Just another WordPress.com site

Archive for Ιουλίου, 2011

Γέητς : Ο Γάτος και η Σελήνη

    

  

       

[Η μετάφραση αφιερώνεται στην μικρή
Σελήνη-Ρέα Πατρινού, για την οποία και
γράφτηκε στις 30 Ιου. 2011. -Σ.Η.]

 

 

 

 

 

 

 

 

Λεπτoμ. από πίνακα του H. Rousseau

 

Ο γάτος βγήκε στο σεργιάνι
και η σελήνη στριφογύρισε σα σβούρα∙
κι ο πιο στενός της συγγενής,
ο μουλωχτός ο γάτος, ύψωσε  το βλέμμα.
Ο  μαύρος Μιναλούς κοίταξε τη σελήνη
γιατί καθώς αλήτευε κι όλο θρηνούσε,
το παγερό της φως στον ουρανό
κέντρισε το γατίσιο του το αίμα.
Βολτάρει ο Μιναλούς μέσα στη χλόη
πατώντας με τη χάρη ενός γόη.
Χορεύεις Μιναλούς, χορεύεις;
Όταν δυο συγγενείς στενοί ανταμώνουν,
τί πιο καλό από ‘ναν εύθυμο χορό;
Κι  ίσως να μάθει κι η σελήνη,
βαριεστημένη από τις τόσες ρεβεράντζες,
κάποια καινούρια χορευτική φιγούρα.
Ο Μιναλούς γλιστράει μέσα  στη χλόη,
απ’ τό ‘να  φεγγαρόφωτο στο άλλο τρέχει
κι η ιερή σελήνη η πάνωθέ του
πως μπήκε σε καινούρια φάση γνέφει.
Να ξέρει τάχα ο Μιναλούς ότι οι κόρες των ματιών του
από τη μια αλλαγή στην άλλη  όλο περνάνε
και τώρα ολόγιομες πως θά ‘ναι,  και  ύστερα
μισές, ολόγιομες, μισές,  και πάλι έτσι;
Ο Μιναλούς γλιστράει μέσα στη χλόη
μόνος, σπουδαίος, μα και σοφός
Και  τ’ αλλαγμένα πάλι μάτια του υψώνει
Προς της σελήνης το  αλλαγμένο φως.

 

W. B. YEATS  (1865-1939)

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 


Οι μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε στον ύπνο

Από τα ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

 

 

 

Εφαρμοσμένος μαρξισμός

Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα κρύβω τα
λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιο άφοβα απ’ το παράθυρο
το φως του φεγγαριού.

Απάντηση

«Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μού λέει.

Ο ποιητής I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο ποιητής ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

Καθ’ ημέραν βίος

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
συμβιβασμοί —
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

 

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ  (1922-1988)

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001

 

——————————————–

 

 

Λειβαδείτης μελοποιημένος: «Αλλά τα βράδια»

 

 

 


Μελισσάνθη: Δύο Ποιήματα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

 

Απ’ το βασίλειο του Πλούτωνα επιστρέφω
του σκοτεινού μου συζύγου
κρατώντας ένα βλασταράκι για πυρσό
την πυρκαγιά της άνοιξης μ’ αυτό ν’ ανάψω
Στον Άδη ψύχος και φωτιά, κύκλος αδιάσπαστης σιωπής
πέρα από κάθε ελπίδα με κρατά δεμένη ζωντανή νεκρή
Στους πεθαμένους πλάι αγρύπνησα
είδα μες στ’ ανοιχτά τους μάτια τον ουρανό απολιθωμένο
κάθε λαμπρότητα του κόσμου να γυρνά σε τέφρα
Κανείς δεν γίνεται με το θνητό του σώμα
ν’ αντισταθεί σε τόσο ψύχος και φωτιά
Πέφτουν τα δάχτυλα νεκρώνονται
τα μάτια καίγονται στεγνώνουν
— μ’ από ‘να δάκρυ του χιονιού κάτω απ’ τα βλέφαρα
μπορεί να μείνουν χρόνους φυλαγμένα —
Λόγια δεν έχει ο Άδης να σου μάθει
μόνο αν μπορέσει μια κραυγή να σου αποσπάσει
την ώρα που η φωνή σου σφίγγεται σε σιδερένια μέγγενη
Ακίνδυνα κανείς ποτέ δεν έμαθε τα μυστικά της κόλασης
Κοιτάχτε αυτό το βλασταράκι το πυρό που φέρνω
κι αν γίνεται, μαντέψετε ποιο είναι του Άδη το χρώμα.

 

 

ΑΣ…

 

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
πού ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό…

 

 

 

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ  (1907-1990)

Οδοιπορικό, Καστανιώτης, 2000 («Περσεφόνη») και http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm («Ας…»)

 

 

 

 

 

 


Kennelly: Το Δώρο του Ιρλανδού (ΙΙ)

 

 

 

ΙΤΙΑ

 

Για να εννοήσεις λίγο
Πώς μπορεί
Να διατηρηθεί μια κλονισμένη αγάπη

Σκέψου
Την απέραντη γαλήνη
της ιτιάς

Μετά τη θύελλα.
Σήμερα ξημερώθηκε τέλεια ήρεμη
Μα χθες τη νύχτα, αυτήν την μεγαλόσχημη μορφή

Την έσεισε, τη χτύπησε
Κάτι που μού ‘μοιασε
Σαν μίσος κοσμικό,

Σατανική επιθυμία
Για σύγχυση και για κατατρεγμό,
Λεηλασία κι εξόντωση

Κάθε κλαδιού και φύλλου
Με κάθε είδους πονηρό
Στρατήγημα

Έτσι ώστε τώρα να μην μπορώ να συλλάβω
Πώς έγινε και πέθανε ο εφιάλτης,
Πώς πέρασε και γύρισε

Σε τούτη τη
Γαλήνη,
Την καθαρή ηρεμία

Που μοιάζει ακλόνητη.
Ένα κλαδί που δεν το φτάνω, λέει:
«Μου κάνει καλό

Να αισθάνομαι
Την μεταμορφωτική πνοή
Του κακού

Επειδή χθες
Οι ρίζες που με τρέφουν
Ήταν χωμένες στην απάθεια του πηλού.

Αλλά αν δεν ήταν η μανία αυτή
Πώς θά ‘χα απαλλαχτεί απ’ τον αργό μου θάνατο;
Πώς θά ‘ξερα

Ότι η δουλειά της θύελλας
Είναι να μου τρομοκρατεί τις ρίζες
Και να με κάνει νέο κλαδί;»

 

 

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ

 

Το ταβάνι είναι έρημο
Οι τοίχοι είναι έρημοι
Τα δέντρα ριγούν από ευγλωττία
Πού έχεις πάει;
Είναι ένας ήχος πίσω απ’ όλους τους ήχους
Ο ήχος των ψυχών
Το θρόισμά τους καθώς αγγίζονται
Σαν δέντρα σε έμπειρο άνεμο.
Ένας φίλος πέθανε χθες
Ένας φίλος θα πεθάνει σήμερα
Ένα παιδί θα το εγκαταλείψουν
Ένα κορίτσι θα πάει στη Λιβύη
(«Σίγουρα κάπου υπάρχουν άνθρωποι που λένε αυτό που σκέφτονται»)
Πού έχεις πάει;
Η ομιλία των δέντρων δεν προδίδει τίποτα,
Αν μπορούσα στ’ αλήθεια ν’ ακούσω
Ίσως και ν’ άκουγα ό,τι έχουνε να πουν
Και νά βρισκα
Γιατί μιλάς όπως μιλούν τα δέντρα.
Δεν μπορώ ν’ ακούσω.
Πού έχεις πάει;

 

 

 

BRENDAN KENNELLY

Brendan Kennelly, Η Πέτρα του Brendan Kennelly, Ερατώ, 1992

Συλλογική μετάφραση (Σαντορίνη, Μάιος 1992).  Τελική επεξεργασία και παρουσίαση:          Λιάνα Σακελλίου

 

 

 


Kennelly: Το Δώρο του Ιρλανδού (Ι)

 

 

 

ΤΟ ΔΩΡΟ

 

Ήρθε σιγά σιγά.
Φοβούμενο την ανεπάρκειά του
Ή κάποια φυσική του αδυναμία
Μικρό και δισταχτικό
Σαν τα μικρά παιδιά στο κεφαλόσκαλο
Ήρθε από μαγαζιά, δωμάτια, ναούς,
Δρόμους και μέρη κακοφωτισμένα.
Ήτανε δώρο που με βρήκε απροετοίμαστο.
Το δέχτηκα.

 

 

Η ΚΕΗΤΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΚΟΡΝΑΒΙΛΛΑ

 

Έχετε πάει στη Γκορναβίλλα
Έχετε δει στη Γκορναβίλλα
Το πρόσχαρο ξανθόμαλλο κορίτσι
Την κόρη τη γλυκειά απ’  τη Γκορναβίλλα;

Λευκότερη κι από γαλήνιο κύκνο
Ή απ’ το χιόνι στον γερμένο κλώνο.
Για το φιλί σου τ’ απαλό και μόνο,
Πεθαίνω Κέητη γλυκειά απ’  τη Γκορναβίλλα.

Πιο ωραία τραγουδάς κι απ’  τον κοκκινολαίμη
Που κάνει τον κατάλευκο θάμνο να τρέμει΄
Είσαι πανί πάνω σε κύματα κυρτά
Ω Κέητη γλυκειά απ’  τη Γκορναβίλλα.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΤΣΥΦΑ


Κοτσύφι ακούω να σφυρίζει
Με ράμφος από κεχριμπάρι΄
Πάνω απ’  το κίτρινο κλωνάρι
Τη λίμνη κάτω ηλεκτρίζει.

 

 

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

 

Διαβόλου νύχτα στον Μεγάλο Βάλτο
Τρέχει η βροχή σαν από τρύπια τσέπη΄
Ο άνεμος βογγάει σαν μεθυσμένος
Πάνω απ’ το δάσος πού ‘χουμε για σκέπη.

 

 

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

 

Είναι ένας άνεμος κακόβουλος απόψε,
Στη θάλασσα αναστάτωση κι οργή΄
Δεν έχω φόβο απ’ τις ορδές των Βίκινγκ
Να με πατήσουν΄ μια καλότυχη είμαι γη.

 

 

 

BRENDAN KENNELLY

Brendan Kennelly, Η Πέτρα του Brendan Kennelly, Ερατώ, 1992

Συλλογική μετάφραση (Σαντορίνη, Μάιος 1992). Τελική επεξεργασία και παρουσίαση:          Λιάνα Σακελλίου

 

 

 

 


«Η ποίηση είναι απροσποίητη»

ΓΚΟΡΚΥ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΛΣΤΟΪ

 

 

— Ο ρομαντισμός πηγάζει από το φόβο να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια, είπε εχθές [ο Τολστόι] σχετικά με τους στίχους του Μπαλμόν.

Ο Σούλερ διαφώνησε μαζί του και, τραυλίζοντας από τη συγκίνηση, διάβασε με πολύ πάθος λίγους ακόμα στίχους.

— Αυτά, Λιόβουσκα, δεν είναι στίχοι. Είναι αγυρτεία, είναι «φληναφήματα» όπως έλεγε ο κόσμος το Μεσαίωνα, είναι μια ασυνάρτητη παράθεση λέξεων.  Η ποίηση είναι απροσποίητη.  Όταν ο Φετ έγραφε:

Ούτε κι εγώ ξέρω τι θα τραγουδήσω,
μα το τραγούδι μου μονάχο του ωριμάζει,

εξέφραζε με τα λόγια αυτά την υπαρκτή, λαϊκή αίσθηση της ποίησης. Ούτε ο μουζίκος ξέρει ότι είναι ποιητής όταν αραδιάζει τα δικά του ωχ, όι, αχ και άι, κι έτσι βγαίνει ένα πραγματικό τραγούδι, κατευθείαν από την ψυχή, σαν το τραγούδι του πουλιού. Αυτοί οι καινούργιοι ποιητές σού μηχανεύονται τα πάντα. Είναι αυτές οι γαλλικές σαχλαμάρες που τις αποκαλούν «articles de Paris»`  ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς κάνουν οι στιχοπλόκοι σου.  Ακόμα και ο Νεκράσωφ επινόησε από την αρχή ώς το τέλος τα στιχάκια του.

— Και ο Μπερανζέ; ρώτησε ο Σούλερ.

— Άλλο πράγμα ο Μπερανζέ! Τι κοινό έχουμε εμείς με τους Γάλλους; Αυτοί είναι φιλήδονοι. Η πνευματική ζωή γι΄αυτούς δεν είναι τόσο σημαντική όσο είναι η σάρκα…

 

 

 

ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΥ

Μετάφραση από τα ρωσικά: Σταυρούλα Αργυροπούλου

Maxim Gorky, Αναμνήσεις από τον Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, Ροές (microMEGA), 2001

 

 

 


Η ποίηση του νερού

 

 

ΧΑΪΚΟΥ Ι

Θαλπωρή σπιτιού
Bαριά σταγόνα βροχής
Δάκρυ στο τζάμι

.

ΧΑΪΚΟΥ ΙΙ

Μετά τη βροχή
Nεροφτερουγίσματα
Tρία σπουργίτια

 

ΑΛΜΥΡΑ

Βουτήξαμε στη θάλασσα
κι ήταν τ’ Άη Νικόλα

Κι η ακινησία του σούρουπου αναρρίγησε
με των κορμιών την κίνηση

Τώρα στο τζάκι τα ξύλα σιγοκαίνε
κι εγώ γεύομαι ξανά
την αλμύρα της στ’ αυτί σου

.

Ν  Ε  Ν  Η    Κ  Ο  Λ  Ε  Θ  Ρ  Α

.


Λάο-Τσε: Η ποίηση της Εράσμιας Ζωής

 

 

Σύμφωνα με την κινέζικη παράδοση, ο Λάο Τσε (γέρος σοφός) γεννήθηκε στην Κίνα γύρω στο 600 π.Χ.  Ήταν σύγχρονος του Κομφούκιου, του οποίου το έργο θεωρούσε πρακτική χωρίς ουσία.  Το βιβλίο του Ταό Τε Κινγκ  (το βιβλίο του μονοπατιού), αναφέρεται σε μια  ζωή απαλλαγμένη από εξουσιασμό, ματαιοδοξία, κομπασμό, κτητικότητα, ανταγωνισμό, απληστία, αρπακτικότητα.  Προτρέπει σε μια ζωή σύμφωνη με την Φύση, δημιουργική και απαρατήρητη (κάτι που μας θυμίζει το «λάθε βιώσας» του Επίκουρου). Είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο που αν και βαθύτατα θρησκευτικό, δεν επικαλείται κανέναν θεό και  δεν παραπέμπει σε  κανένα τελετουργικό. Η θρησκευτικότητά του έγκειται στον σεβασμό της ζωής και στην μη παραβίασή της. Όλα, προκειμένου να βιώσουμε την εσωτερική αρμονία, χρειάζεται να κυλάνε φυσικά, αβίαστα. Ο Λάο Τσε μιλάει για μια δημιουργική απραξία. Ό,τι έρχεται με αγωνία και προσπάθεια, γεννάει εντάσεις  και στο τέλος δυστυχία… Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, όταν απηύδησε  από την ζωή του με τους ανθρώπους, ο Λάο Τσε αποφάσισε να τελειώσει τις ημέρες του σ’ ένα ερημικό μέρος.  Καθ’ οδόν, τον σταμάτησε ένας φύλακας σε μια πύλη της βορειοδυτικής Κίνας και τον έπεισε να καταγράψει τα διδάγματα-ποιήματά του.Ετσι, γράφτηκε το Ταό  Τε Κινγκ.

Παραθέτουμε ορισμένα  εδάφια από το Ταό Τε Κινγκ του Λάο Τσε:

 

 

Σταμάτα προτού ξεχειλίσει.
Το ξυράφι σαν πολυακονίσεις, σύντομα την κόψη του στομώνεις.
Αν σωρό χρυσό και πετράδια συλλέγεις,
ποιος ποτέ θα μπορεί να τα φυλάξει;
Αν τιμές και πλούτη απαιτείς,περίμενε συμφορά.
Αποτέλειωνε τη δουλειά και αποχώρει.

~

Τα πέντε χρώματα τυφλώνουν το μάτι.
Οι πέντε τόνοι κουφαίνουν τ’ αυτί.
Οι πέντε χυμοί ναρκώνουν την γεύση.
Οι αγώνες δρόμου και τα κυνήγια τρελαίνουν το μυαλό.
Τα πολυτελή αντικείμενα αποπλανούν.

Γιαυτό ο συνετός οδηγείται από κείνο που αισθάνεται
κι όχι από αυτό που βλέπει.
Αφήνει τούτο γιά να διαλέξει κείνο.

~

Το απαλότερο πράγμα του κόσμου
Νικά το σκληρότερο πράγμα στον κόσμο.
Το άϋλο εισχωρεί στο αδιαχώρητο.
Γιαυτό γνωρίζω την αξία της απραξίας.

Τη δίχως λόγια διδαχή και δίχως πράξη εργασία
κατανοούν ελάχιστοι.

 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΟΥ

Απόδοση εδαφίων στα ελληνικά: Πέτρος Κουρόπουλος (Λάο Τσε, Ταό Τε Κινγκ, Κέδρος, 1999)

 

 

 


Πολυδούρη

Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ!

 

Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τί ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη

κι αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή,
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είναι καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά,
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είναι η στιγμή!
Τη θέλω όλη δικιά μου.
Είναι η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί…
Μου αρνιέται την ψυχή μου…

 

 

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

 

Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,
που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ
στις ράγιες του βαριά σταματημένο
και πηγαινόρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες.
Κι όσοι που μείνανε κι αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.
Η άδεια θέση κ’ η σιωπή
μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο.
Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν
κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό
λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
δήθεν κ’ η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Από τη συλλογή Ηχώ στο χάος και από τα Ανέκδοτα ποιήματα

 

 


Ο ύπνος είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος


Rene Magritte  :  Le Therapeute II


 

Εμείς, που με τις ωδές μας βρίσκουμε ένα δρόμο,
ξέροντας πού οδηγεί,
εμείς, που αντί για φίλους
έχουμε στίχους μ’ ανθρώπινα μάτια,
όταν ο ύπνος τα πρόβατα και τους βοσκούς ναρκώνει,
πιάνουμε κουβέντα μαζί του,
μ’ αυτόν το δίδυμο αδελφό του θανάτου.
Εμείς που ζεσταινόμαστε απ’ τα χνώτα των ποιημάτων,
μιλάμε συχνά με τον ύπνο,
σα να ήταν ο ήρωας μιας ωδής.
Κι είναι βραδυές που ο ύπνος,
αυτός ο απλοϊκός άνθρωπος,
μας χειρουργεί.

Βραδυές ύποπτες.

 

 

Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ   Β Ε Η Σ

Από τη συλλογή Κι άλλη ποίηση

 

 

 


«…δεν ξέρω γιατί, αλλά με κάμνει να δακρύζω»

Έχω φτάσει σχεδόν βαθιά γεράματα. Οι σκέψεις μου για τα διάφορα πράγματα της ζωής έχουν, στην πορεία της, μεταβληθεί.  Ένα πράγμα δεν άλλαξε, αντίθετα στέριωσε στην ψυχή μου … Νιώθω πως η  γυναίκα όταν τραγουδά είναι η πιο όμορφη ανθρώπινη λειτουργία … Το διαπιστώνω τώρα πηγαίνοντας πίσω, όσο θυμάμαι, στην πιο μακρινή παιδική μου ηλικία… Μού ‘μεινε στην ψυχή πως το γυναικείο τραγούδισμα σταματά ολωσδιόλου τη ροή της καθημερινότητας, ισοπεδώνοντας τους ανθρώπους σ΄ ένα ομαλό έδαφος, όπου τους ενώνει το κοινό σημείο επικοινωνίας, η τραγουδίστρια. Πρέπει όμως να πω, με κάποια επιφύλαξη, πως αυτά τα αισθήματα καταλαμβάνουν, σε μεγάλο βαθμό, τους άντρες. Δε γνωρίζω δηλαδή αν αυτό οφείλεται στην πρωτογενή έλξη των φύλων. Αλλά πάλι γιατί να είναι έτσι; Η τραγουδίστρια μπορεί να είναι πανάσχημη. Αυτό συνέβαινε στο παρελθόν με τις κατά κανόνα χοντρές και ασουλούπωτες τραγουδίστριες. Βέβαια, ομορφιά και κομψότητα προσθέτουν στη λατρεία της τραγουδίστριας. Ναι, λέγω λατρεία, γιατί αυτό είναι το αίσθημα που ένιωθα. Κάτι πολύ πιο πάνω από το θαυμασμό, αλλά ταυτόχρονα εμποτισμένο στη μαγεία του άπιαστου, άγνωστου, ας το πω, αντικειμένου. Αυτό ακριβώς μου συμβαίνει με τη Μαρία Κάλλας, με ένα τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο.

… Γράφονται πολλά για τη μαγεία και την έλξη που ασκεί αυτή η γυναίκα πάνω στη σκηνή. Έχω όμως τη γνώμη πως αν τη δει κανείς στο δρόμο η παρουσία της θα ασκήσει την ίδια έλξη και γοητεία. Δε γνωρίζω, και ούτε θέλω να μάθω, αν συμβαίνει το ίδιο στην προσωπική και απόλυτα ιδιωτική της ζωή. Το μόνο που ξέρω είναι πως όταν βάζει τα χέρια χιαστί στο στήθος, με τις παλάμες λίγο πιο κάτω από τους ώμους δίπλα στο λαιμό, και γέρνει το κεφάλι στη μια πλευρά για να αρθρώσει το τραγικό μέρος μιας άριας, ή μια ψηλή νότα, με το υπόλοιπο κορμί ακίνητο, δημιουργεί την πιο όμορφη, συγκινητική ανθρώπινη στάση που γνώρισα ποτέ. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά με κάμνει να δακρύζω.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ

Η ερμηνεία, Λευκωσία 1995

 

……………………………………

 

 

……………………………………

 

 

 


Από την κυκλική συμφωνία

 

 

ΗΒΗ

τα πόδια στο απέναντι
πεζούλι είχε ακουμπήσει,
πάνω στους μισάνοιχτους μηρούς
ήταν ένα βιβλίο
κι η κορδέλα
που ‘δειχνε τις σελίδες
όπως κατέβαινε
κόκκινη, μεταξωτή
άγγιζε την ήβη.

 

Τ’ ΑΝΕΜΟΥ

κάλπαζε στην  έρημη πεδιάδα
μόλις ξεκίναγε να πρασινίζει
μ’ άγριο, χοντρό νήμα μάλλινο
παρμένο απ’ την ανέμη ήταν
τα μακριά μαλλιά δεμένα
κι ο άνεμος τα σήκωνε ψηλά
παράλληλα με τον ορίζοντα
την ράχη και την ουρά τ’ αλόγου.

 

 

Ν Α Ν Α   Τ Ο Κ Α Τ Λ Η

Η κυκλική συμφωνία,  2011

 

 

 


Νίκος Καρούζος : Ρομαντικός επίλογος

 

 

 

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγκο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα …
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.


Aπό τη συλλογή Πενθήματα, 1969

 

 

 


Μίλτος Σαχτούρης : Γιά τόν Νίκο Καρούζο

 

 

 

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.


Από  τη συλλογή Έκτοτε, 1996

 

 

 


Μίλτος Σαχτούρης : Τὸ πράσινο ἀπόγεμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἐκεῖνο τὸ πράσινο ἀπόγεμα
ὁ θάνατος εἶχε βάλει, στόχο τὴν αὐλή μου
ἀπ᾿ τὸ νεκρό μου τὸ παράθυρο
μὲ τὸ βελούδινό μου μάτι
τὸν ἔβλεπα νὰ τριγυρνάει
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν κουλουρτζῆ
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν λαχειοπώλη
καὶ τὰ παιδιὰ τίποτα δὲν ὑποπτεύονταν
ἔπαιζαν μὲ πιστόλια καὶ τσίριζαν
αὐτὸς πάλι γύριζε καὶ πλησίαζε
καὶ πάλι μάκραινε καὶ ἔφευγε
ὕστερα ξαναρχόταν
στὸ τέλος ἀγριεύτηκε
ἄρχισε νὰ οὐρλιάζει
ἔβαψε τὰ μάτια καὶ τὰ νύχια του
φούσκωσε τὰ βυζιά του
ἄρχισε νὰ μιλάει μὲ ψιλὴ φωνὴ
ἔκανε σὰ γυναίκα…

τότε εἶναι ποὺ ἔφυγε ὁριστικὰ
ψιθυρίζοντας:

-Δὲν εἶχα τύχη σήμερα
αὔριο θὰ ξανάρθω

Από τη συλλογή Το σκεύος, 1971

 

 

 



Οι σάλπιγγες της Αποκαλύψεως

 

 

 

 

[ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

Τελικά κανείς δεν έβλεπε ακόμα την τρομερή προειδοποίηση, νυχτερίδες κούρνιαζαν πάνω στο νιπτήρα, οι λειχήνες έτρωγαν σιγά σιγά τους τοίχους και μόνον η Δωροθέα δινόταν μ΄ ευψυχία στους περαστικούς — ο πιο αξιολύπητος όμως ήταν ο τρίτος, «γιατί με κυνηγούν;» ρώτησε, «κι όμως εγώ αγρυπνούσα»  ξανάπε σαν νά ‘ταν αυτό ένα άλλοθι, γιατί υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου κι επειδή είμαι προνοητικός, τα βράδια τακτοποιώ τις λέξεις με τ’ άλλα φαντάσματα — κι άξαφνα το ρολόι σταμάτησε, εγώ βρισκόμουν στο υπόγειο, γιατί κατέβηκα εδώ;» είπα σιγανά.

Αλλά δεν ήταν κανείς ν’ απαντήσει…

 

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Βιολέτες για μια εποχή, Κέδρος, 9η έκδ., 2001

 

 

 


Η Δευτέρα Παρουσία

 

 

 

 

 

 

Ζωγραφική : William Blake

 

 

Πετάει διαγράφοντας  ολοένα πιο  μεγάλους κύκλους
το γεράκι :  τον γερακάρη  πια ν’ ακούσει δεν μπορεί.
Τα πάντα καταρρέουν, το κέντρο δεν κρατάει.
Ωμή αναρχία  λύνεται στον κόσμο,
απ’ το αίμα θολός λύνετ’  ο ποταμός, και παντού
η τελετή της αθωότητας πνίγεται:
οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση καμιά, ενώ οι χειρότεροι
κεντρίζονται απ’  την ένταση του πάθους.

Σίγουρα κάποια αποκάλυψη σιμώνει,
το δίχως άλλο  η Δευτέρα Παρουσία πλησιάζει.
Η Δευτέρα Παρουσία!  Ίσα που βγαίνει αυτή η κουβέντα
κι απ’ το Spiritus Mundi  μια απέραντη εικόνα
τη ματιά μου θολώνει:  κάπου στην άμμο της ερήμου
μορφή με σώμα λέοντος κι ανθρώπου κεφαλή,
μ’  έν’  άδειο βλέμμα,  άσπλαχνο σαν τον ήλιο,
σαλεύει με μηρούς αργούς, ενώ τριγύρω
στριφογυρνούν σκιές πουλιών  εξοργισμένων.
Πέφτει και πάλι το σκοτάδι. Τώρα όμως ξέρω
πως είκοσι αιώνες  πετρωμένου ύπνου
τους  κέντρισ’ εφιάλτης που εκπορεύτηκε από λίκνο
και ποιο θεριό τραχύ, τώρα πού  ‘φτασ΄ η ώρα του,
βαριά βαδίζει κατά τη Βηθλεέμ να γεννηθεί;

 

W. B. YEATS
Μτφρ. Σπύρος Ηλιόπουλος

(Νέα μετάφραση, Ιουλ. 2011)

…..

Σ.τ.Μ.   Στο ποίημα «Οι Μάγοι«,  υπάρχει προσδοκία για την έλευση  του θεού  ενός νέου ιστορικού κύκλου. Όταν όμως  ο θεός αυτός έρχεται, στη «Δευτέρα Παρουσία», είναι εφιαλτικός. Σχετική είναι η επιστολή τού Yeats (8 Απρ. 1936) στην Ethel Mannin: «Όσο η αίσθησή μου της πραγματικότητας βαθαίνει, και νομίζω, αυτό γίνεται με την ηλικία, η φρίκη μου εμπρός στην ωμότητα των κυβερνήσεων μεγαλώνει […] Δεν έμεινα σιωπηλός: χρησιμοποίησα το μοναδικό μέσο έκφρασης που διαθέτω –το στίχο. Αν έχετε πρόχειρα τα ποιήματά μου , κοιτάχτε ένα ποίημα που λέγεται Η Δευτέρα Παρουσία. Γράφτηκε εδώ και δεκαέξι ή δεκαεφτά χρόνια και προείπε αυτά που γίνουνται. Από τότες έγραψα ξανά και ξανά για το ίδιο πράγμα. Αυτό θα φανεί λίγο σ’ έναν πρακτικό άνθρωπο σαν εσάς, γιατί τα όπλα ενός ποιητή χρειάζουνται πενήντα χρόνια για να επηρεάσουν μιαν υπόθεση». (Η μετάφραση της επιστολής είναι του Γιώργου Σεφέρη και περιλαμβάνεται στις σημειώσεις των Αντιγραφώντου, 2η έκδ., Αθήνα, 1978, σελ. 149).

 


Οι Μάγοι

 

 

Τώρα όπως κάθε φορά μπορώ να δω μέσα στο νου
εκείνους τους χλομούς με τη σκληρή χρωματιστή περιβολή
νά ’ρχονται και να φεύγουν στο γαλάζιο τ’ ουρανού
μ’ όλα τ’ αρχαία τους πρόσωπα σαν πέτρες στη βροχή,
μ’ όλες τις ασημένιες περικεφαλαίες κοντά κοντά,
μ’ όλα τα μάτια απλανή, ελπίζοντας να ξαναβρούν εδώ,
οι ανικανοποίητοι απ’ την ταραχή τού Γολγοθά,
το αχαλίνωτο μυστήριο στης φάτνης το σανό.

 

W.  B.   Y E A T S
Μτφρ.  Σπύρος Ηλιόπουλος

W. B. Yeats, Ποιήματα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999

…..

Σ.τ.Μ. Το ποίημα σχετίζεται με την κυκλική αντίληψη της ιστορίας. Οι Μάγοι δεν έχουν ικανοποιηθεί από τη γέννηση του Χριστού, από την «ταραχή του Γολγοθά», καθώς αυτή εκφράζει μια μερική αποκάλυψη του κοσμικού μυστηρίου, μια μερική ενσάρκωση του θείου, και προσδοκούν την ενσάρκωση του θεού ενός νέου ιστορικού κύκλου.

 

 


Για τη γαλήνη της

 

 

 

 

 

 

 

 

Giorgio de Chiricho : Horses by the Seashore

 

Ακούω τ’ άλογα τα Ξωτικά, τις μακριές τους χαίτες που κουνούν
και τις οπλές βαριές μες στην αντάρα, τα μάτια τους λευκά που τρεμολάμπουν.
Κι απλώνει επάνω τους, κοντά, έρπουσα νύχτα ο Βορράς
κι η Ανατολή κρυφή χαράν απλώνει, πριν απ’ το χάραμα
κι η δύση δάκρυα δρόσου στάζει, κι αναστενάζει, καθώς ψυχορραγεί.
Χάμω τα ρόδα του σκορπά ο Νότος της πορφυρής φωτιάς.
Ω ματαιοδοξία του Ύπνου, της Ελπίδας και του Ονείρου, της ατελείωτης Πεθυμιάς,
τ’  Άλογα της Καταστροφής βουτούν τα πόδια στη  βαριά τη λάσπη.
Καλή μου, άσε τα μάτια σου να μισοκλείσουν, τον κτύπο της καρδιά σου ν’ ακουστεί
επάνω στην καρδιά μου, κι  άσ’  τα μαλλιά σου να χυθούν στο στέρνο μου.
Πνίξε τη μοναχική την ώρα της αγάπης στο βαθύ δείλι της γαλήνης
και κρύψε τ’ ανταριασμένα πόδια τους και τις κυματιστές τους χαίτες.

 

 

W.  B.   Y E A T S
Μτφρ.  Σπύρος Ηλιόπουλος

W. B. Yeats, 70 Ερωτικά, Επιμέλεια-Σχολιασμός Σπύρος Ηλιόπουλος – Μαρία Σιδηροπούλου, Εστία, 4η έκδοση, 2008

…..

Σ.τ.Μ. Πρώτη δημοσίευση: Ιανουάριος του 1896. Όπως και σε άλλα ποιήματα του  Yeats , το ερωτικό στοιχείο συνδέεται κι εδώ με τον αποκρυφισμό και την ιρλανδική μυθολογία. Ο  Yeats σημειώνει για το ποίημα: «Ακολουθώ την ιρλανδική και άλλες μυθολογίες, καθώς και τη μαγική παράδοση, στο συσχετισμό του Βορρά με τη νύχτα και τον ύπνο, της Ανατολής […] με την ελπίδα, του Νότου […] με το πάθος και την επιθυμία,  και της Δύσης […] με τα χλωμά πράγματα του ονείρου». Τα «Άλογα της Καταστροφής» σχετίζονται με τις προφητείες για κάποιον «μαγικό Αρμαγεδδώνα».


Τρόμος αγνώστων

 

 

 

 

 

 

 

 

Ζωγραφική : Modigliani

 

Ψηλή
λιγνή
πολύ πιωμένη
θλιμμένη απέραντα.

Στέρνο σκαμμένο
στήθια πεσμένα
και συνθλιμμένα
από χέρια αγνώστων.

Φάντασμα μοιάζει.
Γυρνάει,  κοιτάζει
και με τρομάζει.

 

 

© ΣΠΥΡΟΣ  ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΗΜ. : Μια άλλη εκδοχή δημοσιεύτηκε στο περ. Ναύδετο (Μάρτιος – Μάιος 2008), τευχ. 7, σελ. 47.

 

 


« ‘Βλέπω’ ανθρώπους κεκοιμημένους …»

                                                              

                                


                                                         

                                                                                     

 

         

                                                                         

 Ζ ω γ ρ α φ ι κ ή  :  R e n e   M a g r i t t e    


                                                                             [της Νατάσσας]

Σου τό ‘χα πει πατέρα
στείλε μου μήνυμα πώς είσαι, πώς περνάς
πέρα απ’ τον τάφο.
Τί είδες όταν άνοιξες την πόρτα;
Έχει πουλιά του παραδείσου
και παγώνια πλουμιστά  εκειπέρα;

Παράπονο δεν είχα τα πρώτα χρόνια.
Ερχόσουν τακτικά στον ύπνο μου
Και μού ΄λεγες, σε μένα τον πεντάρφανο,
«Καλώς τον» και μ’ αγκάλιαζες σφιχτά,
« Καλώς τον, ξύπνησες;
Δεν είναι, γιέ μου, ξύπνημα ο θάνατος
σε μια ζωή σαν την παλιά,  μονάχα
πιο πραγματική και πιο χαρούμενη;»

Ύστερα κάτι έγινε. Αραίωσαν οι επισκέψεις.
Λες κι ήσουν θυμωμένος, τάχα με παρεξήγησες
Τότε που πούλησα  το σπίτι στο χωριό.
Δεν ξαναφανερώθηκες.

Πάλι σου ζήτησα να μου μηνύσεις πώς είσαι και τί κάνεις.
Βρήκες ίσκιο εκεί, βρήκες πλατάνια  και τρεχούμενα νερά;
Βρήκες τον Νίκο και τον Τάκη τον κουρέα;
Παίζεις κανένα τάβλι;
Η μάνα σε γκρινιάζει πού και πού;

Περίμενα, δεν μού ‘πες τίποτα
και πέρασαν τα χρόνια. Μα  τώρα λέω,
περιμένεις  πως θά ‘ρθω εγώ για να  σε βρω
στα όνειρά σου.
Και θα μου ξαναπείς,  «Καλώς τον, ξύπνησες;»

Θα κάνουμε καλή παρέα
Κι ας είμαι τελευταία στο τάβλι ντεφορμέ.

 

 

© Σ Π Υ Ρ Ο Σ   Η Λ Ι Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ
Αύγουστος 2010

 

 



Κόκκινο σάλι

 

 

 

 

 

 

Ζωγραφική  Klimt – επεξ. St. Even

 

Πάνω απ’ τα καταπράσινα
στιλπνά φύλλα του ιβίσκου
η πρωινή σελήνη ολόγιομη, ολόγυμνη
κολυμπά, λες αιώνια, ξανά
στο απαλό σιέλ
τ’ ουρανού.

Αποβραδίς  ξεχάστηκε
απρόσεχτα ριγμένο
στου αίθριου το λευκό ανάκλιντρο
του έρωτα το  άλικο σάλι, κατακόκκινο
μονάχο τραγικά, ξεχασμένο να πάλλεται
μέσα στης  νύχτας τις  ασύστολες   πνοές
πάλι ξυπνώντας  μεσονύχτιες  ηδονές,
που,  μετά του ύπνου τη στοργή,
τώρα κανείς πια δεν ρωτά
γιατί παντοτινά  μέσα  στη λήθη
εγκαταλείφθηκαν:

μα έτσι τυχαία ριγμένο
καλεί σιωπηλά τους ωραίους θεούς
με το βλέμμα  το  απέραντ’   ατάραχο
ν’ αγαπήσουν ξανά κι εξαρχής
το αιφνίδιο, και πρόσκαιρο, κι άναρχο.

 

© ΣΠΥΡΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

 


:adivinanza:


Edward Burne-Jones : Night

 

σαν τα αστέρια ~
που Λεύτερα και ανυστερόβουλα
κρέμονται στον ψηλό ουρανό
έτσι σ’ αγαπώ και κρέμομαι κι εγώ…

como las estrellas
que libre y sinceramente
flotan en el alto cielo
de este mismo modo yo también te amo y floto…

Ξ έ ν ι α  Κ α κ ά κ η

http://a-lyr.blogspot.com/2011/05/blog-post_14.html

 

 

 


Marina Mar

   

    

[Με αφορμή  την  «Infanta Marina»
τού Wallace Stevens]

Οι βαθιές των πτερύγων πτυχές
ως ιστίων τροπές κι ελιγμοί αναδύονταν
σε βραδινές, μυθικές ανελίξεις, μεταλλάξεις
ενός πλάσματος άλλων Συμπάντων
μακριά, απ’ τις άχρονες πύλες
μιας Αιώνιας Θάλασσας.

Κι έτσι περιπλανιόταν
ποθητή κι ανιστόρητη
σε μιαν άχρονη διάρκεια
ώς τους λαμπρούς επέκεινα ορίζοντες
με μιας βεντάλιας τις ρυθμικές περιστροφές
ως φευγαλέο, ενός σώματος άυλου, ριπίδισμα
Ίνδαλμα της Εσπέρας

— μα αναπόδραστα κυκλωμένη εκεί
μέσα σε ήχους και ψίθυρους
όπου πνίγονταν κι έσβηναν
αργά, στη σιωπή.

 

© ΣΠΥΡΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
23-01-2009