Just another WordPress.com site

Archive for Οκτώβριος, 2011

Ο φτερωτός ιπποπόταμος


Φωτογραφια : Nick Brandt

 

 

Τ. Σ. Έλιοτ

Ο ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ


Ο ιπποπόταμος βαρύς
μες στα νερά τσαλαβουτά.
μ’ όλο που μοιάζει συμπαγής
είναι από σάρκα και οστά.

Η σάρκα έχει αδυναμία
και κρίσεις νευρικές παθαίνει,
ενώ του Χριστού η Εκκλησία
πάνω σε βράχο είναι χτισμένη.

Ο ιπποπόταμος συχνά
το στραβό παίρνει μονοπάτι.
Η Εκκλησία δεν ξεχνά
ποτέ τους τόκους της να εισπράττει.

Ο ιπποπόταμος ψηλά
το μάνγκο δεν μπορεί να φτάσει.
Η Εκκλησία τρώει πολλά
φρούτα απ’ τα μάκρη της θαλάσσης.

Του ιπποπόταμου η φωνή
βραχνή είναι όταν ζευγαρώνει,
μα η Εκκλησία εξυμνεί
το Θεό, σαν τη φωνήν υψώνει.

Ο ιπποπόταμος στον ύπνο
το ρίχνει, κυνηγάει μετά.
Η Εκκλησία μετά το δείπνο
κοιμάται με ροχαλητά.

Ο ιπποπόταμος φτερά
βγάζει, στα ουράνια φτερουγίζει.
Χορός αγγέλων με χαρά
το θείο θαύμα χαιρετίζει.

Το αίμα του Αμνού θα τον ξεπλύνει,
στον ουρανό θα θρονιαστεί
και θ’ αποπνέει αγιοσύνη,
Μια λύρα κρούοντας χρυσή.

Λευκός ως χιόνι θε να γίνει
απ’ των παρθένων τα φιλιά,
ενώ η Εκκλησία θα μείνει
κάτω στη γη, μες στη βρωμιά.

T.   S.   E  l  i  o  t
Από τα  Ποιήματα, 1920

 

Μετάφραση :  Γ.  Ν ί κ α ς
T.S. Eliot, Ποιήματα, Αθήνα, Εστία, β΄έκδοση, 1996


Η εκπληκτική περίπτωση του Στήβεν Κρέην

O μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και ποιητής  Στήβεν Κρέην (Stephen Crane, 1871 – 1900) έζησε μια πολύ σύντομη, μποέμικη  και περιπετειώδη ζωή και  υπήρξε  μια μυθική μορφή της αμερικανικής λογοτεχνίας.

 Στα 16 του είχε ήδη γράψει αρκετά  άρθρα, και στα 17 του ήταν δημοσιογράφος, ενώ πειραματιζόταν με την πεζογραφία και την ποίηση. Το 1893 δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της εργατικής τάξης Η Μάγκυ των δρόμων (Maggie: A Girl of the Streets), που θεωρείται ως το πρώτο νατουραλιστικό έργο στην αμερικανική λογοτεχνία. Δυο χρόνια αργότερα ακολούθησε το παγκόσμια   γνωστό του μυθιστόρημα για τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο,  Το κόκκινο σήμα (The Red Badge of Courage), χωρίς ο Κρέην να έχει την παραμικρή προσωπική εμπειρία από μάχες. Την ίδια χρονιά άρχισε τα ταξίδια, που τον οδήγησαν στο Μεξικό, στην Καραϊβική,  σε πολλά μέρη της  Ευρώπης  και στην Ελλάδα, συχνά με τη δημοσιογραφική ιδιότητα.

Το 1896 ξέσπασε  ένα σκάνδαλο λόγω της παρουσίας του ως μάρτυρα σε μια υπόθεση  για μια κοπέλα που κατηγορήθηκε  για πορνεία:  «Αυτό που ξέρω είναι ότι ενόσω ήταν μαζί μου η συμπεριφορά της ήταν  έντιμη  και ότι η κατηγορία του αστυνομικού είναι ψευδής». Την ίδια χρονιά ανέλαβε την κάλυψη του ισπανοαμερικού πολέμου, ως ανταποκριτής. Πηγαίνοντας προς την Κούβα, το καράβι που τον μετέφερε ναυάγησε, με αποτέλεσμα να περάσει αρκετές μέρες σε μια βάρκα, μια σκληρή εμπειρία που την αποτύπωσε στο διήγημα «Το βαρκάκι» («The Open Boat», 1898). Λίγο αργότερα δημιούργησε σοβαρή σχέση με την «μαντάμ» ενός οίκου ανοχής, την Cora (Cora Ethel Eaton Howarth ή Taylor). Με την Cora έζησε στην Αγγλία, όπου γνώρισε, μεταξύ άλλων, τον Ιωσήφ Κόνραντ (Joseph Conrad).

 Τυραννισμένος από  μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και φυματίωση, ο Κρέην πέθανε σ’ ένα σανατόριο, στην ηλικία των 28.  Ήταν ήδη πολύ γνωστός αλλά γρήγορα ξεχάστηκε, για να «ανακαλυφθεί» 20 χρόνια αργότερα.

Τα κύρια θέματά του,  η πνευματική κρίση και η κοινωνική απομόνωση, το καινοτόμο πνεύμα, καθώς και  το ιδιότυπο ύφος του,  άσκησαν μεγάλη επιρροή σε πεζογράφους και ποιητές του 20ου  αιώνα., όπως ο Χέμινγουεη (Ernest Hemingway) , οι μοντερνιστές και οι εικονιστές.

Τα διηγήματά του εκδόθηκαν στους τόμους The Little Regiment (1896), The Open Boat and Other Tales of Adventure (1898), Wounds in the Rain: War Stories (1900),  Whilomville Stories (1900) κ. α. 

Οι  ποιητικές συλλογές του είναι:  Black Riders and Other Lines (1895 ) και War is Kind (1899).  Στην παρούσα ανάρτηση δίνουμε ένα πολύ μικρό δείγμα της πρωτότυπου ποιητικού του έργου.  

Σ. Η.


Κόρα και Στήβεν

 

Από τη συλλογή

Μαύροι Καβαλάρηδες

ΙΙΙ

Στην έρημο
Είδα ένα πλάσμα, γυμνό, κτηνώδες,
Καθόταν καταγής,
Κράταγε στα χέρια του την καρδιά του
Και την έτρωγε.
Είπα, «Είναι καλή, φίλε;»
«Είναι πικρή — πικρή», μου απάντησε∙
«Αλλά μ’ αρέσει
Γιατί είναι πικρή
Και γιατί ‘ναι η καρδιά μου».

XVIII

Στον ουρανό
Κάτι φύλλα χλόης
Στέκονταν μπροστά στο Θεό.
«Τι πράξατε;»
Τότε όλα εκτός από  ένα φυλλαράκι
Άρχισαν πρόθυμα  να διηγούνται
Τα καλά έργα τους.
Το φυλλαράκι έστεκε λίγο πιο πίσω
Ντροπιασμένο.
Τότε ο Θεός είπε,
«Κι εσύ τι έκανες;»
Το φυλλαράκι απάντησε, «Ω Κύριε
Η μνήμη μου είναι πικρή΄
Γιατί αν έκανα και κανένα καλό
Δεν το θυμάμαι».
Τότε ο Θεός, με  όλη Του τη μεγαλοπρέπεια
Σηκώθηκε απ’ το θρόνο Του.
«Ω καλό, μικρό φύλλο χλόης!» είπε.

XXIV

Είδα κάποιον να κυνηγάει τον ορίζοντα∙
Μπροστά ο ορίζοντας, πίσω αυτός, γύρω -γύρω πήγαιναν.
Παραξενεύτηκα∙
Τον πλησίασα.
«Είναι μάταιο αυτό», είπα,
«Ποτέ δε θα μπορέσεις—»
«Λες ψέματα», φώναξε
Και συνέχισε να τρέχει.

XXXI

Πολλοί εργάτες
Χτίζανε ένα τεράστιο σφαιρικό οικοδόμημα
Στην κορυφή ενός βουνού.
Ύστερα κατέβηκαν κάτω στην κοιλάδα
Και γύρισαν να δουν το έργο τους.
«Είναι μεγαλόπρεπο», είπαν∙
Τους άρεσε πολύ.
Άξαφνα, κουνήθηκε:
Κύλησε καταπάνω τους∙
Τους έπνιξε στο αίμα.
Μερικοί όμως πρόλαβαν να σκούξουν.

XXXV

Κάποιος είδε μια σφαίρα
Στον ουρανό∙
Σκαρφάλωσε ψηλά ψηλά,
Την πήρε—
Ήταν πηλός.
Και λοιπόν εδώ είναι το παράξενο:
Όταν ο άντρας γύρισε στη γη
Την ξανακοίταξε
Και να, ήταν χρυσός!
Εδώ είναι το παράξενο:
Ήταν μια χρυσή σφαίρα.
Ναι μα το Θεό, μια χρυσή σφαίρα.

XXXVI

Συνάντησα έναν προφήτη.
Στα χέρια του κρατούσε το βιβλίο της σοφίας.
«Κύριε», του είπα.
«Αφήστε με να διαβάσω».
«Παιδί μου—» πήγε να μιλήσει.
«Κύριε», του είπα,
«Μη με περνάτε για παιδί
Γιατί ξέρω κιόλας πολλά
Απ’ αυτό το βιβλίο.
Ναι, πολλά».
Χαμογέλασε.
Ύστερα άνοιξε το βιβλίο
Και το κράτησε μπροστά μου.—
Παράξενο που τυφλώθηκα στη στιγμή.

LXVII

Ο Θεός κείτονταν νεκρός στον ουρανό
Οι άγγελοι τραγούδησαν τον ύμνο μέχρι τέλους∙
Πορφυρά βογγητά στον άνεμο,
Τα φτερά τους έσταξαν,
Αίμα
Έπεσε  στη γη.
Βογκώντας, αυτό μαύρισε και
βούλιαξε στα σωθικά της.
Κι από τις μακρινές σπηλιές
Της νεκρής αμαρτίας
Βγήκανε τέρατα
Πελιδνά  και λυσσαλέα.
Πάλεψαν άγρια
Για να καταβροχθίσουν  τον κόσμο.
Αλλά απ’ όλα τα θλιβερά, ένα το θλιβερότερο—
Τα χέρια μιας γυναίκας
Που  προσπάθησαν να προφυλάξουν
Το κεφάλι ενός κοιμισμένου άντρα
Από τα δόντια του τελευταίου τέρατος.

 

 

Από τη συλλογή

Ο Πόλεμος Είν’ Ευγενικός

 ΧΙΙΙ

Ο στρατολάτης
Βλέποντας το μονοπάτι για την αλήθεια
Έμεινε κατάπληκτος.
Ήταν γεμάτος αγριόχορτα.
«Χα!» έκανε,
«Φαίνεται πως κανείς δεν έχει περάσει από ‘δω
Πολύν καιρό τώρα».
Ύστερα κατάλαβε πως κάθε αγριόχορτο
Ήταν κι ένα κοφτερό μαχαίρι.
«Καλά», μουρμούρισε,
«Το δίχως άλλο
Υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι».

ΧΧΙ

 Κάποιος είπε στο σύμπαν:
«Σύμπαν, υπάρχω!»
«Όμως», απάντησε το σύμπαν,
«Αυτό δεν μου δημιουργεί
Κανένα αίσθημα  υποχρέωσης».

S  t  e  p  h  e  n   C  r  a  n  e

 

 

 

 

 

 

 

 

.     .     .     .     .      .      .     

Μ ε τ α φ ρ ά σ ε ι ς  έργων τού Στήβεν Κρέην στα ελληνικά: Το κόκκινο σήμα, μετάφραση: Γιάννης Σπανδωνής, Αθήνα, Καλέντης, 1988 – Η Μάγκυ των δρόμων, μετάφραση: Βίκυ Μπόμπολα, Αθήνα,  Γράμματα, 1990 – Το βαρκάκι, Αθήνα, Gutenberg, σειρά «Εφηβική λογοτεχνία», 1990. Οι ποιητικές συλλογές του παραμένουν, εξ’ όσων γνωρίζω, αμετάφραστες.

 

Π Η Γ Ε Σ


– -Crane, Stephen . The Complete Poems of Stephen Crane. Ed. Joseph Katz. Ithaca: CU P,  1972.

–Hausdorff, Don, ed. Literature in America: A Century of Expansion. NY: The Free Press /Collier – Macmillan, 1971.

–<http://en.wikipedia.org/wiki/Stephen_Crane>


 

 

.     .     .     .     .     .      . 

   

 

CORA  TAYLOR   CRANE

 

Source of images: Florida Photographic Collection
 Florida State Archives 

 

 

Just who was the unidentified lady sitting on the chair in this old Jacksonville photo?  Was she Cora Taylor Crane, the town’s most colorful brothel madam?  Cora is best known today for having been the consort or common-law wife of literary giant Stephen Crane.  A picture of her from 1899 is provided in the upper right-hand corner.  Do you notice a strong resemblance between the two women? 

[…] One of the most offbeat love affairs in First Coast history involved Cora & Stephen Crane.  The author, who penned «The Open Boat» and The Red Badge of Courage, took Cora as his partner during the 1890s.  She proved a fascinating character […]

<http://www.jaxhistory.com/Jacksonville%20Story/Picture%20of%20the%20Court,%20Unidentified%20Cora%20Portrait.htm>

 



Σπύρος Ηλιόπουλος : Οι Νεκροί

Φωτογραφία : Jaques Henri Lartigue

Μπορεί και να ‘ναι αλήθεια
πως  οι νεκροί περιδιαβάζουν
στα δάση των παιδικών τους χρόνων∙
πως  ερωτεύονται τις ίδιες
τις παλιές  αγάπες
και ξαναονειρεύονται τα όνειρά τους
μονάχοι σε κάποια ερημική ακρογιαλιά
μέσα στο καταχείμωνο

Μπορεί και να ‘ναι αλήθεια
πως ταξιδεύουνε ανάποδα στο χρόνο
σαν άγγελοι του Σβέδενβοργ
προς την πηγή της ύπαρξής τους∙
πως βλέπουν κάποτε τον εαυτό  τους
καθρεφτισμένο στις πρωτοχρονιάτικες βιτρίνες
με ρούχα γιορτινά
λίγο συγκινημένο
να σκέφτεται την οικογένεια και τα δώρα∙
πως νιώθουν του σπιτιού τη μυρωδιά
κι ύστερα κάθονται στο κυριακάτικο τραπέζι στα κλεφτά
κοιτάζουν τη φωτογραφία τους στο τραπεζάκι
και  συνεχίζουν
προς την πρώτη τους μετάληψη

Μπορεί και να ‘ναι αλήθεια
πως τότε νιώθουν για το σώμα τους τον μέγα οίκτο
δακρύζουν για τον κόσμο
κι ύστερα αλλάζουν προορισμό
για πάντα

 

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς  1978

 

 


{Τρυφεροί αποχαιρετισμοί}

{Τελικός αποχαιρετισμός}


Ποιήματα για τον Ποιητή και την Ποίηση


Marc Escher : Drawing Hands

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

C R E D O

( ω ς  ε ί θ ι σ τ α ι  ν α  λ έ μ ε  λ α τ ι ν ι σ τ ί )

Α
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού/ φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής / και επί γης /εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου/.
Β
Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.
Γ
Υποφέροντας άχραντα /ουσιαστικόν/ ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.
Δ
Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.
Ε
Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.
Ζ
Ο Ποιητής έχει τίποτα /βλέπε τους αναχωρήσαντες/.
Η
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: η τρέλα μ’ αρέσει. γελοιοποιεί την ύπαρξη. ας ανάψω απ’ τη μάνα μου.
Θ
Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ’ άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί. δε θα ’ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.
Ι
Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.
Κ
Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.
Λ
Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού. τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχος του.
Μ
Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.
Ν
Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.
Ξ
Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!
Ο
Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.
Π
Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.
Ρ
Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.
Σ
Είναι ουραγός της μητέρας.
Τ
Ανέσπερος από ηλικία.
Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.
Φ
Σε ανώτερη απελπισία.
Χ
Σε φαεινότερη πεμπτουσία.
Ψ
Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.
Ω
Συγχωρώντας τους πάντες.

Ο  π ο ι η τ ή ς  έ χ ε ι  έ ν α  β έ β α ι ο  δ ρ ό μ ο

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους–τόπους αγκάθια
τόπους–τόπους ωραία χαλιά
π’ ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μάς προσμένει.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Κ ρ ι τ ι κ ή  τ η ς  π ο ί η σ η ς

Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
βγήτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβήτε στις αμαξοστοιχίες
να δήτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίντε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομένο πρόσωπο
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβήτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετήστε
το μέλλον.

{προσθήκη 28/10} 

Ο  π ο ι η τ ή ς  I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο  π ο ι η τ ή ς  ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ὁ  π ο ι η τ ή ς

Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.

Τ ὸ  κ ε φ ά λ ι  τ ο ῦ  π ο ι η τ ῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό ῾βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

–Δεν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό ῾ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους

μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Σ τ ο ν  τ ά φ ο  μ ο υ

Όχι λουλούδια. Ένα φύλλο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα έτοιμο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα ανυπόμονο άσπρο χαρτί,
λαχταριστό άσπρο χαρτί.

Η   π ο ί η σ η   σ τ η  Δ ε υ τ έ ρ α  Π α ρ ο υ σ ί α

Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα μας λογαριαστεί.
Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα ‘ναι απ’ τα κυριότερα ελαφρυντικά μας.

Π ε ρ ί    π ο ι ή σ ε ω ς

«Κυτάχτε τώρα τον Κωστάκη!
Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει.
Τη μια μιμείται Καρυωτάκη,
την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη».
Ποιος αν του πω θα καταλάβει
πως ο Καβάφης κι ο Έλιοτ με μιμήθηκαν,
μονάχα που έτυχεν απλώς και μου προηγήθηκαν;

Π ρ ο ς    π ο ι η τ ή ν

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
Γιατί τις ηνώχλησες;

Η   π ο ί η σ η   ε ξ η γ ε ί

Εγώ άλλα φωνήεντα έχω,
Άλλα σύμφωνα,
Άλλες τελείες, άλλα θαυμαστικά, άλλα ερωτηματικά.

 

ΑΝΕΣΤΗΣ  ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 Ο  π ο ι η τ ή ς

Είχε ανεβεί στην πιο ψηλή κορφή
κι η φωνή του, λευκό πουλί στον ουρανό.
Στους πρόποδες μυρμήγκιαζε πλήθος αμέτρητο
άκουγαν τη φωνή κι ολοένα ανέβαιναν
μίκραινε ο κύκλος και κρατούσαν ξύλα
μαχαίρια κράταγαν και πέτρες  και πλησίαζαν
ακούγονταν κραυγές σκοτώστε τον
να πέφτουν άρχισαν μετά οι πρώτες πέτρες
λάμψαν στον ήλιο τα μαχαίρια
κατάλαβε το τέλος του.

Όμως η φωνή του,
λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους
και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια.

Marc Escher : Hand with Globe

 

 

Π   η   γ   έ   ς


Καρούζος:

<http://karouzosnikos-poems.blogspot.com/>

Λειβαδίτης

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

<http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,33301.msg159921.html#msg159921&gt;

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001 (και σε παλαιότερη ανάρτηση στο πτερόεν)

 Σαχτούρης:

<http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm&gt;

Μόντης:

Constantine E. Evangelides, “Costas Montis: The Cypriot Poet” [in] W. R. Schultz, ed., Perspectives on Language and Literature: Essays on Marios Byron Raizis, The  University of Athens, 2003.  

<http://anagnostria.blogspot.com/2008/03/blog-post.html>

<http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/lexi/152/6.html>

Ευαγγέλου

M. B. Raizis, Greek Poetry Translations, Athens, Efsathiadis, 1981.

 


Σπύρος Ηλιόπουλος : Δίχως Παραμυθία, Δύσμοιρε

 

 

 

Επιτύμβιον

Με αφορμή ένα ποίημα
του Auden1

Την Ιστορία παντελώς την αγνοούσες
μα την ανθρώπινη βλακεία, εξ ενστίκτου λένε,
άριστα την εγνώριζες∙
έτσι με θράσος θηριώδες κυβερνούσες.
Τις υποσχέσεις σου μεθοδικά τις αθετούσες
μα και τις  αποφάσεις σου συχνά αναθεωρούσες,
για το καλό του τόπου πάντα,
καθώς στους  Ηγεμόνες τό ΄χες τάξει.
Δεν ήσαν λίγοι που σε θεωρούσανε κουτό
(παρά το φιλοσοφημένο ύφος)
ή και χυδαίο, όταν πηδούσες σαν ακρίδα στο χορό.

Αλλά δεν ήτανε το θέμα εκεί:
Όταν γελούσες,
οι  βουλευταί μέχρι δακρύων εγελούσαν∙
όταν σοβάρευες,
παιδάκια μες στους δρόμους ξεψυχούσαν.

Ιαν.2010-Σεπτ.2011

1.  W. H. Auden, «Epitaph on a Tyrant»

Perfection, of a kind, was what he was after,
And the poetry he invented was easy to understand;
He knew human folly like the back of his hand,
And was greatly interested in armies and fleets;
When he laughed, respectable senators burst with laughter,
And when he cried the little children died in the streets.

 

 

 

George Grosz : Eclipse of the Sun, 1926
                                

 


Δίχως Παραμυθία, Δύσμοιρε

O dark dark dark. They all go into the dark …
chairmen of many committees,
Industrial lords and petty contractors …

  – T. S. Eliot

Ο ίδιος πάντοτε λοιπόν
πάλι και πάλι απαράλλαχτος
κι ας φοράς  μασκαρέματα μύρια
περούκες  γυαλιά  δόντια ψεύτικα
συνθήματα και  συναισθήματα
ευτελή  και  ρακένδυτα
μονίμως  εποπτεύων
μονίμως  δήθεν διαπορών
στις κυριακάτικες φυλλάδες
στα συμβούλια
στις συναυλίες ή στα κοσμικά σαν χαριεντίζεσαι
με τους προέδρους των χιλίων επιτροπών

Μεγάλο δέος
η θέα ενός νεκρού μου εμπνέει
γιατί καλά το μυστικό του κρύβει
όντας αναπάντεχα πια ξένος
Εσύ μονάχα  θλίψη  και οικτιρμό μου προκαλείς
πίσω απ’ τις μουτσούνες σου απών

Και τώρα δα σε σκέφτομαι βρε μπαίγνιο
την ώρα που στο κρεβάτι
του θανάτου θα  ξαπλώσεις
και μυστικό δεν θά ’χεις  μήτε και προσωπείο
στο Χάρο  να πουλήσεις
—και θα εκλιπαρείς—
μήτε παραμυθία ψυχής
στον εαυτό σου να χαρίσεις

Σεπτ.  2011

 

 

 George Grosz : Café,  1915

 

 

H Προδοσία

«Σκυλοκοίτες  και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.»

— Οδυσσέας Ελύτης

 «…αν ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι…
Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;»

                                                             –Πάνος Θασίτης

Δε θάν΄ η προδοσία τους ποτέ μικρή
Ορνεοκέφαλοι ανύποπτους διαβάτες
θ’ αποκεφαλίζουν στις πλατείες
νεκρόσιτοι κόκκαλα παιδιών
θα γλύφουνε στα πάρκα
και σκυλοκοίτες θα διδάσκουν ήθος στην τιβί
και θα κοπροκρατείται το παρόν
τα σαββατόβραδα
τη συνοδεία δημοφιλών καλλιτεχνών
Θα σβήνει ο ουρανός θα σβήν’ η γη
όσο οι ποιητές θα ιδιωτεύουν
και θα υποχωρούν
έναντι ποικιλίας καλών αλλαντικών

Νοε. 2011

Σ  π  ύ  ρ  ο  ς   Η  λ  ι  ό  π  ο  υ  λ  ο  ς

( ή Αμβρόσιος Βήτα για το τρίτο ποίημα)

 

 

 

.     .     .    .    .

Για τον πίνακα του Grosz, Eclipse of the Sun (Η Έκλειψη του Ηλίου)Είναι μια σφοδρή καταγγελία  του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.  Δείχνει, μεταξύ άλλων,  έναν στρατηγό, έναν μεγαλοβιομήχανο που του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, και τέσσερεις ακέφαλους αξιωματούχους  της αστικής γραφειοκρατίας, όλους  κάτω από έναν ήλιο σκοτεινιασμένο από το σύμβολο του δολαρίου. Θεωρείται  ως  μια από τις σπουδαιότερες ελαιογραφίες του 20ου αιώνα.

 

 

 


Γιώργος Δουατζής : Σαν ψίχουλα δείπνου μυστηριακού

Π ρ ο δ η μ ο σ ί ε υ σ η

από την υπό έκδοση συλλογή «Σχεδίες»


Ο  Γ ι ώ ρ γ ο ς  Δ ο υ α τ ζ ή ς γεννήθηκε Δεκέμβριο του 1948 στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και κοινωνιολογία  στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση το 1971, στην «Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς» των εκδόσεων Άγκυρα. Δεύτερη, η παράσταση χοροδράματος βασισμένη στο ποίημα του “Αντικρουόμενα σύμβολα και πορεία στο φως”  τον Μάϊο 1973,  σε μουσική Γιώργου Τσαγκάρη και χορογραφία Έλλης Παρασκευά.

Ε ν δ ε ι κ τ ι κ ή  Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α: Γραφτά – 1976, Ποίηση,  Τα Μικρά – 1996, Ποίηση – Κάκτος, Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997, Ανθολόγηση – Κέδρος, Προς Δέκα Επιστολή – 2001, Ποίηση – Μιλήτος,   Σπονδές – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Τα κόκκινα παπούτσια – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Το Κουμπί – 2004, Θεατρικό – Εξάντας, Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη – 2008, Μυθιστόρημα – Λιβάνης,  Φωτοποιήματα – 2010, Ποίηση, Φωτογραφία – Καπόν,  Πατρίδα των καιρών – 2010, Ποίηση – Καπόν.


 
  

 

Ζωογόνες  ριπές

Οι ριπές ήταν πολλές αδιάλειπτες
με ένα στιγμιαίο σκύψιμο
θα έσωζε την άδεια πια ζωή του
μα το σωτήριο σκύψιμο
θα σκότωνε την περηφάνια του

Δεν έσκυψε
και οι θανάσιμες ριπές
του χάρισαν ζωή αληθινή
αφού  με αυτόν τον θάνατο
πήρε ουσία η ύπαρξή του

Έπειτα
άνοιξε τη μοναδική πόρτα
όπου υπήρχε βήμα
πέρα από το κατώφλι
εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές
με ίχνη γηρατειών

Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες ή όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει ο άνεμος

Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα
πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές…

 

 

Ψιχία

Σαν ψίχουλα δείπνου μυστηριακού
πέφτουν στη γη οι στίχοι μου
και τα σοφότερα των μυρμηγκιών
τους μεταφέρουν σε υπόγειες στοές
σκεπτόμενα τους δύσκολους χειμώνες
αυτά που δεν φοβήθηκαν ποτέ το θάνατο
αλλά τη ζωή φοβήθηκαν

 

 

Δεκέμβρη  δωδεκάτη

Τούτη η φεγγαροστιχίδα
το ωραιότερο τραγούδι
στα πιο ερημικά γενέθλια
χρόνια μετά

ή

Σαν τον αυτόχειρα
που με το ένα χέρι βουλώνει το αυτί
μην τον ξεκουφάνει
ο πυροβολισμός στον κρόταφο

ή

Εισπράττουν τη μοναδικότητα
εκείνου που φεύγει
μόνο με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής
κι έτσι μακραίνουν οι μικροί τους επικήδειους

 

 

Αμέτοχος

Αγνοούν πεισματικά
ότι αιώνες τώρα οικοδομεί
στηριγμένος στο παράλογο
με αγκαλιά τη ματαιοδοξία
δίνει συνέχεια στη ζωή
υπονομεύοντας μακαριότητες

Εύλογο που δεν συγχωρούν
την ανάσα, τα πετάγματα, τις κινήσεις,
τους έρωτες, το αθώο βλέμμα
τις άδολες βλέψεις, τις ευεργεσίες
το δόσιμο, την ανοιχτή αγκαλιά
τους ποταμούς μελαγχολίας στη ματιά

Ανήσυχοι, τον εγκαταλείπουν
σαν ίσκιο σε ηλιοβασίλεμα

Για να καταλάβεις την τόση εγκατάλειψη ούτε δυο στίχοι του δεν εκποιήθηκαν και κανείς δεν άκουσε πώς έγινε αυτό το τυφλό τραύμα στον κρόταφο όταν άρχισε να μαζεύει τις φωτογραφίες. Μόνο την άλλη μέρα βρήκαν το  νεροπίστολο κι έτσι αντιλήφθηκαν γιατί δεν υπήρξε ήχος πυροβολισμού παρότι στο πάτωμα βρέθηκαν κάτι σταγόνες αίμα. Τώρα, ανθρώπινου, ποιητικού, θα σε γελάσω…

Γ  ι  ώ  ρ  γ  ο  ς    Δ  ο  υ  α  τ  ζ  ή  ς

 

 

 

 

 

ΙΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Δελτίο Τύπου

«Το Κουμπί», του Γιώργου Δουατζή
  στο Θεατρικό Αναλόγιο του Ιωνικού Κέντρου

          Με το μονόπρακτο του Γιώργου Δουατζή “Το κουμπί” αρχίζει την   Τ ρ ί τ η   8   Ν ο ε μ β ρ ί ο υ   στις   8. 3 0  το βράδυ, η σειρά των Θεατρικών Αναλογίων του Ιωνικού Κέντρου, στην οδό Λυσίου 11 στην Πλάκα.

Μετέχουν οι ηθοποιοί: Αριστοτέλης Αποσκίτης, Ανδρέας Μαριανός και Ράνια Πρέβεζα. Σκηνοθετική επιμέλεια: Νάντια Μουρούζη. Μουσική επιμέλεια: Έμυ Πανάγου. Εικαστικά: Μιχάλης Αμάραντος

Ένα μικρό κουμπί αποτελεί δικαιολογία ύπαρξης για έναν άνθρωπο. Κάποιος φυλακίζεται  για έναν φόνο, παρότι οι δικαστές του γνωρίζουν ότι δεν  τον διέπραξε. Ο φυλακισμένος – πειραματόζωο ανατρέπει κανόνες που έχουν επιβληθεί υπό κλίμακα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο ήρωας δεν ανέχεται τον εαυτό του, και τέλος ένας νεκρός χαρακτηρίζεται… υγιέστατος. Μια σκληρή κριτική, εαυτού και αλλήλων, για όσα ζει και κυρίως ανέχεται ο σύγχρονος Έλληνας, και ο κάθε άνθρωπος.

Μετά την παρουσίαση του έργου και τη συζήτηση με το κοινό ακολουθεί μουσική βραδιάστο καφέ – εστιατόριο του Ιωνικού Κέντρου.

Είσοδος: 8 ευρώ. Φοιτητές, σπουδαστές:  4 ευρώ

Κρατήσεις: Ιωνικό Κέντρο, Λυσίου 11, Πλάκα – τηλ 210 32 46 614

epikoinonia@ionic.gr       www.ionic.gr/politismos


Την οργή των νεκρών να φοβάστε

Οδυσσέας  Ελύτης

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

(1959)
{αποσπάσματα}
Κολάζ : Οδ. Ελύτης


 

 

 

ΤΑ ΠΑΘΗ

Α΄

{…} Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα

παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.

Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω

Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα! {…}

 

 

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

 Γ΄

Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ’ άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.

Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.

Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.

Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε

την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή

και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε

και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.

Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ’ την όψη μου

  ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ!


 

            

           

           ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

              ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΊΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

{…} Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ‘ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε οποίον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στον Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά — μακριά μέσα στο μέλλον του — που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.

Πάνω σ’ εκείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σιρίτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ‘χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.

 

 

 

η΄

{…}  Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει

το χέρι που μονάχα

  Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους

             ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

 

 ΙΑ’

{} Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.

Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.

Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.

 

 

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

 {} Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβου νε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.

-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.

-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.

-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.

 



 

 

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.

-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.

-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.

-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ‘ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ‘χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ‘ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

 

 

 


 


Αφιέρωμα στον Γιώργο Μαρκόπουλο


Επιμέλεια: Ανδρέας Τσιάκος – Σπύρος Ηλιόπουλος

«Η ποιητική διάθεση είναι καθημερινή υπόθεση του κάθε ανθρώπου» (Γ. Μαρκόπουλος)

 Η ανάρτηση αφιερώνεται στην αγαπημένη φίλη Θ., που  αν και  πιστεύει ότι δεν έχει «τις απαιτούμενες γνώσεις»  για να καταλάβει την ποίηση, όταν διαβάσει τον Γιώργο Μαρκόπουλο θα αναγνωρίσει, είμαι σίγουρος, όσα βαθιά μέσα της πάντα γνώριζε, και ίσως δακρύσει, απελευθερώνοντας  μια λύπη πολύ λεπτή και πολύ  ωραία.  –Σ. Η.

ΦΩΤΟ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΣ

                                

Β ι ο γ ρ α φ ι κ ό – Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965  ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1996 τιμήθηκε με το Βραβείο Καβάφη  στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και το 1999 με το Κρατικό  Βραβείο  Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι, η οποία εν συνεχεία  ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο του 2000. Είναι μέλος τηςΕταιρείας Συγγραφέων από το 1982.

 


Π ο ι η τ ι κ ά   έ ρ γ α

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα [χ.ε.], 1968

Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Αθήνα,  Κούρος, 1973

Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα, Κέδρος,  1976

Οι πυροτεχνουργοί,  Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1979 /  Θεσσαλονίκη, Μικρή Εγνατία, 1980/ Αθήνα, Εστία, 1982

Ποιήματα 1968-1976, Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1980

Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα, Υάκινθος, 1987

Ποιήματα 1968-1987 , Αθήνα, Νεφέλη, 1992, 2000

Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα, Νέο επίπεδο / χειροκίνητο, 1994
(με τρεις έγχρωμες αριθμημένες ξυλογραφίες  του Γιάννη Στεφανάκι)

Μη σκεπάζεις το ποτάμι,  Κέδρος, 1998, 1999, 2000

Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 2010, β΄ έκδοση

Π ε ζ ά

Ιστορικό κέντρο, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, 2006

Δ ο κ ί μ ι α

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α’, Αθήνα,  Ρόπτρον, 1991

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β’, Αθήνα,  Νεφέλη, 1994

Εντός και εκτός έδρας (το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση), Αθήνα, Καστανιώτης, 2006

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, Αθήνα,  Εκάτη, 2009

Ά λ λ α

Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση, Αθήνα,  Γαβριηλίδης, 1999

Ποιήματα που αγαπήσαμε (μαζί με τον Κώστα Νικολάκη), Αθήνα, Εκάτη, 2009



 

 

 

Από τη συλλογή :

Οι πυροτεχνουργοί

Ο  Ξ έ ν ο ς

Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.

 

Από τη συλλογή :

Η ιστορία  του  ξένου  και  της  λυπημένης

Γ υ ν α ί κ α  μ ε τ α ι χ μ ι α κ ή ς  η λ ι κ ί α ς

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
Που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους
την ερημιά του μάστορα.

 

Από τη συλλογή:

Η θλίψις του προαστίου

Κ α θ ώ ς  θ α  φ ε ύ γ ε ι ς

Καθώς θα φεύγεις,
παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
Κάνοντας μια κίνηση αόριστη
όπως όλοι άλλωστε που φεύγουνε για πάντα,
η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
—ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης—
ή  σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα.

 

Από τη συλλογή :

Μη σκεπάζεις το ποτάμι

Γ ε ν έ τ ε ι ρ α  ε ν  ε ο ρ τ ή

Σπίτια μοντέρνα ολόλευκα σπίτια μεγάλα ωραία
πλην όμως στις εξώπορτες
άλλων γυμνά τα λάστιχα άλλων χωρίς τιμόνια
με τις κουκούλες τους στραβές το υνί τους σκουριασμένο
με τα φουγάρα ερείπια τις ρόδες βουλιαγμένες
μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτε του δυόσμου
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα των παιδικών μας χρόνων
—μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου—
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα στην ερημιά του κόσμου.

Δ ι α β ά σ ε ι ς  Π ε ζ ώ ν

12. Επιστροφή

Απ’ το πρωί σήμερα σκέπτομαι τον ύπνο
και η λαίλαπα σηκώνει στους σταυρούς την ομίχλη.

Γυρνώ στους δρόμους μονάχος
και στη λιτανεία αναγνώρισα στο σκήνωμα του αγίου
τη μισή καρδιά του χαμένου πατέρα μου.

Χλομές αγάπες στο παγκάκι επενδύουν μυστικά σε ανάμνηση
για τότε που θα χωρίσουν.

Στην εξοχή στάθηκα
και την παλαιά εκείνη προσευχή μου θυμήθηκα:

«Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία
όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε,
του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος,
του εφήβου την ακαταστασία
της δίγνωμης καρδιάς, μεγαλώνοντας,
ή της χελώνας το ακίνητο το κοίταγμα,
βλέποντας κρυφά μες στα κλαριά
κορμί όπου δεν έπρεπε να δεις, που σε διακόπτει.

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα
το μόνο που θυμάμαι από τότε, Κύριε, δάκρυα, δάκρυα
και τις γιορτές υπήρξα γυάλινος
και η μοναξιά μου εκτεθειμένη, στους άξεστους εκτεθειμένη.

Ω, θυμάσαι όταν για πρώτη
ερχόμουνα κοντά σου φορά, Κύριε,
ζέστη, παντού, βιβλική ζέστη, η πεδιάδα να καίει
και το ποτάμι που εκτινάσσονταν άηχο
ωσάν το θερμόμετρο μέσα στον ήλιο;»

Γύρισα στο πατρικό μου σπίτι.

Έσυρα τον αντίχειρα στην πλάτη του φτωχού σκυλιού
Και του μετέφερα λύπη.


Από τη συλλογή :

Κρυφός Κυνηγός                 

Μ ε τ ά  τ ω ν  α γ ί ω ν

(Επιλογή)    

—- Το παιδί που σου αναγγέλλει τη ζημιά τραγουδώντας, για να απαλύνει έτσι το μέγεθος και τη σημασία της.

—- Το κορίτσι που κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως αργοπορημένο από τον εραστή του, τους έβρισκε όλους να κοιμούνται στο σπίτι, επίτηδες, για να επιτείνουν τις ενοχές του.

—- Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

—- Το διανοητικά άρρωστο παλικάρι με το «κορνιζαρισμένο» χαμόγελο, εγκαταλειμμένο στη μέση της πλατείας, στο αναπηρικό καροτσάκι του, καθότι όλοι έφυγαν διαμιάς, γιατί έγινε σεισμός.

—- Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν το νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

—- Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επενεκταφής θαμμένων του κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι  που να μην μπορείς πια να διακρίνεις ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

—- Οι δύο εκείνοι νεαροί — άντρας και γυναίκα — έχοντας μόλις βγει απ’ το ψυχιατρείο — όπου και γνωρίστηκαν — καθισμένοι στις καρέκλες του ζαχαροπλαστείου ενώ πίνουν χάπια με γάλα και λέγοντας μεγαλόφωνα αηδίες τρισευτυχισμένοι γελούν και πάλι γελούν.

—- Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα του που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.

—- Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους.

—- Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.

—- Ο γιος τού πριν από τρείς μέρες πεθαμένου πατέρα, αν και διαλυμένος σχεδόν απ’ το πένθος, νερό να ρίχνει με το λάστιχο στον μόλις ανεγερθέντα καινούργιο όροφο του σπιτιού τους, για να πήξει το τσιμέντο.

—- Παιδάκια που παίζουν στο δωμάτιό τους κλοτσώντας την μπάλα σιγά, πολύ σιγά, γιατί η μαμά τους τούς είπε πως οι δίπλα έχουνε πένθος.

—- Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετιστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν.

—- Τα κοριτσάκια εκείνα στη φωτογραφία του 1948, που τα μισά ήσαν με τα μαλλάκια τους κανονικά και τα άλλα μισά κουρεμένα  με την ψιλή, για να δηλώνεται έτσι ότι ήσαν ορφανά.

—- Ο πανύψηλος εκείνος άντρας με τα γένια, ντυμένος μαχητής τοτ ΕΛΑΣ κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, που αντί για όπλο κρατούσε στα χέρια του ένα καδρόνι πουλώντας λαχεία.

—- Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή από τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.

 Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς


 ~.~

 

Π ρ ο σ θ ή κ η : Τετάρτη , 19/10, 22:55΄

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος *

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

«Ο ποιητής είναι το χέρι που έχει οριστεί από μια άλλη δύναμη, για να παίρνουν τα πράγματα τη σωστή τους θέση μέσα στον κόσμο. Για μένα ήταν προορισμένο να υπηρετήσω την Ποίηση. Αυτή με λυτρώνει. Τώρα μάλιστα πολύ περισσότερο. Αφού η Ποίηση στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, είναι είδος προς εξαφάνιση».

Παρά τους δύσκολους καιρούς, ο Γιώργος Μαρκόπουλος εξακολουθεί, με μια γαλήνια επιμονή, να ιερουργεί στο βωμό της Ποίησης, δεκαετίες τώρα. Κι επιμένει, ότι «η ποιητική λειτουργία είναι συνυφασμένη με ήθος, που η Ποίηση το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη, διότι είναι πιο ερμητική και υπακούει λιγότερο στις σειρήνες».

–       Ξεκίνημα;

–       Άρχισα να γράφω πεζογραφία, την οποία εξακολουθώ να αγαπώ, να θαυμάζω και ενίοτε να γράφω. Αλλά μοιάζω με το παιδάκι που βάζει το πόδι του στο νερό του ποταμιού, το βρίσκει πολύ βαθύ και τραβιέται πίσω.

–       Βαθύ το ποτάμι με τον πεζό λόγο και όχι με την Ποίηση;

–       Είναι με όλες τις τέχνες βαθύ το ποτάμι, όταν ψάχνεις την ουσία, την αλήθεια.

–       Είπατε ότι λυτρώνει. Μόνο μέσα από οδύνη γεννιέται ένα ποίημα;

–       Χωρίς λύπη δεν υπάρχει δημιουργία. Πιστεύω ότι κάθε τέχνη και η Ποίηση, υπάρχει μέσα από μια δημιουργική οδύνη. Μια ανεξαγόραστη χαρά είναι, όταν είσαι σίγουρος ότι έχεις τελειώσει ένα ποίημα.

–       Καθορίζει τρόπο ζωής η Ποίηση;

–       Και τη συμπεριφορά μας. Διότι κομίζει ένα δικό της ήθος, το οποίο είναι ιδιαίτερο και χωρίς να φαίνεται, είναι μακριά από τις συμπεριφορές και τις κακές συνήθειες των πολλών.

–       Ο ποιητής;

–       Ένα άτομο από τη φύση του ηττημένο. Διότι, αν δεν ξεκινήσεις έχοντας συνειδητοποιήσει αυτή την ήττα απέναντι στη φθορά, στο χρόνο και στο θάνατο, δε νομίζω ότι μπορείς να βουτήξεις στα βαθιά.

–       Εμπιστεύεστε;

–       Τους εξόχως ευγενείς και ταυτοχρόνως ποιητικούς, είτε είναι καθηγητές Πανεπιστημίου, είτε βοσκοί.

–       Άλλαξε η ματιά σας;

–       Ναι. Η Ποίηση μας κάνει πολύ πιο τρυφερούς, με κατανόηση. Πιο καλούς ανθρώπους.

–       Η υστεροφημία;

–       Δεν πιστεύω ότι θα μείνει κάτι αφού φύγω. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν έμενε κάτι στις ανθολογίες, αλλά δεν πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ανάγκη τα δικά μου πράγματα. Είμαι όμως ευτυχισμένος που λυτρώνομαι σήμερα με αυτό που κάνω, που έχω, θέλω να πιστεύω, μια συμπεριφορά πάρα πολύ καλή και έχω γνωρίσει ανθρώπους μέσω της Ποίησης που τους διακρίνει σπάνια ευαισθησία.

–       Τι σημαίνει η έκδοση ενός βιβλίου σας;

–       Σταθμός ζωής. Πάντα εκεί κρύβεται ένα κομμάτι ζωής.

–       Γιατί εκδίδετε βιβλία;

–       Για να επικοινωνήσω με άλλους ανθρώπους. Γιατί πιστεύω ότι αυτά που γράφω, όσο κι αν ακούγεται εγωιστικό, ενδιαφέρουν έστω πενήντα – εκατό άτομα. Δεν είναι και λίγο να πιστεύεις ότι ενδιαφέρεις έστω πενήντα ανθρώπους.

–       Ποιοι σημάδεψαν τη ζωή σας;

–       Από την οικογένεια, ο πατέρας και ο αδερφός μου. Πρόσωπα αξεπέραστα για μένα. Ιδίως για την βαθύτατη ευαισθησία τους. Τους χρωστώ τα πάντα.

–       Από ποιητές;

–       Από αυτούς που με αγκάλιασαν με πατρική στοργή και με βοήθησαν να γίνω καλύτερος άνθρωπος, θέλω να σταθώ στον Δημήτρη Παπαδίτσα. Αλλά κυρίως, στον ανυπέρβλητο άνθρωπο και ποιητή, Τάσο Λειβαδίτη. Ο Τάσος είχε αυτό που δεν μπορώ να πιστέψω. Ότι άνθρωποι με βήμα αλαφρύ σαν του πουλιού, μπορεί να φεύγουν από τη ζωή. Τον φαντάζομαι σαν σύννεφο που πορεύεται και λαμπραίνει τον κόσμο μας.

–       Σταθμοί ζωής;

–       Ότι γεννήθηκα σε ένα μέρος, όπου το φως του ουρανού και η θάλασσα που το περιέβαλλε είναι από τα πιο σπάνια πράγματα που έχω δει σε αυτόν τον κόσμο και έχουν καθορίσει την ιδιοσυγκρασία μου.

–       Μιλάτε για σταθμό ζωής περιγράφοντας εικόνα…

–       Λατρεύω τις εικόνες. Μακάρι να μπορούσαμε να μιλούμε με εικόνες χωρίς να χρειαζόμαστε λόγια. Είναι η ποίηση που διαχέεται στον αέρα. Σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν χάνεται, φτάνει να έχουμε μάτια να το δούμε.

–       Σταθμός άλλος;

–       Όταν ήρθαμε στην Αθήνα στα δεκατέσσερα μου. Στην αρχή έκλαιγα και χάιδευα τους τοίχους του σπιτιού πριν φύγουμε από την πατρίδα μου. Αλλά όταν ήρθαμε εδώ, μαγεύτηκα. Δεν ξέρω τι με ώθησε μυστικά από την πρώτη βδομάδα, να θέλω να ανακαλύψω τι γινότανε σε αυτήν την πόλη.

–       Να λοιπόν γιατί η Αθήνα είναι η πηγή σας, στο τελευταίο βιβλίο.

–       Η Αθήνα είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Μου πρόσφερε πολλά. Έχει υπόγειες δυνάμεις που μπορούν να μας διακινούν με τον καλύτερο και πιο δυνατό τρόπο. Άμα προσέξει κανείς, κάτι ίπταται, κάτι έχει στο αίμα της αυτή η πόλη. Υπάρχει όμως λίγο και η πατρίδα μου. Αυτή που έχω κρατήσει μέσα μου, όχι η τωρινή. Αν δω την πατρίδα μου σαν ερωμένη, είναι μια ερωμένη που πορεύτηκε ερήμην μου κι εγώ ερήμην της, αφού απουσίασα για δεκαετίες.  Αυτό το χάσμα προσπαθώ κάθε φορά να το γεφυρώσω.

–       Η φοβερή πατρίδα όπως τη χαρακτηρίζετε.

–        Ναι. Έχω κάνει κι ένα ποίημα όπου γράφω «Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης». Είναι χάσμα αγεφύρωτο αυτό.

–       Γυμνάσιο;

–       Ευτύχησα να γραφτώ στο Δεύτερο Γυμνάσιο στην οδό Χέυδεν και Αχαρνών που μου έδωσε ώθηση μεγάλη. Ήταν διαφορετικό ό,τι συνέβαινε σε αυτό το σχολείο, όχι μόνο από τους δασκάλους, αλλά και από τους μαθητές. Ίσως να ευθύνεται και η Βικτόρια που ήταν άτακτη πλατεία.

–       Φοιτητής;

–       Δεν θα ξεχάσω την επαφή μου με το φοιτητικό κίνημα της εποχής. Επί δικτατορίας. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, αποκόμισα πολύ ωραία πράγματα. Ότι έγινε τότε, είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου και με καθορίζει μέχρι και τώρα.

–       Πρέπει να ταυτίζεται η ζωή με το έργο του δημιουργού;

–       Δεν συμβαίνει πάντα. Αλλά για τους ποιητές, πιστεύω ότι πρέπει να ταυτίζεται.  Δεν χωρούν το ψέμα και η υποκρισία στη ζωή ενός ποιητή. Είναι ανεπίτρεπτα αυτά όταν υπηρετείς αξίες ζωής.

–       Λύπη;

–       Όταν έχασα πρώτα τη μητέρα και στη συνέχεια τον πατέρα μου.

–       Δεν είχατε συμφιλιωθεί με τη σκέψη της απώλειας;

–       Η λογική δεν είναι συντρόφισσα που την έχουμε όταν τη χρειαζόμαστε. Δυστυχώς, συχνά την έχουμε όταν δεν τη χρειαζόμαστε.

–       Η λογική μπορεί να τιθασεύσει το συναίσθημα;

–       Όταν τείνει να παρεκτραπεί το συναίσθημα ή να γίνει επικίνδυνο, μπορεί και πρέπει να παρεμβαίνει η λογική. Για να μην  αυτοκαταστραφούμε. Είναι εξυπνάδα να βάζεις τη λογική να παρεμβαίνει.

–       Υπέρτατη απόλαυση;

–       Πολλές στιγμές την έχω ζήσει. Από μια συναυλία, μέχρι ένα ποτήρι νερό τον Ιούλιο, σε ώρα μεγάλης δίψας.

–       Συναρτάτε την αξία των πραγμάτων με τις συνθήκες;

–       Ναι. Όχι πως δεν θέλω νερό και τον Ιανουάριο. Άλλωστε δεν είπα τυχαία τον Ιούλιο, διότι είναι ο γενέθλιος μήνας μου και έχει επενεργήσει μέσα μου μαγικά.

–       Δηλαδή;

–       Είναι ένας μήνας του οποίου το φως, φέρνει τα πάντα κοντά μας. Κοντά, όσο και μακριά. Σκληρό, φοβερό φως. Μηδέ εξαιρουμένων των νεκρών. Τους νιώθω δίπλα μου με αυτό το φως. Ίσως φταίει ο τόπος που γεννήθηκα, εκεί όπου λειτουργούσα με αυτό το ανελέητο φως του Ιουλίου. Δίπλα στη θάλασσα και τις χαμηλές λευκές μάντρες των σπιτιών.

–       Είπατε νεκρούς…

–       Τους έχω πάντα στο μυαλό και την καρδιά, σαν να είναι ζωντανοί. Τους κρατώ κι επανέρχομαι πάντα. Η αγάπη που έχουμε για κάποιους ανθρώπους, είναι συνάρτηση των πράξεων τους. Δεν αγαπάμε κάποιον τυχαία, ούτε γιατί έφυγε. Αλλά γιατί έκανε κάτι όσο ζούσε. Έρχεται στο μυαλό μας ό,τι κόμισε.

–       Όταν σας ανήγγειλαν ότι βραβευτήκατε…

–       Δεν μας αρέσει όταν δε δίνει κανείς σημασία σε αυτό που κάνουμε. Μια βράβευση φέρνει χαρά, ικανοποίηση. Αλλά ο ποιητής πρέπει αμέσως μετά να γυρίσει στα χαρτιά του, εκεί που έχει τάξει την ουσιαστική πλευρά της ζωής του.

–       Έχει λόγο ύπαρξης ο ποιητής;

–       Βέβαια. Ομορφαίνει τη ζωή μας.

–       Μήπως τη δυσκολεύει με τις αλήθειες που φέρει;

–       Η δυσκολία φέρνει την ομορφιά. Πιο γλυκά είναι αυτά που φαίνονται στην αρχή πικρά…

–       Τι θα λέγατε σε ένα νέο ποιητή;

–       Να διαβάζει συνέχεια. Με αυταπάρνηση. Να ζει και να αισθάνεται γλυκά και τρυφερά, απέναντι σε όλους αυτούς που θήτευσαν πριν από αυτόν στο χώρο της Ποίησης. Όλοι έκαναν κάτι σημαντικότερο από μας και μας το έδωσαν για να πορευτούμε.

–       Σας ενοχλεί όταν ρωτούν αν γράφετε;

–       Βαθύτατα. Όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο δύσκολα έρχεται το ποίημα. Όχι γιατί μας εγκαταλείπει η έμπνευση, όπως ίσως θα βιαστεί να πει κάποιος. Αλλά γιατί όσο μεγαλώνουμε, περιμένουμε πολύ περισσότερα από το στίχο. Δεν γράφεις με ώρες γραφείου ή όταν θέλεις εσύ.

–       Το βίωμα, στίχος;

–       Είμαι βιωματικός ποιητής. Σχεδόν τίποτα δεν υπάρχει στα γραπτά μου που να μην είναι βίωμα.

–       Τι συμβαίνει τη στιγμή της γέννας ενός στίχου;

–       Εκκένωση ενέργειας. Ένα ηλεκτρικό φορτίο, που μαζεύεται, μαζεύεται και βγαίνει όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι συνειδητή λειτουργία, αλλά δε μπορείς να την απωθήσεις. Πρέπει να συμβιείς με αυτήν για να λυτρωθείς. Όταν σε συμπαρασύρει στη δίνη της και στα αιτήματα της δεν είσαι ήσυχος. Πρέπει να εκφραστεί για να ησυχάσεις. 

–       Πιστεύετε σε…

–       Στον άνθρωπο και στις ανθρώπινες αξίες. Στην έννοια του καλού, που πάντα υπερισχύει του κακού.

–       Ποιος είναι πλούσιος;

–       Εκείνος που μπορεί να ζει ουσιαστικά την κάθε μέρα του, με πάρα πολύ λίγα μέσα που υπάρχουν στον κόσμο και τη φύση, άντε και με ένα τάλιρο χαρτί…(γέλια)

–       Πολιτική;

–       Με τη στενότερη έννοια, έχουμε όλοι απογοητευτεί. Εγώ δεν παύω να είμαι στο βάθος μου, αγιάτρευτα και αμετακίνητα, άνθρωπος αριστερών πεποιθήσεων με την ευρύτερη έννοια του όρου, πέρα από τα στενά όρια των κομματικών σχηματισμών. Σε αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν χάνεται. Μετά από έναν κύκλο, ο άνθρωπος θα ζητήσει να ξαναβρεί τον άνθρωπο.  Αισθάνομαι υπόγεια ρεύματα που οδηγούν εκεί…

Info: «Ιστορικό Κέντρο» – εκδόσεις Καστανιώτη

«Ω ψυχή, πουλί που δεν ξέρει / και πετά σε μέρες που επιτρέπεται το κυνήγι».

«Γι αυτό και η αγάπη μένει μόνη άλλωστε, να λάμπει στους λιμενοβραχίονες και στα μετόχια: επειδή την ανακαλύπτουν οι άνθρωποι όταν πια δεν μπορούν, όταν πια δεν μπορούν να την προφτάσουν».

«και η Ποίηση ολόκληρη δεν είναι παρά ένας σωρός από άμμο, που τον ψάχνουνε τα αιώνια παιδιά και βρίσκουν μέσα του πολύτιμα πετράδια, ω φίλοι μου, τον ψάχνουνε και βρίσκουν».

«…πίσω από όλα τα πρόσωπα που αλλάξαμε στη ζωή, κρυβόταν πάντα η ίδια – θα ξέρει – η μοναξιά».

 

 

 

Όψεις… Γιώργος Μαρκόπουλος*

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

–       Πρώτος στίχος;

–       Στην πρώτη γυμνασίου. Ήταν ένα ποίημα συναισθηματικό και έμμετρο. Πριν το στίχο είχα γράψει διηγήματα επηρεασμένα από αυτά που διάβαζα στο σχολείο. Με ένα τελείως τυχαίο περιστατικό, μπήκα στην Ποίηση. Νομίζουμε βέβαια ότι συμβαίνουν τυχαία περιστατικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι μέσα μας γίνονται άλλες διεργασίες.

–       Πότε άρχισε η συνειδητή, συστηματική γραφή;

–       Όταν ήμουν στην τετάρτη του εξαταξίου Γυμνασίου. Τότε που ανακάλυψα την ποιητική ανθολογία του Περάνθη. Διαβάζοντας, βυθίστηκα σε έναν κόσμο μαγικό, από τον οποίο δεν θέλησα να βγω ούτε ένα λεπτό.

–       Όταν τα χειρόγραφα γίνονται βιβλίο;

–       Νιώθω πιο πολύ από κάθε άλλη φορά,  αμφιβολίες, ανησυχίες και τα αφήνω για μεγάλο διάστημα. Δεν τα ξανακοιτάω, από φόβο μήπως απογοητευτώ.

–       Έρωτας;

–       Είναι ένα συναίσθημα ακριβό στη ζωή μας. Θα ήθελα πάρα πολύ, παρά τα τραύματα, να το ξαναδοκίμαζα. Όμως ο κόσμος έχει τις ισορροπίες του. Σε μια ηλικία βιώνεις τη γλύκα της καταστροφής και σε μια άλλη, την ησυχία της γνώσης.

–       Φόβος;

–       Ο θάνατος. Τον φοβάμαι, αν και στις ελάχιστες ευτυχώς φορές που έχω κινδυνέψει να τον συναντήσω, στο κρυφτούλι μας κερδίζω εγώ. Αυτός ο φόβος νομίζω είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Είτε γράφεις ποιήματα, είτε είσαι έμπορος, όλα είναι ξόρκια του θανάτου.

–       Τι σας δίνει χαρά;

–       Να γράφω καλά ποιήματα και να αισθάνομαι ότι είμαι αποδεκτός για τις πράξεις και τις συμπεριφορές μου.

–       Ύψιστη αξία ζωής;

–       Το ψάξιμο ενός δρόμου που θα μας κάνει αληθινούς απέναντι στους άλλους και τους άλλους αληθινούς απέναντι μας. Με μια αλήθεια που δεν έχει σχέση με την κοινότοπη που λένε οι άνθρωποι. Μια αλήθεια που μας κάνει να πλησιάζουμε, όσο γίνεται πιο «γυμνοί», τους άλλους, με έναν τρόπο που να βοηθάει να διαλύουμε τα σκοτάδια, την κοινωνική, τη γενετήσια μοναξιά μας.

–       Μοναξιά. Σας φοβίζει;

–       Νομίζω ότι με τον καιρό την έχω χειραγωγήσει. Έφτασα στο σημείο να περνάω και καλά μαζί της όταν με συναναστρέφεται αυτή η κυρία. Είμαι μοναχικός και κοινωνικός. Έγραψα στα είκοσι δύο μου: «Μα εγώ έλεγα πάντα αστεία, γιατί ήξερα πόσο κλειστός ήμουν και φοβόμουν».


(*)Από το το «Κ» της Καθημερινής (2006). Πολύτιμη προσφορά του ποιητή Γιώργου Δουατζή στο αφιέρωμα.  Τον ευχαριστούμε θερμά. Το υλικό αυτό δεν είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο.


 

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος διαβάζει το ποίημά του : «Η μπάντα»

Γιώργος Μαρκόπουλος – συνέντευξη Δαυίδ Ναχμίας  (1/6)


Λίζα Διονυσιάδου : Στον δρόμο του νερού

Η   Λ ί ζ α   Δ ι ο ν υ σ ι ά δ ο υ   γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα.  Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Μόσχα. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικά βιβλία της, τα  Εν λευκώ  και  Προς τα έξω (Οδός Πανός, 2001) και τρία πεζά: Ο Καθρέφτης,  Το τι του Τίποτα (Ροές, 2003, 2009),  Από μια σταγόνα γάλα (Publibook, 2011).

 

 

 Φωτογραφία: John Harrison

 

Στον δρόμο του νερού

Στον δρόμο του νερού,
φυτρώνουν πικροδάφνες
και καλαμιές λικνίζονται στον άνεμο.
ο δρόμος του νερού
είναι μονόδρομος.
κυλάει το νερό
—διασχίζοντας,
αδιαφορώντας,
παρασύροντας—
και, αμερόληπτα,
το πεπρωμένο του εκπληρώνει.

(Από την συλλογή Εν λευκώ, Οδός Πανός 2001) 


 

 

Φωτογραφία: Σπύρος Ηλιόπουλος


Η σκιά του σύννεφου

Βουνοπλαγιές,
στη σκιά του σύννεφου.
Από κάτω, η χώρα,
η χαϊδεμένη του ήλιου.

Είναι φευγαλέα η σκιά
στη χώρα του ήλιου,
—παρηγοριέμαι—,
σμάρι πουλιών,
περνούν τα σύννεφα,
λίγο κρατάει η μιζέρια.

Τα όνειρα μες το κεφάλι μου,
πιο γρήγορα απ’ τα σύννεφα
ταξιδεύουν.
Μάταια παλεύουν να απαγκιάσουν
στην συννεφένια σκιά.

Φυσάει ο φθινοπωριάτικος άνεμος,
όνειρα περιπλανώμενα.
πάνω από ξεραμένα χώματα,
αλλάζουν τα χρώματα του ονείρου.

Ήρθαν κι αυτή τη χρονιά οι κυνηγοί.
Ακόμα κι όταν τρέχουν τα βάσανα,
εκείνοι ελαύνουν
στις απαγορευμένες ζώνες.

«Απαγορεύεται το κυνήγι»,
αναγράφεται στις πινακίδες,
μα σε κείνο τον τόπο,
ανάγνωση έμαθαν μόνο τα ορτύκια
και οι πέρδικες.

Πού είναι αυτό το νησί;
Θέλω να στολίσω τα σπίτια του
με πέτρινα χαϊκού.

Τα σπίτια απλώνονται,
άσπρη, άμορφη λάβα,
κόμποι,
δεμένοι σε ηλίθια διατάγματα.

Πετάει η σκιά του σύννεφου
στις βουνοπλαγιές,
ανήμπορη να φέρει τη γαλήνη.
Όσο και να ταλαντεύεται
δεν αφήνει τα ίχνη της,
σαν το νερό γλιστράει
μέσα απ’ τα  χέρια μου.

(Ανέκδοτο ποίημα)


Λ  ί  ζ  α   Δ  ι  ο  ν  υ  σ  ι  ά  δ  ο  υ

 

 

 

Ο δρόμος του νερού


Νανά Τοκατλή: «…να ‘ναι όσο γίνεται μικρή η προδοσία»


Η   Ν α ν ά    Τ ο κ α τ λ ή  γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τελείωσε με υποτροφία το Γυμνάσιο στις ΗΠΑ.  Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στο εργαστήριο του Γ. Μαυροϊδη και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη. Έλαβε διετή υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας. Έχει στο ενεργητικό της 17 ατομικές εκθέσεις  και συμμετοχή σε πολλές ομαδικές. Έργα της φιλοξενούνται, εξάλλου, στη συλλογή της Σερβικής Ραδιοτηλεόρασης στο Βελιγράδι, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στο Μουσείο Βορρέ, στη συλλογή Ζ. Πορταλάκη και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία και στην Αυστρία.

Η  Ν. Τ. έχει εκδώσει: To the counterpoint (ποιήματα στην αγγλική γλώσσα), Πορεία, Αθήνα 2003, Άγγελοι και άλλες μικρές ιστορίες, Καλλιέπεια, Αθήνα 2008, Η Κυκλική Συμφωνία: Ποιήματα, Αθήνα 2011. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, το  π τ ε ρ ό ε νπου έδωσε εξ’ αρχής έμφαση στη σχέση μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής, φιλοξενεί, για δεύτερη φορά, ποιήματα της  Ν. Τ.

Σ. Η.

 

 

 

Ζωγραφική: Νανά Τοκατλή

 Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζονται ακουαρέλες της  Ν. Τ. στο Μουσείο της Αλοννήσου

 http://www.alonissosmuseum.com/pages/NanaTokatli.html

 

 


   βράχος

έκρηξις

ήλιοι

 

 

 

από τα «τρία ερωτικά»

1

 Απλωμένο ήταν
το βελούδο
δίπλα στο ατλάζι,
στη διάθεσή μου ήταν
και τα δύο εκεί,
την απόφασή μου περιμένοντας.
Με μια χειρονομία μου
το ατλάζι απομακρύνεται—
έμεινε το βελούδο.
Οι δυο μας τώρα,
εσύ κι εγώ,
μόνοι επιτέλους.
Τώρα μπορούσα να τολμήσω.
Χαϊδεύοντας το βελούδο απαλά,
μπορούσα, άλλη μια φορά,
να έχω, με θαυμαστή ακρίβεια,
τη θύμηση του αγγίγματός σου.

3

Καλά θα είναι απόψε∙
ένα έργο που δεν έχω δει
στην τηλεόραση απόψε.
Ούτε σκέψεις
ούτε τύψεις συνειδήσεως,
μονάχα θα συγκεντρωθώ,
θα νιώσω όπως παλιά.
Μα τώρα τίθεται το ζήτημα
περί της καταστάσεως των πραγμάτων
(αυτό είναι κάτι που θα συζητούσαμε)
κι ύστερα έρχεται η κριτική:
πώς μας μεταχειρίζονται τα «μέσα»
(δεν θα είχαμε πολλά να πούμε και γι’ αυτό;)
Κι έπειτα διαφωνούν—
έχουν κι οι δυο το δίκιο τους, αναμφιβόλως
(μα εμείς θα συνεχίζαμε με τον προσωπικό, τον ήπιο τόνο μας).
Κι έπειτα φιλιούνται.
Διάβολε! — Πόσο μου λείπεις!

(Περιοδικό Δυτικές Ινδίες: Ταξιδεύοντας δια του λόγου… (Ιανουάριος 2001), τεύχ. 3, σελ. 20-21. Απόδοση από το αγγλικό πρωτότυπο: Σπύρος Ηλιόπουλος)

χρόνια  αγαθά

μέθυσέ με
αγράμπελη,
αγιόκλημα,
ρολόι με
στήμονες για δείκτες.
βυθίζομαι σ’ αρώματα
τα βλέφαρα βαραίνουν
έρχονται εικόνες
χρόνια αγαθά
που τα συντρόφευε
της άγνοιας η αγνότης.
για κείνον τον εαυτό
τώρα γίνεται πάλη
να ‘ναι όσο γίνεται
μικρή η προδοσία.

 

 

μικρό  τρελό  πουλί

μικρό τρελό πουλί
κάθετα ανάμεσα στα φύλλα πετάγεσαι
κάνεις στροφή και με πορεία τόξου
στην πρασινάδα χάνεσαι.
ξανά σε βλέπω ίσια πάνω να πετάς
και ξάφνου ημικυκλική βουτιά να κάνεις
στηθάκι κίτρινο, κοιλίτσα γκρι
λίγα γραμμάρια στον αέρα.
χαρούμενο πουλί
μου δείχνεις
πως χωρίς τρέλα
ρηχή είν’ η ζωή.

 

 

το  συννεφάκι

πώς ξέμεινες συννεφάκι
και μοναχό σου αιωρείσαι
ανάμεσα στου πέλαγου
και τ’ ουρανού το μπλέ;
σχήμα φορτηγού πλοίου έχεις
σε ρότα απροσδιόριστη
βέβαιου χαμού.

(Από τη συλλογή Η κυκλική συμφωνία, σελ.33, 56, 57 )

 

η   κίνηση

δάκτυλα δράχτια
μέσα στα
πλούσια μαλλιά

κίνηση
φιλαρέσκειας,
ανασφάλειας και
ματαιοδοξίας

κίνηση τόσο κοινή,
ανάρμοστη
σε ένα τόσο
αρμονικό,
ευγενικό
προφίλ.

(ανέκδοτο ποίημα)

 

τέλος εποχής

Παραθυρόφυλλα
σφραγισμένα,
δωμάτια πλυμένα
με χλωρίνη καθαρά,
κλεισμένα για τον χειμώνα.
Τέλος εποχής.
Οι άνθρωποι εδώ
λίγο θα ξεκουραστούν,
θα θυμηθούν το χώμα,
τα κτήματα
τα παραμελημένα,
αφρόντιστα για μήνες.
Θ΄ αρχίσει ο κόπος
της ελιάς, του τόνου,
τ’ αμυγδάλου.
Μαζί με το θέρος
ανεχώρησε κι η βεβαιότης.
Τέλος εποχής.

(ανέκδοτο ποίημα)

 

Ν   α   ν   ά     Τ   ο   κ   α   τ   λ   ή