαφνα πιάνουν
σφιχτά τη λεία τους; Τί λένε; Μίλα!
Σε μια στιγμή-αστραπή το αχανές χάνουν!…

Δώ’ μου τα χέρια σου, της καρδιάς μου εκμαγεία·
σιγάει ο κόσμος –σαν δεν είναι μόνα,
τα χέρια σου– να νιώσει τη μαγεία
του νυσταγμού η ψυχή μου εις τον αιώνα.

.

.

.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΥ

.

Στων ρυακιών το ρέμα κοντοστέκεται Τραγουδά τραγούδια
Τρεχοβολάει Τον ουρανό κοιτώντας κράζει δυνατά κραυγάζει
Τη φούστα έχει ανοιχτή προς τον παράδεισο
Σε γοητεύει σε γοητεύει δηλαδή απόλυτα
Πάνω από μικρά φλοισβίσματα κουνάει ένα κλαράκι
Το άσπρο χέρι της σιγά-σιγά το σέρνει στ’ άσπιλό της μέτωπο
Στα πόδια της ανάμεσα νυφίτσες πιλαλάνε
Και στο καπέλλο της πάει και θρονιάζεται όλο το γαλάζιο

.

L o u i s  A r a g o n  (1897 – 1982)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ARAGON

.

.

.

L E S   M A I N S   D’  E L S A

Δημιουργία  βίντεο : Γιώργος Κεντρωτής

 

.


Paul Éluard : Μ’ έναν έρωτα στο στόμα

.

.

Φωτογραφία της δεκαετίας του 1920

.

 

 

[ Ν Α   Κ Ο Ι Μ Α Σ Α Ι ]

.

Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

.

Μετάφραση: Ο δ υ σ σ έ α ς   Ε λ ύ τ η ς
Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Αθήνα, Ίκαρος, 1976, σελ. 72.

.

.

.

Η   Ε Κ Σ Τ Α Σ Η

.

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.

.

.

.

Μ Ε   Ε Σ Ε Ν Α

.

Κρατώ τον δρόμο σαν ποτήρι
Γεμάτο φως μαγευτικό
Γεμάτο λόγια ανάλαφρα
Αλλά και γέλια άνευ λόγου
Ο πι’ όμορφος της γης καρπός

Διαβάτες πλήρως ψάθινοι
Πουλιά γαλάζιας απουσίας
Στενό κορίτσι και χλωμό
Το τρώνε πάντα οι έγνοιες
Και πάντα μπρός μου βγαίνει να το

Μικρό κορίτσι που ’ν’ μικρό και αρχαίο
Μου δικαιώνει τα όνειρά μου
Ενδίδει και στους πόθους μου
Και μνήμες αφυπνίζει παιδικές
Στο κύμα το χρυσό του δρόμου.

.

.

.

Μ Ε Τ Α Ξ Υ   Σ Ε Λ Η Ν Η Σ   Κ Α Ι   Η Λ Ι Ο Υ

.

Σ’ το λέω, πασίχαρη εσύ και φωτεινή,
Η γύμνια σου μού γλείφει εδώ τα παιδικά μου μάτια
Η έκσταση των τρισόλβιων κυνηγών οφείλεται
Στ’ ότι εκάμαν ν’ αβγατίσει θήραμα τελείως διάφανο
Που διαστέλλεται χωρίς νερό σε ανθοδοχείο μέσα
Σαν σπόρος στη σκιά ενός χαλικοβότσαλου.

Γυμνή σε θωρώ και αραβούργημα εδείχτης που υμνεί
Των ωρών ο δείχτης στην κάθε του κάθετη στροφή
Κι ο ήλιος απλώνει να λιαστούν πέρα ώς πέρα μέσα στην ημέρα
Των ηδονών μου οι αχτίδες που έγιναν μεμιάς πλεξίδες.

.

P a u l   É l u a r d  (1895 1952)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ELUARD

.

.

Φωτογραφία : Alfred Cheney Johnston

.

.

.

.

.


Γιάννης Σκαρίμπας : Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά

.

John William Waterhouse : Boreas, 1902

 

 


ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

.

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπα”
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π ας  (18931984)

Από: http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/skaribas-p.htm

.

.

.

Γιάννης Σκαρίμπας-Νικόλας Άσιμος: «Ουλαλούμ»


Νίκος Εγγονόπουλος : Αγκαλιασμένοι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

ΚΛΕΛΙΑ

ή μάλλον

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΙΙ

 

Μην κλαις — μην κλαις καλή —

τις μέρες που πέρασαν :

είτανε — να το ξέρης — δώρο των θεών

 

η γη σιγά

και πριν ακόμη ο ήλιος που τόσο αγαπάμε σβήση

— και δεν σκοπεύει πια για μας να ξαναβγή —

θε να σε πάρω

— για να προχωρήσουμε —

απ’ το λεπτό χεράκι

 

βλέπεις εκείνο το μνημείο

εκεί πέρα

θ’ ανοίξουμε την πόρτα

και θα μπούμε :

εκεί θε να σε πάρω αγκαλιά

κι’ αγκαλιασμένοι έτσι μια για πάντα

θα χαθούμε

μεσ’ στης Δευτέρας Παρουσίας

τα πολύχρωμα

γυαλιά

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (1957) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 320-321

 


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 75 other followers