Just another WordPress.com site

Archive for Ιουλίου, 2011

Γέητς : Ο Γάτος και η Σελήνη

    

  

       

[Η μετάφραση αφιερώνεται στην μικρή
Σελήνη-Ρέα Πατρινού, για την οποία και
γράφτηκε στις 30 Ιου. 2011. -Σ.Η.]

 

 

 

 

 

 

 

 

Λεπτoμ. από πίνακα του H. Rousseau

 

Ο γάτος βγήκε στο σεργιάνι
και η σελήνη στριφογύρισε σα σβούρα∙
κι ο πιο στενός της συγγενής,
ο μουλωχτός ο γάτος, ύψωσε  το βλέμμα.
Ο  μαύρος Μιναλούς κοίταξε τη σελήνη
γιατί καθώς αλήτευε κι όλο θρηνούσε,
το παγερό της φως στον ουρανό
κέντρισε το γατίσιο του το αίμα.
Βολτάρει ο Μιναλούς μέσα στη χλόη
πατώντας με τη χάρη ενός γόη.
Χορεύεις Μιναλούς, χορεύεις;
Όταν δυο συγγενείς στενοί ανταμώνουν,
τί πιο καλό από ‘ναν εύθυμο χορό;
Κι  ίσως να μάθει κι η σελήνη,
βαριεστημένη από τις τόσες ρεβεράντζες,
κάποια καινούρια χορευτική φιγούρα.
Ο Μιναλούς γλιστράει μέσα  στη χλόη,
απ’ τό ‘να  φεγγαρόφωτο στο άλλο τρέχει
κι η ιερή σελήνη η πάνωθέ του
πως μπήκε σε καινούρια φάση γνέφει.
Να ξέρει τάχα ο Μιναλούς ότι οι κόρες των ματιών του
από τη μια αλλαγή στην άλλη  όλο περνάνε
και τώρα ολόγιομες πως θά ‘ναι,  και  ύστερα
μισές, ολόγιομες, μισές,  και πάλι έτσι;
Ο Μιναλούς γλιστράει μέσα στη χλόη
μόνος, σπουδαίος, μα και σοφός
Και  τ’ αλλαγμένα πάλι μάτια του υψώνει
Προς της σελήνης το  αλλαγμένο φως.

 

W. B. YEATS  (1865-1939)

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 


Οι μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε στον ύπνο

Από τα ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

 

 

 

Εφαρμοσμένος μαρξισμός

Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα κρύβω τα
λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιο άφοβα απ’ το παράθυρο
το φως του φεγγαριού.

Απάντηση

«Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μού λέει.

Ο ποιητής I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο ποιητής ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

Καθ’ ημέραν βίος

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
συμβιβασμοί —
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

 

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ  (1922-1988)

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001

 

——————————————–

 

 

Λειβαδείτης μελοποιημένος: «Αλλά τα βράδια»

 

 

 


Μελισσάνθη: Δύο Ποιήματα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

 

Απ’ το βασίλειο του Πλούτωνα επιστρέφω
του σκοτεινού μου συζύγου
κρατώντας ένα βλασταράκι για πυρσό
την πυρκαγιά της άνοιξης μ’ αυτό ν’ ανάψω
Στον Άδη ψύχος και φωτιά, κύκλος αδιάσπαστης σιωπής
πέρα από κάθε ελπίδα με κρατά δεμένη ζωντανή νεκρή
Στους πεθαμένους πλάι αγρύπνησα
είδα μες στ’ ανοιχτά τους μάτια τον ουρανό απολιθωμένο
κάθε λαμπρότητα του κόσμου να γυρνά σε τέφρα
Κανείς δεν γίνεται με το θνητό του σώμα
ν’ αντισταθεί σε τόσο ψύχος και φωτιά
Πέφτουν τα δάχτυλα νεκρώνονται
τα μάτια καίγονται στεγνώνουν
— μ’ από ‘να δάκρυ του χιονιού κάτω απ’ τα βλέφαρα
μπορεί να μείνουν χρόνους φυλαγμένα —
Λόγια δεν έχει ο Άδης να σου μάθει
μόνο αν μπορέσει μια κραυγή να σου αποσπάσει
την ώρα που η φωνή σου σφίγγεται σε σιδερένια μέγγενη
Ακίνδυνα κανείς ποτέ δεν έμαθε τα μυστικά της κόλασης
Κοιτάχτε αυτό το βλασταράκι το πυρό που φέρνω
κι αν γίνεται, μαντέψετε ποιο είναι του Άδη το χρώμα.

 

 

ΑΣ…

 

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
πού ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό…

 

 

 

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ  (1907-1990)

Οδοιπορικό, Καστανιώτης, 2000 («Περσεφόνη») και http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm («Ας…»)

 

 

 

 

 

 


Kennelly: Το Δώρο του Ιρλανδού (ΙΙ)

 

 

 

ΙΤΙΑ

 

Για να εννοήσεις λίγο
Πώς μπορεί
Να διατηρηθεί μια κλονισμένη αγάπη

Σκέψου
Την απέραντη γαλήνη
της ιτιάς

Μετά τη θύελλα.
Σήμερα ξημερώθηκε τέλεια ήρεμη
Μα χθες τη νύχτα, αυτήν την μεγαλόσχημη μορφή

Την έσεισε, τη χτύπησε
Κάτι που μού ‘μοιασε
Σαν μίσος κοσμικό,

Σατανική επιθυμία
Για σύγχυση και για κατατρεγμό,
Λεηλασία κι εξόντωση

Κάθε κλαδιού και φύλλου
Με κάθε είδους πονηρό
Στρατήγημα

Έτσι ώστε τώρα να μην μπορώ να συλλάβω
Πώς έγινε και πέθανε ο εφιάλτης,
Πώς πέρασε και γύρισε

Σε τούτη τη
Γαλήνη,
Την καθαρή ηρεμία

Που μοιάζει ακλόνητη.
Ένα κλαδί που δεν το φτάνω, λέει:
«Μου κάνει καλό

Να αισθάνομαι
Την μεταμορφωτική πνοή
Του κακού

Επειδή χθες
Οι ρίζες που με τρέφουν
Ήταν χωμένες στην απάθεια του πηλού.

Αλλά αν δεν ήταν η μανία αυτή
Πώς θά ‘χα απαλλαχτεί απ’ τον αργό μου θάνατο;
Πώς θά ‘ξερα

Ότι η δουλειά της θύελλας
Είναι να μου τρομοκρατεί τις ρίζες
Και να με κάνει νέο κλαδί;»

 

 

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ

 

Το ταβάνι είναι έρημο
Οι τοίχοι είναι έρημοι
Τα δέντρα ριγούν από ευγλωττία
Πού έχεις πάει;
Είναι ένας ήχος πίσω απ’ όλους τους ήχους
Ο ήχος των ψυχών
Το θρόισμά τους καθώς αγγίζονται
Σαν δέντρα σε έμπειρο άνεμο.
Ένας φίλος πέθανε χθες
Ένας φίλος θα πεθάνει σήμερα
Ένα παιδί θα το εγκαταλείψουν
Ένα κορίτσι θα πάει στη Λιβύη
(«Σίγουρα κάπου υπάρχουν άνθρωποι που λένε αυτό που σκέφτονται»)
Πού έχεις πάει;
Η ομιλία των δέντρων δεν προδίδει τίποτα,
Αν μπορούσα στ’ αλήθεια ν’ ακούσω
Ίσως και ν’ άκουγα ό,τι έχουνε να πουν
Και νά βρισκα
Γιατί μιλάς όπως μιλούν τα δέντρα.
Δεν μπορώ ν’ ακούσω.
Πού έχεις πάει;

 

 

 

BRENDAN KENNELLY

Brendan Kennelly, Η Πέτρα του Brendan Kennelly, Ερατώ, 1992

Συλλογική μετάφραση (Σαντορίνη, Μάιος 1992).  Τελική επεξεργασία και παρουσίαση:          Λιάνα Σακελλίου

 

 

 


Kennelly: Το Δώρο του Ιρλανδού (Ι)

 

 

 

ΤΟ ΔΩΡΟ

 

Ήρθε σιγά σιγά.
Φοβούμενο την ανεπάρκειά του
Ή κάποια φυσική του αδυναμία
Μικρό και δισταχτικό
Σαν τα μικρά παιδιά στο κεφαλόσκαλο
Ήρθε από μαγαζιά, δωμάτια, ναούς,
Δρόμους και μέρη κακοφωτισμένα.
Ήτανε δώρο που με βρήκε απροετοίμαστο.
Το δέχτηκα.

 

 

Η ΚΕΗΤΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΚΟΡΝΑΒΙΛΛΑ

 

Έχετε πάει στη Γκορναβίλλα
Έχετε δει στη Γκορναβίλλα
Το πρόσχαρο ξανθόμαλλο κορίτσι
Την κόρη τη γλυκειά απ’  τη Γκορναβίλλα;

Λευκότερη κι από γαλήνιο κύκνο
Ή απ’ το χιόνι στον γερμένο κλώνο.
Για το φιλί σου τ’ απαλό και μόνο,
Πεθαίνω Κέητη γλυκειά απ’  τη Γκορναβίλλα.

Πιο ωραία τραγουδάς κι απ’  τον κοκκινολαίμη
Που κάνει τον κατάλευκο θάμνο να τρέμει΄
Είσαι πανί πάνω σε κύματα κυρτά
Ω Κέητη γλυκειά απ’  τη Γκορναβίλλα.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΤΣΥΦΑ


Κοτσύφι ακούω να σφυρίζει
Με ράμφος από κεχριμπάρι΄
Πάνω απ’  το κίτρινο κλωνάρι
Τη λίμνη κάτω ηλεκτρίζει.

 

 

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

 

Διαβόλου νύχτα στον Μεγάλο Βάλτο
Τρέχει η βροχή σαν από τρύπια τσέπη΄
Ο άνεμος βογγάει σαν μεθυσμένος
Πάνω απ’ το δάσος πού ‘χουμε για σκέπη.

 

 

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

 

Είναι ένας άνεμος κακόβουλος απόψε,
Στη θάλασσα αναστάτωση κι οργή΄
Δεν έχω φόβο απ’ τις ορδές των Βίκινγκ
Να με πατήσουν΄ μια καλότυχη είμαι γη.

 

 

 

BRENDAN KENNELLY

Brendan Kennelly, Η Πέτρα του Brendan Kennelly, Ερατώ, 1992

Συλλογική μετάφραση (Σαντορίνη, Μάιος 1992). Τελική επεξεργασία και παρουσίαση:          Λιάνα Σακελλίου

 

 

 

 


«Η ποίηση είναι απροσποίητη»

ΓΚΟΡΚΥ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΛΣΤΟΪ

 

 

— Ο ρομαντισμός πηγάζει από το φόβο να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια, είπε εχθές [ο Τολστόι] σχετικά με τους στίχους του Μπαλμόν.

Ο Σούλερ διαφώνησε μαζί του και, τραυλίζοντας από τη συγκίνηση, διάβασε με πολύ πάθος λίγους ακόμα στίχους.

— Αυτά, Λιόβουσκα, δεν είναι στίχοι. Είναι αγυρτεία, είναι «φληναφήματα» όπως έλεγε ο κόσμος το Μεσαίωνα, είναι μια ασυνάρτητη παράθεση λέξεων.  Η ποίηση είναι απροσποίητη.  Όταν ο Φετ έγραφε:

Ούτε κι εγώ ξέρω τι θα τραγουδήσω,
μα το τραγούδι μου μονάχο του ωριμάζει,

εξέφραζε με τα λόγια αυτά την υπαρκτή, λαϊκή αίσθηση της ποίησης. Ούτε ο μουζίκος ξέρει ότι είναι ποιητής όταν αραδιάζει τα δικά του ωχ, όι, αχ και άι, κι έτσι βγαίνει ένα πραγματικό τραγούδι, κατευθείαν από την ψυχή, σαν το τραγούδι του πουλιού. Αυτοί οι καινούργιοι ποιητές σού μηχανεύονται τα πάντα. Είναι αυτές οι γαλλικές σαχλαμάρες που τις αποκαλούν «articles de Paris»`  ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς κάνουν οι στιχοπλόκοι σου.  Ακόμα και ο Νεκράσωφ επινόησε από την αρχή ώς το τέλος τα στιχάκια του.

— Και ο Μπερανζέ; ρώτησε ο Σούλερ.

— Άλλο πράγμα ο Μπερανζέ! Τι κοινό έχουμε εμείς με τους Γάλλους; Αυτοί είναι φιλήδονοι. Η πνευματική ζωή γι΄αυτούς δεν είναι τόσο σημαντική όσο είναι η σάρκα…

 

 

 

ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΥ

Μετάφραση από τα ρωσικά: Σταυρούλα Αργυροπούλου

Maxim Gorky, Αναμνήσεις από τον Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, Ροές (microMEGA), 2001

 

 

 


Η ποίηση του νερού

 

 

ΧΑΪΚΟΥ Ι

Θαλπωρή σπιτιού
Bαριά σταγόνα βροχής
Δάκρυ στο τζάμι

.

ΧΑΪΚΟΥ ΙΙ

Μετά τη βροχή
Nεροφτερουγίσματα
Tρία σπουργίτια

 

ΑΛΜΥΡΑ

Βουτήξαμε στη θάλασσα
κι ήταν τ’ Άη Νικόλα

Κι η ακινησία του σούρουπου αναρρίγησε
με των κορμιών την κίνηση

Τώρα στο τζάκι τα ξύλα σιγοκαίνε
κι εγώ γεύομαι ξανά
την αλμύρα της στ’ αυτί σου

.

Ν  Ε  Ν  Η    Κ  Ο  Λ  Ε  Θ  Ρ  Α

.


Λάο-Τσε: Η ποίηση της Εράσμιας Ζωής

 

 

Σύμφωνα με την κινέζικη παράδοση, ο Λάο Τσε (γέρος σοφός) γεννήθηκε στην Κίνα γύρω στο 600 π.Χ.  Ήταν σύγχρονος του Κομφούκιου, του οποίου το έργο θεωρούσε πρακτική χωρίς ουσία.  Το βιβλίο του Ταό Τε Κινγκ  (το βιβλίο του μονοπατιού), αναφέρεται σε μια  ζωή απαλλαγμένη από εξουσιασμό, ματαιοδοξία, κομπασμό, κτητικότητα, ανταγωνισμό, απληστία, αρπακτικότητα.  Προτρέπει σε μια ζωή σύμφωνη με την Φύση, δημιουργική και απαρατήρητη (κάτι που μας θυμίζει το «λάθε βιώσας» του Επίκουρου). Είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο που αν και βαθύτατα θρησκευτικό, δεν επικαλείται κανέναν θεό και  δεν παραπέμπει σε  κανένα τελετουργικό. Η θρησκευτικότητά του έγκειται στον σεβασμό της ζωής και στην μη παραβίασή της. Όλα, προκειμένου να βιώσουμε την εσωτερική αρμονία, χρειάζεται να κυλάνε φυσικά, αβίαστα. Ο Λάο Τσε μιλάει για μια δημιουργική απραξία. Ό,τι έρχεται με αγωνία και προσπάθεια, γεννάει εντάσεις  και στο τέλος δυστυχία… Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, όταν απηύδησε  από την ζωή του με τους ανθρώπους, ο Λάο Τσε αποφάσισε να τελειώσει τις ημέρες του σ’ ένα ερημικό μέρος.  Καθ’ οδόν, τον σταμάτησε ένας φύλακας σε μια πύλη της βορειοδυτικής Κίνας και τον έπεισε να καταγράψει τα διδάγματα-ποιήματά του.Ετσι, γράφτηκε το Ταό  Τε Κινγκ.

Παραθέτουμε ορισμένα  εδάφια από το Ταό Τε Κινγκ του Λάο Τσε:

 

 

Σταμάτα προτού ξεχειλίσει.
Το ξυράφι σαν πολυακονίσεις, σύντομα την κόψη του στομώνεις.
Αν σωρό χρυσό και πετράδια συλλέγεις,
ποιος ποτέ θα μπορεί να τα φυλάξει;
Αν τιμές και πλούτη απαιτείς,περίμενε συμφορά.
Αποτέλειωνε τη δουλειά και αποχώρει.

~

Τα πέντε χρώματα τυφλώνουν το μάτι.
Οι πέντε τόνοι κουφαίνουν τ’ αυτί.
Οι πέντε χυμοί ναρκώνουν την γεύση.
Οι αγώνες δρόμου και τα κυνήγια τρελαίνουν το μυαλό.
Τα πολυτελή αντικείμενα αποπλανούν.

Γιαυτό ο συνετός οδηγείται από κείνο που αισθάνεται
κι όχι από αυτό που βλέπει.
Αφήνει τούτο γιά να διαλέξει κείνο.

~

Το απαλότερο πράγμα του κόσμου
Νικά το σκληρότερο πράγμα στον κόσμο.
Το άϋλο εισχωρεί στο αδιαχώρητο.
Γιαυτό γνωρίζω την αξία της απραξίας.

Τη δίχως λόγια διδαχή και δίχως πράξη εργασία
κατανοούν ελάχιστοι.

 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΟΥ

Απόδοση εδαφίων στα ελληνικά: Πέτρος Κουρόπουλος (Λάο Τσε, Ταό Τε Κινγκ, Κέδρος, 1999)

 

 

 


Πολυδούρη

Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ!

 

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τί ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή,
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είναι καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά,
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είναι η στιγμή!
Τη θέλω όλη δικιά μου.
Είναι η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
Μου αρνιέται την ψυχή μου…

 

 

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

 

Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,
που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ
στις ράγιες του βαριά σταματημένο
και πηγαινόρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες.
Κι όσοι που μείνανε κι αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.
Η άδεια θέση κ’ η σιωπή
μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο.
Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν
κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό
λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
δήθεν κ’ η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Από τη συλλογή Ηχώ στο χάος και από τα Ανέκδοτα ποιήματα

 

 


Ο ύπνος είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος


Rene Magritte  :  Le Therapeute II


 

Εμείς, που με τις ωδές μας βρίσκουμε ένα δρόμο,
ξέροντας πού οδηγεί,
εμείς, που αντί για φίλους
έχουμε στίχους μ’ ανθρώπινα μάτια,
όταν ο ύπνος τα πρόβατα και τους βοσκούς ναρκώνει,
πιάνουμε κουβέντα μαζί του,
μ’ αυτόν το δίδυμο αδελφό του θανάτου.
Εμείς που ζεσταινόμαστε απ’ τα χνώτα των ποιημάτων,
μιλάμε συχνά με τον ύπνο,
σα να ήταν ο ήρωας μιας ωδής.
Κι είναι βραδυές που ο ύπνος,
αυτός ο απλοϊκός άνθρωπος,
μας χειρουργεί.

Βραδυές ύποπτες.

 

 

Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ   Β Ε Η Σ

Από τη συλλογή Κι άλλη ποίηση