Just another WordPress.com site

Archive for Αύγουστος, 2011

Βασίλης Κομπορόζος : Didgeridoo

 

 

Ο Βασίλης Μιχ. Κομπορόζος  γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1974. Είναι καθηγητής της  Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφραστής, Πτυχιούχος του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Αθηνών, με Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία».

Οι δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν ποιητικές συλλογές (Από το Συναξάρι των Ονείρων, 2003,  Αϋπνίες Ονείρων, εκδ. Γαβριηλίδης 2004, Ο Κιθαρωδός και τα Σκουπίδια, εκδ. Ίβυκος 2007), καθώς και συνεργασίες  σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες ποίησης.

Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Κυπριακή ποίηση και πεζογραφία από τα Ελληνικά  στα Αγγλικά και έχει συγγράψει  δοκίμια, χιουμοριστικά έμμετρα παραμύθια  και θεατρικά  έργα με παράλληλο ανέβασμά τους σε μαθητικές θεατρικές παραστάσεις.

Ασχολείται επίσης με τη  μετάφραση κειμένων Middle English  (Αγγλικά του 14-15ου αιώνα) και τη μελέτη της  Λατινικής Γλώσσας.

 

 

Τέχνη των Αβοριγίνων της Αυστραλίας

 

D I D G E R I D O O*

Didgeridoo
αρχέγονες ακούστηκαν οι νότες
σα φως αρχέγονο και χαρά βρέφους
didgeridoo παλμός πρωτόλειος
στην ανόθευτη πεδιάδα

didgeridoo θλιμμένα αντιλάλησε
στο σκοτεινό λειμώνα των ευκαλύπτων
μέτρα του παρελθόντος απώτερα
πριν η ιστορία μάθει τη γραφή

και καβάλα στην πλάτη της χρόνο χρόνο
αιώνες διαβαίνει χιλιετίες υπερβαίνει
αφτιασίδωτο αέρα ν’ αγκαλιάσει

didgeridoo ξέθαψε κραυγή και ρίγος
την ιστορία ντύνοντας παράπονο
didgeridoo γονάτισε μπροστά της
απόκρυφα κι απόκοσμα για να μάθει

didgeridoo μια νύχτα κι ένας μουσικός
φθόγγοι σκοτεινοί σα ζούγκλα
και λέξεις σαν τις τρύπες των τερμιτών
στο ακατέργαστο ξύλο

didgeridoo τοιχογραφίες θρύλων
και λανθάνοντα αισθήματα
πέντε αισθήσεις στην αρχική πνοή τους
έξι ήπειροι στα γεννοφάσκια τους
σαν μουσική στο σάστισμα και τη μέθη
των πρώτων σίγουρων βημάτων της
τότε που λίγα ξύλα και μια φωτιά
σκορπούσαν απλόχερα την ευτυχία
τότε που οι άνθρωποι
διάφανες είχαν μνήμες της χώρας
του Γιχών του Φισών του Τίγρη του Ευφράτη
κι επέλεξαν ολότελα να τις διαγράψουν

didgeridoo απόδραση σ’ άλλο παρόν
εκεί που ο καθένας ακούει
τη δικιά του σιωπηλή κι έναστρη μουσική.

. . . . . . . . . . . .

(*) Πανάρχαιο μουσικό όργανο των Αβοριγίνων της Αυστραλίας, το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Κανονικά «ετοιμάζεται» από την ίδια τη φύση: Πρόκειται για ένα μακρόστενο κλαδί ευκαλύπτου στο οποίο έχουν ανοιχθεί τρύπες από τους τερμίτες, Έπειτα οι Αβορίγινες ζωγραφίζουν πάνω του διάφορες παραστάσεις.

 

 

Ε Χ Α Σ Α   Μ Ι Α   Λ Ε Ξ Η

Κάπου μού  ‘πεσε
και δεν μπορώ να τη βρω.
Τέσσερεις συλλαβές θαρρώ
ένα φυτώριο στίχων
σπάργανο ποιήματος.

Έχασα την έμπνευση.
Και να πεις πως ήταν μεγάλη!
Μια λέξη μόνο
τόση όση χρειάζεται
για να ενηλικιωθεί ένα ποίημα
στους λειμώνες του χαρτιού.

Έχασα αποκλίνουσες στιγμές
απ’ το εκκρεμές του μυστικού μου χρόνου
και ίσιο δρόμο από τις λοξοδρομίες
του μυαλού.

Έχασα λίγα γράμματα
την αύρα που τα κάνει λέξη
και το χρώμα που παίρνουν
σαν αποθηκεύονται στο μυαλό.

Έχασα μια φωνή
απ’ τα κιτάπια του αίματός μου
μια ενέργεια μια έγκλιση
το υποκείμενο και τ’ αντικείμενό της.

Ίσως να είναι παιχνιδιάρα
να μου κάνει φάρσα.
Ίσως πάλι να μου ετοιμάζει
κανένα επίγραμμα

«ο μεγάλος ποιητής
που νόμισε πως βρήκε τη λέξη».

 

Π Ο Ι Η Σ Η

Απομονωμένη λέξη
γυμνή
καυτές χαίνουσες πληγές
αίμα ποτάμι
πάνω στα βράχια
της τόλμης
που τα κατασπαράζουν
με το φαρμάκι τους
οι Λερναίες Ύδρες
των κυμάτων
του κόσμου

και παραδίπλα
ένας δαυλός αναμμένος
που δεν τολμάνε
να ζυγώσουν.

 

 

Β  α  σ  ί  λ  η  ς    Κ  ο  μ  π  ο  ρ  ό  ζ  ο  ς

. . . . . . . . . . . .

«Ποίηση»: αδημοσίευτο

«Didgeridoo», «Έχασα μια λέξη»: Ο Κιθαρωδός και τα Σκουπίδια, Ίβυκος 2007, σελ. 19 και 23.

Πηγή για  Τέχνη των Αβοριγίνων της Αυστραλίας:

http://www.google.gr/imgres?q=australia+aboriginal+art&hl=el&client=firefox-a&hs=vfj&sa=X&rls=org.mozilla:el:official&biw=1280&bih=882&tbm=isch&tbnid=mv9mrmOY4j989M:&imgrefurl=http://blog.gmedical.com/Locums-for-a-Small-World/%3FTag%3DAboriginal%2520Art&docid=lg6cxsw01r8RQM&w=400&h=247&ei=UBZeTuvTHsbE4gTv-JEQ&zoom=1&iact=hc&vpx=327&vpy=495&dur=231&hovh=176&hovw=286&tx=114&ty=64&page=11&tbnh=149&tbnw=242&start=219&ndsp=23&ved=1t:429,r:19,s:219

 

 


Η Σάρκα του Κόσμου και του Πάθους

 

 

 

 

Κ Ω Σ Τ Η  Σ    Μ Ο Σ Κ Ω Φ   :   Η   Σ Α Ρ Κ Α    Σ Ο Υ    Ο Λ Η     Κ Α Ι     Ε Ν Α    Π Ο Ι Η Μ Α

«Ταξίδι στο Λόγο, ταξίδι στον Καιρό και στην Ιστορία, ταξίδι στον Έρωτα και στον Άλλο, η Σάρκα Σου Όλη […]‘’Συμπαντικές εκρήξεις, τόσο εκκωφαντικές που δεν μπορεί να τις ακούσει κανείς’’ είναι οι καταγραφές σ’ αυτά τα κείμενα […] Ονειρικά τοπία σ’ ένα λόγο ελλειπτικό και κάποτε παραληρηματικό […], με τη χαρακτηριστική γραφή του Κωστή Μοσκώφ […]»

Βάνα Χαραλαμπίδου

 

Η    Σ  ά  ρ  κ  α      Σ  ο  υ      Ό  λ  η  

(α π ό σ π α σ μ α)


[Και το πολύ του Έρωτα κατάργησε τον Καιρό, κι ο Έρωτας κατάργησε το Θάνατο]

[Είμαστε ακόμα έγκλειστοι δίχως τον Άλλο]


[Ο Όσιος] έλεγε το Πιστεύω των πιστών με τον τρόπο των Σούφηδων που στο τάγμα τους, των Μελβελή Δερβίσηδων, ανήκε. Και στροβιλίζονταν ώσπου να βρει την έκσταση. Και ο Ολόκληρος του έδινε το χέρι να τον ανεβάσει –- προς ώρας έστω — στον Κήπο του Παραδείσου. Και έβλεπε τους μπαξέδες με τα ρόδα. Και τους μπαξέδες με τα γιασεμιά. Και τους μπαξέδες με τα γαρούφαλα. Στα χίλια και ένα χρώματά τους. Και αγαλλίαζε με τις εξήντα εννέα διαφορετικές ευωδίες. Και έβλεπε και τα ποτάμια που ρέουν γάλα. Και τα ποτάμια που ρέουν ανθόνερο — μαγιέτ ουάρντ. Και τα άλλα τα αργόσυρτα ποτάμια.

Εκείνα που ρέουν μέλι. Και Εσένα να κάθεσαι κάτω από τον πιο ψηλό φοίνικα. Και να περιμένεις.  Καταργώντας με την ένταση της αγάπης σου τον θάνατο. Και τους Αιώνες. Και να δίνεσαι στον σφοδρό έρωτα που ποιεί τη Σάρκα Πνοή. Και να γεύεσαι και τους εκατό τρόπους του Έρωτα —τις μυστικές διόδους της χοάνης. Και κατόπιν να μοιράζεις την αγάπη σου — ό,τι περισσεύει. Στα τρία δισεκατομμύρια των ζωντανών. Και στα εκατόν δέκα δισεκατομμύρια των πεθαμένων. Και στα ερπετά. Και στα όρνια. Και σε αυτούς που είναι γέροι. Και σε αυτούς που είναι άσχημοι. Και σε αυτούς που είναι ηλίθιοι και σε καταδιώκουν. Και στον κόσμο ολόκληρο. Όχι μόνο τον νυν αλλά και τον πριν και τον μέλλοντα κόσμο.  Και να σπέρνεις έτσι όλους τους σπόρους σου.  Αλλά και τη λάμψη της ψυχής. Και να πέφτεις στα πόδια του. «Εσένα Αγαπώ, Μόνο Εσένα». Και το Εσένα να γίνεται το Εμένα και το Εμείς — ο Ολόκληρος.

 

 

Τ α   δ ε λ φ ί ν ι α   π ή ρ α ν   α π ό   π ί σ ω   τ ο   φ ε γ γ ά ρ ι

~.~

Τα δελφίνια πήραν από πίσω το φεγγάρι
τραγουδούν πάνω στις κορφές των καταρτιών
– αύριο
θα πάω να βρω τη ματιά σου
εκεί που την άφησα στο ακρογιάλι…

«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα»,
η όψη σου σαν της Εκάτης χλομή,
να γυρεύω ολονυκτίς τα χείλη σου
και συ τον γιασεμί Ερμή…

Έρχεται, έρχεται η Διώνη
με το τσιτάκι της ν’ ανεμίζει στον Βαρδάρη
έρχεται, έρχεται ο Άδωνις
με φουσκωμένο το μπλουτζίν
με ανοικτό το μπλε πουκαμισάκι…
Πηδά χαρούμενη, σκοινάκι, η ψυχή τής Τσιμισκή…

 

 

Κ  ω  σ   τ  ή  ς     Μ  ο  σ  κ  ώ  φ  

 Από τη συλλογή Ποιήματα, εκδ. Καστανιώτη 1987

. . . . . . . . . . . .

Ο Κωστής Μοσκώφ (1939-1998) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Παρισίων.  Μορφωτικός σύμβουλος της Ελλάδας στο Κάιρο, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή. Ιστορικός, δοκιμιογράφος και ποιητής, δημοσίευσε, μεταξύ άλλων:  Η Κοινωνική Συνείδηση στην Ποίηση της Θεσσαλονίκης (1979), Η Πράξη και η Σιωπή: Τα όρια του έρωτα της ιστορίας – Δοκίμια ΙΙ (1983),  Εισαγωγικά στην Ιστορία του Κινήματος της Εργατικής Τάξης:  Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα (1985), Ποιήματα (1985 & 1987), Ανθολογία Αραβικής Ποίησης (1993), Ανθολογία Εβραϊκής Ποίησης (1997), Η Σάρκα Σου Όλη (1998).

 

 

Π  Η  Γ  Ε  Σ :

Κωστής  Μοσκώφ,  Η Σάρκα Σου Όλη, Εξάντας 1998, σελ. 7, 46-47.

Πηγή για το για το ποίημα:
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=20945.0

 

 

 


Το χαϊκού: Μπασό και Ίσσα

 

 

 

Μ Ι Κ Ρ Ε Σ  Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ  Γ Ι Α  Τ Ο  Χ Α Ϊ Κ Ο Υ

 

Τα  χαϊκάι  (η λέξη χαϊκού καθιερώθηκε πολύ αργότερα, τον 20ο αιώνα) άρχισαν ν’ αναπτύσσονται  στο τέλος του 12ου αιώνα. Προήλθαν από την ομαδική ποίηση γνωστή σαν ρυάκα (ποίηση με ερωτήσεις-απαντήσεις). Λίγο λίγο και πάντα προφορικά, θέλοντας να ενώσουν τις στροφές νοηματικά και σαν ένα είδους ομαδικού παιχνιδιού, δημιουργήθηκε μια σειρά στίχων που οδήγησε στα λεγόμενα χαϊκάι-ρένγκα.

Τα χαϊκάι  αποτελούντο από δύο λέξεις και σήμαιναν «διασκεδαστικό» και «αστείο». Ήσαν δε γραμμένα στην καθημερινή γλώσσα, σαν αντίδραση στην επίσημη ανακτορική γλώσσα .

Τον 13ο αιώνα, εμφανίζονται τα πρώτα χόκκου σαν ξεχωριστή μορφή, έχοντας έναν περιπαιχτικό κυρίως χαρακτήρα. Μέχρι τον 15ο αιώνα, αυτονομήθηκαν σαν ποίηση  δίνοντας έμφαση στο παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες.

Το «κλασσικό» χαϊκού, εδραιώθηκε τον 16ο αιώνα.  Σ΄ αυτή την εποχή θα σταθούμε κι εμείς και ειδικά στους Ματσούο Μπασό και Κομπαγιάσι Ίσσα. Ήδη το Ζεν, έχει δώσει το «στίγμα» του στην ποίηση αυτή:  η λιτή και συμπυκνωμένη μορφή του χαϊκού (5-7-5) ενώνεται  με το πνεύμα του Ζεν,  που δεν είναι άλλο από την ανάδειξη της στιγμής σε αιωνιότητα. Πρόκειται για βίωμα και γι’ αυτό, επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει»  αυτή την γεύση του αιώνιου. Δεν πρόκειται για «ινσταντανέ» ιστορίες, μήτε για απλές περιγραφές. Γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να  περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου.

Δεν πρόκειται βέβαια  και για ψυχολογική ποίηση. Ωστόσο, μέσα από την αναφορά στην Φύση (σχεδόν πάντα) αναδύεται και ο ποιητής με την ανάλογη διάθεση: λύπη, χαρά, κλάμα γέλιο, απόλαυση, γαλήνη, μοναξιά. Δεν  είναι αφηρημένα ποιήματα. Υπάρχουν λέξεις-εργαλεία, συγκεκριμένες και  συχνά ανάλογες  με την εποχή του χρόνου (Κίγκο) που προκαλούν και τα αντίστοιχα συναισθήματα.

Έτσι, έχουμε ενδεικτικά τις ανθισμένες κερασιές, τις πεταλούδες ,τις ιτιές και το κελάηδημα των αηδονιών,  τους βατράχους, τις λίμνες ,τις λιβελλούλες, τα κρίνα , τον τζίτζικα, το απογευματινό αεράκι, τα σύννεφα, την πανσέληνο, τα κόκκινα φύλλα, τον σαλίγκαρο, τα στάχια, τα σκιάχτρα,  το χιόνι, τις παγωμένες καλύβες, τις δαμασκηνιές, τις πάπιες.

Ένα άλλο  ζήτημα, είναι η κλασσική αρχιτεκτονική του χαϊκού (5-7-5) και το αν χρειάζεται ή όχι να διατηρείται κυρίως στην μεταφορά τους σε άλλες γλώσσες από την ιαπωνική. Αυτό το θέμα έχει συζητηθεί και έχει αμφισβητηθεί ευρέως. Πολλοί είναι εκείνοι και στην Ιαπωνία, που δεν μένουν προσκολλημένοι στη μορφή. Πρώτος ο Μασαόκα Σίκι (1867-1902)  που θεωρείται ο ιδρυτής του σύγχρονου χαϊκού, ακολούθησε μια αυτόνομη μορφή ποίησης. Ο ίδιος μάλιστα  καθιέρωσε τον όρο χαϊκού από χακάϊ ή χόκκου.

Ιδού τρία χαϊκού τού Σίκι  σε μετάφραση του Σωκράτη Σκαρτσή:

Φαντάσου,
ο μοναχός έφυγε
πριν λάμψει το φεγγάρι. 

–Πέτρα
στην καλοκαιρινή πεδιάδα
–έδρα του κόσμου.

–Καλοκαιρινός ουρανός
καθαρός απ’ τη βροχή
–μερμήγκια στη γραμμή.

Όπως είπαμε πιο πάνω, σκεφτήκαμε να παρουσιάσουμε  στίχους  δύο αντιπροσωπευτικών ποιητών της κλασσικής εποχής του χαϊκού, του  Μπασό και  του Ίσσα. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, έβαλαν  για τα καλά το  Ζεν στην ποίησή τους, ανάγοντας το παρόν σε μοναδικό, αιώνιο χρόνο, με απλότητα, αφαιρετικότητα  και χιούμορ ενίοτε.

Β α σ ι λ ι κ ή  Φ ρ ά γ κ ο υ

 

 

 

 

 Ζωγραφική: Hiroshige

 


Μ Α Τ Σ Ο Υ Ο  Μ Π Α Σ Ο  (1644-1694)

 

Χειμωνιάτικη μέρα,
πάνω στ’ άλογό μου
παγωμένος ίσκιος.

Φθινοπωρινό φεγγάρι,
η παλίρροια αφρίζει
πάνω στο πορτόνι.

Φθινόπωρο
–και τα πουλιά και τα σύννεφα ακόμη
μοιάζουν γέρικα.

Έλα δες,
αληθινά λουλούδια
αυτού του οδυνηρού κόσμου.

 (Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής)

 

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο.

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

Όταν αστράφτει
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

(Απόδοση: Διονύσης Καψάλης)

 

γέρικη λίμνη
πηδάει ένα βατράχι
σκίρτημα νερού

μια πεταλούδα
γλιστρά στα φύλλα της
ιτιάς· Απρίλης…

φθινοπωριάζει:
θάλασσα κι ορυζώνες
ένα πράσινο

να μεθύσω· να
πέσω να κοιμηθώ σε
ρόδινες πέτρες

δροσοσταλίδα,
άσε με να ξεπλύνω
τη μαυρίλα μου

απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα

πώς να διαβάσω;
τέλειωσε το λαδάκι
·
πάω για ύπνο 

(Μετάφραση:  Ρούμπη  Θεοφανοπούλου)

 

 

 

Ζωγραφική: Hiroshige 

 

Κ Ο Μ Π Α Γ Ι Α Σ Ι   Ι Σ Σ Α  (1763-1827)

 

 

Το πρώτο τζιτζίκι:
η ζωή είναι
σκληρή, σκληρή, σκληρή.

Χαμένος στα μπαμπού
–μα το φεγγαρόφωτο,
στο σπίτι μου.

Στην καλύβα μου
κηλίδες
πρωϊνών λάμψεων.

Όταν φύγω
φύλα τον τάφο μου
ακρίδα.

Η νιρβάνα του Βούδδα,
πέρ’  απ’ τα λουλούδια
και τα λεφτά.                    

Φθινοπωρινός άνεμος
–ο ήσκιος του βουνού
ταλαντεύεται.     

(Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής)

Έτσι θ’ ανθίζουν
κι οι κερασιές στην άλλη
όχθη της ζωής.

Σαλιγκάρι μου:
αργά αργά ν’ ανέβεις
το όρος του Φούτζι.

Από το θάμνο
λαμπροστόλιστη, να την:
η πεταλούδα.

Στέκει τρέμοντας
η καλύβα της πόρνης
στην καταιγίδα.

Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν.

Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο.

Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε.

Ίσια στο χιόνι της πόρτας
κατουρώντας,
ανοίγω τρύπα.

Ο κόσμος της πάχνης
κόσμος της πάχνης είναι
κι ωστόσο , κι ωστόσο. 

(Απόδοση: Διονύσης Καψάλης)

 

μυγούλες μου! κι                           
εσείς θα υποφέρετε

από μοναξιά

αχ τρελακρίδα,
πρόσεξε μη σπάσεις                         
τις δροσοσταλίδες!

φρέσκια δροσούλα
κόσμος εφήμερος
που εξατμίζεται

τί θέα! από                                    
την τρύπα της κουρτίνας
ο γαλαξίας

καλοκαιρινή
βροχή
· γυμνός πάνω σε
άλογο γυμνό  

(Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου)

 

 

 

 

 

. . . . . . . . . . . .

Π  Η  Γ  Ε  Σ  :

 

132 γιαπωνέζικα χάϊκου, μετάφραση και σχόλια Ρούμπη Θεοφανοπούλου, Εκδόσεις Πρόσπερος 1986

Ζεν- Μια γιαπωνέζικη μορφή της γνώσης, μετάφραση Σωκράτης Σκαρτσής,  Εκδόσεις Καστανιώτη 1988

Ο κόσμος της πάχνηςσαραντατρία χαϊκού του Ματσούο Μπασό και του Κομπαγιάσι  Ίσσα, απόδοση Διονύσης Καψάλης, Εκδόσεις Άγρα 2008


Ο Ερωτικός Γέητς

 

 

 

Ε Ν Α Σ   Ν Υ Κ Τ Ι Ο Σ  Π Ο Ι Η Τ Η Σ

                                                                           

Man’s made of dreams and bones         

Ο William Buttler Yeats (1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats, και για έναν καιρό υποψήφιος ζωγράφος ο ίδιος, μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική*. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabrielle Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια»,  αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Στο μικρό δείγμα της ερωτικής ποίησης του Yeats που ακολουθεί, περιλαμβάνουμε ποιήματα από τις τρεις πρώτες συλλογές του: Crossways (1889), The Rose (1893) και The Wind among the Reeds (1899), δηλαδή συλλογές που δημοσιεύτηκαν όταν ο ποιητής ήταν από είκοσι τεσσάρων έως τριάντα τεσσάρων ετών.

Η  ενότητα που παρουσιάζουμε εδώ αποτελείται από «νύκτια» νεανικά ποιήματα: ποιήματα της γλυκόπικρης μελαγχολίας, με έντονα τα στοιχεία της ιρλανδικής παράδοσης και της λαϊκής μπαλάντας, με τον ονειρικό προρραφαηλιτικό διάκοσμο και την εναλλαγή «θαμπών» και «απροσδόκητων» λέξεων.  Επιπλέον, τα δέκα σύντομα ποιήματα που επιλέξαμε χαρακτηρίζονται από στοιχεία  που εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Ezra Pound (1885 – 1972) στο έργο του Yeats,  όπως το «σύντομο ποίημα που περιέχει μιαν εικόνα» (βλ. «Το ψάρι», πιο κάτω), καθώς και από την παθιασμένη ρομαντική μουσική, τον υπνωτικό κυματισμό της γλώσσας, που θαύμαζε ο James Joyce  (1882–1941), σ’ ένα τοπίο «υποθαλάσσιο» και εξαίσια μυστικό.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

[27/8/11: Για   α ν α γ ν ώ σ ε ις   κ α ι   τ ρ α γ ο ύ δ ι α   από τον Ερωτικό Γέητς, καθώς και μια σχετική σκηνή από την ταινία 84 Charing Cross Road (1987) που αναφέρεται στο ποίημα «Τα ουράνια τα μεταξωτά» (He Wishes for the Cloths of Heaven),  βλ. το πολύτιμο υλικό (βίντεο)  που μας έστειλε  σ τ α  σ χ ό λ ι ά  τ ο υ  ο συνεργάτης του ιστολογίου  Ν Ι Κ Ο Σ  Μ Ε Λ Ι Δ Η Σ.]

 

. . . . . . . . . . . .

(*) Οι Προρραφαηλίτες (ομάδα βρετανών ζωγράφων, ποιητών και κριτικών, ανάμεσά τους οι Dante Gabriel Rossetti, John Everett Millais, William Holman Hunt, James Collinson και Thomas Woolner) ίδρυσαν την αδελφότητά τους το 1848. Σκοπός τους ήταν η απόρριψη του μηχανιστικού μανιερισμού και του ακαδημαϊσμού των ζωγράφων που διαδέχτηκαν τον Ραφαήλ, κυρίως.

 

Ζωγραφική: Dante Gabrielle Rossetti

 

 

 

Κ Α Τ Ω   Σ Τ Ο Υ Σ   Κ Η Π Ο Υ Σ 

 

Κάτω στους κήπους στις ιτιές η αγάπη μου με βρήκε,
μες στις ιτιές το πόδι της λευκό σαν χιόνι είχε·
οι αγάπες έλεγε είν’ απλές, σαν φύλλα, δες, φυτρώνουν
μα στην τρελή μου νιότη εγώ δεν τη συμμεριζόμουν.

Σ’ έναν αγρό στον ποταμό ήρθε να μ’ ανταμώσει
πάνω στον ώμο μου λευκό το χέρι της ν’ απλώσει·
απλή ‘ναι μού ‘πε η ζωή, χορτάρι που φουντώνει
μα την τρελή είχα νιότη εγώ, και δάκρυ με βουρκώνει.

 

 

 

Ο  Φ Ο Β Ο Σ   Τ Ο Υ   Ε Ρ Ω Τ Α

 

Ένας φόβος ανείπωτος είναι
στην καρδιά κρυμμένος του έρωτα:
ο κόσμος που αγοράζει και πουλά,
τα σύννεφα ψηλά που ταξιδεύουν,
ο άνεμος υγρός και κρύος που φυσά,
το σκιερό δασάκι με τις φουντουκιές
όπου κυλούνε γκρίζα τα νερά,
τη μορφή που αγαπώ απειλούνε.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

Η  Θ Λ Ι Ψ Η  Τ Ο Υ  Ε Ρ Ω Τ Α

 

Κάποιου σπουργίτη το τιτίβισμα στη στέγη,
ο γαλατένιος ουρανός και το λαμπρό φεγγάρι,
κ’ εκείνη η έξοχη αρμονία των φύλλων, την εικόνα
και το θρήνο του ανθρώπου είχανε σβήσει.

Πρόβαλ’ ένα κορίτσι με θλιμμένα, άλικα χείλη,
το δακρυσμένο μεγαλείο του κόσμου έλεες πως ήταν,
άμοιρο σαν τον Οδυσσέα και τα καράβια στον αγώνα,
περήφανο όσο ο Πρίαμος την ώρα της σφαγής του.

Πρόβαλε. Τότε μονομιάς ο θόρυβος στη στέγη
και το φεγγάρι που σκαρφάλωνε στ’ άδεια τα ουράνια,
κι ο ολοφυρμός των φύλλων μόνο αυτό μπορούσαν:
του ανθρώπου την εικόνα και το θρήνο να συνθέσουν.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

 

 

Ο Ν Ε Ι Ρ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο Υ

 

Ονειρεύτηκα πως κάποια είχε πεθάνει, σε τόπο ξένο,
μακριά από χέρι φιλικό.
Πάνω απ’ το πρόσωπό της είχαν καρφώσει τα σανίδια
οι χωρικοί στον τόπο τον αλλόκοτο.
Δεν ήξεραν αν έπρεπε μόνη να την αφήσουν,
και πάνω έβαλαν στο χώμα που τη σκέπαζε
ένα σταυρό, φτιαγμένο από δυο κομμάτια ξύλο
και κυπαρίσσια φύτεψαν τριγύρω.
Κι εκεί, στων άστρων την αδιαφορία την αφήσαν
Μέχρι που σκάλισα τούτα τα λόγια:
Ήτανε πιο όμορφη απ’ την πρώτη σου αγάπη
Μα τώρα κάτω απ’ τα σανίδια βρίσκεται.

 

 

Τ Ο   Ψ Α Ρ Ι

 

Μπορεί στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη να κρύβεσαι
κάποιας χλωμής παλίρροιας, σαν η σελήνη έχει χαθεί,
όμως οι άνθρωποι στο μέλλον θα το μάθουν—
πώς έριχνα τα δίχτυα μου
και πώς εσύ αμέτρητες φορές πηδούσες
πάνω από τα μικρά, τ’ αργυρά νήματα,
και ότι ήσουνα σκληρή θα πουν,
και με πολλά λόγια, πικρά, για σένα θα μιλήσουν.

 

 

 

Ο   Π Ο Ι Η Τ Η Σ   Σ Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η   Τ Ο Υ

 

Με ταπεινά χέρια σου φέρνω
τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου
— λευκή γυναίκα που το πάθος έχει φθείρει
σαν την παλίρροια που τρώει την γκρίζαν άμμο—
και με καρδιά παλαιότερη απ’ το κέρας
το ξέχειλο από τη λευκή τη φλόγα του Καιρού.
Λευκή γυναίκα των αναρίθμητων ονείρων,
σου φέρνω τους περιπαθείς μου στίχους.

 

 

Σ Τ Ι Χ Ο Ι   Γ Ι Α   Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η

 

Τα μαλλιά σου πιάσε με χρυσαφένιο χτένι,
κάθε ξεστρατισμένο βόστρυχο υπόταξε.
Πρόσταξα την καρδιά μου να σκαρώσει ετούτες
τις φτωχές γραμμές· και κόπιασ’ η καρδιά σκληρά πολύ
μέρες και μέρες να ζωγραφίζει αδιάκοπα μία θλιμμένη,
ωραία μορφή, μια χάρη, βγαλμένη από τις μάχες του παλιού καιρού.

Μόν’  ύψωσε το χέρι σου τ’ ωχρό, σαν το μαργαριτάρι,
πιάσε ψηλά τα μακριά μαλλιά σου, κι αναστέναξε·

κι όλες οι αντρικές καρδιές θε να χτυπήσουν ταραγμένες
και να καούν. Ο αφρός, σαν φως κεριών, πάνω στην άμμο τη θαμπή
και τ’ άστρα που ανεβαίνουν στο δροσοστάλαχτο ουρανό
ζούνε μονάχα με σκοπό το πέρασμά σου να φωτίζουν.

 

 

 

Π Ε Ρ Ι   Τ Ε Λ Ε Ι Α Σ   Κ Α Λ Λ Ο Ν Η Σ

 

Ω συννεφόχρωμα, ωχρά μου βλέφαρα κι ονειροθαμπωμένα μάτια,
οι ποιητές που μιαν ολόκληρη ζωή κοπιάζουν
να πλάσουνε μια τέλεια καλλονή στο στίχο,
από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου, καθώς η δρόσος
ύπνο θα σταλάζει, ώσπου ο Θεός να κάψει τον Καιρό,
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

 

Ε Υ Χ Ε Τ Α Ι  Τ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο  Τ Η Σ  Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η Σ  Τ Ο Υ

 

Αν ήσουν παγωμένη και νεκρή
και αν το φως εχλόμιαζε στη Δύση,
θα ‘ρχόσουν προς τα ‘δω, θα ‘σκυβες το κεφάλι σου
και το κεφάλι εγώ θ’ ακούμπαγα στο στήθος σου.
Και τότε, λέω, λόγια τρυφερά πως θα ψιθύριζες
και θα με συγχωρούσες, γιατί θα ήσουνα νεκρή.
Μήτε θα σηκωνόσουνα να φύγεις βιαστική
αν κι από αγριοπούλι στη θέλησή σου κάτι έχεις.
Και θα ΄ξερες ότι στ’ αστέρια, στον ήλιο, στη σελήνη
Τυλιγμένα και δεμένα είν’ τα μαλλιά σου.
Είθε, αγαπημένη, κάτω από της προκυμαίας τα φύλλα
Να ήσουν ξαπλωμένη
Καθώς θα χλόμιαζαν τα φώτα ένα ένα.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

Τ Α   Ο Υ Ρ Α Ν Ι Α   Τ Α   Μ Ε ΤΑ Ξ Ω Τ Α …

 

Τα ουράνια τα μεταξωτά και χιλιοπλουμισμένα,
που ‘ναι με μάλαμα από φως κι ασήμι δουλεμένα,
τα γαλάζια τα διάφανα  και τα βαθιά βαμμένα
με φως, νύχτα και μούχρωμα, δικά μου αν τα ‘χα ωστόσο,
θα ΄θελα κάτω από τα δυο σου πόδια να τ’ απλώσω.
Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,
για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου.
Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου …

Μετάφραση: Μελισσάνθη

 

 

  W.   B.    Y   E   A   T   S

 

. . . . . . . . . . . .

Από τα 70 Ερωτικά, επιμέλεια-σχολιαμός: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Εστία 2000


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου: ψυχές καιόμενες

 

 

 

 

 

Κ   Ε   Ρ   Ι   Α  

 

 

Κεριά
Κέρινα ομοιώματα του ήλιου
φλόγες τρεμάμενες
ασθμαίνουσες μπροστά
στο αναπόφευκτο της πλήρους καύσης

Μυστήριο
η χαρούμενη λάμψη στα μάτια μας
η χαρά στη θέα τους

Σώματα που καίουν τις σάρκες τους
Μάρτυρες του μυστηρίου
στα καντηλέρια των ναών
Οι εκκλησίες καθημερινά αποτεφρωτήρια κεριών

Ψυχές καιόμενες που σπεύδουν άνωθεν
τυλιγμένες στον ιερό καπνό
του θυσιαστηρίου τους.

Η Ρώμη μπροστά στα μάτια μας
στις φλόγες να καίγεται συθέμελα
τυλιγμένη στις ψαλμωδίες του Ρωμανού,
ενθύμημα του Νερώνειου έπους που ποτέ δε γράφτηκε.

Δεκάδες χιλιάδες κλώνοι τού Πέτρου
φλέγονται πάνω στους σταυρούς τους
Η χώρα μου μια απέραντη Ρώμη
που καίγεται στις κατακόμβες της
κάθε Κυριακή.

Οι ιερείς, πανίσχυροι στην ταπεινότητά τους,
να καθοδηγούν άνωθεν
τις φλεγόμενες ψυχές των κεριών.
Μια ψυχή και ένα μαρτύριο
σε κάθε καύση
Μια θυσία

Η ματιά σου πάνω τους, Μιχαήλ,
το γέλιο σου…

Είναι, εν τέλει, άγγελέ μου, σωστό
να σε επιπλήττω που τα σβήνεις;
Μήπως με κάθε φύσημά σου,
μήπως δεν είναι αλήθεια;

Σωτήρα εσύ, Μιχαήλ,
των κέρινων ψυχών,
με κάθε σου φύσημα
τί αγαλλίαση,
λυτρώνεις τις ψυχές απ’ το μαρτύριο

Μήπως εγώ, Κύριε, εν τέλει, δε θυσιάζω
φλέγοντας κάθε μέρα ό,τι ο Μιχαήλ λυτρώνει;

Μήπως εγώ, Κύριε, εν τέλει,
Νέρωνας αυτοτιμωρούμενος,
ζητώ νυχθημερόν την τιμωρία σου
καίγοντας συθέμελα τη Ρώμη;

 

 

. . . . . . . . . . . .

 

 

 

D  R  U  N  K  E  N    B  U  T  T  E  R  F  L  Y

 

 

Would they have burned me as a witch
if I told you carelessly
moments before draining the wine glass
body screaming at highest pitch,

«Come, be my fairy-queen’s obedient ass
donkeying away mercilessly
my every wish-abiding thought,
bonding, despite our different class?»

Indulge me, in your web I’m caught,
flying about you lustily,
I know I’ll die in your embrace
moments before they cast my lot.

 

 

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

[Καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία». Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες   Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο.]

 

 

 


Και δεν θα σαβανώσουνε ποτέ το φως

 

 


 

Α Ν Α Φ Ο Ρ Α   Σ Τ Η Ν  Μ. Λ.

[αφιερώνεται στην Βασιλική Φράγκου]

  

 Marc Chagal: Le jongleur

 


Επειδή υπάρχω
ανθίζουν τα Σύμπαντα
μέσα στου Κόσμου το Αμάλθειο Κέρας.

Πατήρ πάντων και λόγος ειμί—
ήλιο, σελήνη κι αστέρες
ή ελιγμούς ιστίων στη θάλασσα
γράφω με χρόες, φωνήματα
κι επινοώ
με αδιανόητα νεύματα
και μυστικές ανθοφορίες.

Και βρίσκομαι πίσω
από κάθε ψηλάφημα
από κάθε ασθμαίνον φιλί
από κάθε Ανάστασης άγγιγμα
και τρέμω κι οργάζομαι
στων ανέμων την έκδοτη σάρκα
στων εποχών τις οιμωγές, τις ηδονές
στων μακρινών Αστερισμών
τους άχρονους γόους.

Και δεν θα πέσει  ποτέ η μεγάλη νύχτα
και δεν θα σαβανώσουνε ποτέ το φως
και δεν θα επιβάλει τη σκιά του το κενό

αφού εσαεί
θα κατοικώ
στο τώρα.

 

 

~.~

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

    23 Αυγ. 2011


με αδιανόητα νεύματα και μυστικές ανθοφορίες

 

 

 

Α Ν Α Φ Ο Ρ Α   Σ Τ Ο Ν   P A U L   K L E E

 Ζωγραφική: Paul Klee

 

Επειδή ήλθα
ανθίζουν τα Σύμπαντα
μέσα στου Κόσμου το Αμάλθειο Κέρας.

Υπάρχω.

Πατήρ πάντων και λόγος ειμί—
ήλιο, σελήνη κι αστέρες
ή ελιγμούς ιστίων στη θάλασσα
γράφω με χρόες, φωνήματα
κι επινοώ
με αδιανόητα νεύματα
και μυστικές ανθοφορίες.

Και βρίσκομαι πίσω
από κάθε ψηλάφημα
από κάθε ασθμαίνον φιλί
από κάθε Ανάστασης άγγιγμα
και τρέμω κι οργάζομαι
στων ανέμων την έκδοτη σάρκα
στων εποχών τις οιμωγές, τις ηδονές
στων μακρινών Αστερισμών
τους άχρονους γόους.

Και σαν θα φύγω
θα πέσει το σούρουπο
θα σαβανώσουν και πάλι το φως
θα επιβάλει τη σκιά του το κενό
απανταχού
αφού θα έχω ανεπίστροφα
πλέον φύγει.

~.~

 

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς


Η ποίηση του Ζεν και το μονοπάτι του παράδοξου

 

 

 

…στο τραγούδι των πουλιών, στα δέντρα, στο χορό του παγωνιού, στα σύννεφα


Επειδή και το Ζεν έχει παρεξηγηθεί τα τελευταία χρόνια και έχει περιοριστεί, σύμφωνα με τους στυλίστες του life style  στην αντίληψη άδειων   χώρων   με ελάχιστα έπιπλα (πανάκριβα) κατά προτίμηση λευκά κι απέριττα, σε αφαιρετικότητες δηλαδή άνευ ουσίας, και επειδή θέλοντας να  πω κάτι για το χάι κου,  «σκόνταψα» υποχρεωτικά πάνω στο Ζεν, αποφάσισα  να γράψω δυο λόγια γι’ αυτό το κίνημα ζωής και κυρίως, να μεταφέρω αποσπάσματα από το βιβλίο του  ινδού δάσκαλου Όσσο: Ζεν, το μονοπάτι του παράδοξου (μετάφραση Λίνα Σαϊσανά, εκδ. Ρέμπελ, 2002).  Βρίσκω, ότι αγκαλιάζει ουσιαστικά και άμεσα το όλο ζήτημα, μακριά από δήθεν και περιγραφική, ενημερωτική διάθεση. Να σημειώσω βέβαια, ότι το εν λόγω βιβλίο είναι καταγραφή ομιλιών του Όσσο για το θέμα, μιας που ο ίδιος δεν έγραφε.

Λίγα λόγια λοιπόν προτού παραθέσω τ’ αποσπάσματα του βιβλίου.

Η λέξη Ζεν είναι γιαπωνέζικη, Zenno και Zenna και προέρχεται από την κινέζικη λέξη ch’an (διαλογισμός),  που με τη σειρά της έχει τις ρίζες της στην σανσκριτική λέξη dhyama (διαλογισμός).

Ιστορικά, το Ζεν είναι η συνάντηση των διδασκαλιών του Βούδα (Ινδία) και του Λάο Τσε (Κίνα). Άνθισε στην Ιαπωνία, από το τέλος του δωδέκατου αιώνα και ύστερα.

Ολόκληρη η διδασκαλία του Ζεν στηρίζεται στο παρόν που δεν είναι χρόνος, αλλά «η διείσδυση της αιωνιότητας στον χρόνο» (Όσσο).

Δεν είναι θρησκευτικό δόγμα, δεν βασίζεται σε θεωρίες, δεν  είναι διανοητικό, είναι η τέχνη του να ζεις στο παρόν.

 

Β α σ ι λ ι κ ή   Φ ρ ά γ κ ο υ

 

……………..

 

[…] Το Ζεν λέει ότι ο Θεός δεν βρίσκεται έξω από τη θρησκεία, αλλά μέσα της. Δεν βρίσκεται εκεί, βρίσκεται εδώ. Γιά την ακρίβεια, δεν υπάρχει «εκεί» στο Ζεν. Τα πάντα βρίσκονται εδώ. Ο Θεός δεν βρίσκεται στο τότε, αλλά στο τώρα. και δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Δεν υπάρχει άλλος χώρος, δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Αυτή η στιγμή είναι τα πάντα. Μέσα σ’ αυτή τη στιγμή συγκλίνει όλη η ύπαρξη. Μέσα σ’ αυτή τη στιγμή είναι διαθέσιμα τα πάντα.[…]
Το Ζεν φέρει ιερότητα στην καθημερινή ζωή.

Ο Μποκόζου, ο μεγάλος δάσκαλος του Ζεν, συνήθιζε να λέει: «Πόσο θαυμάσιο είναι αυτό! Πόσο μυστηριακό!» Μεταφέρω ξύλα, τραβάω νερό». Αυτό είναι το πνεύμα του Ζεν. Μεταμορφώνει το συνηθισμένο σε ασυνήθιστο. Μεταμορφώνει το βέβηλο σε ιερό. Εγκαταλείπει κάθε διαχωρισμό ανάμεσα στον κόσμο και το θεϊκό […] Για το Ζεν, η θρησκεία είναι βίωμα. Στην Ιαπωνία έχουν μια ειδική λέξη γι’ αυτό. Το ονομάζουν  σονομάμα, το είναι της ζωής. Αυτό το είναι της ζωής, είναι ο Θεός. Δεν είναι ότι ο Θεός υπάρχει, αλλά ότι το ίδιο το είναι, είναι θεϊκό. Το είναι του δέντρου, το είναι του βράχου το είναι του άντρα, το είναι της γυναίκας, το είναι του παιδιού. Κι αυτό, είναι ένα απροσδιόριστο φαινόμενο. Μπορείς να διαλυθείς μέσα του, μπορείς να ενωθείς μαζί του, μπορείς να το γευτείς. Δεν μπορείς όμως να το προσδιορισεις, δεν μπορείς να το επισημάνεις λογικά, δεν μπορείς να το διατυπώσεις με σαφείς έννοιες […]  Η λογική είναι ένας φαύλος κύκλος και το Ζεν κάνει κάθε προσπάθεια για να σε βγάλει απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Με ποιο τρόπο είναι η λογική ένας φαύλος κύκλος; Η βάση του συλλογισμού ήδη από την αρχή εμπεριέχει μέσα της το ίδιο συμπέρασμα. Έτσι, το συμπέρασμα δεν πρόκειται να είναι κάτι καινούργιο, αφού ήδη εμπεριέχεται στον αρχικό συλλογισμό. Και ύστερα, ο αρχικός συλλογισμός εμπεριέχεται στο συμπέρασμα.

Είναι όπως ο σπόρος. Το δέντρο εμπεριέχεται στον σπόρο κι ύστερα το δέντρο θα γεννήσει πολύ περισσότερους σπόρους και μέσα σ’ εκείνους τους σπόρους θα εμπεριέχονται τα δέντρα. Είναι ένας κύκλος: σπόρος, δέντρο, σπόρος. Και συνεχίζεται. Ή: αυγό, κότα, αυγό, κότα, αυγό… Και συνεχίζεται ώς το άπειρο. Είναι ένας κύκλος.

Το σπάσιμο αυτού του κύκλου είναι όλο το θέμα με το οποίο ασχολείται το Ζεν αποκλειστικά. Το να μην εγκαθίστασαι μέσα στο νου σου, μέσα σε λέξεις και έννοιες, αλλά να πέσεις μέσα στην ίδια την ύπαρξη.

[…]Το Ζεν δεν είναι φιλοσοφία, αλλά ποίηση. Δεν έχει σκοπό, δεν έχει επιχειρήματα ,απλώς τραγουδάει το δικό του τραγούδι.

Ο ίδιος του ο πυρήνας  είναι αισθητικός, δεν είναι ασκητικός. Δεν πιστεύει στην αλαζονεία, στην επιθετικότητα προς την πραγματικότητα. Πιστεύει στην Αγάπη. Πιστεύει ότι αν συμμετέχουμε στην πραγματικότητα, τότε η ίδια  η πραγματικότητα μας αποκαλύπτει τα μυστήριά της. Το Ζεν δημιουργεί διάθεση συμμετοχής. Είναι ποίηση, καθαρή ποίηση όπως είναι και η καθαρή θρησκεία […] Η φιλοσοφία είναι προσανατολισμένη στο κεφάλι. Η ποίηση είναι περισσότερο συνολική. Η ποίηση ασχολείται περισσότερο με την ομορφιά. Και η ομορφιά είναι μη βίαιη. Και ομορφιά είναι αγάπη. Και η ομορφιά είναι συμπόνια.

Ο  ερευνητής του Ζεν κοιτάζει μέσα στην πραγματικότητα, για να ανακαλύψει την ομορφιά …στο τραγούδι των πουλιών, στα δέντρα, στο χορό του παγωνιού, στα σύννεφα, στην αστραπή, στη θάλασσα. στην άμμο. Προσπαθεί να βρει την ομορφιά.

Φυσικά, το να ψάχνεις για την ομορφιά, έχει μια εντελώς διαφορετική επίδραση. Όταν ψάχνεις για την ομορφιά είσαι περισσότερο θηλυκός. Όταν ψάχνεις για την αλήθεια, ενδιαφέρεσαι περισσότερο για τη λογική, όταν ψάχνεις για την ομορφιά, ενδιαφέρεσαι περισσότερο για τη διαίσθηση. Το Ζεν είναι θηλυκό. Η ποίηση είναι θηλυκή. Η φιλοσοφία είναι πολύ αντρική, πολύ επιθετική –είναι αντρικός νους.

Το Ζεν είναι παθητικό, αδρανές, υπομονετικό. Γι’ αυτό, στο Ζεν, το κάθισμα είναι ένας από τους σημαντικότερους διαλογισμούς. Απλώς κάθεσαι-ζαζέν. Οι άνθρωποι του Ζεν λένε ότι αν απλώς κάθεσαι, χωρίς να κάνεις τίποτα, τα πράματα θα συμβούν. Τα πράματα συμβαίνουν από μόνα τους. Δεν χρειάζεται να κυνηγάς εσύ, να τρέχεις από πίσω τους, να τα ψάχνεις. Θα έρθουν. Εσύ απλώς κάθισε. Αν μπορείς να καθίσεις σιωπηλά, αν μπορείς να πέσεις σ’ αυτή την τρομερή ηρεμία, αν μπορείς να χαλαρώσεις τον εαυτό σου, αν μπορείς να παρατήσεις όλες τις εντάσεις και να γίνεις μια σιωπηλή λίμνη, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά, χωρίς να ψάχνεις τίποτα, η άνοιξη έρχεται και το χορτάρι μεγαλώνει από μόνο του.

[…] Η λέξη αιώνιο στα λεξικά, σημαίνει για πάντα. Δεν είναι όμως αυτή η σημασία του αιώνιου –γιατί τότε το μόνιμο γίνεται αιώνιο– μα δεν είναι έτσι.
Η αιωνιότητα δεν είναι διάρκεια. Είναι το βάθος της στιγμής. Η αιωνιότητα είναι μέρος του στιγμιαίου. Η αιωνιότητα είναι εναντίον της μονιμότητας. Αν πας βαθιά μέσα στη στιγμή, αν διαλυθείς εντελώς μέσα της, έχεις μια γεύση αιωνιότητας. Όταν ζεις κάθε στιγμή ολοκληρωτικά και χαλαρά, ζεις την αιωνιότητα.

Ο Μπασό τραγουδάει:

Όταν αστράφτει η αστραπή, πόσο θαυμαστός εκείνος που δε σκέφτεται πως  η ζωή δεν τρέχει γρήγορα.

Τρομερή δήλωση! Αυτή είναι η ομορφιά των ανθρώπων του Ζεν. Δεν θα τη βρεις πουθενά αλλού. Αυτό είναι κάτι μοναδικό στο Ζεν […]


e. e. cummings – αινίγματα – χάριν παιδιάς

 

 

 

ΕΝΑ  ΠΟΙHΜΑ  ΤΟΥ  E. E.  C UM M I N G S,   ΔΥΟ   ΜΙΜΗΣΕΙΣ   ΚΙ   ΕΝΑ   ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

 

 

[E. E. Cummings (1894 – 1962) ή e.e. cummings (σύμφωνα με την τυπογραφική μορφή των ποιημάτων του). Αμερικανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος. Μίμηση: Πρακτική σεβαστή από τους Ελισαβετιανούς αλλά και από τους μεταγενέστερους, όπως ο Robert Lowell, ο Ezra Pound και ο W. B. Yeats : ο ποιητής μεταφράζει πολύ ελεύθερα το πρωτότυπο, το αναδιαρθρώνει ή παίρνει ιδέες από αυτό. Ο Theodore Roethke  επισημαίνει ότι ο Robert Herrick συνήθιζε να ξαναγράφει  τον  Ben Jonson,  που κι αυτός  αντλούσε πολύ  υλικό από τους κλασικούς. Στην κινέζικη ποίηση η ενασχόληση με  το ίδιο θέμα (διατηρώντας την ίδια μορφή) εθεωρείτο δείγμα σεβασμού τού νέου ποιητή στο έργο του παλαιού. (Σ.Η.)]

 

m a g g i e   a n d   m i l l y   a n d   m o l l y   a n d   m a y

maggie and milly and molly and may
went down to the beach (to play one day)

and maggie discovered a shell that sang
so sweetly she couldn’t remember her troubles,and

milly befriended a stranded star
whose rays five languid fingers were;

and molly was chased by a horrible thing
which raced sideways while blowing bubbles: and

may came home with a smooth round stone
as small as a world and as large as alone.

For whatever we lose(like a you or a me)
it’s always ourselves we find in the sea

 

e  e   c u m m i n g s

 

 

 …………………

 

 

 

α π ό   τ ο ν   e e cummings

μ ί μ η σ η   1

η βάσω κι η βούλα κι η βάγια κι η βέρα
στη θάλασσα πήγαν (να παίξουν μια μέρα)

κι η βάσω εβρήκε ωραίο κογχύλι
που γλυκά τραγουδούσε, γελούσε το χείλι

κι η βούλα ερωτεύτηκε ένα έρημο αστέρι
με δάχτυλα πέντε σαν άβουλο χέρι

κι η βάγια συνάντησε πράγμα φριχτό
που λοξά την κοιτούσε κι έβγαζε αφρό

κι η βέρα ήρθε σπίτι με στιλπνό βοτσαλάκι
στρογγυλό σαν τον κόσμο, μονάχο παιδάκι.

Γιατί ό,τι χαθεί (πες εγώ, πες εσύ)
εκεί  θα βρεθεί στο νερό στο νησί

 

 

αινίγματα χάριν παιδιάς

μ ί μ η σ η   2

η βάσω κι η βούλα κι η βάγια κι η βέρα
στη θάλασσα πήγαν (να παίξουν μια μέρα)

και δίψασε η βάσω, με κάψα στα χείλη
μια στάλα ζητούσε για ολάκερο μίλι

και πείνασε η βούλα, καημένο παιδάκι
δεν είχε να φάει ούτε ένα ψαράκι

τη βάγια την τρόμαξε πλάσμα φριχτό:
στραβά την κοιτούσε κι έβγαζε αφρό

μα η βέρα είδε ξάφνου τον νεκρό της πατέρα
χαρούμενος ήταν, κολυμπούσε πιο πέρα

και τελειώνει το ποίημα (με τρόπο ηλίθιο)
χωρίς δίδαγμα και χωρίς επιμύθιο

 

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

.

………………………

  


Η Μεγάλη Ανησυχία του Φερνάντο Πεσσόα

Μ π ε ρ ν ά ν τ ο   Σ ο ά ρ ε ς

Φ Ε Ρ Ν Α Ν Τ Ο  Π Ε Σ Σ Ο Α

Το βιβλίο της ανησυχίας, μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, Εξάντας 2004

«Ένα ηλιοβασίλεμα είναι ένα πνευματικό φαινόμενο»

 

Ο Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), Πορτογάλος ποιητής, εκτός από το πραγματικό του όνομα, υπέγραφε και με δεκάδες άλλα «ετερώνυμα», όπως ονόμασαν τα ψευδώνυμά του μετέπειτα οι φιλόλογοι. Τα γνωστότερα είναι: Αλβάρο ντε Κάμπος, Μπερνάντο Σοάρες, Ρικάρντο Ρέις, Αλμπέρτο Καέιρο. Πέρασε την ζωή του μεταφράζοντας στα αγγλικά και στα γαλλικά επαγγελματικές επιστολές για λογαριασμό ενός γραφείου εισαγωγών-εξαγωγών όπου δούλευε  και ως λογιστής.   

Λιγοστά έργα του είδαν το φως της δημοσιότητας όσο ζούσε. Ύστερα από πολλές δεκαετίες, περίπου στην δεκαετία του ’80, άρχισε ν’ ανακαλύπτεται μέρος του ανεξάντλητου έργου που άφησε και να γίνεται ευρέως γνωστός.

Πέθανε στη Λισαβόνα το 1935 από κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 47 χρονών.

Αυτά τα ελάχιστα βιογραφικά. Τα περισσότερα θα τα βρείτε στο διαδίκτυο (Βλ. Συνδέσμους, πιο κάτω) αλλά και σε βιβλία-μελέτες που γράφτηκαν για τον Φ. Πεσσόα ανά τον κόσμο.

Ξεφυλλίζοντας τους δύο τόμους του «βιβλίου της ανησυχίας», αισθάνθηκα την ανάγκη να αποσπάσω (και αν μπορούσα θα ζητούσα συγγνώμη γι’ αυτήν την αυθαιρεσία από τον ίδιο τον ποιητή), λιγοστές φράσεις που μοιάζουν με ρήσεις σοφού, καθώς και ολόκληρα κομμάτια υψίστου κάλλους και συνάμα υπαρξιακής τρικυμίας (ανησυχίας). Σκέψεις, ιδέες, αισθήσεις, συναισθήματα, καταστάσεις ψυχής εν γένει που κάτω από  άλλες συνθήκες και σε μια διαφορετική  κοινωνία  με μόνο της μέλημα την αρμονική σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και την Φύση, θα ήσαν τα κύρια συστατικά για το ξετύλιγμα   μιας ποιητικής, ευδαιμονικής ζωής.

Δυστυχώς όμως, στον κόσμο που ζούμε και ιδιαίτερα στη Δύση, όλ’ αυτά θεωρούνται στοιχεία απωθητικά έως και βδελυρά. Ας γίνω πιο συγκεκριμένη. Μιλάω για την όσο το δυνατό  μεγαλύτερη αποφυγή δράσης (δραστηριοτήτων), την άρνηση ανταγωνισμού, την μη  προσκόλληση σε στόχους, την ονειροπόληση, την ανάγκη να ζει κανείς στο παρόν και μόνο, την εσωτερική  παρόρμηση για   εγκατάλειψη του  ασφυκτικού εγωκεντρισμού  και τη διάλυσή του μέσα  στην Ομορφιά και δη στην Ομορφιά της Φύσης (για να θυμηθούμε και τον Κ.  Π.  Καβάφη στο ποίημά του «Θάλασσα του Πρωιού», «Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο»). Ένας αληθινός ποιητής όπως ο Πεσσόα , τείνει, όλα τα προαναφερθέντα, να τα κάνει  βίωμα και τρόπο ζωής. Ωστόσο, σε μια κοινωνία ψυχρή και αδιάφορη που βιάζεται κάπου να φθάσει (;) προβάλλοντας το πρότυπο του δραστήριου, ανταγωνιστικού και πετυχημένου ανθρώπου,  νιώθει, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρείσακτος, ιδιόρρυθμος και άχρηστος. 

 Έτσι ο Πεσσόα,  διαθέτοντας όλα αυτά τα στοιχεία που προαναφέραμε, βούλιαξε σε μια αυτοκαταστροφική δίνη. Η αιτία θανάτου του άλλωστε (αλκοολισμός-κίρρωση του ήπατος) το επιβεβαιώνει.  Όπως όλοι γνωρίζουμε, αυτό συνέβαινε και συμβαίνει κατά συρροή στους δημιουργούς και στους καλλιτέχνες, του Δυτικού κυρίως αλλά και του Ανατολικού πλέον κόσμου («Μα η κοινωνία […] / συσχέτιζε κουτά», Κ.  Π.  Καβάφης, «Μέρες του 1896»).

Επειδή  είναι  πιο  εύκολο  ν’  απαλλαγεί  κανείς  από  το  εγώ  του  παρά  από  τον  υποκειμενισμό  του,  επέλεξα,   ασφαλώς,   φ ρ ά σ ε ι ς   κ α ι   α π ο σ π ά σ μ α τ α   που  αγγίζουν  περισσότερο  τον  ψυχισμό  μου.

Άλλωστε, δεν χρωστάμε σε κανέναν τίποτε, παρά  μόνο την ομορφιά της αλήθειας μας, ίσως.

 

Β  α  σ  ι  λ  ι  κ  ή    Φ  ρ  ά  γ  κ  ο  υ

                                                   

         Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη

 

 

Φ Ρ Α Σ Ε Ι Σ   Κ Α Ι   Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α 


 

-Το να με καταλαβαίνουν είναι πορνεία.

-Η παραίτηση είναι απελευθέρωση. Δεν θέλω, είναι μπορώ.

-Το να διαλέγω τρόπους για να μη δρω υπήρξε ανέκαθεν η μέριμνα και η αποκλειστική ενασχόληση της ζωής μου.

-Δεν υποτάσσομαι ούτε στο κράτος ούτε στους ανθρώπους, αντιστέκομαι αδρανώς.

-Βασιλεύει όποιος δεν βρίσκεται ανάμεσα στον όχλο.

-Ζω είναι δεν σκέφτομαι.

-Νικάει μόνο όποιος ποτέ του δεν τα καταφέρνει.

-Αυτό το ξημέρωμα είναι το πρώτο του κόσμου.

-Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα.

-Οι θεοί τελικά είναι ζήτημα στυλ.

-Αισθάνομαι τόσο μόνος που νιώθω την απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και τα ρούχα μου.

-Όλα με κουράζουν ακόμα κι αυτά που δεν με κουράζουν.

-Οι σημερινοί ονειροπόλοι είναι ίσως οι μεγάλοι πρόδρομοι του μέλλοντος.

-Ίσως η επιστημονική έρευνα του μέλλοντος ανακαλύψει ότι τα πάντα είναι διαστάσεις του ίδιου χώρου, ούτε υλικού αλλά ούτε και πνευματικού.

-Κανείς δεν ξέρει τι κάνει, κανείς δεν ξέρει τι θέλει, κανείς δεν ξέρει τι δεν ξέρει.

-Η συνείδηση της ασυνειδησίας της ζωής, είναι ο πιο παλιός φόρος στην ευφυ’ί’α.

-Το τέλειο δεν εκδηλώνεται.                                        

-Είναι ευγενές να είσαι ντροπαλός, ένδοξο να μην ξέρεις να δρας, υψηλό να μην είσαι φτιαγμένος για τη  ζωή.

-Καθένας μας είναι ένας κόκκος σκόνης που ο άνεμος της ζωής σηκώνει και στην συνέχεια τον αφήνει να πέσει.

-Γκρεμίστηκα πάνω στις ελπίδες και τις βεβαιότητες, και μαζί μου όλα τα ηλιοβασιλέματα.

 Και αλλού: 

Διαβάζω και είμαι ελεύθερος πια. Αποκτώ αντικειμενικότητα. Έπαψα να είμαι ο εαυτός μου και διασκορπισμένος. Και αυτό που διαβάζω, αντί να είναι ένα δικό μου ρούχο που μόλις και μετά βίας το βλέπω και που κάποιες φορές με βαραίνει, είναι η απέραντη καθαρότητα του εξωτερικού κόσμου, θαυμαστή, ο ήλιος που βλέπει τους πάντες, το φεγγάρι που πλέκει σκιές στο γαλήνιο έδαφος, οι απέραντες εκτάσεις που καταλήγουν στη θάλασσα, ο μαύρος όγκος των δέντρων που κουνιούνται πράσινα στην κορυφή τους, η συμπαγής ηρεμία που έχουν οι στέρνες  των αγροικιών, τα μονοπάτια τα σκεπασμένα με κληματαριές, στις μικρές κατωφέρειες των πλαγιών […] Και είναι στους κλασικούς, στους ήρεμους, σ’ όσους υποφέρουν και δεν το λένε, που αισθάνομαι ιερός ταξιδευτής, κεχρισμένος προσκυνητής, που παρατηρεί  άνευ λόγου έναν κόσμο χωρίς σκοπό. Πρίγκιπας της Μεγάλης Εξορίας, που έδωσε, φεύγοντας, στον τελευταίο επαίτη, την έσχατη ελεημοσύνη της απελπισίας του […]

Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα. Δεν έχω ούτε ελπίδες ούτε νοσταλγίες […]

Δεν νοσταλγώ ούτε καν τις αισθήσεις των περασμένων στιγμών. Το κάθε τι που αισθανόμαστε απαιτεί τη στιγμή του. Όταν η στιγμή περάσει γυρίζει η σελίδα και η ιστορία συνεχίζεται, αλλά όχι το κείμενο. Φευγαλέα σκοτεινή σκιά ενός δέντρου της πόλης, ελαφρύς ήχος του νερού που πέφτει στη λυπημένη στέρνα, πράσινο της συνηθισμένης χλόης –δημόσιος κήπος στο σούρουπο σχεδόν– είστε, αυτή τη στιγμή, ολόκληρο το σύμπαν για μένα, γιατί είστε το πλήρες περιεχόμενο της συνειδητής μου αίσθησης. Δεν θέλω τίποτε άλλο για τη ζωή μου πέρα από το να τη νιώσω να χάνεται σ’ αυτά τα απρόβλεπτα βράδια, στις φωνές των ξένων παιδιών που παίζουν σ’ αυτούς τους κήπους, τους περιφραγμένους από τη θλίψη των δρόμων που τους περιβάλλουν, και τους κλεισμένους, πάνω από το θόλο των ψηλών κλαδιών των δέντρων, από τον παλαιό ουρανό όπου τ’ άστρα ξαναρχίζουν.

 Ακόμα:

Πάει πολύς καιρός που δεν υπάρχω. Είμαι απολύτως γαλήνιος. Κανείς δεν με ξεχωρίζει απ’ αυτόν που είμαι. Αισθάνθηκα τώρα πως αναπνέω σαν να είχα κάνει κάτι καινούργιο ή καθυστερημένο. Αρχίζω να έχω συνείδηση του ότι έχω συνείδηση. Ίσως αύριο ξυπνήσω για μένα τον ίδιο και θα ξαναπιάσω το νήμα της ύπαρξής μου. Δεν ξέρω αν μ’ αυτό θα είμαι περισσότερο ή λιγότερο ευτυχής. Δεν ξέρω τίποτα. Περαστικός σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω ότι, πάνω στην πλαγιά του Καστέλο, ο ήλιος που δύει από την αντίθετη μεριά έχει ανάψει φωτιές σε δεκάδες παράθυρα, σ’ ένα φανοστάτη ψηλό που καίει με παγερή φωτιά. Γύρω από αυτά τα μάτια με τις σκληρές φλόγες όλη η πλαγιά έχει τη γλύκα του σούρουπου. Μπορώ τουλάχιστον να αισθάνομαι λυπημένος και να έχω συνείδηση ότι με τη θλίψη μου διασταυρώθηκε μόλις –το είδα με την ακοή– ο ξαφνικός ήχος του τραμ που περνάει, οι φωνές των νεαρών περαστικών που μιλούν, ο  ξεχασμένος ψίθυρος  της ζωντανής πόλης.                                             

[…] Αργά στο φεγγαρόφωτο έξω στην αργή νύχτα, ο άνεμος κουνάει πράγματα που κάνουν σκιές καθώς κουνιούνται. Ίσως δεν είναι άλλο από την μπουγάδα που άφησαν απλωμένη στον από πάνω όροφο, αλλά η ίδια η σκιά δεν γνωρίζει πουκάμισα και κυματίζει άυλη σε μια  σιωπηλή συμφωνία με τα πάντα.

[…] Με απωθεί εξάλλου κάθε ιδέα υποχρεωτικής επαφής με κάποιον άλλο. Μια απλή πρόσκληση σε δείπνο μ’ ένα φίλο μου προκαλεί μια αγωνία που δυσκολεύομαι να προσδιορίσω. Η ιδέα μιας οποιασδήποτε κοινωνικής υποχρέωσης–να πάω σε μια κηδεία, να συνεργαστώ με κάποιον για ένα θέμα γραφείου, να πάω να περιμένω στη στάση κάποιον άγνωστο ή γνωστό– και μόνο η ιδέα μού χαλάει τις σκέψεις μιας ολόκληρης μέρας, μερικές φορές και της προηγούμενης, και κοιμάμαι άσχημα, ενώ το πραγματικό συμβάν, όταν προκύπτει, είναι εντελώς ασήμαντο και δεν δικαιολογεί αυτή την ανησυχία. Και η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται διαρκώς και δεν μαθαίνω ποτέ τίποτα.

«Οι συνήθειές μου είναι της μοναξιάς και όχι των ανθρώπων».Δεν ξέρω ποιος το είπε, ο Ρουσσό ή ο Σενανκούρ. Αλλά είναι κάποιο πνεύμα του είδους μου — αν ίσως όχι της φυλής μου […] Μερικές φορές σκέφτομαι με θλιμμένη απόλαυση πως, αν μια μέρα, στο μέλλον που πια δεν θα ανήκω, αυτές οι φράσεις που γράφω γνωρίσουν επαίνους, θα έχω επιτέλους τους ανθρώπους που θα με «καταλάβουν»,τους δικούς μου, την αληθινή οικογένειά μου, για να γεννηθώ σ’ αυτήν και να με αγαπήσουν. Αλλά, αντί να γεννηθώ σ’ αυτήν, θα έχω πεθάνει πριν από πολύ καιρό. Θα με καταλάβουν μόνο ως εικόνα, όταν η στοργή πια δεν αντισταθμίζει γι΄ αυτόν που πέθανε την αστοργία που μόνο αυτή γνώρισε  όταν ήταν ζωντανός.

Μια μέρα ίσως καταλάβουν ότι επιτέλεσα όσο κανείς άλλος το εγγενές καθήκον μου να γίνω ο ερμηνευτής ενός μεγάλου μέρους του αιώνα μας. Και όταν θα το καταλάβουν, θα πρέπει να γράψουν ότι στην εποχή μου δεν με κατάλαβαν, ότι δυστυχώς έζησα ανάμεσα στην αδιαφορία και την ψυχρότητα, κι ότι ήταν πολύ κρίμα που μου έλαχε αυτό. Κι αυτός που θα το γράψει αυτό θα είναι, την εποχή που θα το γράψει, αυτός που δεν θα καταλαβαίνει, όπως αυτοί που με περιβάλλουν σήμερα, τον αντίστοιχό μου εκείνη την μελλοντική εποχή. Γιατί οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο για να χρησιμεύει η γνώση στους προπάππους τους που ήδη έχουν πεθάνει. Μόνο στους νεκρούς ξέρουμε να διδάσκουμε τους αληθινούς κανόνες της ζωής […]

 

 

Στον τοίχο…

………………

Κλείνουμε   αυτό   το   μικρό   αφιέρωμα   στον   Πεσσόα   με    μια   μετάφραση   του   ποιήματός    του   «Το Καπνοπωλείο»    (Tabacaria)     από    τον    Dr. Kameleon    στο    ιστολόγιο    Η φωλιά του Χαμαιλέοντα <http://nest.drkameleon.com/>. 

 Ο μεταφραστής σημειώνει: Επτά χρόνια περίπου πριν από τον θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, «ο Πεσσόα γράφει στις 15-01-1928 ένα από τα πλέον συγκλονιστικά, ευαίσθητα, τραγικά, αυτοψυχαναλυτικά,  περιεκτικά […] ποιήματα (;) που έχουν ποτέ γραφεί». Εξηγεί τις πολύ μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος αυτού και διευκρινίζει ότι η μετάφραση «ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο», καταλήγοντας, «Ελπίζω να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια». Πιστεύουμε ακράδαντα, ναι! Και ελπίζουμε ο μεταφραστής να μας συγχωρέσει κάποιες ελάχιστες σιωπηρές αλλαγές στο κείμενό του, καθώς διορθώσαμε μικρές αβλεψίες που προφανώς οφείλονται στη δακτυλογράφηση.

Σ.  Η.

.

 

 Ζωγραφική :
Rene Magritte

 

 

Τ  Ο    Κ  Α  Π  Ν  Ο  Π  Ω  Λ  Ε  Ι  Ο

 

 

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα ’μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.

Παράθυρα της κάμαράς μου,
μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι
(κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;)
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’ το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νεύρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.

Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα;

Πώς να ξέρω ποιος θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιος είμαι;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής;  Αυτή τη στιγμή,
εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιος ξέρει; ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.

Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυ’ί’ας;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς 
— ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
και, ποιος ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά;

Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περισσότερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλά είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα,  αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μια.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.

Να πιστέψω σ’ εμένα; Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.

(Φάε σοκολάτες, μικρή
φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)

Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μου μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.

(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
είτε ελληνίδα θεά, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
ή πριγκίπισσα που σε τραγουδούν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!

Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
βλέπω τα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)

Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
και σκέφτομαι: ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών.)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που της έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.

Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
με πέρασαν από μακριά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακριά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.

Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντί να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.

Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενής ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’ αφήσει το σημειωματάριό του, θ’ αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζουν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’ αγοράσει καπνό;)
κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικά με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος–
και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τους γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.

Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μου το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακριά «Γεια σου, Εστέβες!» και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.

 

Á  l  v  a  r  o    d  e     C  a  m  p  o  s     ( F  e  r  n  a  n  d  o    P  e  s  s  o  a )

Μ  ε  τ  ά  φ  ρ  α  σ  η  :  D  r .  K  a  m  e  l  e  o  n

Π   Α   Ρ   Α   Ρ   Τ   Η   Μ   Α     19/8/11

Tabacaria, o Filme (Καπνοπωλείο, η ταινία)

 Poema de Fernando Pessoa (Álvaro de Campos – A Tabacaria)
Música: Alexandre Desplat (OST Girl with pearl Earring)
Voz: Joao Villaret

 

 

 

…………………………………….. 

Σ   Υ   Ν   Δ   Ε   Σ   Μ   Ο   Ι

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1

http://el.wikiquote.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1

http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=329

http://www.poets.org/poet.php/prmPID/752

http://portugal.poetryinternationalweb.org/piw_cms/cms/cms_module/index.php?obj_id=7051

http://silver.pblogs.gr/2007/08/111181.html

http://www.ododeiktes.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1355:pessoa&catid=43:biblio&Itemid=71

http://www.diavasame.gr/book.cfm?itemID=498

http://nest.drkameleon.com/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-tabacaria.html

 


Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού

 

 

 

 

Τ  Ρ  Ι  Α      Π  Ο  Ι  Η  Μ  Α  Τ   Α     Τ  Η  Σ     Μ  Α  Τ  Σ  Η  Σ     Χ  Α  Τ  Ζ  Η  Λ  Α  Ζ  Α  Ρ  Ο  Υ 

 

Ζωγραφική
Henri Rousseau: Les flamants

 

 

Ά τ ι τ λ ο

 

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια.  Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

 

 

Ά τ ι τ λ ο

 

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής τού καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό τού αλόγου.

 

 

Χ α μ ό γ ε λ α



Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ’ άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες στα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

 

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ  (1914 – 1987)

[Άτιτλα] από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος, Αθήνα, 1944
[Χαμόγελα] από τα Δύο Διαφορετικά Ποιήματα (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), περιοδικό Τετράδιο Πρώτο (Αθήνα, Απρίλης 1945) 
http://matsihatzilazarou.wordpress.com/2010/04/10/δεν-ήτανε-ανάγκη-βασίλισσα-να-με-κάνει/
         και
<http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36865.0#ixzz1VD2mytX1>

 

 


Ερωτικός Λειβαδίτης

Ερωτικοί στίχοι από την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη

«Πού είσαι» : ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, μουσική του Γιώργου  Τσαγκάρη. (Πρόταση του σχολιαστή του ιστολογίου Βασιλίδη.)


Τα άνθη της λήθης

 

 

 

Του Ιταλού ποιητή Tyohar, που ζει μόνιμα στην Αίγινα. Από την τριλογία Γέφυρες, Ponti,1&2, Αίγινα 2007,  2008.

 

 
Il fine giustifica i mezzi
ma chi giustifica il fine?
Se il racconto delle ombre a toccante
che sara mai il racconto delle lucci?

Il mediocre e sempre prevedibile:
mai che sconfini dal so al chissa.
Egli si ritrova nei rami della memoria
mai che si perda nei fiori dell’oblio!

……………………………………

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα
μα ποιος αγιάζει το σκοπό;
Εάν οι άφεγγοι στίχοι συγκινούν
τί να πούμε τότε για τους φεγγοβόλους;

Ο μέτριος είναι πάντα προβλέψιμος:
ποτέ δεν βγαίνει από τα σύνορα του γνώριμου ουρανού.
Αυτός στέκεται στα κλαδιά της μνήμης,
ποτέ δεν χάνεται στα άνθη της λήθης!

 

 

TYOHAR
Απόδοση:  Βασιλική Φράγκου

 

 


Τραγούδι

 

 

 

Από τον κύκλο τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς (1983)
Στίχοι, μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά, Βασίλης Λέκκας

 

 

 


οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο

 

 

 

 

 

 

 

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς   γ ι α   τ ο  έ ρ γ ο  τ η ς   Χ α τ ζ η λ α ζ ά ρ ο υ  

 κ α ι  τ ρ ί α   π ο ι ή μ α τ ά   τ η ς

 

 

1

Η δεύτερη ανάρτηση ποιημάτων της Μ. Χατζηλαζάρου στο πτερόεν δεν είναι προϊόν εύκολου ενθουσιασμού. Στεκόμαστε με σεβασμό μπροστά σε ένα ποιητικό έργο που, για να εκφρασθούμε μετριοπαθώς, σαφώς αξίζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όσο έχει προσελκύσει. Σκοπεύουμε λοιπόν να διερευνήσουμε το έργο της  Μ. Χ. με τη βοήθεια ανθρώπων που του έχουν  αφιερώσει τον «καθιστικό τους μόχθο», και να επανέλθουμε σ’ αυτό με  αφιερώματα και  δοκίμια.

2

Ο  William Blake θα της αφιέρωνε κάποιους επιγραμματικούς του στίχους, όπως:

Στη σύζυγο θ’ αποζητούσα
Αυτό που βρίσκεις πάντα στις πουτάνες –
Τα δείγματα του Κορεσμένου πόθου,

  ή

Η Εγκράτεια σπέρνει άμμο
Στα ροδαλά τα μέλη, στα πύρινα μαλλιά,
Αλλ’ ο Κορεσμένος Πόθος
Καρπούς φυτεύει της ζωής, της ομορφιάς

(Στίχοι κι Αποσπάσματα, 1793-1810, μτφρ. Ελ. Βαρίκα, Σπ. Ηλιόπουλος)

Ο  D. H. Lawrence θα εκτιμούσε τον πληθωρικό, εκρηκτικό ποιητικό  λόγο μιας γυναίκας που δεν αυτο-ακρωτηριάστηκε για να χωρέσει στο καλούπι του «κόσμου»·  μιας ποιήτριας που ήξερε να χορεύει εκστατικά, επιθυμώντας να παρασύρει  πολιτείες ολάκερες στο «ανοιξιάτικό [της] διάβα», που ήξερε ότι είναι κομμάτι του ήλιου και κομμάτι της γης, και ότι το αίμα της είναι μέρος της θάλασσας (Αποκάλυψη,Apocalypse,1930) — το ακριβώς αντίθετο της ερωτικά και ψυχικά στερημένης Αγγλίδας, της Juliet, στην αρχή της νουβέλλας του Ήλιος (Sun,1928), πριν αυτή παραδώσει το γυμνό της σώμα στον θεραπευτικό ήλιο της Μεσογείου.

Και ο W. B. Yeats θα έβρισκε στην Μάτση Χατζηλαζάρου μια αυθεντική έκφραση του πνεύματος της αθυρόστομης «τρελο-Τζένης» του (Η Κυκλική Σκάλα, The Winding Stair and other poems, 1933) και των τελευταίων ποιημάτων του (Last Poems, 1938-1939): μια γυναίκα που διεκδικεί άφοβα ολόκληρο τον εαυτό της, και μια ποιήτρια που απεχθάνεται την υποκριτική «κοσμιότητα». Θα έβρισκε  σ’ αυτήν μια ηφαιστειακή ενέργεια για σαρκικό έρωτα αλλά και  ένα πάθος για πληρότητα, για ενότητα σώματος και ψυχής, Ανθρώπου και Κόσμου. Όπως λέει μια persona των ποιημάτων του:

Πρέπει να μάθει η ψυχή μου ν’ αγαπά
με μιαν αγάπη που στον κόρφο της ταιριάζει
κι όλα τα μέλη όπου το αίμα μου χτυπά
να ‘ν’ σάρκα ανθρώπινη, ψυχή που αναστενάζει.
Αν η ψυχή ξέρει να κοιτά
Και το κορμί ν’ αγγίζει είν’ καμωμένο
Πιότερο ποιό  είν’ ευλογημένο;

(«Της κυράς τραγούδι δεύτερο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

[…] αν τα μηριά μου ηδονικά θα ‘χει το χέρι του μαλάξει
Οι ουρανοί κι η φύση όλη βαθιά θα ‘χει στενάξει.

(«Της  κυράς τραγούδι τρίτο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

Όπως και στα τραγούδια της «τρελο-Τζένης» και  της «Κυράς», στον Yeats, το  τραγούδι στην Χατζηλαζάρου είναι για κάτι ευρύτερο από τον  έρωτα (το οποίο όμως ποτέ δεν τον ακυρώνει), κάτι εξόχως οικουμενικό. Στο Άτιτλο «Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι…», που παρουσιάζουμε πιο κάτω,  το τραγούδι αυτό

Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

Και στο Άτιτλο «Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα», ο χορός είναι

[…] τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου.

Σε ένα σημαντικό δοκίμιο  για  την ποίηση της Χατζηλαζάρου («Το πένθος ως μέσον αυτοπραγμάτωσης»), η Λαμπρίνα Μαραγκού θέτει το ζήτημα στη σωστή βάση:

«Συνηθίζεται να χρησιμοποιείται ο όρος “γυναικεία ποίηση” από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, χωρίς αυτό να διευκρινίζεται πλήρως. Πρόκειται για την ποίηση που δημιουργείται από γυναίκες ή που απευθύνεται μόνο σε γυναίκες; Δεν νομίζω να αξίζει απάντηση αυτό το ερώτημα καθώς από μόνο του καθίσταται άκυρο». (Ηλεκτρονικό περιοδικό critique <http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=125>).

Και συνεχίζει, συνοψίζοντας, κατά τη γνώμη μας, την ουσία του έργου της Χατζηλαζάρου:

«Την χαρακτηρίζουν μερικοί σαν γυναικεία ποιήτρια, προσδίδοντας της έτσι ένα εξιτήριο από την οικουμενική ποίηση, μια περιθωριοποιημένη ταυτότητα που στόχο της έχει να εξυπηρετεί τις ανάγκες των γυναικών. Άτοπος χαρακτηρισμός που ενέχει μια υποβάθμιση, και που σαφώς δεν αντιπροσωπεύει την Μ. Χ.  Κουβαλώντας ένα ενδιαφέρον παρελθόν με δυο αποτυχημένους γάμους, παντρεύεται τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ερωτεύεται τον Ανδρέα Καμπά, συζεί στο Παρίσι με τον ανιψιό  του Νταλί και με τον Καστοριάδη, διαμορφώνει την προσωπική της άποψη για τη ζωή μέσα από το φάσμα των χρωμάτων του έρωτα […] Κι αν αγάπη σημαίνει άγγιγμα, επαφή, τότε ο ορισμός που εμπεριέχεται σ’ όλα τα ποιήματά της […] βοηθά τον εραστή της ποίησης να συμμεριστεί  […] την ταύτιση του απόλυτου με το θείο όπου αυτομάτως γεννιέται η έλλειψη, η απουσία, η νοσταλγία, συναισθήματα που υπάρχουν γιατί έχει προηγηθεί η πληρότητα, η παρουσία, ο φωτεινός έρωτας […] Η  ερωτική προσμονή δηλώνεται στο έργο της μέσα από μια μεταφυσική ιδιοτυπία […]  Στόχος το ονειρικό, το άπιαστο που η ποιήτρια αναγνωρίζει  πως ακόμα κι αν διαφανεί δεν είναι η τελείωση…»

Πιστεύουμε ότι αν έπρεπε οπωσδήποτε να δοθεί κάποιος χαρακτηρισμός στην Μάτση Χατζηλαζάρου, αυτός θα ήταν «ερωτική ποιήτρια» με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Όπως σημειώνει η Λ. Μαραγκού, ο έρωτας στην ποίηση της Μ. Χ. είναι «ο έρωτας και το πάθος του καθένα, που λειτουργεί όμως οικουμενικά». Η ερωτική ποίηση της Μ. Χ. είναι τόσο οικουμενική, όσο ενδεχομένως δεν είναι η ερωτική ποίηση άλλων, γνωστών και μεγάλων.

3

Το ποίημα της Χατζηλαζάρου «Αραπιά», που παρουσιάζουμε πιο κάτω, ίσως προκαλέσει ερωτήματα. Ο τίτλος είναι αυτός του τραγουδιού του Τσιτσάνη «Αραπιά»  ή «Η μάγισσα της Αραπιάς».  (Αν και, καθώς  ανακαλεί το τραγούδι στη μνήμη της και ακούει τον απόηχο, η ποιήτρια παραποιεί ελαφρώς τους πρώτους στίχους  του, «Θα πάω εκεί στην Αραπιά / που μ’ έχουνε μιλήσει / για…» Η αθέλητη παραποίηση φαίνεται να είναι η πιθανότερη εκδοχή, αφού δεν αλλάζει μόνο το «θα» με το «θέλω να», που θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία.)  Εντύπωση προκαλεί το ότι, την ίδια εποχή, και κάποιος άλλος,  που παρέμεινε για πολύ  στη σκιά κι αυτός, είχε ενσωματώσει την «Αραπιά» στο έργο του.

Τα παρακάτω  αποσπάσματα από την σελίδα  Ιδωτική Οδός του Παναγιώτη Ανδριόπουλου («Το ρεμπέτικο  του  Σκαλκώτα», 9 Ιουνίου 2008 <http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html>), δίνουν ίσως μιαν  εξήγηση του λόγου/ των λόγων: 

«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε  μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται –λες– μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού “Θα πάω εκεί στην αραπιά”».

Ο φίλος «προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της “διάθεσης φυγής” — καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών». Μάταια όμως. «Του λόγου μου […] του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια […]».

Αυτά έλεγε  ο Μάνος Χατζιδάκις, στην πολύ γνωστή του  διάλεξη για το ρεμπέτικο  τον  Ιανουάριο του 1949.  Και τα έλεγε «Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (20-9-1949)… Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για 2 βιολιά, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο “Θα πάω εκεί στην Αραπιά”  του Βασίλη Τσιτσάνη».  Είναι φανερό ότι ο Χατζιδάκις αγνοούσε  «το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα», ένα αριστούργημα του εικοστού αιώνα, «είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε». Αναμφίβολα  δεν το γνώριζε και ο  ιδιαίτερα συντηρητικός μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος στην Καθημερινή (8-2-1949) «μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου “με την αιώνια, μεγάλη τέχνη”».

Και στην περίπτωση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, ο καθένας  μπορεί να κάνει τους δικούς του χρήσιμους  συνειρμούς  περί  σοβαροφάνειας,  «μεγάλης τέχνης» και «χυδαιότητας».

 

Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

 

 

 

Α  Ρ  Α  Π  Ι  Α

Ωχ! τη μάνα μου την καψερή, τη μάνα μου παρηγοριά
και βάλσαμο της νύχτας.
Απόψε δε χωράνε οι λύπες μου, ούτε μες στ’ απαλότερο φιλί.
«Θέλω να πάω στην Αραπιά
που μ’ έχουνε συστήσει
σε μια μεγάλη μάγισσα
τα μάγια να μου λύσει.»
Θέλω ν’ ακούσω πάλι τα βλέφαρά μου να γέρνουνε μπρος σ’ ένα όραμα ξανθό.
Θέλω να χορέψω, φούσκωμα και φύσημα τρυφερής κουρτίνας,
μην απελευθερωθεί από το παράθυρο.
Θέλω ν’ ανοίξω ένα πρωί με το φως, σαν το νούφαρο.
Είναι οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο.
Ναι, άπλωσα στον ήλιο ένα άγριο κυκλάμινο στην άκρη της ρεματιάς,
μια χειραψία φίλων συνοδοιπόρων και συναγωνιστών,
λίγα κρόσσια που πέφτουνε στο μέτωπο ενός Κρητικού,
τα γόνατα μιας κοπέλας όταν βγαίνει στη θάλασσα
τη βραχνή φωνή του έρωτα,
ένα αυλάκι αίμα μιας μάχης για τον ήλιο,
κι ένα ασημένιο κουτάλι λαμπερό,
στην άκρη των χειλιών του βρέθηκε ένα χθεσινό μου δάκρυ.

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι, τα δάκρυα στέρεψαν, τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε, σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή, ούτε δέντρου φυλλωσιά ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου, είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί, γιατί χάσαμε στη ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού.
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε) μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη, στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια, από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχεοειδές.
Ο αέρας θα παίρνει τις μυρουδιές μου και θα τις κρύβει
μες στις σκιές που ‘χουν τα βότσαλα.
Παλικάρια! Σιμώστε, καβαλήστε μας, είμαστε τ’ άσπρα σας άτια,
είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες.
Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές, και τους γιαλούς,
και τα στεγνά στοιβαγμένα φύκια, και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου.
Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.
Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

 

 Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

 Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία — τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
— μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι — ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός — και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ  (1914-1987)
[Αραπιά] «Δύο Διαφορετικά Ποιήματα», περ.  Τετράδιο Πρώτο (Αθήνα, Απρίλης 1945)  και  Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος 1944

[Translatum/ Ποίηση της Θεσσαλονίκης /Μάτση Χατζηλαζάρου. Βλ. Συνδέσμους στο πτερόεν  που αναφέρονται στην Χατζηλαζάρου]

 

 


θα τον συναντήσω εκεί στο πόστο του

 

 

Σήμερα έχουμε την χαρά να αναδημοσιεύσουμε δύο ποιήματα από την τελευταία συλλογή του  Τ ά σ ο υ   Γ α λ ά τ η,  Κ ά θ ο δ ο ς,  σε εκδόσεις Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ, τον Μάρτιο του 2011.Είναι «πεφιλημένος» φίλος, όπως ο ίδιος συνηθίζει να με αποκαλεί, κοντογείτονας (Χολαργός), σεβαστός και ουχί σεβάσμιος –μην παρεξηγηθώ από τον ίδιο προπάντων– ποιητής. Μα πάνω απ’ όλα, είναι ένας άνθρωπος που γελάει πολύ, κι εγώ μαζί!Παραθέτουμε ένα σύντομο βιογραφικό  που το δανειζόμαστε από την εν λόγω ποιητική συλλογή.
– Β. Φ.

 

 

«Μωρα’ί’της την καταγωγή, από τη Ζούρτσα (Νέα Φρυγαλία) της Ολυμπίας,  ο Τάσος Γαλάτης γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς τον Δεκέμβριο του 1937 και μεγάλωσε στην Καλογρέζα και στη Νέα Ιωνία. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού.  Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πανσπουδαστική (Απρίλιος του 1962). Έως σήμερα έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Το 2006 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποιήσεως για το βιβλίο του  Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες […]»

 

 

ΤΡΙΤΗ ΣΤΑΣΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ

Παρ’ όλα τα συμπτώματα
δεν ψάχνω το πιεσόμετρο πια,
δεν μου χρειάζονται οι ακριβείς σημάνσεις του
–άλλωστε ξέρω τί μου μέλλεται
το αναπότρεπτο κυλάει στις φλέβες μου
πάει κι έρχεται στις αρτηρίες μου
ορίζει τις αρρυθμίες της καρδιάς μου

Και δεν ανησυχώ
αυτός είναι ο ρυθμός του κόσμου
όχι ο δικός μου μονάχα

Ένα τετράγωνο άλλωστε πιο πάνω ή λίγο πιο κάτω
θα τον συναντήσω εκεί στο πόστο του
γυρεύοντας απελπισμένα μια ματιά
μες στη βοή της λεωφόρου για τη φτηνή πραμάτεια του

Κι εγώ στην τρίτη Στάση Χολαργού
απιθώνοντας για μία στιγμή στο πεζοδρόμιο τις πλα-
           στικές σακούλες μου
να πάρω λίγη ανάσα
και να σηκώσω το χέρι στο λεωφορείο
–αν προλάβω.

 

ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ

Εδώ σε θέλω κάβουρα
να περπατάς στα κάρβουνα
τόνιζε προκαλώντας την εφηβική μας άγνοια
ο παλιός δάσκαλός μας

Λοιπόν, εγώ ευτύχησα
δεν χρειάστηκε να περπατήσω στη φωτιά
όχι γιατί δεν μου δόθηκαν οι ευκαιρίες
αλλά γιατί ανήκω στους ολιγόπιστους
στους άπιστους και στους δειλούς
γιατί προτίμησα την ασφάλεια της παγωμένης στάχτης

Το ξέρω οι φωτιές γλείφουν την πόρτα μου
τις βλέπω κάθε βράδυ στις επίσημες ειδήσεις
στην παγωμένη στάχτη στο γυαλί.

 

Τ Α Σ Ο Σ   Γ Α Λ Α Τ Η Σ

 

 


Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω

 

 

 

Μ ά τ σ η   Χ α τ ζ η λ α ζ ά ρ ο υ   (1914-1987)

 

Ποιήτρια, ελάχιστα γνωστή στο κοινό της ποίησης. Δεν είμαι κατάλληλη να μιλήσω για το έργο της, γιατί τώρα μόλις άρχισα να το ψηλαφώ. Εκείνο βέβαια που μου έκανε αίσθηση, είναι η φλόγα, το πάθος που αναδύεται απ’ αυτό. Λίαν προσεχώς, θα έχουμε  στο Πτερόεν την Εισαγωγή της  Λαμπρίνας Μαραγκού για το βιβλίο που ετοιμάζει  σχετικά με την Μ. Χ. και την ποίησή της.  Φαίνεται πάντως, από τα λίγα που ξέρω, πως η Χατζηλαζάρου συνάντησε αρκετές δυσκολίες στον χώρο των καταξιωμένων ποιητών, και ως ποιήτρια, αλλά και ως γυναίκα που ερμήνευε την ζωή μέσα από τον γήινο αλλά και έντονα υπαρξιακό ερωτισμό της.

– Βασιλική Φράγκου

 

 

 

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο 

                                                                Στην  Σ. Χ.

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο –- ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου –- ίσως τη δούνε,
ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι – τότε ίσως του
δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
θα μου ‘φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικό μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνονται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να ‘ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,
Έρωτα, Έρωτα.

 

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

 

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, τη χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου –- δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη –- με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

 

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο 

 

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος –- για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ‘ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ‘ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ‘ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ‘να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

 

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος 1944
[Translatum/ Ποίηση της Θεσσαλονίκης /Μάτση Χατζηλαζάρου]

 

 

 

 

 

 


Πτηνά / Aves

 

Peter von Tielsenhausen: Owl

~

Πίσω από θολά τζάμια καφενείων
κουρνιάζουν κουκουβάγιες.
Οι πρώτοι πρωινοί γέροι.

Σ π ύ ρ ο ς    Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   2001, 2008

 .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .

Detrás de los vidrios nublados de kafeníos
se posan búhos.
Los primeros viejos de la mañana.

S p i r o s   I l i o p o u l o s,  2001, 2008

Μετάφραση στα ισπανικά: Ξ έ ν ι α   Κ α κ ά κ η

 

(Από το ιστολόγιο α Lyr (Ξ.), 10 Μαίου 2011.

Εδώ με μια αλλαγή στο πρωτότυπο: «θαμπωμένα» –>»θολά»)


Με κίνηση χορευτική

 

 

ΗΡΩΑΣ ΛΑΚΤΙΖΕΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

 

 

Η διαφήμιση εσωρούχων στη στάση του τρόλεϋ
ήταν βάναυση.
Μόνος αυτός , με κίνηση χορευτική
με μια του σώματος ποιητική φίνα κι απρόσμενη έκθλιψη
την έπληξε.

Δυνατό λάκτισμα
μες στην αυθάδικη καρδιά της Nέας Τάξης
των εικόνων.

Ματαίως.
Βλέπεις, δεν μέτρησε καλά
την έτσι απροσδόκητα απάνθρωπη του υλικού αντοχή
ο νέος αυτός, συνθετικών σημάτων μαχητής.
Αλλ’ απεχώρησε αγέρωχος
ο Σαολίν
κι αγνόησε τους ντροπαλούς και χαμηλόφωνους επαίνους
και τ’ αραιά χειροκροτήματα
ολίγων νοημόνων.

 

Σ Π Υ Ρ Ο Σ   Η Λ Ι Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ

Από το ιστολόγιο Υπεράσπιση της ποίησης (29 Ιαν. 2009). Εδώ με μικρές αλλαγές.

 

 

 


Νάνος Βαλαωρίτης

 

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟ

 

Ακούστε λοιπόν κάτι που θέλω να σας πω:
(Και στον καθένα —ιδιαιτέρως— να το εκμυστηρευθώ)
Ο εικοστός αιώνας προχωρεί τροχάδην —επάνω
Σε ρόδες ξύλινες—-και φτάνει επιτέλους
Μ’ επιταχυνόμενο ρυθμό στο τέλος του
Και καθ’ οδόν «πίπτουν εντός των σπλάχνων του οι γεννηθέντες
Κατά τη διάρκειά του» ευγενείς διακεκριμένοι άνθρωποι
Ένας ένας πέφτουνε απ’ τις εξέδρες των σωμάτων τους
Χαμώ στη γη κι εκπνέουν —πολίτες του ενός ή τ’ άλλου έθνους—
(Διακεκριμένοι λέω ή ταπεινοί κι ασήμαντοι) πνέουν τα λοίσθια
Και μουρμουρίζουν φράσεις τελευταίες του είδους:
«Τι με περνάτε ανάμεσα στους ασφόδελους —τι σας έκαμα
Και με στέλνετε στην ‘‘Πόρτα του ήλιου’’  γιατί πενθείτε
Ενόσω ζω ακόμα; —φοβάμαι— μη μ’ αφήνετε
Το σκοτάδι έρχεται — δεν αντέχω άλλο τόσο φως…»
Τέτοια λένε κι άλλα πολλά ακατάληπτα και ασυνάρτητα
Πριν να βουλιάξουν μες στο αιώνιο τέλμα του ασυνειδήτου
Ενόσω —γύρω από την κλίνη όπου παλεύει με το θάνατο—
Συντετριμμένοι οι συγγενείς παρίστανται αμίλητοι
Κι αργότερα μαζεύονται όλοι —οι περισσότεροι—
Στη μελαγχολική σεμνή σκηνή του ενταφιασμού
Δακρύζοντας —ενίοτε— και πνίγοντας λυγμούς
Και άλλοτε σκουπίζοντας με τα μαντήλια τους
Τα προϊόντα τα υγρά των οφθαλμών τους
Το θέαμα είναι λυπητερό — δεν άλλαξε καθόλου
Πάνε μισό εκατομμύρια χρόνια τώρα αφότου
Άρχισε να θάβει τους δικούς του το γένος Homo Erectus…
Κι όμως κι όμως… λένε πως Παράδεισος υπάρχει
Πως εκεί πηγαίνουν οι ψυχές των ποιητών που φεύγουν
(Και μ’ αυτούς μαζί ένα σωρό «κοινοί θνητοί»)
Να μείνουνε για πάντα μέσα σε κείνα που ονειρεύτηκαν
Και παρ’ ελπίδα ελπίσανε κι οραματίστηκαν
Και γι’ αυτό δεν τους είδε ποτέ κανείς από κει πέρα
ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΕΤΟΥΤΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ.

                                                                         Καλιφόρνια, 1985

 

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Ανιδεογράμματα, Εκδόσεις Καστανιώτη 1996

 


Κινέζικη ποίηση : Έξι τετράστιχα



Ο  κινέζικος πολιτισμός, απ’ τους πιο παλιούς της ανθρωπότητας, είναι πιο γνωστός προπαντός με την ποίησή του. Η ποίηση αυτή είναι γραμμένη με εικονιστικό σύστημα γραφής, ισοδύναμο και ισότιμο με την προφορική γλώσσα, που παριστάνει πιο άμεσα τα πράγματα και τις καταστάσεις. Η μετάφρασή της λοιπόν στις αλφαβητικές γλώσσες αναγκαστικά κρατάει μια φευγαλέα και αόριστη αίσθηση, που αποδίδει το κινέζικο ήθος. Χαρακτηριστικά του είναι η λεπτότητα, η ευγένεια, το βαθύτατα ταοϊστικό χιούμορ, γενικά μια πνευματική ετοιμότητα που βρίσκεται πέρα απ’ τις τυπικές λογικές αντιδράσεις και κατηγορίες της σκέψης. Αλλά αυτός ο τρόπος, ο εξωτερικά εξωτικός και γοητευτικός, αποκαλύπτεται τελικά οικείος της ανθρώπινης φύσης, έστω και με τη μορφή κάποιου αλλιώτικου ρομαντισμού …

(Από τον πρόλογο του Σωκράτη Λ. Σκαρτσή στο βιβλίο Κινέζοι ποιητές)






 Άγνωστος

Το κόψιμο των λωτών

Πρωί κινήσαμε απ’ την όχθη με τις ορχιδέες και τα κανελλόδεντρα,
βράδυ ξεκουραστήκαμε από κάτω απ’ τις μουριές και τις φτελιές.
Μαζί κόβαμε βούρλα όλη μέρα οι δυο μας,
μα δε μαζέψαμε ούτε μια χουφτιά.

 

Τσανγκ Χου (9ος αι.)

Το τραγούδι της Σου Χσιάο Χσιάο

Τις ρόδες του άρματός του να κρατήσω δε μπορώ,
ούτε του αλόγου του τα πόδια να τα δέσω.
Και το μισώ το σταυροδρόμι
που ξεσηκώνει την καρδιά του.

 

Λο Γινγκ  (9ος αι.)

Ο ερωδιός

Στον πλάγιο ήλιο, μες στον ίσκιο των κυματιστών ιτιών,
να, καθρεφτίζεται μες στα βαθιά νερά.
Μην επαινείτε τη λευκή του αθωότητα,
τα ψάρια αρπάζει και δεν τα χορταίνει.

 

Χσου Νινγκ (9ος αι.)

Το γέρικο δέντρο

Το γέρικο δέντρο γερμένο δίπλα στον αρχαίο δρόμο,
χωρίς λουλούδια στα κλαδιά, χορτάρι από κάτω.
Σαν ήταν νέο δεν το είδαν οι περαστικοί,
όμως το δέντρο όλους τους είδε να γερνούν σιγά σιγά.

                                        

 Λιου Τσ’άι Τσ’ιουν  (ποιήτρια, 9ος αι.)

Τραγούδι

Δε μ’ αρέσει ο Ποταμός Τσ’ ιν Χουάι,
μισώ τα ποταμόπλοια΄
το σύζυγό μου παίρνουνε μακριά μου
κι έτσι περνούν τα χρόνια.

 

Λι Γι  (9ος αι.)

Τραγούδι του νοτιά του ποταμίσιου

Παντρεύτηκα έναν έμπορο απ’ το Τσ’ου Τ’ανγκ,
που όλο ξεχνάει του γυρισμού την ώρα.
Αν ήξερα πως η παλίρροια είναι έτσι ταχτική,
θα παντρευόμουνα βαρκάρη, που ‘ρχεται μαζί της.

 

 

 

Κινέζοι ποιητές: Τετράστιχα, μετάφραση, πρόλογος σημειώσεις: Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, Καστανιώτης, Αθήνα 1988

 

 


Emily Dickinson

Ενενήντα ένα  ποιήματα  της  Έμιλυ Ντίκινσον με τίτλο  Το ανεξάντλητα Σημαίνον  (εκδόσεις Ιδεόγραμμα 2006),  επιλέχθηκαν και μεταφράστηκαν από την  Έλλη Συναδινού,  η οποία ασχολήθηκε  επί  δέκα συναπτά έτη  με το έργο  της  Ντίκινσον, σεβόμενη όσο το δυνατόν το ύφος  και την ιδιόρρυθμη στίξη της ποιήτριας.

Πιστοί στην  αρχή  μας να δημοσιεύουμε  κυρίως  ποιήτριες και  ποιητές που βρίσκονται ή βρέθηκαν  «εκτός των τειχών», επιλέξαμε λίγα ποιήματα από το βιβλίο αυτό και παραθέτουμε αποσπάσματα από τον πρόλογο  της μεταφράστριας, για να πληροφορηθούμε για άλλη μια φορά, πόσο ψηλά υψώνονται τα τείχη της κατεστημένης κοινωνίας/ποίησης  σε ποιητές ή ποιήτριες τέτοιου διαμετρήματος όπως η Έμιλυ Ντίκινσον!  Ίσως αυτό να συμβαίνει κατά κύριο λόγο  επειδή απλώς  δεν είναι κατανοητοί.  Ίσως.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΟΥ

 

 

 

 

 


[…] Η Emily Dickinson γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ της Μασσαχουσέττης. Ήταν 32 ετών όταν έστειλε στον Higginson  (εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού ) τέσσερα ποιήματα και αμέσως μετά ακόμα τρία, για πρώτη φορά αποτεινόμενη σε πρόσωπο αρμόδιο των γραμμάτων, για μια γνώμη. Από τα γράμματά της στη δική του απάντηση, που δεν σώζεται, εικάζεται πως της έγραψε ότι τα ποιήματά της υστερούσαν στην φόρμα, ότι ο ρυθμός της εχώλαινε, ότι το μέτρο της ήταν σπασμωδικό […]


Μόνο έξι από τα ποιήματα που έστειλε στον Higginson δημοσιεύτηκαν, αλλά τόσο «διορθωμένα» και «αλλαγμένα» που η Dickinson έκτοτε, εκτός από ποιήματα που συμπεριελάμβανε σε γράμματά της προς φίλους, ποτέ πια δεν έστειλε κάτι  για δημοσίευση, έχοντας παραιτηθεί από την ιδέα να γίνει εν ζωή γνωστή, αφήνοντας την τύχη του έργου της στο μέλλον ή στο ποτέ […]


Έτσι η έκπληξη ήταν μεγάλη όταν η αδελφή της Λαβίνια βρήκε στο γραφείο της  Έμιλυ, μετά τον θάνατό της (1886), το πλήθος των ποιημάτων που ήταν ριγμένα εκεί, γραμμένα πάνω σε κάθε λογής χαρτιά (φύλλα ημερολογίου, λογαριασμούς από ψώνια, αποδείξεις, συνταγές…), κάποια σε μισοτελειωμένη μορφή, άλλα σε παραλλαγές, μεμονωμένους στίχους, καθώς επίσης και ένα μικρό κουτί, που μόνο αυτό περιείχε 900 ποιήματα, καθαρογραμμένα σε χαρτί αλληλογραφίας και χωρισμένα σε «Τομίδια» ραμμένα χωριστά το καθένα από την ίδια με σπάγκο, φτάνοντας όλα μαζί, μετά την καταμέτρησή τους στον εκπληκτικό αριθμό των 1775 […]

Από το 1890 μέχρι το 1945, ολοκληρώνεται η δημοσίευση του έργου της Emily  Dickinson, αλλά και πάλι με απαράδεκτες  επεμβάσεις όπως αλλαγές στο μέτρο, αντικαταστάσεις λέξεων […] και πάνω απ’ όλα με αλλαγές στην στίξη σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες. Δεν αντιλήφθηκαν πως μέρος της προσωπικότητας και του ψυχισμού της ήταν ακριβώς αυτή η αιωρούμενη αύρα που αναδυόταν με την χρήση της παύλας, που σχεδόν αποκλειστικά εκείνη χρησιμοποιούσε, που δεν μπορεί να αποδοθεί με κόμματα, τελείες και άνω τελείες χωρίς να ισοπεδώνεται η θαυμαστή ανάσα των ποιημάτων της […]


Στη ζωή της ταξίδεψε ελάχιστες φορές για μικρά διαστήματα στη Βοστώνη για  ιατρικές εξετάσεις  και μια φορά στην Ουάσινγκτον […]


Η Emily Dickinson έφυγε απ ‘τη ζωή σε ηλικία 56 ετών. Παράκλησή της ήταν ν’ αφήσει το σπίτι της από την πίσω πόρτα κι όχι από την κυρία είσοδο, απ’ την πόρτα που ίσως έβγαινε με τον σκύλο της τον Κάρλο σε μακρινούς περιπάτους στους γύρω λόφους.



                              {288}

Είμαι ο Κανένας! Εσύ είσαι ποιός;
Είσαικι εσύ—Κανένας;
Τότε μαζί ζευγάρι να κάνουμε!
Και μη μιλάς! μήπως μας εξορίσουν—ξέρεις!

Τί βαρετό—να ‘ σαι—ο Κάποιος!
Πόσο δημόσιο—ένα βατραχάκι ας πούμε κάπως—
Που τ’ όνομά του—έναν Ιούνη ατέλειωτο—κοάζει—
Σ’ έναν Λασπότοπο που το θαυμάζει!

                              {352}

Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα—
Από ουρανούς όχι πιο λίγα—παίρνω—
Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα
Πυκνώνουνε σαν Μούρα, οι Γαίες—

Το Καλάθι μου έχει μέσα—μόνο—το Άπειρο—
Που ελεύθερα—στο μπράτσο μου—αιωρείται,
Αλλά μικρότερα δεμάτια—Συνωθούνται.

                              {1246}

Η Πεταλούδα σίγουρα
Σε Σκόνη τιμημένη θα ξαπλώσει
Αλλά κανείς να πειθαρχήσει τόσο δεν θ’ αναγκασθεί
Όσο η Μύγα όταν διαβεί την Κατακόμβη—

                              {1050}

Όπως βλέφαρο πρόθυμο σε κουρασμένο μάτι
Το Σούρουπο πάνω στη Μέρα γέρνει
Ώσπου απ’ ολόκληρο της φύσης μας το Σπίτι
Μόνο ο Εξώστης μένει

                               {31}

Καλοκαίρι για σένα, εγώ να είμαι
Όταν οι μέρες του Καλοκαιριού περάσουν!
Και μουσική σου ακόμα, όταν η Οριόλη
Και το  Νυχτοχελίδονο—σωπάσουν!

Για ν’ ανθοφορώ για σε, τον τάφο θα τον δρασκελίσω
Και τους ανθούς μου πάνω σου θε να σκορπίσω!
Παρακαλώ σε δρέψε με—
                           Ανεμώνη—
Λουλούδι σου—για πάντα κι  απ’ το πάντα πιο!

 

 

 

 


Η μουσική

 

 

 

Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου ταξιδεύει — πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει ο καθηγητής τού βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και μια περούκα μαδημένη — γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαιζε κάτι διαφορετικό — μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα ότι στο βάθος η μουσική δεν είθναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Σκιές από μακρινά φώτα , [στο] Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001

 

…………….

 

 

 


H μάχη της ποίησης

 

 

 

Δυο φιγούρες γηραλέες
και κατάπληκτες.
Ήχοι άπτον ουρανίσκο
και απέναντι.
Στα μάτια κοιτάζονται
και περιστρέφονται.

Βλέμματα μακρινά,
εντυπωσιασμένα.

Σκύβουν μετά, σε αργή κίνηση,
με ορθοπεδικό τρόμο.
Πάλι κοιτάζονται
και γελούν.

Τώρα στάθηκαν ακίνητοι,
μισή στροφή,
κάπου ανάμεσα κλάμα και γέλιο.
Μονότονα εκπλήσσονται
σε αγκυλωμένες κινήσεις
μοίρας αδιέξοδης.

Απαγγέλλοντας άνθη,
διορθώνουν τις λέξεις.
Πληγώνοντας λέξεις
στη μάχη της ποίησης.

Κύμβαλου βογγητό,
πνιγμένος ήχος,
απελευθερωμένος απ’ τον ψαλμό.

Λουλούδια λυπημένα στο φεγγαρόφωτο,
κι η μοναξιά των βράχων,
μέσα στο κλάμα της θαλασσινής σπηλιάς.

Ήχος βόγγος,
στη σιγαλιά των αγαλμάτων.

Ο ποιητής γονάτισε,
άφησε το κλαράκι του στο χώμα
και προσευχήθηκε.
Έτσι μας αποχαιρέτησε
για αλλού.
Τον καλούν φωνές
και στρέφεται.
Πρόκειται να φθάσει
στο τέλος του δρόμου
δίχως να προφτάσει,
ραγίζοντας τον χρόνο
με τα σχιστά του μάτια,
με πιο πολύ σιωπή απ’ την ανάσα.
Ο ήχος,
απ’ το βάθος του στέρφου πηγαδιού,
πνιχτή ικεσία μονόλογου.

Άνθρωποι πετρωμένοι,
αμέτοχοι, τυφλοί,
κουφοί, πετρωμένοι.

 

 

ΛΙΖΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΟΥ

(Γραμμένο στο Τόκιο, στην διάρκεια μιας παράστασης του θεάτρου Νο, το 2006.)