Just another WordPress.com site

Archive for Σεπτεμβρίου, 2011

Μαξίμ Γκόρκυ : «Και να τώρα που νιώθω ορφανός…»

Πέθανε ο Λέων Τολστόι.

Πήρα ένα τηλεγράφημα, όπου με τις πιο κοινότοπες λέξεις αναφέρεται ότι πέθανε.

Αυτό με χτύπησε κατάκαρδα, ούρλιαξα από τον πόνο και τη θλίψη, και τώρα, σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης, τον φαντάζομαι όπως τον ήξερα, όπως τον έβλεπα, αισθάνομαι τη βασανιστική επιθυμία να μιλήσω γι’ αυτόν. Τον φαντάζομαι μέσα στο φέρετρο, να κείτεται σαν μια λεία πέτρα στο βυθό του ρυακιού, και, ίσως, μέσα στη γκρίζα γενειάδα του να κρύβεται σιωπηλά το απατηλό του χαμόγελο, ξένο προς όλους. Και τα χέρια να είναι επιτέλους ήσυχα σταυρωμένα, η δουλειά τους στα κάτεργα τελείωσε πια.

Θυμάμαι τα διαπεραστικά μάτια του που έβλεπαν τα πάντα σε βάθος, τις κινήσεις των δακτύλων του, που σαν κάτι να έπλαθαν πάντα με τον αέρα, τις συζητήσεις του, τα αστεία του, τις αγαπημένες χωριάτικες κουβέντες κι εκείνη την ακαθόριστη φωνή του. Και βλέπω πόση ζωή αγκάλιαζε αυτός ο άνθρωπος, πόσο υπεράνθρωπα ευφυής και τρομερός υπήρξε.

Τον είχα δει κάποτε έτσι όπως ίσως κανείς δεν τον είδε: πήγαινα να τον επισκεφθώ στη Σκάσπρα, από το δρόμο της παραλίας. Κοντά στο κτήμα των Γιουσούπωφ, στην ακροθαλασσιά, ανάμεσα στις πέτρες, διέκρινα τη μικροσκοπική,, άχαρη φιγούρα του ντυμένη με γκρίζα κουρελιασμένα ρούχα και ένα τσαλακωμένο καπέλο στο κεφάλι. Καθόταν με τα χέρια ακουμπισμένα στα ζυγωματικά του, ανάμεσα  στα δάχτυλά του έλαμπαν οι ασημένιες τρίχες της γενειάδας του, και κοίταζε πέρα μακριά στη θάλασσα, ενώ στα πόδια του κυλούσαν υπάκουα, χαϊδεύονταν τα πρασινωπά κυματάκια, σαν να αφηγούνταν κάτι για τον εαυτό τους στο γέρο μάγο. Ο καιρός εκείνη την ημέρα είχε εναλλαγές, πάνω στους βράχους γλιστρούσαν οι σκιές από τα σύννεφα, και μαζί με τους βράχους, ο γέροντας πότε έλαμπε και πότε σκοτείνιαζε κι αυτός. Οι βράχοι ήταν τεράστιοι, γεμάτοι σχισμάδες, και σκεπασμένοι από μυρωδάτα φύκια∙ την προηγούμενη μέρα είχε μεγάλη θαλασσοταραχή.

Μου φάνηκε κι αυτός ένας αρχαίος βράχος που ζωντάνεψε, που γνωρίζει όλες τις αρχές και όλους τους σκοπούς, που σκέφτεται πότε θα έρθει και ποιο θα είναι το τέλος των βράχων και των χορταριών της γης, του θαλασσινού νερού και του ανθρώπου και του κόσμου ολάκερου, από την πέτρα ίσαμε τον ήλιο. Η θάλασσα είναι ένα κομμάτι της ψυχής του και πάντα τριγύρω προέρχονται απ’ αυτόν, από μέσα του. Στη στοχαστική ακινησία του γέροντα, φαινόταν κάτι προφητικό, μαγικό,  κρυμμένο πίσω του μέσα στη σκοτεινιά, και κοιτώντας ερευνητικά από την κορφή της γαλάζιας ερημιάς πάνω από τη γη, σαν να ήταν ο ίδιος, η συγκεντρωμένη του θέληση, τη μια καλεί κοντά της και την άλλη αποδιώχνει τα κύματα, διευθύνει τις κινήσεις των νεφών και των ίσκιων, που θα έλεγες πως κάνουν τις πέτρες να κινούνται, τις αφυπνίζει. Και ξάφνου, μέσα στην τρέλα της στιγμής, ένιωσα ότι εκείνος θα μπορούσε να σηκωθεί, να κουνήσει το χέρι του, και η θάλασσα να σταθεί, να γίνει κρύσταλλο, και οι βράχοι ν’ αρχίσουν να σαλεύουν, να φωνάζουν, και τα πάντα ολόγυρα να ζωντανέψουν, ν’ αρχίσουν να βουίζουν, να μιλάνε μ’ όλων των λογιών τις φωνές για τον εαυτό τους, γι΄ αυτόν, να καταφέρονται εναντίον του. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια τι αισθάνθηκα εκείνη τη στιγμή. Μες στην ψυχή μου συνυπήρχαν η έκσταση κι ο φόβος, κι έπειτα όλα έσμιξαν σε μια ευτυχισμένη σκέψη:

«Δεν είμαι ορφανός στη γη, όσο υπάρχει πάνω της αυτός ο άνθρωπος!»

Και τότε προσεκτικά, για να μην τρίξουν κάτω από τα πόδια τα χαλίκια, γύρισα πίσω, μη θέλοντας να ταράξω τους λογισμούς του. Και να τώρα που νιώθω ορφανός, γράφω και κλαίω, ποτέ στη ζωή μου δεν μου έλαχε να κλάψω τόσο απαρηγόρητα, τόσο απελπισμένα και πικρά. Δεν ξέρω αν τον αγάπησα, αλλά τι σημασία έχει αν ήταν αγάπη γι’ αυτόν ή μίσος; Πάντα ξυπνούσε μέσα στην ψυχή μου αισθήματα και ανησυχίες, υπέρμετρες, φανταστικές. Ακόμα κι όσα δυσάρεστα και εχθρικά συναισθήματα μου προκαλούσε, έπαιρναν μορφές που δεν συνέθλιβαν την ψυχή μου, αλλά την έκαναν, θαρρείς, να εκρήγνυται, να πλαταίνει, να γίνεται  πιο ευαίσθητη και πιο δεκτική. Όμορφος που ήταν, όταν, σέρνοντας τις σόλες των παπουτσιών του, σαν να ίσιωνε έτσι κάθε ανωμαλία του εδάφους, πρόβαλλε ξαφνικά πίσω από την πόρτα, από τη γωνία, σε πλησίαζε με το μικρό, ανάλαφρο και ταχύ βήμα του ανθρώπου που συνήθισε να περπατά πολύ πάνω στη γη, και, με τους αντίχειρες περασμένους στη ζώνη του, κοντοστεκόταν για ένα δευτερόλεπτο, κοιτούσε ολόγυρα με μια επίμονη ματιά, που αμέσως επισήμαινε οτιδήποτε καινούργιο υπήρχε και απορροφούσε παρευθύς το νόημα των πάντων.

–Γεια σας!

Πάντα απέδιδα ως εξής αυτή τη λέξη:

«Γεια σας, ευχαρίστησή μου, αν και για σας αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία, παρ’ όλα αυτά, γεια σας!»

Ξεπροβάλλει∙ είναι μικρόσωμος. Και μονομιάς όλοι γίνονται μικρότεροι απ’ αυτόν.

 

 

Μ  α  ξ  ί  μ    Γ  κ  ό  ρ  κ  υ

Μετάφραση από τα ρωσικά: Σ τ α υ ρ ο ύ λ α   Α ρ γ υ ρ ο π ο ύ λ ο υ

Maxim Gorky, Αναμνήσεις από τον Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, Ροές (microMEGA), 2001, σελ. 94-99.

 

 

 

 

Ο Τολστόι : ένα τραγούδι (1947)

Σε πρόχειρη δική μας περίληψη, με τη βοήθεια της φίλης V. Chevdar, το ρώσικο τραγούδι  λέει   π ε ρ ί π ο υ   τα εξής:
 Ήταν ένας συγγραφέας… Ζούσε στο δάσος, όπου καλούσε τους φίλους του… Έρχονταν πολλοί ξένοι και τον έβλεπαν… Μια Κυριακή πήγε βόλτα με τη γυναίκα του (η οποία ήταν πολύ λαίμαργη)… Αυτός της διάβαζε (κι αυτή σκεφτόταν ίσως τα κοψίδια…) Τελείωσε  την Άννα Καρένινα… Κάποια φορά που πήρε την άμαξα, κρύωσε στο δρόμο, αρρώστησε βαριά… Οι γείτονες έρχονταν να τον αποχαιρετήσουν. «Δεν πρέπει να βιαζόμαστε να παντρευτούμε … Πρέπει πρώτα να  βρούμε τον αληθινό έρωτα… Ο Θεός να με βοηθήσει να φύγω γαλήνια», είπε και πήγε ταξίδι μακρινό.

Τολστόι

ο πνευματικός ήρωας, οι αντιφάσεις,

 ο θάνατος

 


Αφιέρωμα στον W. H. Auden

 

 

 

 

Ρ    Η    Σ    Ε    Ι    Σ

Καθηγητής είναι κάποιος που μιλάει στον ύπνο κάποιου άλλου.

Αληθινό βιβλίο δεν είναι αυτό που διαβάζουμε αλλά αυτό που μας διαβάζει.

Ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων στην Αμερική κάνουν μια δουλειά που τη βαριούνται. Ακόμα κι ένας πλούσιος πιστεύει ότι πρέπει να πηγαίνει στο γραφείο κάθε μέρα. Όχι επειδή του αρέσει αλλά επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί να κάνει κάτι άλλο.

Ανάμεσα σ’ αυτούς που συμπαθώ ή θαυμάζω, δεν μπορώ να βρω κοινό παρονομαστή, αλλά ανάμεσα σ’ αυτούς που αγαπώ, υπάρχει:  Όλοι τους με κάνουν να γελώ.

Ο θάνατος είναι ο  μακρινός ήχος του κεραυνού  στο πικνίκ.

Κάθε αυτοβιογραφία ασχολείται με δύο χαρακτήρες –μ’ ένα Δον Κιχώτη, το Εγώ, κι ένα Σάντσο Πάντσα, τον Εαυτό.

Η φήμη κάνει τον συγγραφέα ματαιόδοξο, αλλά σπάνια υπερήφανο.

Είναι λυπηρό ότι στον πολιτισμό μας ένας ποιητής μπορεί να κερδίσει πολύ περισσότερα χρήματα γράφοντας ή μιλώντας για την τέχνη του, παρά ασκώντας την.

Η φάτσα μου μοιάζει με γαμήλια τούρτα που την άφησαν στη βροχή.

Κανένας ήρωας δεν είναι θνητός μέχρι να πεθάνει.

Κανένας ποιητής ή μυθιστοριογράφος δεν εύχεται  να είναι ο μόνος στον κόσμο, αλλά οι περισσότεροι θα ήθελαν να είναι οι μόνοι εν ζωή, και αρκετοί πιστεύουν κρυφά ότι η ευχή τους έχει πραγματοποιηθεί.

 

T A   M Π Λ Ο Υ Ζ  Τ Ο Υ   Ρ Ω Μ Α I Κ Ο Υ   Τ Ε Ι Χ Ο Υ Σ

Πάν’  απ’  τα ρείκια, ο υγρός αγέρας και τ’ αγιάζι,
στο χιτώνα μου έχω ψείρες, δες τη μύτη μου που στάζει.

Επάνω μου χτυπά η βροχή, που εγώ δεν την ορίζω,
του Τείχους φύλακας εγώ, το λόγο δε γνωρίζω.

Ομίχλη σέρνεται παντού πάν’  απ’  τα γκρίζα βράχια,
στην Τάνγκρια είν’ το κορίτσι μου, μονάχος μου τα βράδια.

Ο Άουλος πάει και κυνηγά στα μέρη της τριγύρω,
το χούι του δε μ’ αρέσει αυτό, τη φάτσα του οικτίρω.

Ο Πίσο είναι Χριστιανός, λατρεύει ένα ψάρι,
ούτε φιλιά ούτε τίποτα, άμα του γίν’  η χάρη.

Το δαχτυλίδι μού ’δωσε,  της το ’παιξα στα ζάρια,
Μα θέλω τα μιστά μου εγώ, κι αυτήνε  όλα τα βράδια.

Όταν γινώ παλαίμαχος μ’ ένα μονάχα μάτι,
τον ουρανό μόν’  θα κοιτώ, άλλο δε θα ’χω κάτι.

 (Twelve Songs, XI: 1936)

 

Ο Ι   Π Ρ Ο Ε Τ Ο Ι Μ Α Σ Ι Ε Σ

Εβδομάδες πριν από την έναρξη, όλα είχαν παραγγελθεί
στις καλύτερες του είδους– εταιρίες. Όργανα
που όλα τ’ αλλόκοτα φαινόμενα μετρούν
και προκαλούν κενώσεις, στα έντερα ή στην καρδιά.
Ένα ρολόι, ασφαλώς, το πέταγμα της ανυπόμονης ψυχής
να παρακολουθεί,
λάμπες για το σκοτάδι, σκίαστρα για τον ήλιο.
Επίσης, το προαίσθημα επέμεινε για  ένα όπλο
και για τις χάντρες τις πολύχρωμες, που μαλακώνουν
το μάτι των αγρίων.

Θεωρητικώς, η Πρόβλεψή τους ήτανε ορθή,
εάν, βεβαίως, προέκυπτε η κατάλληλη κατάσταση.
Ατυχώς, η κατάσταση αυτή ήταν ετούτων των ιδίων.

Διότι κανείς δεν δίνει φάρμακα στον δηλητηριαστή,
στον θαυματοποιό τα καλά σύνεργα, ή ένα τουφέκι
στον μελαγχολικό που πλήττει.

(The Quest, II: 1941)

 

ΩΚ Α Ι   Π Ο Ι Ο Σ   Ν Α   Υ Μ Ν Η Σ Ε Ι   Δ Υ Ν Α Τ Α Ι

Ω, και ποιός να υμνήσει δύναται
τον κόσμο των δικών του πεποιθήσεων;
Απερίσκεπτα παίζουν τα παιδιά
στου σπιτιού του γύρω τα λιβάδια.
Στα δάση του η αγάπη δεν γνωρίζει το άδικο,
οι ταξιδιώτες πορεύονται με τη συνήθη τους αταραξία,
και στου τάφου τη δροσερή σκιά
ηχούν, πλήρη εμπιστοσύνης, τα βήματα της ηλικίας.
Ω, και ποιος να ζωγραφίσει δύναται του δένδρου τη λαμπρότητα,
τη χλόη της φαντασίας;
Αλλ’ η δημιουργία και η φύλαξή τους
θα ‘ναι η μόνη του ανταμοιβή:
Και θ’ αγρυπνά και θα προσέχει, θα δακρύζει,
την αγάπη του πατέρα του θ’ αρνιέται,
στης μητέρας του τη μήτρα όλο θα χάνεται,
νύκτες οκτώ μέσα σε ύπνο ακόλαστο
κι ύστερα, τη νύκτα την ενάτη, θα γίνει αυτός
νύφη και θύμα ενός φαντάσματος,
κι εκεί, στο λάκκο πεταγμένος τον τρομακτικό,
μονάχος του θ’ αντέχει την οργή.

 

Τ Ο   Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι   Τ H Σ   Τ Ρ Ε Λ Η Σ   Κ Υ Ρ Ι Α Σ

Μέσα στη σκοτεινή νυχτιά
σαν το φασούλι το νησί μας
κι ο κωμικός μας υπηρέτης
παρατηρεί το κάθε τι μας.

Ω, οι οπώρες κι η βεράντα
μικρό ατμόπλοιο στον λιμένα
σφυρίζει μες στο θέρος ξάφνου
πως έφυγες μακριά από μένα.

Απόδοση :  Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς 

(Πρώτη δημοσίευση : π τ ε ρ ό ε ν)

 

Α Τ Λ Α Ν Τ Ι Σ

Εάν πολύ το επιθυμείς
να πας στην Ατλαντίδα,
θα ξέρεις ασφαλώς ότι
μόνο το Πλοίο των Τρελών
θα κάνει το ταξίδι εφέτος,
διότι θύελλες, σφοδρές και ασυνήθιστες
έχουνε προβλεφτεί και πρέπει, το λοιπόν,
έτοιμος να είσαι∙ γι’ αυτό
με λόξα κάμποση να συμπεριφερθείς
ώστε να σε περάσουνε για ένα απ’ τα παλικάρια,
να δώσεις την εντύπωση, τουλάχιστο, πως
συμπαθείς το σαματά, το δυνατό ποτό και τις χοντράδες.

Εάν οι θύελλες (και τούτο να συμβεί μπορεί)
σε κάνουνε ν’ αράξεις για καμιάν εβδομάδα
σε κάποια παλιά πόλη, επίνειο
της Ιωνίας φερ’ ειπείν, κουβέντιασε εκεί
με τους λογίους τους πνευματώδεις, άνδρες
που έχουν αποδείξει πως σαν την Ατλαντίδα
τόπος άλλος κανείς δεν δύναται να υπάρξει.
Τη λογική τους μάθε, αλλά πρόσεξε
πόσο η λεπτότητα του νου τους εύκολα προδίδει
το ψυχικό τους βάσανο.
Έτσι λοιπόν αυτοί θα σου διδάξουνε τον τρόπο
ν’ αμφιβάλλεις για να μπορέσεις να πιστέψεις.

Εάν,  αργότερα, τύχει και προσαράξεις
στους κάβους ανάμεσα της Θράκης,
εκεί που  με δαυλούς ολονυχτίς
ράτσα γυμνή και βάρβαρη
πηδάει ξέφρενη, ακούοντας
έναν κόχυλα και κύμβαλο φρενήρες,
στην άγρια εκείνη ακτή
βγάλε τα ρούχα σου και χόρεψε, γιατί
εκτός και αν αξιωθείς
την Ατλαντίδα εντελώς
να λησμονήσεις, το ταξίδι σου
ποτέ δε θα τελειώσεις.

Και αν φτάσεις κάποτε στην έκλυτη
την Καρχηδόνα ή την Κόρινθο,
γέψου κι εσύ την ξέφρενη ευωχία.
Και αν καμιά κοκότα σ’ ένα καπηλειό,
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά σου πει
«Αγαπούλη μου, η Ατλαντίδα είν’ εδώ»
Την ιστορία της ζωής της
με προσοχή ν’ ακούσεις∙ καθώς
εάν καλά δεν ενημερωθείς για κάθε καταφύγιο
που μάταια προσπαθεί
την Ατλαντίδα να παραποιήσει, πώς
τάχα θα γνωρίσεις την αληθινή;

Κι αν, επιτέλους, κοντά στην Ατλαντίδα
προσαράξεις, και βγεις
στον κοπιώδη πηγαιμό κατά την ενδοχώρα
μες από δάση ρυπαρά και παγωμένες
τούνδρες, εκεί που όλα στη στιγμή θε να χαθούν∙
αν έρμος πια σταθείς,
με γύρω σου ερημιά,
πέτρα και χιόνι και σιωπή κι αέρα,
θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος.

Τρικλίζοντας, προχώρα όλος χαρά
αλλά και τότε ακόμη, αν ίσως,
έχοντας πια φτάσει στο στερνό
το διάσελο, αν, ίσως, σωριαστείς
με ολάκερη την Ατλαντίδα ν’ ακτινοβολεί
από κάτω κι όμως να κατεβείς
πια δεν αντέχεις, πρέπει
υπερήφανος να είσαι, μόνο που κρυφοκοίταξες
την Ατλαντίδα, σε όραμα ποιητικό.
Ξάπλωσε ειρηνικά και πες ευχαριστώ,
έχοντας δει τον λυτρωμό σου.

Όλοι οι μικροί, οι σπιτικοί θεοί
αρχίσανε να κλαίνε∙ όμως πες τους εσύ:
Αμέτε στο καλό∙ και σάλπαρε.
Καλό ταξίδι φίλε αγαπητέ, καλό ταξίδι: Είθε
ο Ερμής, των δρόμων ο διαφεντευτής,
και οι τέσσερις νάνοι, οι Κάβειροι,
πάντα να σε βοηθούν και να σε προστατεύουν.
Και είθε ο Παλαιός των Ημερών
αθέατος να σου σταθεί οδηγός
σε ό,τι έχεις να κάνεις
και να εγείρει, φίλε, πάνω σου
της σκέπης Του το φως.

(1941)

 

W.   H.   A  u  d  e  n  

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς 

(Πρώτη δημοσίευση : Perspectives on Language and Literature: Essays in Honour of Marios Byron Raizis, Edited by William Roger Schultz, National and Kapodistrian University of Athens, 2003, pp. 71-73. Αναδημοσίευση: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας: Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων, Φιλολογική Επιμέλεια Αντιγόνη Βλαβιανού, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο,  2οο8, σελ. 420-23.)

 


W y s t a n   H u g h   A u d e n  (Γ ο υ΄ί΄σ τα ν    Χ ι ο υ    Ώ ν τ ε ν,  1907-73) :  Αγγλοαμερικανός ποιητής, θεωρούμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους του 20ου αιώνα. Έγραψε μερικά από τα πιο  συγκλονιστικά  ποιήματα του 20ου αλλά και κάθε αιώνα.  Μετά το θάνατο του T. S. Eliot (1965) συχνά θεωρήθηκε ως ο διάδοχός του, με τον ίδιο τρόπο που ο Eliot  κατέκτησε την κορυφή της αναγνώρισης  μετά το θάνατο του W. B. Yeats (1939). Ο  Auden διακρίνεται για τα μορφικά του επιτεύγματα και τους υφολογικούς πειραματισμούς του. Το ποίημα  « Α τ λ α ν τ ίς »  έχει έντονο   καβαφικό   χρώμα.  (Για τη σχέση με την « Ι θ ά κ η »,  βλ. http://www.novelguide.com/a/discover/pfs_19/pfs_19_00018.html.)

Εκτός από ποιητής, υπήρξε σημαντικός  δοκιμιογράφος,  ασχολήθηκε με το θέατρο και τον κινηματογράφο  και  έγραψε το λιμπρέτο για την όπερα του Igor Stravinsky The Rake’s Progress.Κυρίαρχα θέματα στην ποίησή του : η πολιτική, ο έρωτας, η θρησκεία.  Περιπλανήθηκε, καθόλου μάταια, στον μαρξισμό, την ψυχανάλυση,  τον χριστιανισμό.  Μετά το θάνατό του, ποιήματά του όπως το “Funeral Blues” (“Stop all the clocks”), “In Memory of W. B. Yeats” και “September 1, 1939”  (βλ. βίντεο)   έγιναν ευρύτατα γνωστά από το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και άλλα μέσα.

 

 

W.  H.   A u d e n   r e a d s

“As I Walked Out One Evening” (1937)

W.  H.   A u d e n

“1st September 1939”

W. H. Auden – Alex Harvey

 Roman Wall Blues


Αντώνης Κρητικός : αεράκι και ψιθύρους λαλούν

 


Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας:

Μυθολογικό (Λεπτομέρεια),1972

 

 

 

Ε κ δ ρ ο μ ή   σ τ ο   Α μ φ ι α ρ ά ε ι ο ν

Πάρε  τη  θέση  σου  σε  μια  χαμένη  κερκίδα. Συγκεντρώσου. Δεν θα σε ενοχλήσει κανείς.  Μια ωραία μέρα σαν κι αυτή, η φύση

παιχνιδίζει με τον ήλιο στα φυλλώματα,

τις σκιές των δέντρων να κρύβουν καλά τις ομορφιές του δάσους.  Κατά κύματα, μια συμπυκνωμένη παρουσία επιδρά ολόγυρα

στις πέτρες και τη γη, καλολαξευμένοι λίθοι κάποτε, του οράματος στερέωμα του τόπου, φθαρτά όλα έξω από τα δέντρα,

αναγεννώνται αυτά μόνο,

στοργικοί σύντροφοι στον αιώνα, επιβλέπουν προς τη σκηνή, αποσπάσματα διασκορπισμένα, ήχους, ενέργειες, δονήσεις,

βλέμματα, συνέργειες,

στη γη όλα ποτισμένα, θρέφουν την αναμονή, κόσμε προσμένουν σε, ένας χορός αγριολούλουδων και πουλιών μελίρρυτος,

φρουροί της εγκατάλειψης, προετοιμάσου να

 τον δεις να ξεμυτίζει,

κάτι που φέρουν ολόχρωμο, στάλες, χνόες, αχτίδες, αχούς, κόβουν τον αέρα, αεράκι και ψιθύρους λαλούν, αχρίουν, ρίζες ώς τον

ουρανό, ζεστή σκηνή, πρόθυμη, στο πάθος, αγκάλη δάεια, επίθυμη   Ω  δένδρεον!  ~ πουλί,

δε φοβάσαι τώρα εδώ, μάρτυρες της προσμονής, κοινόν του τόπου,  ί α μ α .

 

 

 


Η   Ζ ω ή   τ η ς   Κ ο ι μ ή σ ε ω ς

Μαύρο  λινό  σώμα

Ο λυγμός της πομπής έσπρωχνε στο μέρος
το πράσινο και υγρό  σ’ ελιές ανάμεσα  τόσο που χτύπαγε την κάσα  απ’ τα ριζά

Βάρος που ανεβαίνει ασημοκόπο καρπούς γεμισμένο
Ασημοειδή πρόσωπα διασταυρωμένα χλωρές ελλείψεις
Ανεξίτηλα της ύλης : φυλλοροούσα αχνό σχέδιο

Ό,τι κινιέται  είναι  αχός
Μαζί
Η φύση οργάζετο   μαζί οι φίλοι μου
αναστημένοι  Υμνωδία  αγκαλιά Σου

Σπιθηρόμωβο σύννεφο ξεχώρισε
Σαν φύλλο να καλύψει από    να δείξει
Ήλιο και Βροχή

Με ορμή ουράνιας στιγμής κύκλωσε    εννοώντας τη σπείρα

Ανάπαυση

Ένα χάσμα   πέρα για πέρα μια σκαφτιά όλο κι όλο

Ώς τα πολύ βαθιά γαλάζια

                                                                                              

                                                                 

  Ά ρ ν η σ ι ς

Δεν θα στολίσω με λέξεις την αγάπη

Ίνα, αδόκητα, εδώ και μέρες

με την πρώτη αυγή στα μάτια

κι απομεσήμερα μοναχικά

και κάθε νύχτα

πριν την πρώτη σιγή στο κρεβάτι

καταφάσκω

 

 

 

 

Α ν τ ώ ν η ς  Κ ρ η τ ι κ ό ς

 

. . . . . . . .

Ο Αντώνης Κρητικός γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη το 1980 και μεγάλωσε στην Αθήνα.

Σπουδάζει μουσική – ευρωπαϊκή και βυζαντινή, ενώ ολοκληρώνει τα διπλώματα Κιθάρας και Σύνθεσης. Παράλληλα, παρακολουθεί μαθήματα  συγγραφικής  με την αρωγή της ποιήτριας Ματίνας Μόσχοβη.

Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό  Νησίδες  της Ρόδου – τεύχος 3.

 

 

 



Γιώργος Δουατζής : Για την Ποίηση



Π Ο Ι Η Τ Ε Σ   Κ Α Ι   Ι Δ Ι Ω Τ Ι Κ Η   Ε Σ Ω Σ Τ Ρ Ε Φ Ε Ι Α

Η Ποίηση δεν είναι μια απλή καταγραφή όσων συναισθηματικά και μόνον συμβαίνουν “εντός” του ποιητή. Η Ποίηση δεν έχει σκοπό την περίτεχνη χρησιμοποίηση λέξεων που χαρίζουν αισθητική απόλαυση χωρίς περιεχόμενο.  Η Ποίηση δεν απέχει από τα τεκταινόμενα στην κοινωνία και τον κόσμο. Η Ποίηση αφουγκράζεται τις αγωνίες του διπλανού και προσφέρει βάλσαμο στην ψυχή του τα τραγούδια της.  Η Ποίηση δεν μπορεί να συνεχίσει να κλείνεται στην ασφυκτική “ιδιωτική εσωστρέφεια*” των τελευταίων δεκαετιών.

Η Ποίηση δεν υπάρχει, παρά ταυτισμένη με την αποδοχή της μοναχικότητας του δημιουργού, τη διεισδυτική σκέψη, τα πετάγματα του νου, την ανακάλυψη νέων αληθειών, τη συμπόρευση με τη φιλοσοφία. Η μοναχικότητα όμως δεν μπορεί να συνιστά στοιχείο, δικαιολογία, ουσιαστικής απομόνωσης. Η Ποίηση από τη φύση της σκύβει με αγάπη στον άνθρωπο, στον αδύναμο, στον διεκδικούντα και αντιστρατεύεται κάθε μορφή εξουσίας.

Ο ποιητής  προσλαμβάνει, αναλύει, καταγράφει όσα γίνονται γύρω του και συχνά διαβλέπει τα επερχόμενα. Ο ποιητής αγαπάει με ανιδιοτέλεια τους ανθρώπους. Έχει πλήρη επίγνωση της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Τραγικότητας, όχι για την τελευταία πράξη ζωής, το θάνατο, αλλά για την ποιότητα της ίδιας της ζωής. Μιας ζωής, η οποία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αξίες και ιδανικά και με πάγια αιτούμενα την ελευθερία, το δικαίωμα στην εργασία, την υγεία, την Παιδεία, τη γνώση και σε ό,τι αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η σαφής αντιεξουσιαστική τάση, η υπεράσπιση των κάθε λογής αδυνάτων, η ανιδιοτέλεια, η αγάπη στον άνθρωπο, η στήριξη κάθε προσπάθειας για καλύτερη ζωή, ήταν πάντοτε και είναι συστατικά πολιτικής στάσης και στοιχεία που χαρακτηρίζουν κάθε γνήσιο δημιουργό, πόσο περισσότερο τους ποιητές.

Νομίζω ότι πρέπει έστω και τόσο αργά, τώρα, να δούμε την καταστροφική έως σήμερα εσωστρέφεια – αδιαφορία για τον διπλανό μας, που χαρακτήρισε τα τελευταία τριάντα χρόνια την ποιητική παραγωγή, να κάνουμε την αυτοκριτική μας ως μονάδες του κοινωνικού συνόλου, μακριά από επάρσεις και μικρόψυχες αλαζονείες και επιτέλους να στρέψουμε το ποιητικό μας έργο στον άνθρωπο και όχι στον …μέγα εαυτό μας.

Ευτυχώς για τον τόπο και για την Ποίηση, υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις στον κανόνα της “ιδιωτικής εσωστρέφειας”, η οποία οδήγησε στο τραγικό σημείο που έφτασε σήμερα η χώρα μας. Μπορούν και οφείλουν οι ποιητές μας να ξεφύγουν από την προσήλωση στο προσωπικό, ώστε να στραφούν δημιουργικά στο συλλογικό, διότι αυτή η στροφή αποτελεί  μονόδρομο για κάθε γνήσιο δημιουργό και κυρίως την απαιτούν οι καιροί, ώστε να γίνουν παραγωγικές οι ευαισθησίες μας κι εμείς ακόμα πιο χρήσιμοι.


Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα :

ΔΥΤΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

http://dytikosanemos.blogspot.com/2011/09/blog-post_12.html

. . . . . . . .

– Τη θρησκεία μου ονόμασαν Ποίηση.
Εκεί δεν έχει θεούς. Μόνο πίστη

– Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη. Πόσες
σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου…

– Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν. Εκείνος έφτιαχνε
σκάλες πανύψηλες με στίχους. Ως τον ουρανό
πανύψηλες. Και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν
ανάμεσα τους, να μοιράζει φωτοστέφανα
στους αδύναμους

– Κι η Ποίηση, το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα
έως θανάτου πάθος

– Πήρε τα χαρτιά μου ο άνεμος και πάγωσα έτσι
γυμνός

– Εύθραυστα μολύβια μεταγγίζουν το βάρος της
καρδιάς σε λευκά χαρτιά

– Δεν άφησα παρά χάρτινους απογόνους

– Η Ποίηση χωράει σε ένα κορμί απόψε

– Γράφεις; Όχι. Διαβάζω ένα Ποίημα στα μάτια της

 

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Δ ο υ α τ ζ ή ς


Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

http://www.douatzis.gr/

. . . . . . . .

Ο Γιώργος Δουατζής γεννήθηκε Δεκέμβριο του 1948 στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και κοινωνιολογία  στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση το 1971, στην «Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς» των εκδόσεων Άγκυρα. Δεύτερη, η παράσταση χοροδράματος βασισμένη στο ποίημα του «Αντικρουόμενα σύμβολα και πορεία στο φως»  τον Μάϊο 1973,  σε μουσική Γιώργου Τσαγκάρη και χορογραφία Έλλης Παρασκευά. Ενδεικτική Εργογραφία : Γραφτά – 1976, Ποίηση,  Τα Μικρά – 1996, Ποίηση – Κάκτος, Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997, Ανθολόγηση – Κέδρος, Προς Δέκα Επιστολή – 2001, Ποίηση – Μιλήτος,   Σπονδές – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Τα κόκκινα παπούτσια – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Το Κουμπί – 2004, Θεατρικό – Εξάντας, Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη – 2008, Μυθιστόρημα – Λιβάνης,  Φωτοποιήματα – 2010, Ποίηση, Φωτογραφία – Καπόν,  Πατρίδα των καιρών – 2010, Ποίηση – Καπόν.

 

 

 

Ο Γιώργος Δουατζής διαβάζει  Δουατζή

«Ποιητική βραδιά της Τετάρτης» στην μπουάτ της Πλάκας «Ζουμ» την Τετάρτη 21 Απριλίου 2010 (1/2)

Πατρίδα των καιρών

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010, «Τεχνόπολις» Δήμου Αθηναίων


Jorge Luis Borges : Στιγμές


Ο  Borges σε φωτογραφία της Elsa Dorfman

(αρχές δεκαετίας του ’70)

 

 

~

Αν μπορούσα τη ζωή μου να ζήσω εξ’ αρχής,
στην επόμενη θα προσπαθούσα να κάνω λάθη πιο πολλά.
Τέλειος τόσο να ‘μαι δεν θα προσπαθούσα
και πιότερη ξεκούραση θ’ αποζητούσα.
Ανόητος θα ήμουν πιο πολύ απ’ ό,τι υπήρξα
και λίγα πράγματα στα σοβαρά θα έπαιρνα.
Πιο λίγο την υγεία μου θα πρόσεχα,
περισσότερο  τον κίνδυνο θ’ αποζητούσα,
ταξίδια πιο πολλά θα έκανα.
Πιότερα δειλινά θ’ ατένιζα,
σε περισσότερα βουνά θ’ ανέβαινα,
σε περισσότερα ποτάμια θα βουτούσα.
Σε τόπους νέους πιο πολλούς θα πήγαινα,
θα ‘τρωγα παγωτά περισσότερα, λιγότερα κουκιά.
Προβλήματα θα είχα πιο πολλά πραγματικά
από εκείνα που στη φαντασία μόνο υπάρχουν.

Ήμουν απ’ τους ανθρώπους που έζησαν λογικά
και γόνιμα της ζωής κάθε στιγμή.
Είχα, βεβαίως, και στιγμές ευτυχισμένες.
Αν όμως ξαναγύριζα θα προσπαθούσα
μονάχα τις καλές στιγμές να έχω.

Γιατί, αν δεν το ξέρετε, μόνο από τούτες είν’ η ζωή φτιαγμένη:
από στιγμές. Το τώρα μην το χάνετε λοιπόν.

Ήμουνα ένας απ’ αυτούς που ποτέ τους,
πουθενά χωρίς θερμόμετρο δεν πάνε,
χωρίς τη θερμοφόρα,
χωρίς ομπρέλα κι αλεξίπτωτο.
Αν ζούσα τη ζωή ξανά, μ’  αποσκευές πιο λίγες θα ταξίδευα.

Αν ζούσα τη ζωή ξανά,
ξυπόλυτος θ’ άρχιζα να βαδίζω απ’ την αρχή της Άνοιξης
και θα συνέχιζα ξυπόλυτος ώς του φθινόπωρου το τέλος.
Πιότερες ώρες με τα περιστρεφόμενα αλογάκια θα βολτάριζα,
θ’ ατένιζα περισσότερες αυγές,
με  περισσότερα παιδιά θα έπαιζα,
μια δεύτερη ζωή μπροστά μου αν είχα.

Μα είμαι, βλέπετε, ετών ογδόντα πέντε
και  ξέρω πως πεθαίνω.

~

 

J o r g e   L u i s   B o r g e s  

Απόδοση:  Σπύρος   Ηλιόπουλος

Οκτ. 2011

(με την πολύτιμη βοήθεια της φίλης και συνεργάτριας του ιστολογίου, Ξένιας Κακάκη)   

 

Jorge Luis Borges:The Art Of Poetry-Arte Poética


William Blake : Οι Παροιμίες της Κόλασης

 


William Blake: From The Marriage of Heaven and Hell

 

Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (The Marriage of Heaven and Hell, 1793), έργο το οποίο περιλαμβάνει τις περίφημες Παροιμίες της Κόλασης (Proverbs of Hell), είναι ένα από τα πιο προκλητικά κείμενα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, μυστικιστή, οραματιστή και ριζοσπάστη William Blake (1757-1827).

Ο Blake,  που  ισχυριζόταν ότι συνομιλούσε με αγγέλους και προφήτες, είναι ένας από τους κυριότερους εκφραστές του Ρομαντικού πνεύματος. Περιφρονεί τον «κοινό νου» και το «καθαρό μυαλό» του Νεοκλασικισμού, ενώ αποθεώνει τη  Φ α ν τ α σ ί α, «το Αιώνιο Σώμα του Ανθρώπου», την υπέρτατη αρχή  του  Π ο ι η τ ι κ ο ύ  Δ α ι μ ο ν ί ο υ: «εάν δε υπήρχε το Ποιητικό ή το Προφητικό στοιχείο», δηλαδή το Ποιητικό Δαιμόνιο, γράφει, «το Φιλοσοφικό και το Πειραματικό θα ήταν ο κοινός παρονομαστής όλων των πραγμάτων, και τούτα θα ήταν ανίκανα για κάθε τι, εχτός από το να κάνουν τον ίδιο βαρετό κύκλο, πάλι και πάλι».1 Το Ποιητικό Δαιμόνιο, που ο Blake το ταυτίζει με  τον «αληθινό Άνθρωπο», είναι η πηγή κάθε θρησκείας, τέχνης και φιλοσοφίας.

Αντίθετα με τον Dante (Inferno)  ή τον Milton (Paradise Lost), ο Blake αρνείται τον τιμωρητικό χαρακτήρα της Κόλασης, καθώς απορρίπτει τον μανιχαϊκή πίστη στις  ανταγωνιστικές αρχές του καλού και του κακού, και παρουσιάζει μια ενοποιημένη εικόνα της ζωής και του Κόσμου, καθώς η ύλη και η φυσική επιθυμία είναι κι αυτές μέρος της ίδιας θεϊκής κατάστασης, εξ’ ου και Οι Γάμοι…

Η διαλεκτική του Blake μας θυμίζει τη δημιουργική σύζευξη των αντιθέτων στη φιλοσοφική αλχημεία ή στη Γιουνγιανή ψυχολογία: «Δίχως τα Αντίθετα», γράφει», «δεν υπάρχει κίνηση… Έλξη και Άπωση, Λογική και Ενέργεια… είναι απαραίτητα για την ανθρώπινη ύπαρξη». Ή, όπως παρατηρεί ο David Daiches , δεν υπάρχει δρόμος που να μας οδηγεί στη σοφία ή  «πίσω, στην αθωότητα∙ υπάρχει μονάχα ένας δρόμος που μας οδηγεί… προς ένα ολοκληρωμένο όραμα, διαμέσου της εμπειρίας». Και ο δρόμος αυτός «περνά από τη θλίψη και την παραμόρφωση». 2

Οι παράδοξες και «διαβολικές» Παροιμίες, από τις οποίες εδώ παρουσιάζουμε ένα μικρό απάνθισμα,  έρχονται σε αντίθεση με τις συμβατικές αντιλήψεις της εποχής,  καθώς  προτείνουν τη απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της θρησκευτικής και πολιτικής καταπίεσης.

William Blake: From Europe : A  Prophecy

Ωστόσο, ο ριζοσπάστης Blake, ο σκληρός κοινωνικός κριτικός, ο θεωρούμενος ως «ένα είδος λογοτεχνικού προδρόμου του Μαρξισμού»,3 και μέγας αντίπαλος της οργανωμένης θρησκείας, γράφει στον William Hayley: «μεθύσκομαι, πληρούμαι δια του πνεύματος… Ευχαριστώ τον Θεό που τράβηξα το δρόμο μου χωρίς να μου λείψει το θάρρος» (23 Οκτ. 1804). Και στις 4 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς συμπληρώνει: «θα συνεχίσω το ταξίδι μου με τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού». Αλλά ο Θεός του  «αιρετικού»  Blake είναι ερωτευμένος με το εφήμερο και εκφράζεται  μέσω του ανθρώπου, του ποιητή, του δημιουργού, με τη βοήθεια του Ποιητικού Δαιμονίου: «γίνεται όπως είμαστε για να γίνουμε όπως είναι».

Έτσι, στο έργο αυτό ο William Blake δεν γράφει ένα «διαβολικό μανιφέστο» αλλά δοξάζει την ιερότητα της ζωής: «Ό,τι ζει είναι ιερό» γράφει στους  Γάμους.  Και αναρωτιέται, γράφοντας για έναν κόσμο όπου «Το Θηρίον και η Πόρνη κυβερνούν ασύδοτα»: «Τι εννοούν αυτοί οι Απατεώνες όταν μιλούν για Αρετή; Μήπως τον Πόλεμο και τη φρίκη του και τους Ηρωικούς του Παλιανθρώπους;»

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς



 William Blake : The Great Red Dragon

 

 

Ο Ι   Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ   Τ Η Σ   Κ Ο Λ Α Σ Η Σ

   (Ε Π Ι Λ Ο Γ Η)

 

Οδήγησε το κάρο και τ’ αλέτρι σου πάνω απ’ τα κόκαλα των νεκρών.

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.

Η φρονιμάδα είναι μια πλούσια κι ασκημομούρα γεροντοκόρη που την κορτάρει  η Ανικανότητα.

Όποιος επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

 

Henry Fuseli : Nightmares

 

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

Αν ο ανόητος επέμενε στην ανοησία του, θα γινόταν σοφός.

Η ανοησία είναι ο μανδύας της κατεργαριάς.

Η ντροπή είναι ο μανδύας της Υπεροψίας.

Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας.

 

William Blake : From Europe: A Prophecy

 

Η έπαρση του παγωνιού είναι η δόξα του Θεού.

Η λαγνεία του τράγου είναι η αφθονία του Θεού.

Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

 

Adolf Ulrik Wertmüller:

Danaë receiving Jupiter in a Shower of Gold


Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.

Η στέρνα περιέχει. Η πηγή ξεχειλίζει.

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’  τ’  άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

 


William Blake: Oberon,_Titania and Puck with Fairies Dancing

 

 Όταν βλέπεις έναν Αετό, βλέπεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ψηλά το κεφάλι!

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι το έργο αιώνων.

Το κεφάλι Θαυμαστό, η καρδιά Συγκίνηση, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

Όπως ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, έτσι είναι η περιφρόνηση γι’ αυτόν που την αξίζει.

 

 

W  i  l  l  I  a  m    B  l  a  k  e

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   Νοε. 2011

 

 

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

  1. Σπύρος Ηλιόπουλος, επιμέλεια, Μπλέηκ, Πλέθρον, β΄ έκδ., 1998, σελ. 7-14, 170. Όλες οι αναφορές σε κείμενα του Blake (εκτός από τις Παροιμίες), είναι σε αυτή την έκδοση.
  2. David Daiches,  A Critical History of English Literature, 2nd edn., London, Secker & Warburg, 1969, p. 866.
  3. Μ. Β. Ρα΄ί΄ζης, Αγγλόφωνη Φιλολογία: Συγκριτικές Μελέτες, Κέδρος, 1981, σελ. 19

 

 

William Blake: ‘Proverbs of Hell’


Τάσος Λειβαδίτης : Μικρό Ερωτικό Ανθολόγιο


 

 


 
Marc
Chagall : La promenade

 

 

Α Υ Τ Ο  Τ Ο  Α Σ Τ Ε Ρ Ι   Ε Ι Ν Α Ι    Γ Ι Α  Ο Λ Ο Υ Σ  Μ Α Σ  (1952)

Ι

δώσ’ μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Ανάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Τί θ’ απογίνουμε, αγαπημένη;

μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πώς να την αγγίξω;

ΙΙ

ένοιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει το σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.Κι ήταν σα νά ‘χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

Σ’ εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών
ανθρώπων.

ΙΙΙ

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Μα και τί να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.

Ύστερα ερχόταν η βροχή. Μα έγραφα σ’ όλα τα χνωτισμένα
τζάμια τ’ όνομά σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στην κάμαρά μας. Κράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου
ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε
που μου χαμογελούσες.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες  να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Το παιδί μας, Μαρία, θα πρέπει να μοιάζει μ’ όλους τους ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.

ΙV

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Και τότε
όλα τα βράδια κι όλα τ’ άστρα κι όλα τα τραγούδια
θα ‘ναι δικά μας.

 

Marc Chagall : Lovers Flight

 

 

Ο Ι   Γ Υ Ν Α Ι Κ Ε Σ   Μ Ε   Τ’  Α Λ Ο Γ Ι Σ Ι Α   Μ Α Τ  Ι Α  (1958)

Και, να,
που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα
έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη αβεβαιότητα
του έρωτα.
 

Κ Α Ν Τ Α Τ Α  (1960)

Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θά ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη
ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

–σ’ αναζητάω
σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ ένα σπίτι πού  ‘πιασε φωτιά.

 

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α  (1958-1964)

Ο  α ι ώ ν ι ο ς   δ ι ά λ ο γ ο ς

Κι ο άντρας είπε: θά ‘θελα νά ‘μαι θεός. Κι η γυναίκα είπε:
θα γεννήσω σε λίγο.

Σ ε  π α λ ι ό  σ τ υ λ

Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,
τα πάντοτε έκπληκτα μάτια του Θεού.

 

 

Τ    ά   σ   ο   ς     Λ   ε   ι   β   α   δ   ί   τ   η   ς

 

 

. . . . . . . .

Από: Τάσου Λειβαδίτη, Απάνθισμα,  Κέδρος, 1997

Επιλογή  :  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Δ ο υ α τ ζ ή ς


 

T ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς – Μ ι α   γ υ ν α ί κ α

 


Σπύρος Ηλιόπουλος : Στα Κρύσταλλα της Σιωπής

 

Α Π Ο Η Χ Ο Ι

 

 Paul  Delvaux:

Le somnambule de Saint-Idesbald

(Λεπτομέρεια)

Με μάτια ορθάνοιχτα
κι εκστατικά
διαβαίνει
των αιωνίων υπνοβατών
η μακριά πομπή.
Προσμένει
ν’ ακούσει γι’ άλλη μια φορά
τους μακρινούς απόηχους
από τους άβακες τού Κόσμου:

όταν τα ζάρια ρίχνονται
πάνω στα κρύσταλλα
της σιωπής.

 

 ~Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ναύδετο (Μάρτιος-Μάιος 2008), τεύχ. 7, σελ. 47.

 

 

Δ Ι Π Λ Ο   Π Ο Ι Η Μ Α

 

Paul  Delvaux :

The Village of the Mermaids

(Λεπτομέρεια)

 Σ  τ  η  ν   π  ό  ρ  τ  α

 

Άνοιξες

την πόρτα του σπιτιού σου
και μ΄ είδες ξαφνικά.
Aπρόσκλητο.
Mπροστά σου.

Δεν είπες λέξη.

Μόνο μ’ ιχνηλατούσες
καθώς απλώνονταν το βλέμμα μου
στην απαλή σου σάρκα
που άνθιζε
μυστικά
κάτω απ’ το σκούρο
φόρεμά σου.

 

~Δημοσιέυτηκε στο περιοδικό Ναύδετο (Μάρτιος-Μάιος 2008), τεύχ. 7, σελ. 47. Εδώ με μια μικρή αλλαγή. Μια  άλλη  εκδοχή  του  ποιήματος, στην αγγλική γλώσσα, δημοσιεύθηκε στην έκδοση του Παν/μίου Αθηνών Perspectives on Language and Literature: Essays in Honour of Marios Byron Raizis, επιμ. W.  R. Schultz, 2003, σ. 74.. Είναι η ακόλουθη, πάλι με μια μικρή αλλαγή:

 

A t   t h e   D o o r  –  A   S e n s u a l

 

You unlocked the door of your house
and saw me there,
unlooked for,
looking at you.
You didn’t utter a word.
You could only see
I could see
that your fine flesh
was blooming
secretly
under your dark dress.

 

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

 

 


Γιώργος Βέης : Μετάξι στον κήπο

 

 

Οκόσων όψις ακοή  μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω
                                                                                                 Ηράκλειτος
απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος

 

Σήμερα το πτερόεν φιλοξενεί τον γνωστό ποιητή και λογοτέχνη  Γ ι ώ ρ γ ο   Β έ η.  Δημοσιεύουμε ποιήματά του  από την τελευταία του  συλλογή:  Mετάξι στον κήπο, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 2010.

Ο  Γ. Β.  έχει εκδόσει δέκα ποιητικές συλλογές  (1970-2008). Ανάμεσά τους, η συλλογή  Λεπτομέρειες κόσμων  κέρδισε  το Βραβείο «Λάμπρος Πορφύρας» της Ακαδημίας Αθηνών το 2008.

Έχει επίσης εκδόσει οκτώ ταξιδιωτικά. Το βιβλίο Ασία , Ασία: Σινικές και άλλες μαρτυρίες, Κέδρος,1999 και 2000, κέρδισε το Κρατικό  Βραβείο 2000, και αρκετές μεταφράσεις.

Eίναι πρέσβυς της Ελλάδας στην Ινδονησία.

. . . . . . . .

Έχω την εντύπωση ότι ο Γ. Β.  και σ’ αυτή τη συλλογή, και μ’ έναν  ιδιαίτερα  εσωτερικό τρόπο, κινείται ανάμεσα στην εφιαλτική  πραγματικότητα και στην μαγεία του τοπίου – ζωής. Αυτό, σε πρώτο πλάνο, και με τον τρόπο που εκφράζεται, μοιάζει να είναι αντιφατικό και συχνά παράδοξο.

Στιγμές μάλιστα, το πήγαιν’-έλα ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, γίνεται αξεδιάλυτο, ωσάν να ήσαν και τα δυο, ένα σώμα. Η ταχύτητα δε της εναλλαγής νοημάτων αλλά κυρίως αποχρώσεων, καθώς και τα διαφορετικά επίπεδα προσέγγισης, καθιστούν αυτή την ποίηση κάθε άλλο παρά ευκολοδιάβατη.

Όμως, αυτά έχει το «αγγελικό και μαύρο, φως», του Σεφέρη, το ίδιο συμβαίνει και με τον «ήλιο κυκλοδίωκτο» του Ανδρέα Κάλβου και πάνω απ’ όλα αυτό μας διδάσκει με την «κυκλοθυμία» του Λόγου του ο Ηράκλειτος.

Μήπως τελικά δεν πρόκειται για αντιφάσεις και για αντίθετες  έννοιες, αλλά για αλληλοσυμπληρούμενες δυνάμεις; Το  ποίημα της συλλογής,  «Εκείνη η λίμνη» (σελ. 11) σηματοδοτεί έντονα αυτή την συλλογιστική.

Σε ό,τι αφορά τα λιγοστά ερωτικά ποιήματα, αν και το ερωτικό στοιχείο με την ευρύτερη αλλά και την εγγύτερη αίσθηση είναι σχεδόν διάχυτο, μοιάζουν λιγότερο πολύπλευρα και πολυπρισματικά, για ν’ αποκτήσουν μια λιτή απογύμνωση (δες «Ιπταμένων δικαίωμα»  σελ. 45, και «Οι βεβαιότητες των μετοίκων», σελ. 32).

Τέλος,  ευχόμαστε το μετάξι του  κήπου ν’ απλωθεί λίγο-λίγο παντού γύρω μας κι εντός μας,  έτσι ώστε να μην σκοτώνουμε την μαγεία του τοπίου-ζωής, να μην τα …απομαγεύουμε!

Β α σ ι λ ι κ ή   Φ ρ ά γ κ ο υ

 

 

Henri Rousseau : Sorpresa

(Λεπτομέρεια)

 

 

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ

Ας κάνουμε το παν να ξεμπερδέψουμε
εγκαίρως όλες τις κλωστές
τις σκευωρίες του χαμένου χρόνου
να ξεπλύνουμε καλά καλά
το παρόν από τα σκουπίδια της σκέψης

έξω φυσάει δυνατά Οδύσσεια

κι έχουμε πιεί τόσο πολύ
κι έχουμε πει τόσα πολλά για τον άνεμο
που φέρνει έλεος και στοργή
παντού μέσα στα ερείπια αυτού του κόσμου
ίσως τώρα να μας πάρει μαζί του
χωρίς επιστροφή χωρίς αστέρια

μόνο όχι άλλο εδώ
μόνο όχι άλλο εδώ

 

ARS POETICA

Οι στάλες
στα πέταλα της πρώιμης άνοιξης
σχηματίζουν πάλι το μονόγραμμά μας.

Πάχνη παλίμψηστη.

Στο μπαλκονάκι
με θέα τον διαλογισμό
πέντε το απόγευμα,
σαν από πολύ παλιά άρωμα γιασεμιού ελαφρύ
διακριτικό
πανίσχυρο όμως
σε πάει όπου θέλει αυτό

αναχώρηση

επιστροφή

αναχώρηση

επιστροφή

 

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ     

(μεταξύ Ορχομενού και Αθήνας)

Αν, επιστρέφοντας  στο σπίτι από μίαν αποτυχημένη
εκδρομή, νιώσουμε κάποιον ανάμεσά μας
να αιωρείται συνέχεια από τις ανάσες μας
καθώς θα περπατάμε χέρι χέρι
θα τον φιλήσουμε κι αυτόν στο στόμα
ή μήπως θα τον σκοτώσουμε;

Μα είσαι ήδη στον ουρανό, δίπλα μου
δηλαδή στην απέναντι γωνία,
σε έχω δει πίσω από τις ανταύγειες
της προσωρινής μεταμόρφωσης σε νερό
σε βροχή που έρχεται από το χάος

(Άλλοτε εσύ την περίμενες, την έλεγες ευλογία)

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει τώρα ν’ αρχίσουμε να γράφουμε
όλο και περισσότερα ποιήματα
για να καθαρίσουμε το τοπίο
από τον τρόμο, την απειλή και τον θάνατο
πρέπει τώρα να εξορκίσουμε τους εφιάλτες
που κρύβονται ακόμη μέσα στην ελευθερία
έτοιμοι να μας πιούν όλο το αίμα
κι επειδή όποιος σήμερα ξεχαστεί μέσα στον εαυτό του
θα είναι αύριο λησμονιά και στάχτη
πρέπει τώρα να μάθει τι θα πει εχθρός και αδικία
διότι η πραγματικότητα δεν γίνεται κατανοητή
χωρίς την κατανόηση της αθλιότητας και της απελπισίας
κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει από τώρα να πάμε στο σχολείο της φαντασίας
για να σώσουμε ξανά τα όνειρα.

 

ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΕΑΡΙΝΗΣ ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ

III

Θα δώσει αξία στ’ όνειρο και ζωή στο γράμμα;
Πάνω από τα πεύκα, πάνω απ’ τη ρεματιά τώρα
γέρνει το παρελθόν, όπως ακριβώς θα το θέλαμε∙
μήπως θ’ αλλάξει επιτέλους τα ονόματά μας;

Απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος, πληγές
κλείνουν, οι βελόνες, οι λεύκες, τα πικρά τα χόρτα
συμφωνούν μαζί μας, λέξεις από σελήνη χρυσές
ίπτανται, σιγή γεννάει η μεταφυσική μας

σύντροφοι το μέλι, η αλήθεια του αέρα,
επιστατεί εδώ  η μαντική άκου, πέταλα
πέτρες ανοίγουν στη μέση, όχι με φαντασία

αλλά με εξαίσιο χάδι, δωρεά τιμία
της άνοιξης δηλαδή τρομερή αλκή, η ίρις
σαν έρωτας που ρίζωσε στου μυαλού σου την κοίτη.

 

ΕΚΕΙΝΗ Η ΛΙΜΝΗ

Όπως το μηδενικό βάρος του ουσιώδους
η μουσική δηλαδή από το φλάουτο
του δόκιμου μοναχού
έτσι ακριβώς και το μήνυμα φτάνει από εκεί
που δεν το περιμένουμε
χωρίς μεσάζοντες
χωρίς φιλοφρονήσεις μιας ασήμαντης ρητορείας

όχι τόσο διφορούμενο ή δυσνόητο

αλλά ξαφνικά δικό μας
σαν το σκοτάδι
που δεν μπορούμε βέβαια να το πούμε
ούτε καν να το δείξουμε
λες και είναι κλεμμένο διαμάντι
ατίμωση ή έκλαμψη

θα ενωθεί όπου νά’ ναι με τα χρώματα του φθινοπώρου.

 

IΠΤΑΜΕΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Την ψάχνει,
όλο κοντά της τριγυρίζει
και σπάει κάθε τόσο τα μούτρα  του
σαν τον Θησέα χωρίς την Αριάδνη του
δεν μπορεί να την ξεχωρίσει
όσο κι αν προσπαθεί
γιατί εκείνη ξέρει να κρύβεται καλά
στο φως του μεσημεριού
ίσως γι’ αυτό θα ονειρευτεί σε λίγο
ότι είναι κι αυτός πέρδικα
που θέλει να πετάξει,
να σωθεί μες στον αέρα.

 

Γ   ι   ώ   ρ   γ   ο   ς       Β   έ   η   ς

 

 

L u z   C a s a l 

Piensa en mi

 


Λίζα Διονυσιάδου : Τελετές κοιμητηρίου

 

 

Η   Λ ί ζ α   Δ ι ο ν υ σ ι ά δ ο υ   γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα.  Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Μόσχα. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικά βιβλία της, τα  Εν λευκώ  και  Προς τα έξω (Οδός Πανός, 2001) και τρία πεζά: Ο Καθρέφτης,  Το τι του Τίποτα (Ροές, 2003, 2009),  Από μια σταγόνα γάλα (Publibook, 2011).

 

 

 

Paul Delvaux: The village of the mermaids (1942)

 

 

Τ ε λ ε τ έ ς   κ ο ι μ η τ η ρ ί ο υ

Στο κοιμητήριο των αισθημάτων,
καθημερινά,
ακούραστοι νεκροθάφτες
καταχωνιάζουν στα βάθη του μυαλού,
συγκινήσεις.
τις πλακώνουν ύστερα,
με ανούσια,
καθημερινά περιστατικά.
Ήσυχα.
Στιγμές, στιγμές, θορυβούν οι κοινοτοπίες
με λάδια, λουμίνια, λουλούδια, καντήλια.
Μαυροφορεμένοι συγγενείς,
αντιγραφείς καθημερινών συμβάντων,
συνομιλούν, παρηγοριούνται.
Δοκιμάζουν κόλλυβα,
ασκούνται στην τέχνη της μνήμης.

(Από τη συλλογή Προς τα έξω)

 

 

Έ κ λ ε ι ψ η   η λ ί ο υ

Σε κείνο τον τόπο, όταν σκοτείνιαζε, πίστευαν πως το φώς, κάνει πως κρύβεται,

μόνο και μόνο για να παίξει μαζί τους. Η συσκότιση, ήταν η διασκέδασή τους.
Είχαν όλοι συνηθίσει την εμφάνιση του ήλιου, σαν περιστασιακό συμβάν.

Αυτός, ήταν ο κύριος λόγος, που κανείς δεν αισθάνθηκε την ολική έκλειψη.

(Ανέκδοτο ποίημα)

 

 

Σ η μ ε ί ω σ η  σ τ ο   μ ά θ η μ α  τ η ς  Ι σ τ ο ρ ί α ς

Στον αιώνα μου,
σημειώθηκαν αλλαγές στον άξονα του κόσμου.
η μετατόπιση της γης
προς τη μεριά της κόλασης,
άλλαξε την τιμή της απόστασης
μεταξύ ουρανού και γης.
Τον θάνατο τότε τον ξόρκιζαν
με μικρούς,  μαλακούς,
θανάτους
καθημερινούς !
περίεργα αντικείμενα,
στοιβαγμένα σε δωμάτια,
εμπόδιζαν το πέρασμα του ονείρου !

υπερβολική προσπάθεια αφαίρεσης,
οδηγούσε τους ενοίκους,
σε θαλάμους  λευκούς,
με νούμερα.
Μερικούς  αιώνες πριν,
είχαν ανθίσει :
ο πολιτισμός, η δύναμη, οι τέχνες !

στην δική μου εποχή,
τα ευρήματα,
αλλοιωμένα από χημεία ευτυχίας
δυσκόλευαν την εκτίμηση των αρχαιολόγων.
Το κεφάλαιο της ιστορίας,
σημειωμένο με σταυρουδάκι από μαθητή του μέλλοντος
ήταν σύντομο.

(Έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ)

 

 

Λ   ί   ζ   α     Δ   ι   ο   ν   υ   σ   ι   ά   δ   ο   υ 

 

 

 

. . . . . . . .

Πηγή για Delvaux (Μermaids):

http://www.english.emory.edu/classes/Paintings&Poems.original/mermaids.html