Just another WordPress.com site

Αφιέρωμα στον Γιώργο Μαρκόπουλο


Επιμέλεια: Ανδρέας Τσιάκος – Σπύρος Ηλιόπουλος

«Η ποιητική διάθεση είναι καθημερινή υπόθεση του κάθε ανθρώπου» (Γ. Μαρκόπουλος)

 Η ανάρτηση αφιερώνεται στην αγαπημένη φίλη Θ., που  αν και  πιστεύει ότι δεν έχει «τις απαιτούμενες γνώσεις»  για να καταλάβει την ποίηση, όταν διαβάσει τον Γιώργο Μαρκόπουλο θα αναγνωρίσει, είμαι σίγουρος, όσα βαθιά μέσα της πάντα γνώριζε, και ίσως δακρύσει, απελευθερώνοντας  μια λύπη πολύ λεπτή και πολύ  ωραία.  –Σ. Η.

ΦΩΤΟ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΣ

                                

Β ι ο γ ρ α φ ι κ ό – Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965  ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1996 τιμήθηκε με το Βραβείο Καβάφη  στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και το 1999 με το Κρατικό  Βραβείο  Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι, η οποία εν συνεχεία  ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο του 2000. Είναι μέλος τηςΕταιρείας Συγγραφέων από το 1982.

 


Π ο ι η τ ι κ ά   έ ρ γ α

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα [χ.ε.], 1968

Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Αθήνα,  Κούρος, 1973

Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα, Κέδρος,  1976

Οι πυροτεχνουργοί,  Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1979 /  Θεσσαλονίκη, Μικρή Εγνατία, 1980/ Αθήνα, Εστία, 1982

Ποιήματα 1968-1976, Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1980

Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα, Υάκινθος, 1987

Ποιήματα 1968-1987 , Αθήνα, Νεφέλη, 1992, 2000

Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα, Νέο επίπεδο / χειροκίνητο, 1994
(με τρεις έγχρωμες αριθμημένες ξυλογραφίες  του Γιάννη Στεφανάκι)

Μη σκεπάζεις το ποτάμι,  Κέδρος, 1998, 1999, 2000

Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 2010, β΄ έκδοση

Π ε ζ ά

Ιστορικό κέντρο, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, 2006

Δ ο κ ί μ ι α

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α’, Αθήνα,  Ρόπτρον, 1991

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β’, Αθήνα,  Νεφέλη, 1994

Εντός και εκτός έδρας (το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση), Αθήνα, Καστανιώτης, 2006

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, Αθήνα,  Εκάτη, 2009

Ά λ λ α

Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση, Αθήνα,  Γαβριηλίδης, 1999

Ποιήματα που αγαπήσαμε (μαζί με τον Κώστα Νικολάκη), Αθήνα, Εκάτη, 2009



 

 

 

Από τη συλλογή :

Οι πυροτεχνουργοί

Ο  Ξ έ ν ο ς

Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.

 

Από τη συλλογή :

Η ιστορία  του  ξένου  και  της  λυπημένης

Γ υ ν α ί κ α  μ ε τ α ι χ μ ι α κ ή ς  η λ ι κ ί α ς

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
Που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους
την ερημιά του μάστορα.

 

Από τη συλλογή:

Η θλίψις του προαστίου

Κ α θ ώ ς  θ α  φ ε ύ γ ε ι ς

Καθώς θα φεύγεις,
παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
Κάνοντας μια κίνηση αόριστη
όπως όλοι άλλωστε που φεύγουνε για πάντα,
η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
—ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης—
ή  σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα.

 

Από τη συλλογή :

Μη σκεπάζεις το ποτάμι

Γ ε ν έ τ ε ι ρ α  ε ν  ε ο ρ τ ή

Σπίτια μοντέρνα ολόλευκα σπίτια μεγάλα ωραία
πλην όμως στις εξώπορτες
άλλων γυμνά τα λάστιχα άλλων χωρίς τιμόνια
με τις κουκούλες τους στραβές το υνί τους σκουριασμένο
με τα φουγάρα ερείπια τις ρόδες βουλιαγμένες
μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτε του δυόσμου
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα των παιδικών μας χρόνων
—μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου—
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα στην ερημιά του κόσμου.

Δ ι α β ά σ ε ι ς  Π ε ζ ώ ν

12. Επιστροφή

Απ’ το πρωί σήμερα σκέπτομαι τον ύπνο
και η λαίλαπα σηκώνει στους σταυρούς την ομίχλη.

Γυρνώ στους δρόμους μονάχος
και στη λιτανεία αναγνώρισα στο σκήνωμα του αγίου
τη μισή καρδιά του χαμένου πατέρα μου.

Χλομές αγάπες στο παγκάκι επενδύουν μυστικά σε ανάμνηση
για τότε που θα χωρίσουν.

Στην εξοχή στάθηκα
και την παλαιά εκείνη προσευχή μου θυμήθηκα:

«Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία
όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε,
του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος,
του εφήβου την ακαταστασία
της δίγνωμης καρδιάς, μεγαλώνοντας,
ή της χελώνας το ακίνητο το κοίταγμα,
βλέποντας κρυφά μες στα κλαριά
κορμί όπου δεν έπρεπε να δεις, που σε διακόπτει.

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα
το μόνο που θυμάμαι από τότε, Κύριε, δάκρυα, δάκρυα
και τις γιορτές υπήρξα γυάλινος
και η μοναξιά μου εκτεθειμένη, στους άξεστους εκτεθειμένη.

Ω, θυμάσαι όταν για πρώτη
ερχόμουνα κοντά σου φορά, Κύριε,
ζέστη, παντού, βιβλική ζέστη, η πεδιάδα να καίει
και το ποτάμι που εκτινάσσονταν άηχο
ωσάν το θερμόμετρο μέσα στον ήλιο;»

Γύρισα στο πατρικό μου σπίτι.

Έσυρα τον αντίχειρα στην πλάτη του φτωχού σκυλιού
Και του μετέφερα λύπη.


Από τη συλλογή :

Κρυφός Κυνηγός                 

Μ ε τ ά  τ ω ν  α γ ί ω ν

(Επιλογή)    

—- Το παιδί που σου αναγγέλλει τη ζημιά τραγουδώντας, για να απαλύνει έτσι το μέγεθος και τη σημασία της.

—- Το κορίτσι που κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως αργοπορημένο από τον εραστή του, τους έβρισκε όλους να κοιμούνται στο σπίτι, επίτηδες, για να επιτείνουν τις ενοχές του.

—- Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

—- Το διανοητικά άρρωστο παλικάρι με το «κορνιζαρισμένο» χαμόγελο, εγκαταλειμμένο στη μέση της πλατείας, στο αναπηρικό καροτσάκι του, καθότι όλοι έφυγαν διαμιάς, γιατί έγινε σεισμός.

—- Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν το νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

—- Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επενεκταφής θαμμένων του κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι  που να μην μπορείς πια να διακρίνεις ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

—- Οι δύο εκείνοι νεαροί — άντρας και γυναίκα — έχοντας μόλις βγει απ’ το ψυχιατρείο — όπου και γνωρίστηκαν — καθισμένοι στις καρέκλες του ζαχαροπλαστείου ενώ πίνουν χάπια με γάλα και λέγοντας μεγαλόφωνα αηδίες τρισευτυχισμένοι γελούν και πάλι γελούν.

—- Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα του που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.

—- Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους.

—- Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.

—- Ο γιος τού πριν από τρείς μέρες πεθαμένου πατέρα, αν και διαλυμένος σχεδόν απ’ το πένθος, νερό να ρίχνει με το λάστιχο στον μόλις ανεγερθέντα καινούργιο όροφο του σπιτιού τους, για να πήξει το τσιμέντο.

—- Παιδάκια που παίζουν στο δωμάτιό τους κλοτσώντας την μπάλα σιγά, πολύ σιγά, γιατί η μαμά τους τούς είπε πως οι δίπλα έχουνε πένθος.

—- Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετιστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν.

—- Τα κοριτσάκια εκείνα στη φωτογραφία του 1948, που τα μισά ήσαν με τα μαλλάκια τους κανονικά και τα άλλα μισά κουρεμένα  με την ψιλή, για να δηλώνεται έτσι ότι ήσαν ορφανά.

—- Ο πανύψηλος εκείνος άντρας με τα γένια, ντυμένος μαχητής τοτ ΕΛΑΣ κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, που αντί για όπλο κρατούσε στα χέρια του ένα καδρόνι πουλώντας λαχεία.

—- Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή από τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.

 Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς


 ~.~

 

Π ρ ο σ θ ή κ η : Τετάρτη , 19/10, 22:55΄

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος *

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

«Ο ποιητής είναι το χέρι που έχει οριστεί από μια άλλη δύναμη, για να παίρνουν τα πράγματα τη σωστή τους θέση μέσα στον κόσμο. Για μένα ήταν προορισμένο να υπηρετήσω την Ποίηση. Αυτή με λυτρώνει. Τώρα μάλιστα πολύ περισσότερο. Αφού η Ποίηση στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, είναι είδος προς εξαφάνιση».

Παρά τους δύσκολους καιρούς, ο Γιώργος Μαρκόπουλος εξακολουθεί, με μια γαλήνια επιμονή, να ιερουργεί στο βωμό της Ποίησης, δεκαετίες τώρα. Κι επιμένει, ότι «η ποιητική λειτουργία είναι συνυφασμένη με ήθος, που η Ποίηση το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη, διότι είναι πιο ερμητική και υπακούει λιγότερο στις σειρήνες».

–       Ξεκίνημα;

–       Άρχισα να γράφω πεζογραφία, την οποία εξακολουθώ να αγαπώ, να θαυμάζω και ενίοτε να γράφω. Αλλά μοιάζω με το παιδάκι που βάζει το πόδι του στο νερό του ποταμιού, το βρίσκει πολύ βαθύ και τραβιέται πίσω.

–       Βαθύ το ποτάμι με τον πεζό λόγο και όχι με την Ποίηση;

–       Είναι με όλες τις τέχνες βαθύ το ποτάμι, όταν ψάχνεις την ουσία, την αλήθεια.

–       Είπατε ότι λυτρώνει. Μόνο μέσα από οδύνη γεννιέται ένα ποίημα;

–       Χωρίς λύπη δεν υπάρχει δημιουργία. Πιστεύω ότι κάθε τέχνη και η Ποίηση, υπάρχει μέσα από μια δημιουργική οδύνη. Μια ανεξαγόραστη χαρά είναι, όταν είσαι σίγουρος ότι έχεις τελειώσει ένα ποίημα.

–       Καθορίζει τρόπο ζωής η Ποίηση;

–       Και τη συμπεριφορά μας. Διότι κομίζει ένα δικό της ήθος, το οποίο είναι ιδιαίτερο και χωρίς να φαίνεται, είναι μακριά από τις συμπεριφορές και τις κακές συνήθειες των πολλών.

–       Ο ποιητής;

–       Ένα άτομο από τη φύση του ηττημένο. Διότι, αν δεν ξεκινήσεις έχοντας συνειδητοποιήσει αυτή την ήττα απέναντι στη φθορά, στο χρόνο και στο θάνατο, δε νομίζω ότι μπορείς να βουτήξεις στα βαθιά.

–       Εμπιστεύεστε;

–       Τους εξόχως ευγενείς και ταυτοχρόνως ποιητικούς, είτε είναι καθηγητές Πανεπιστημίου, είτε βοσκοί.

–       Άλλαξε η ματιά σας;

–       Ναι. Η Ποίηση μας κάνει πολύ πιο τρυφερούς, με κατανόηση. Πιο καλούς ανθρώπους.

–       Η υστεροφημία;

–       Δεν πιστεύω ότι θα μείνει κάτι αφού φύγω. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν έμενε κάτι στις ανθολογίες, αλλά δεν πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ανάγκη τα δικά μου πράγματα. Είμαι όμως ευτυχισμένος που λυτρώνομαι σήμερα με αυτό που κάνω, που έχω, θέλω να πιστεύω, μια συμπεριφορά πάρα πολύ καλή και έχω γνωρίσει ανθρώπους μέσω της Ποίησης που τους διακρίνει σπάνια ευαισθησία.

–       Τι σημαίνει η έκδοση ενός βιβλίου σας;

–       Σταθμός ζωής. Πάντα εκεί κρύβεται ένα κομμάτι ζωής.

–       Γιατί εκδίδετε βιβλία;

–       Για να επικοινωνήσω με άλλους ανθρώπους. Γιατί πιστεύω ότι αυτά που γράφω, όσο κι αν ακούγεται εγωιστικό, ενδιαφέρουν έστω πενήντα – εκατό άτομα. Δεν είναι και λίγο να πιστεύεις ότι ενδιαφέρεις έστω πενήντα ανθρώπους.

–       Ποιοι σημάδεψαν τη ζωή σας;

–       Από την οικογένεια, ο πατέρας και ο αδερφός μου. Πρόσωπα αξεπέραστα για μένα. Ιδίως για την βαθύτατη ευαισθησία τους. Τους χρωστώ τα πάντα.

–       Από ποιητές;

–       Από αυτούς που με αγκάλιασαν με πατρική στοργή και με βοήθησαν να γίνω καλύτερος άνθρωπος, θέλω να σταθώ στον Δημήτρη Παπαδίτσα. Αλλά κυρίως, στον ανυπέρβλητο άνθρωπο και ποιητή, Τάσο Λειβαδίτη. Ο Τάσος είχε αυτό που δεν μπορώ να πιστέψω. Ότι άνθρωποι με βήμα αλαφρύ σαν του πουλιού, μπορεί να φεύγουν από τη ζωή. Τον φαντάζομαι σαν σύννεφο που πορεύεται και λαμπραίνει τον κόσμο μας.

–       Σταθμοί ζωής;

–       Ότι γεννήθηκα σε ένα μέρος, όπου το φως του ουρανού και η θάλασσα που το περιέβαλλε είναι από τα πιο σπάνια πράγματα που έχω δει σε αυτόν τον κόσμο και έχουν καθορίσει την ιδιοσυγκρασία μου.

–       Μιλάτε για σταθμό ζωής περιγράφοντας εικόνα…

–       Λατρεύω τις εικόνες. Μακάρι να μπορούσαμε να μιλούμε με εικόνες χωρίς να χρειαζόμαστε λόγια. Είναι η ποίηση που διαχέεται στον αέρα. Σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν χάνεται, φτάνει να έχουμε μάτια να το δούμε.

–       Σταθμός άλλος;

–       Όταν ήρθαμε στην Αθήνα στα δεκατέσσερα μου. Στην αρχή έκλαιγα και χάιδευα τους τοίχους του σπιτιού πριν φύγουμε από την πατρίδα μου. Αλλά όταν ήρθαμε εδώ, μαγεύτηκα. Δεν ξέρω τι με ώθησε μυστικά από την πρώτη βδομάδα, να θέλω να ανακαλύψω τι γινότανε σε αυτήν την πόλη.

–       Να λοιπόν γιατί η Αθήνα είναι η πηγή σας, στο τελευταίο βιβλίο.

–       Η Αθήνα είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Μου πρόσφερε πολλά. Έχει υπόγειες δυνάμεις που μπορούν να μας διακινούν με τον καλύτερο και πιο δυνατό τρόπο. Άμα προσέξει κανείς, κάτι ίπταται, κάτι έχει στο αίμα της αυτή η πόλη. Υπάρχει όμως λίγο και η πατρίδα μου. Αυτή που έχω κρατήσει μέσα μου, όχι η τωρινή. Αν δω την πατρίδα μου σαν ερωμένη, είναι μια ερωμένη που πορεύτηκε ερήμην μου κι εγώ ερήμην της, αφού απουσίασα για δεκαετίες.  Αυτό το χάσμα προσπαθώ κάθε φορά να το γεφυρώσω.

–       Η φοβερή πατρίδα όπως τη χαρακτηρίζετε.

–        Ναι. Έχω κάνει κι ένα ποίημα όπου γράφω «Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης». Είναι χάσμα αγεφύρωτο αυτό.

–       Γυμνάσιο;

–       Ευτύχησα να γραφτώ στο Δεύτερο Γυμνάσιο στην οδό Χέυδεν και Αχαρνών που μου έδωσε ώθηση μεγάλη. Ήταν διαφορετικό ό,τι συνέβαινε σε αυτό το σχολείο, όχι μόνο από τους δασκάλους, αλλά και από τους μαθητές. Ίσως να ευθύνεται και η Βικτόρια που ήταν άτακτη πλατεία.

–       Φοιτητής;

–       Δεν θα ξεχάσω την επαφή μου με το φοιτητικό κίνημα της εποχής. Επί δικτατορίας. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, αποκόμισα πολύ ωραία πράγματα. Ότι έγινε τότε, είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου και με καθορίζει μέχρι και τώρα.

–       Πρέπει να ταυτίζεται η ζωή με το έργο του δημιουργού;

–       Δεν συμβαίνει πάντα. Αλλά για τους ποιητές, πιστεύω ότι πρέπει να ταυτίζεται.  Δεν χωρούν το ψέμα και η υποκρισία στη ζωή ενός ποιητή. Είναι ανεπίτρεπτα αυτά όταν υπηρετείς αξίες ζωής.

–       Λύπη;

–       Όταν έχασα πρώτα τη μητέρα και στη συνέχεια τον πατέρα μου.

–       Δεν είχατε συμφιλιωθεί με τη σκέψη της απώλειας;

–       Η λογική δεν είναι συντρόφισσα που την έχουμε όταν τη χρειαζόμαστε. Δυστυχώς, συχνά την έχουμε όταν δεν τη χρειαζόμαστε.

–       Η λογική μπορεί να τιθασεύσει το συναίσθημα;

–       Όταν τείνει να παρεκτραπεί το συναίσθημα ή να γίνει επικίνδυνο, μπορεί και πρέπει να παρεμβαίνει η λογική. Για να μην  αυτοκαταστραφούμε. Είναι εξυπνάδα να βάζεις τη λογική να παρεμβαίνει.

–       Υπέρτατη απόλαυση;

–       Πολλές στιγμές την έχω ζήσει. Από μια συναυλία, μέχρι ένα ποτήρι νερό τον Ιούλιο, σε ώρα μεγάλης δίψας.

–       Συναρτάτε την αξία των πραγμάτων με τις συνθήκες;

–       Ναι. Όχι πως δεν θέλω νερό και τον Ιανουάριο. Άλλωστε δεν είπα τυχαία τον Ιούλιο, διότι είναι ο γενέθλιος μήνας μου και έχει επενεργήσει μέσα μου μαγικά.

–       Δηλαδή;

–       Είναι ένας μήνας του οποίου το φως, φέρνει τα πάντα κοντά μας. Κοντά, όσο και μακριά. Σκληρό, φοβερό φως. Μηδέ εξαιρουμένων των νεκρών. Τους νιώθω δίπλα μου με αυτό το φως. Ίσως φταίει ο τόπος που γεννήθηκα, εκεί όπου λειτουργούσα με αυτό το ανελέητο φως του Ιουλίου. Δίπλα στη θάλασσα και τις χαμηλές λευκές μάντρες των σπιτιών.

–       Είπατε νεκρούς…

–       Τους έχω πάντα στο μυαλό και την καρδιά, σαν να είναι ζωντανοί. Τους κρατώ κι επανέρχομαι πάντα. Η αγάπη που έχουμε για κάποιους ανθρώπους, είναι συνάρτηση των πράξεων τους. Δεν αγαπάμε κάποιον τυχαία, ούτε γιατί έφυγε. Αλλά γιατί έκανε κάτι όσο ζούσε. Έρχεται στο μυαλό μας ό,τι κόμισε.

–       Όταν σας ανήγγειλαν ότι βραβευτήκατε…

–       Δεν μας αρέσει όταν δε δίνει κανείς σημασία σε αυτό που κάνουμε. Μια βράβευση φέρνει χαρά, ικανοποίηση. Αλλά ο ποιητής πρέπει αμέσως μετά να γυρίσει στα χαρτιά του, εκεί που έχει τάξει την ουσιαστική πλευρά της ζωής του.

–       Έχει λόγο ύπαρξης ο ποιητής;

–       Βέβαια. Ομορφαίνει τη ζωή μας.

–       Μήπως τη δυσκολεύει με τις αλήθειες που φέρει;

–       Η δυσκολία φέρνει την ομορφιά. Πιο γλυκά είναι αυτά που φαίνονται στην αρχή πικρά…

–       Τι θα λέγατε σε ένα νέο ποιητή;

–       Να διαβάζει συνέχεια. Με αυταπάρνηση. Να ζει και να αισθάνεται γλυκά και τρυφερά, απέναντι σε όλους αυτούς που θήτευσαν πριν από αυτόν στο χώρο της Ποίησης. Όλοι έκαναν κάτι σημαντικότερο από μας και μας το έδωσαν για να πορευτούμε.

–       Σας ενοχλεί όταν ρωτούν αν γράφετε;

–       Βαθύτατα. Όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο δύσκολα έρχεται το ποίημα. Όχι γιατί μας εγκαταλείπει η έμπνευση, όπως ίσως θα βιαστεί να πει κάποιος. Αλλά γιατί όσο μεγαλώνουμε, περιμένουμε πολύ περισσότερα από το στίχο. Δεν γράφεις με ώρες γραφείου ή όταν θέλεις εσύ.

–       Το βίωμα, στίχος;

–       Είμαι βιωματικός ποιητής. Σχεδόν τίποτα δεν υπάρχει στα γραπτά μου που να μην είναι βίωμα.

–       Τι συμβαίνει τη στιγμή της γέννας ενός στίχου;

–       Εκκένωση ενέργειας. Ένα ηλεκτρικό φορτίο, που μαζεύεται, μαζεύεται και βγαίνει όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι συνειδητή λειτουργία, αλλά δε μπορείς να την απωθήσεις. Πρέπει να συμβιείς με αυτήν για να λυτρωθείς. Όταν σε συμπαρασύρει στη δίνη της και στα αιτήματα της δεν είσαι ήσυχος. Πρέπει να εκφραστεί για να ησυχάσεις. 

–       Πιστεύετε σε…

–       Στον άνθρωπο και στις ανθρώπινες αξίες. Στην έννοια του καλού, που πάντα υπερισχύει του κακού.

–       Ποιος είναι πλούσιος;

–       Εκείνος που μπορεί να ζει ουσιαστικά την κάθε μέρα του, με πάρα πολύ λίγα μέσα που υπάρχουν στον κόσμο και τη φύση, άντε και με ένα τάλιρο χαρτί…(γέλια)

–       Πολιτική;

–       Με τη στενότερη έννοια, έχουμε όλοι απογοητευτεί. Εγώ δεν παύω να είμαι στο βάθος μου, αγιάτρευτα και αμετακίνητα, άνθρωπος αριστερών πεποιθήσεων με την ευρύτερη έννοια του όρου, πέρα από τα στενά όρια των κομματικών σχηματισμών. Σε αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν χάνεται. Μετά από έναν κύκλο, ο άνθρωπος θα ζητήσει να ξαναβρεί τον άνθρωπο.  Αισθάνομαι υπόγεια ρεύματα που οδηγούν εκεί…

Info: «Ιστορικό Κέντρο» – εκδόσεις Καστανιώτη

«Ω ψυχή, πουλί που δεν ξέρει / και πετά σε μέρες που επιτρέπεται το κυνήγι».

«Γι αυτό και η αγάπη μένει μόνη άλλωστε, να λάμπει στους λιμενοβραχίονες και στα μετόχια: επειδή την ανακαλύπτουν οι άνθρωποι όταν πια δεν μπορούν, όταν πια δεν μπορούν να την προφτάσουν».

«και η Ποίηση ολόκληρη δεν είναι παρά ένας σωρός από άμμο, που τον ψάχνουνε τα αιώνια παιδιά και βρίσκουν μέσα του πολύτιμα πετράδια, ω φίλοι μου, τον ψάχνουνε και βρίσκουν».

«…πίσω από όλα τα πρόσωπα που αλλάξαμε στη ζωή, κρυβόταν πάντα η ίδια – θα ξέρει – η μοναξιά».

 

 

 

Όψεις… Γιώργος Μαρκόπουλος*

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

–       Πρώτος στίχος;

–       Στην πρώτη γυμνασίου. Ήταν ένα ποίημα συναισθηματικό και έμμετρο. Πριν το στίχο είχα γράψει διηγήματα επηρεασμένα από αυτά που διάβαζα στο σχολείο. Με ένα τελείως τυχαίο περιστατικό, μπήκα στην Ποίηση. Νομίζουμε βέβαια ότι συμβαίνουν τυχαία περιστατικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι μέσα μας γίνονται άλλες διεργασίες.

–       Πότε άρχισε η συνειδητή, συστηματική γραφή;

–       Όταν ήμουν στην τετάρτη του εξαταξίου Γυμνασίου. Τότε που ανακάλυψα την ποιητική ανθολογία του Περάνθη. Διαβάζοντας, βυθίστηκα σε έναν κόσμο μαγικό, από τον οποίο δεν θέλησα να βγω ούτε ένα λεπτό.

–       Όταν τα χειρόγραφα γίνονται βιβλίο;

–       Νιώθω πιο πολύ από κάθε άλλη φορά,  αμφιβολίες, ανησυχίες και τα αφήνω για μεγάλο διάστημα. Δεν τα ξανακοιτάω, από φόβο μήπως απογοητευτώ.

–       Έρωτας;

–       Είναι ένα συναίσθημα ακριβό στη ζωή μας. Θα ήθελα πάρα πολύ, παρά τα τραύματα, να το ξαναδοκίμαζα. Όμως ο κόσμος έχει τις ισορροπίες του. Σε μια ηλικία βιώνεις τη γλύκα της καταστροφής και σε μια άλλη, την ησυχία της γνώσης.

–       Φόβος;

–       Ο θάνατος. Τον φοβάμαι, αν και στις ελάχιστες ευτυχώς φορές που έχω κινδυνέψει να τον συναντήσω, στο κρυφτούλι μας κερδίζω εγώ. Αυτός ο φόβος νομίζω είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Είτε γράφεις ποιήματα, είτε είσαι έμπορος, όλα είναι ξόρκια του θανάτου.

–       Τι σας δίνει χαρά;

–       Να γράφω καλά ποιήματα και να αισθάνομαι ότι είμαι αποδεκτός για τις πράξεις και τις συμπεριφορές μου.

–       Ύψιστη αξία ζωής;

–       Το ψάξιμο ενός δρόμου που θα μας κάνει αληθινούς απέναντι στους άλλους και τους άλλους αληθινούς απέναντι μας. Με μια αλήθεια που δεν έχει σχέση με την κοινότοπη που λένε οι άνθρωποι. Μια αλήθεια που μας κάνει να πλησιάζουμε, όσο γίνεται πιο «γυμνοί», τους άλλους, με έναν τρόπο που να βοηθάει να διαλύουμε τα σκοτάδια, την κοινωνική, τη γενετήσια μοναξιά μας.

–       Μοναξιά. Σας φοβίζει;

–       Νομίζω ότι με τον καιρό την έχω χειραγωγήσει. Έφτασα στο σημείο να περνάω και καλά μαζί της όταν με συναναστρέφεται αυτή η κυρία. Είμαι μοναχικός και κοινωνικός. Έγραψα στα είκοσι δύο μου: «Μα εγώ έλεγα πάντα αστεία, γιατί ήξερα πόσο κλειστός ήμουν και φοβόμουν».


(*)Από το το «Κ» της Καθημερινής (2006). Πολύτιμη προσφορά του ποιητή Γιώργου Δουατζή στο αφιέρωμα.  Τον ευχαριστούμε θερμά. Το υλικό αυτό δεν είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο.


 

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος διαβάζει το ποίημά του : «Η μπάντα»

Γιώργος Μαρκόπουλος – συνέντευξη Δαυίδ Ναχμίας  (1/6)

10 responses

  1. Α. Π.

    Ποίηση συνταρακτική, ένα πανόραμα της ζωής μας.
    Στιγμές αθωότητας και πείρας ειδωμένες με σπαρακτική
    νοσταλγία και θυμό. Ένα άφατο κι όμως ήχηρό
    ‘γιατί’. Η παρουσίαση αξίζει πολλά συγχαρητήρια.
    Μέσα από την ψαγμένη επιλογή και την αισθητική
    ο επισκέπτης αποκομίζει μια πολύ καλή εικόνα
    για το στίγμα του ποιητή. Πάλι εύγε στο Πτερόεν!
    Α.Π.

    Οκτωβρίου 19, 2011 στο 11:18 πμ

    • Αγαπητή μου Α. Π.,πριν από 20 χρόνια, στις 2 Δεκ.του 1991 (γράφουν τα κιτάπια μου), ατα πλαίσια του «Ποίηση ’91», είχα την τιμή να προλογίσω το έργο αυτού του μεγάλου ποιητή και σπουδαίου ανθρώπου συνάμα (στο μικρό αμφιθέατρο της Ιατρικής, θυμάμαι). Το ήθος που εξέπεμπε ήταν όλως ιδιαίτερο. Στα χρόνια που πέρασαν, τα βιβλία του μου κράτησαν πολύτιμη συντροφιά. Το αφιέρωμα είναι ελάχιστο αντίδωρο για ένα ανεκτίμητο δώρο.

      Ωστόσο το αφιέρωμα δεν θα είχε γίνει χωρίς τον συνεπιμελητή μου, τον ποιητή Ανδρέα Τσιάκο. Τα «εύγε» τα αξίζει ο Ανδρέας πιο πολύ.

      Σπύρος Ηλιόπουλος

      Οκτωβρίου 19, 2011 στο 12:14 μμ

      • ΥΓ. Η έλλειψη κάποιων τεχνικών γνώσεων δεν μου επέτρεψε να εφαρμόσω όλες τις ιδέες του Ανδρέα. Ελπίζω να τα καταφέρω καλύτερα στο δεύτερο αφιέρωμα που θα κάνουμε στον Γ. Μαρκόπουλο.

        Σ.Η.

        Οκτωβρίου 19, 2011 στο 12:45 μμ

  2. Ο φίλος του ιστολογίου κ. Βασιλίδης έχει δυσκολία στην ανάρτηση σχολίου (για κάποιο λόγο, το σύστημα δεν του επιτρέπει να συμπληρώσει σωστά τα στοιχεία του). Μου έστειλε μέηλ με το εξής περιεχόμενο:
    «Εξαιρετικό αφιέρωμα σ’ έναν πολύ μεγάλο ποιητή μας. Συγχαρητήρια και από εμένα.
    Γεια σας!».
    Για την αντιγραφή,
    Σ. Η.
    Καθώς το ίδιο πρόβλημα θα υπάρχει και για άλλους φίλους, παρακαλώ στείλτε μου τα σχόλιά σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση :
    abraxa@otenet.gr

    Οκτωβρίου 19, 2011 στο 9:42 μμ

  3. ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ

    Ανάρτηση-σταθμός για τον ποιητή της ευαισθησίας και τα δεδομένα του internet και μια συνέντευξη -ποταμός… Κρατήσετε την λίγες μέρες στην «πρώτη σελίδα». Δεν έχει νόημα να εναλλάσσονται οι αναρτήσεις με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ευχαριστώ.

    Οκτωβρίου 20, 2011 στο 2:09 πμ

    • Αγαπητέ φίλε, ευχαριστούμε. Το θέμα του ρυθμού των αναρτήσεων μας έχει απασχολήσει. Αν μας παρακολουθείτε από παλιότερα, θα έχετε δει ότι επιλέξαμε βραδύτερους ρυθμούς αλλά με πληρέστερες, γεμάτες αναρτήσεις. Το αφιέρωμα αυτό ασφαλώς και θα μείνει περισσότερο στην «πρώτη σελίδα», όπως λέτε.

      Σ. Η.

      Οκτωβρίου 20, 2011 στο 8:38 πμ

  4. Τον ποιητή ομολογώ δεν τον ήξερα. Διάβασα τα τέσσερα πρώτα ποήματα της ανάρτησης, καθώς, απεργώντας, γράφω κάτι αυτή τη στιγμή, αλλά από αυτό το μικρό κομμάτι της δημιουργίας του πήρα την εικόνα μιας πτυχής της Αθήνας όπως αντιλαμβανόμουν πως είναι χωρίς να την έχω ζήσει, τη μοναχική αγάπη των λίγων στιγμών, τη δυνατή εικόνα της ισόβιας ξενιτιάς που κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του. Μη με παρεξηγήσετε για τα παρακάτω, γιατί ίσως όσα έχω διαβάσει δεν αντιστοιχούν σε όσα έχουν διαβάσει άλλοι, καθώς τα αναγνώσματά μου είναι κυρίως εικαστικά, μουσικά, θεατρικά και πεζά και λιγότερο ποιητικά: Οι εικόνες μού θυμίζουν λίγο Καββαδία, με λιγότερη κυνική και βίαια θαλάσσινή αγριότητα και μεγαλύτερη τραγικότητα και αισθαντικότητα. Ο ξένος θα μπορούσε να είναι Δουβλινέζος Οδυσσέας, είναι όμως το πλαστικό δημιούργημα του κου Μαρκόπουλου που για τον κάθε αναγνώστη αντιστοιχεί σε ένα πανανθρώπινο κοινό σύμβολο-όψη της ψυχής, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δική του αναγνωρίσιμη ποιητική εικόνα-μύθο. Μια δική του κινηματογραφική λήψη της ζωής στην πόλη. Το σίγουρο είναι πως θέλω να διαβάσω κι άλλο.

    Οκτωβρίου 20, 2011 στο 10:19 πμ

    • Δεν είσαι η μόνη που δεν ήξερες τον Μαρκόπουλο, Αρχοντούλα, και καλά κάνεις και το λες. Πολύ ενδιαφέρουσα η ανταπόκρισή στην ποίησή του, ιδιαίτερα γόνιμοι οι συνειρμοί σου, όπως πάντα. (Εν τω μεταξύ θυμάμαι πόσο καλά, και «στον αέρα», διάβαζες τα μουσικά «σενάρια» στο Byron in Music….) Όλοι θέλουμε να διαβάσουμε κι άλλο…
      Γράφεις κάτι, ε; Χμμμμ…, καλό αυτό. Θα μας το δείξεις κι εμάς όταν το τελιώσεις;…

      Σπύρος

      Οκτωβρίου 20, 2011 στο 11:20 πμ

  5. εκπληκτική ποίηση, μια έκρηξη συναισθημάτων και ψυχής

    εκφράζω το θαυμασμό μου

    καλημέρα

    Οκτωβρίου 21, 2011 στο 10:17 πμ

    • Όως το λες, Σιλένα, ε κ π λ η κ τ ι κ ή.

      Θερμή καλημέρα και από μένα.

      Σπύρος

      Οκτωβρίου 21, 2011 στο 11:48 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s