Just another WordPress.com site

Ο Ερωτικός Γέητς

 

 

 

Ε Ν Α Σ   Ν Υ Κ Τ Ι Ο Σ  Π Ο Ι Η Τ Η Σ

                                                                           

Man’s made of dreams and bones         

Ο William Buttler Yeats (1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats, και για έναν καιρό υποψήφιος ζωγράφος ο ίδιος, μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική*. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabrielle Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια»,  αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Στο μικρό δείγμα της ερωτικής ποίησης του Yeats που ακολουθεί, περιλαμβάνουμε ποιήματα από τις τρεις πρώτες συλλογές του: Crossways (1889), The Rose (1893) και The Wind among the Reeds (1899), δηλαδή συλλογές που δημοσιεύτηκαν όταν ο ποιητής ήταν από είκοσι τεσσάρων έως τριάντα τεσσάρων ετών.

Η  ενότητα που παρουσιάζουμε εδώ αποτελείται από «νύκτια» νεανικά ποιήματα: ποιήματα της γλυκόπικρης μελαγχολίας, με έντονα τα στοιχεία της ιρλανδικής παράδοσης και της λαϊκής μπαλάντας, με τον ονειρικό προρραφαηλιτικό διάκοσμο και την εναλλαγή «θαμπών» και «απροσδόκητων» λέξεων.  Επιπλέον, τα δέκα σύντομα ποιήματα που επιλέξαμε χαρακτηρίζονται από στοιχεία  που εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Ezra Pound (1885 – 1972) στο έργο του Yeats,  όπως το «σύντομο ποίημα που περιέχει μιαν εικόνα» (βλ. «Το ψάρι», πιο κάτω), καθώς και από την παθιασμένη ρομαντική μουσική, τον υπνωτικό κυματισμό της γλώσσας, που θαύμαζε ο James Joyce  (1882–1941), σ’ ένα τοπίο «υποθαλάσσιο» και εξαίσια μυστικό.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

[27/8/11: Για   α ν α γ ν ώ σ ε ις   κ α ι   τ ρ α γ ο ύ δ ι α   από τον Ερωτικό Γέητς, καθώς και μια σχετική σκηνή από την ταινία 84 Charing Cross Road (1987) που αναφέρεται στο ποίημα «Τα ουράνια τα μεταξωτά» (He Wishes for the Cloths of Heaven),  βλ. το πολύτιμο υλικό (βίντεο)  που μας έστειλε  σ τ α  σ χ ό λ ι ά  τ ο υ  ο συνεργάτης του ιστολογίου  Ν Ι Κ Ο Σ  Μ Ε Λ Ι Δ Η Σ.]

 

. . . . . . . . . . . .

(*) Οι Προρραφαηλίτες (ομάδα βρετανών ζωγράφων, ποιητών και κριτικών, ανάμεσά τους οι Dante Gabriel Rossetti, John Everett Millais, William Holman Hunt, James Collinson και Thomas Woolner) ίδρυσαν την αδελφότητά τους το 1848. Σκοπός τους ήταν η απόρριψη του μηχανιστικού μανιερισμού και του ακαδημαϊσμού των ζωγράφων που διαδέχτηκαν τον Ραφαήλ, κυρίως.

 

Ζωγραφική: Dante Gabrielle Rossetti

 

 

 

Κ Α Τ Ω   Σ Τ Ο Υ Σ   Κ Η Π Ο Υ Σ 

 

Κάτω στους κήπους στις ιτιές η αγάπη μου με βρήκε,
μες στις ιτιές το πόδι της λευκό σαν χιόνι είχε·
οι αγάπες έλεγε είν’ απλές, σαν φύλλα, δες, φυτρώνουν
μα στην τρελή μου νιότη εγώ δεν τη συμμεριζόμουν.

Σ’ έναν αγρό στον ποταμό ήρθε να μ’ ανταμώσει
πάνω στον ώμο μου λευκό το χέρι της ν’ απλώσει·
απλή ‘ναι μού ‘πε η ζωή, χορτάρι που φουντώνει
μα την τρελή είχα νιότη εγώ, και δάκρυ με βουρκώνει.

 

 

 

Ο  Φ Ο Β Ο Σ   Τ Ο Υ   Ε Ρ Ω Τ Α

 

Ένας φόβος ανείπωτος είναι
στην καρδιά κρυμμένος του έρωτα:
ο κόσμος που αγοράζει και πουλά,
τα σύννεφα ψηλά που ταξιδεύουν,
ο άνεμος υγρός και κρύος που φυσά,
το σκιερό δασάκι με τις φουντουκιές
όπου κυλούνε γκρίζα τα νερά,
τη μορφή που αγαπώ απειλούνε.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

Η  Θ Λ Ι Ψ Η  Τ Ο Υ  Ε Ρ Ω Τ Α

 

Κάποιου σπουργίτη το τιτίβισμα στη στέγη,
ο γαλατένιος ουρανός και το λαμπρό φεγγάρι,
κ’ εκείνη η έξοχη αρμονία των φύλλων, την εικόνα
και το θρήνο του ανθρώπου είχανε σβήσει.

Πρόβαλ’ ένα κορίτσι με θλιμμένα, άλικα χείλη,
το δακρυσμένο μεγαλείο του κόσμου έλεες πως ήταν,
άμοιρο σαν τον Οδυσσέα και τα καράβια στον αγώνα,
περήφανο όσο ο Πρίαμος την ώρα της σφαγής του.

Πρόβαλε. Τότε μονομιάς ο θόρυβος στη στέγη
και το φεγγάρι που σκαρφάλωνε στ’ άδεια τα ουράνια,
κι ο ολοφυρμός των φύλλων μόνο αυτό μπορούσαν:
του ανθρώπου την εικόνα και το θρήνο να συνθέσουν.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

 

 

Ο Ν Ε Ι Ρ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο Υ

 

Ονειρεύτηκα πως κάποια είχε πεθάνει, σε τόπο ξένο,
μακριά από χέρι φιλικό.
Πάνω απ’ το πρόσωπό της είχαν καρφώσει τα σανίδια
οι χωρικοί στον τόπο τον αλλόκοτο.
Δεν ήξεραν αν έπρεπε μόνη να την αφήσουν,
και πάνω έβαλαν στο χώμα που τη σκέπαζε
ένα σταυρό, φτιαγμένο από δυο κομμάτια ξύλο
και κυπαρίσσια φύτεψαν τριγύρω.
Κι εκεί, στων άστρων την αδιαφορία την αφήσαν
Μέχρι που σκάλισα τούτα τα λόγια:
Ήτανε πιο όμορφη απ’ την πρώτη σου αγάπη
Μα τώρα κάτω απ’ τα σανίδια βρίσκεται.

 

 

Τ Ο   Ψ Α Ρ Ι

 

Μπορεί στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη να κρύβεσαι
κάποιας χλωμής παλίρροιας, σαν η σελήνη έχει χαθεί,
όμως οι άνθρωποι στο μέλλον θα το μάθουν—
πώς έριχνα τα δίχτυα μου
και πώς εσύ αμέτρητες φορές πηδούσες
πάνω από τα μικρά, τ’ αργυρά νήματα,
και ότι ήσουνα σκληρή θα πουν,
και με πολλά λόγια, πικρά, για σένα θα μιλήσουν.

 

 

 

Ο   Π Ο Ι Η Τ Η Σ   Σ Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η   Τ Ο Υ

 

Με ταπεινά χέρια σου φέρνω
τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου
— λευκή γυναίκα που το πάθος έχει φθείρει
σαν την παλίρροια που τρώει την γκρίζαν άμμο—
και με καρδιά παλαιότερη απ’ το κέρας
το ξέχειλο από τη λευκή τη φλόγα του Καιρού.
Λευκή γυναίκα των αναρίθμητων ονείρων,
σου φέρνω τους περιπαθείς μου στίχους.

 

 

Σ Τ Ι Χ Ο Ι   Γ Ι Α   Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η

 

Τα μαλλιά σου πιάσε με χρυσαφένιο χτένι,
κάθε ξεστρατισμένο βόστρυχο υπόταξε.
Πρόσταξα την καρδιά μου να σκαρώσει ετούτες
τις φτωχές γραμμές· και κόπιασ’ η καρδιά σκληρά πολύ
μέρες και μέρες να ζωγραφίζει αδιάκοπα μία θλιμμένη,
ωραία μορφή, μια χάρη, βγαλμένη από τις μάχες του παλιού καιρού.

Μόν’  ύψωσε το χέρι σου τ’ ωχρό, σαν το μαργαριτάρι,
πιάσε ψηλά τα μακριά μαλλιά σου, κι αναστέναξε·

κι όλες οι αντρικές καρδιές θε να χτυπήσουν ταραγμένες
και να καούν. Ο αφρός, σαν φως κεριών, πάνω στην άμμο τη θαμπή
και τ’ άστρα που ανεβαίνουν στο δροσοστάλαχτο ουρανό
ζούνε μονάχα με σκοπό το πέρασμά σου να φωτίζουν.

 

 

 

Π Ε Ρ Ι   Τ Ε Λ Ε Ι Α Σ   Κ Α Λ Λ Ο Ν Η Σ

 

Ω συννεφόχρωμα, ωχρά μου βλέφαρα κι ονειροθαμπωμένα μάτια,
οι ποιητές που μιαν ολόκληρη ζωή κοπιάζουν
να πλάσουνε μια τέλεια καλλονή στο στίχο,
από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου, καθώς η δρόσος
ύπνο θα σταλάζει, ώσπου ο Θεός να κάψει τον Καιρό,
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

 

Ε Υ Χ Ε Τ Α Ι  Τ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο  Τ Η Σ  Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η Σ  Τ Ο Υ

 

Αν ήσουν παγωμένη και νεκρή
και αν το φως εχλόμιαζε στη Δύση,
θα ‘ρχόσουν προς τα ‘δω, θα ‘σκυβες το κεφάλι σου
και το κεφάλι εγώ θ’ ακούμπαγα στο στήθος σου.
Και τότε, λέω, λόγια τρυφερά πως θα ψιθύριζες
και θα με συγχωρούσες, γιατί θα ήσουνα νεκρή.
Μήτε θα σηκωνόσουνα να φύγεις βιαστική
αν κι από αγριοπούλι στη θέλησή σου κάτι έχεις.
Και θα ΄ξερες ότι στ’ αστέρια, στον ήλιο, στη σελήνη
Τυλιγμένα και δεμένα είν’ τα μαλλιά σου.
Είθε, αγαπημένη, κάτω από της προκυμαίας τα φύλλα
Να ήσουν ξαπλωμένη
Καθώς θα χλόμιαζαν τα φώτα ένα ένα.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

Τ Α   Ο Υ Ρ Α Ν Ι Α   Τ Α   Μ Ε ΤΑ Ξ Ω Τ Α …

 

Τα ουράνια τα μεταξωτά και χιλιοπλουμισμένα,
που ‘ναι με μάλαμα από φως κι ασήμι δουλεμένα,
τα γαλάζια τα διάφανα  και τα βαθιά βαμμένα
με φως, νύχτα και μούχρωμα, δικά μου αν τα ‘χα ωστόσο,
θα ΄θελα κάτω από τα δυο σου πόδια να τ’ απλώσω.
Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,
για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου.
Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου …

Μετάφραση: Μελισσάνθη

 

 

  W.   B.    Y   E   A   T   S

 

. . . . . . . . . . . .

Από τα 70 Ερωτικά, επιμέλεια-σχολιαμός: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Εστία 2000

9 responses

  1. ΜΙΚΡΗ ΛΟΥΛΟΥ

    Αγαπητέ κύριε Σπύρο Ηλιόπουλε,δεν μπορώ παρά να σας ευχαριστήσω γιαυτή την υπέροχη ανάρτηση!
    Πρώτον,είναι ομορρφη και δένει αρμονικά με την υπέροχη προραφαηλλιτική ζωγραφική του Rossetti
    Δεύτερον γιατί εχει ενδιαφέρον σαν θέμα:»ο ερωτικός Γέητς».
    Τρίτον,μοιάζει τα ποιήματα να μεταφράστηκαν σε κλιμα αγάπης και πάθους γιαυτό το είδος ποίησης
    και τέταρτον,είναι θαυμάσιο που βάλατε και μετάφραση της Μελισσάνθης.
    Κλείνω το σχόλιο,με στίχους παρμένους από το ποίημα:»ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ» που τους θεωρώ πολύ «μεγάλους»!
    «{…}Οι ποιητές που μιάν ολόκληρη ζωή κοπιάζουν
    να πλάσουνε μία τέλεια καλλονή στο στίχο,
    από μιάς γυναίκας τ’ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
    κι από τη ράθυμη μελανχολία των άστρων.}

    Φιλικά
    Μ.Λ

    Αυγούστου 26, 2011 στο 4:38 μμ

    • Αγαπητή μου κ. Μ.Λ.
      Είναι αλήθεια ότι η αγάπη και το πάθος για το αντικείμενο ή τα αντικείμενα (ερωτική ποίηση + Γέητς) υπάρχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Το περίεργο είναι ότι δεν φθίνει με το πέρασμα του χρόνου –το αντίθετο συμβαίνει. Είναι ένα είδος πεπρωμένου;
      Ευχαριστώ για την επικοινωνία και για τα τόσο καλά σας λόγια.
      Σ.Η.

      Αυγούστου 26, 2011 στο 7:55 μμ

  2. ΝΙΚΟΣ ΜΕΛΙΔΗΣ

    Σχετικά με τον ερωτικό Γέητς

    Με αγάπη

    Ν.

    Αυγούστου 27, 2011 στο 8:49 πμ

  3. ΝΙΚΟΣ ΜΕΛΙΔΗΣ

    Και

    Ν.

    Αυγούστου 27, 2011 στο 9:16 πμ

  4. @ΝΙΚΟΣ ΜΕΛΙΔΗΣ

    Άπειρες ευχαριστίες για την πολύτιμη προσθήκη!

    Αυγούστου 27, 2011 στο 9:44 πμ

  5. ΝΙΚΟΣ ΜΕΛΙΔΗΣ

    ΚΑΙ

    Με πολλή αγάπη, πάντα

    Ν.

    Αυγούστου 27, 2011 στο 10:03 πμ

  6. Βασίλης Κομπορόζος

    Μεγάλος ο Yeats, σπουδαίοι μεταφραστές. Δίχως παρεξήγηση, με τρέλανε η μετάφραση της Μελισσάνθης!

    Αυγούστου 31, 2011 στο 6:58 μμ

    • Η Μελισσάνθη, πολύ σπουδαία ποιήτρια η ίδια, ήταν η πρώτη που καταπιάστηκε με τον Γέητς στην Ελλάδα, αν και μετάφρασε πολύ λίγα ποιήματά του, ίσως όχι πάντα με την ίδια επιτυχία.
      Αυτή είναι η καλύτερη μετάφρασή της από τον μεγάλο Ιρλανδό και, κατά τη γνώμη μου, η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΗΤΣ στην Ελληνική γλώσσα.

      Σ. Η.

      Αυγούστου 31, 2011 στο 9:35 μμ

  7. Βασίλης Κομπορόζος

    Χωρίς βέβαια να θέλω να μειώσω τους υπόλοιπους μεταφραστές…

    Αυγούστου 31, 2011 στο 6:59 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s