Just another WordPress.com site

Ανδρέας Τσιάκος : «Δεν θα μπορώ να σας χειροκροτήσω»

 

 

Ο  Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ. 



 


 

 

Π  Ε  Ι  Ρ  Α  Μ  Α     2ο

Τα δύο χέρια μου θαρρώ
δεν μπορώ να τα κινήσω
θέλω κάποιον να βρω
να του τα πουλήσω.
Να πάρω δύο μάτια
να βλέπω κι από πίσω.

Μα ύστερα δεν θα μπορώ
να σας χειροκροτήσω.


Π  Ρ  Ο  Σ  Ε  Υ  Χ  Η

Δεν ξέρω,
Αλλά,
απ’ τα γεννοφάσκια μου οι γονείς μου
Πρέπει να προσευχήθηκαν στον Θεό για μένα.

Να μην τρέχω στις καταλήψεις, να μην κάνω κοπάνες, να μην πηγαίνω στα ηλεκτρονικά, στις αίθουσες του κινηματογράφου να μην γράφω συνθήματα, να γυρίζω στο σπίτι νωρίς,  να μην λαμβάνω μέρος στις διαδηλώσεις κατά του πολέμου, της ανεργίας, της φτώχειας, να μην φοράω μπλου-τζην ξεθωριασμένα, να μην πηγαίνω στις καφετέριες, να είμαι σοβαρός, να διαβάζω τα βράδια, να μην ακούω μουσική ροκ εν ρολλ, να είμαι πάντα χτενισμένος, να λέω καλημέρα στους γείτονες, να λέω καλησπέρα στους γείτονες, να λέω καληνύχτα στους γείτονες, να μην βρίζω την κοινωνία, να μην βγαίνω έξω όταν κάνει κρύο, να μην γράφω ποιήματα, να τελειώσω τα αγγλικά, να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο…

Πολλές φορές κάθομαι κι αναρωτιέμαι
αν ο Θεός τα άκουσε όλα αυτά!


Π  Ε  Ι  Ρ  Α  Μ  Α    3ο

Σε άγονα χωράφια καλλιεργώ
τα ραδιενεργά αισθήματά μου.
Κι όπως η γη τρέμει τον γεωργό
Τρέμω τα ποιήματά μου.


Φ  Θ  Ι  Ν  Ο  Π  Ω  Ρ  Ο

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ τη μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κοστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη
πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,… να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…, μονολογούσε,
να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με τη σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι
–την Κυριακή του Πάσχα—
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…», φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες.


Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είσαι πάντα αυτό που συναντώ
Πάνω και μέσα και έξω.
Είσαι αυτά που συναντώ.

Περιβολάκι δίχως σύρματα που κλέβω μανταρίνια
δυο-δυο.
Το πανέρι που τ’ ακουμπώ.
Πεζόδρομος που οι καφετέριες γιομίζουν παιδιά.
Φώτα βιτρίνας που ανάβουν μόνο σαν κοντοσταθώ.
Ο δρόμος ο ατελείωτος που όλο να τελειώσω
προσπαθώ στα πεζοδρόμια κι όλο κύκλους κάνω.
Το φεγγάρι που κοιτώ είσαι κι ας με λένε φαντασμένο
πως ποτέ  δεν σε είδαν εκεί —μου λένε—το πρόσωπό
σου κάθε δείλι βλέπω.
Το ρολόι σε καφενείο μικρό που όλο το κοιτούν οι εργάτες
—κι όλο κοντοστέκονται— πριν πιάσουν δουλειά
κι όλο κοντοστέκονται και κοιτούν την ώρα.
Πέννα σε χέρια χωρικού είσαι που δεν ξέρει τι να την
κάνει ο αφελής και την έχει εκεί
για να την βλέπει ο γείτονας
—δώρο απ’ το γιο του που σπουδάζει στην πόλη.
Η κρυψώνα που ποτέ η μάνα μας δεν ανακάλυψε και
κρύβομαι εκεί ανασαίνοντας σιγά σιγά να μη μ’ ακούσουν.
Μουσική πρωινής Κυριακής που, ύστερα από μια
βδομάδα δουλειάς, κάθομαι και ακούω παρατηρώντας
τους στίχους και την καινούργια αίσθηση που μου
προκαλεί προσπαθώ να εξηγήσω στους φίλους και
αυτοί δεν καταλαβαίνουν πως την ακούω για να
γεμίζει το μυαλό μου μέχρι να σε δω το βράδυ.
Προσευχή στα χείλη στρατιώτη που την αγγαρεία
τελείωσε και ξαπλώνει ο δυστυχής να ξεκουραστεί και
πριν κοιμηθεί αποστηθίζει να μη σε ξεχάσει και
αναφερόμενος βγει στον λόχο.
Ο χρόνος που πέρασε σε ζευγάρι παντρεμένο χρόνια
κι αυτό μοιάζει σαν αδέλφια δίδυμα στο πέρασμά σου.
Πουλί που να το φτάσω δεν μπορώ και το κοιτώ
ελεύθερο να πετά στου ουρανού τα χάη να πετά
και στα σύρματα της πόλης το βλέπω να κελαηδά
καταμεσήμερο και μου γλυκαίνει τον ύπνο καθώς εγώ
ονειρεύομαι το αδειανό κλουβί που ετοίμαζα να μπει,
ονειρεύομαι.
Το δέντρο που τη σκιά χαίρομαι καλοκαιριάτικα.
Η χαρά που δίνει στον ψαρά η θάλασσα κι ο φόβος
της γυναίκας του.
Που να γυρίσει προσμένει στην πόρτα γυρτά
ακουμπισμένη ελαφριά και περιμένει να τον δει.

Είσαι πάντα αυτό που συναντώ.
Πάνω και μέσα και έξω.
Είσαι αυτά που συναντώ.

Από τη συλλογή Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

Π  Ρ  Ω  Ι  Μ  Η     Κ  Α  Λ  Ο  Κ  Α  Ι  Ρ  Ι  Ν  Η    Θ  Ο  Λ  Ο  Υ  Ρ  Α

Εισήλθα επειγόντως
σήμερα το μεσημέρι
στο νοσοκομείο
με αφόρητους πόνους στην κοιλιά.
—Πρώιμη καλοκαιρινή θολούρα—
“Μήπως εγκυμονώ; ” ψιθύρισα ειρωνικά
για να μετριάσω τον πόνο μου.
Με πήγαν στο θάλαμο 31.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και καθώς περίμενα τον γιατρό
είδα κάτι παλιούς συμμαθητές.
Πιάσαμε την συζήτηση για λίγο,
κι ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι ήταν παντρεμένοι
και μάλιστα με παιδιά.
Τελικά μόνο για το ποδόσφαιρο
κατάφερα να μιλήσω μαζί τους
κι αυτό για τον λόγο ότι
δεν ξέρω από ποδόσφαιρο.
Όταν όμως η συζήτηση πήρε προαγωγή
και κατευθύνθηκε
στα οικογενειακά ζητήματα,
ένιωσα τον πόνο μου να εξαφανίζεται.
Φόρεσα γρήγορα τα παπούτσια μου
—μάζεψα το βιβλίο με τις συνταγές
για μια καλύτερη ζωή—
και τους παράτησα εκεί.
Ήμουν σίγουρος καθώς έκλεινα την πόρτα
πως δεν κατάλαβαν την απουσία μου.
Καθώς κατέβαινα και τις τελευταίες σκάλες
άρχισα να γελάω τόσο δυνατά
που παραλίγο οι μηχανές οξυγόνου
να χάσουν την δουλειά τους,
τα ψυχοφάρμακα να μετατραπούν σε τριαντάφυλλα,
κι οι νοσοκόμες να πετάξουν τ’ άσπρα
και να φορέσουν κόκκινα φανταχτερά καπέλα.

Τι γέλιο θα κάνουν μαζί μας οι επόμενες γενιές
και σε πόσα ανέκδοτα τους
οι χαρακτήρες θα ’μαστε εμείς
είχα σκεφτεί πρ’ όλιγου.

—Πάνω από τον τρίτο όροφο
κάποιος πέταξε απ’ το παράθυρο
μια φωτογραφία σου
και τα κλειδιά της ζωής μου.-

(ανέκδοτο ποίημα)

Α ν δ ρ έ α ς   Τ σ ι ά κ ο ς


 

Απαγγέλλει η Ντόριαν Μαρνέρη


10 responses

  1. Βασιλίδης

    Τον είχα πει ροκ Λειβαδίτη αν θυμάστε.Περισσότερο ροκ και λιγότερο Λειβαδίτης στην πρώτη του συλλογή.Και πάλι ωραίος.
    Γεια σας!

    Οκτωβρίου 5, 2011 στο 2:21 μμ

  2. Αδριανος

    Μη έχοντας βρει ακόμα κάποιον να πουλήσω τα χερια μου ,σε χειροκροτώ Ανδρέα!

    Οκτωβρίου 5, 2011 στο 3:54 μμ

  3. ΑΝΔΡΕΑΣ Τ

    Βασιλίδη
    πάλι πρώτος ήρθες! Ευχαριστώ για το σχόλιο

    Αδριανέ
    τι να πω…

    Οκτωβρίου 5, 2011 στο 6:50 μμ

  4. ΘΑΛΛΏ

    φθινοπωρο
    συγκλονιστικο ποιημα, κολλαει στη μνημη και στην ψυχη

    Οκτωβρίου 5, 2011 στο 8:10 μμ

  5. axel

    Το διαβρωτικό χιούμορ πλάι στην τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης. Εύγε στον ποιητή.

    Οκτωβρίου 6, 2011 στο 6:08 πμ

  6. ΑΝΔΡΕΑΣ Τ

    Kαλησπέρα ΘΑΛΛΏ και axel
    ευχαριστώ πολύ για την αναγνωση.

    Οκτωβρίου 6, 2011 στο 8:49 μμ

  7. nadja

    Ανδρέα Τσιάκο, η ποίησή σου μου δημιουργεί οικειότητα γιαυτό πήρα το θάρρος να σου γράψω. Νομίζω ότι από την πρώτη συλλογή σου τα καλύτερα ποιήματα είναι αυτά που φανεωνουν περισσότερο τις ικανότητές σου τα 2 πειράματα και το Φθινόπωρο. Δεν υποτιμώ τα άλλα όμως αυτή η γραφή σου πάει περισσότερο. Συμφωνώ με σχόλιο πιο πάνω, φθινοπωρο
    συγκλονιστικο.
    Μια γνώμη εκφράζω δεν είμαι ούτε ποιήτρια ούτε ειδική .

    Οκτωβρίου 7, 2011 στο 7:03 μμ

  8. nadja

    Υγ. Στη δεύτερη συλλογή έχεις βρει το δρόμο σου. Κάθε επιτυχία σου εύχομαι, κάθε επιτυχία αξίζεις.

    Οκτωβρίου 7, 2011 στο 8:23 μμ

  9. ΑΝΔΡΕΑΣ Τ

    Γειά σου nadja,
    ποιός μπορεί να πεί με σιγουριά οτι είναι ποιητής;
    Σ’ ευχαριστώ για την επικοινωνία

    Οκτωβρίου 8, 2011 στο 11:15 πμ

  10. Ευχαριστώ τον Ανδρέα Τ. που με αντικατέστησε αυτές τις μέρες. Όπως ο Αδριανός πιο πάνω, χειροκροτώ. Δεν υπάρχει ακόμα ζήτηση για χέρια, κυρίως ο χρυσός και τα κοσμήματα τους ενδιαφέρουν. Πάντως ένα ζευγάρι μάτια στην πλάτη είναι εκ των ων ουκ άνευ.

    Σ. Η.

    Οκτωβρίου 8, 2011 στο 10:28 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s