Just another WordPress.com site

Archive for Νοέμβριος, 2011

Ζωή Καρέλλη : Τα νικηφόρα και τα νεανικά



 

Frida Kahlo :  Still Life with Parrot and Fruit

 

 

[Από την ενότητα Ημερολόγιο (1955-1973)]

44

το πορτοκάλι ή χρυσόμηλον

Όταν μένεις βαρύθυμος:
σκέψου ένα πορτοκάλι.
Το βέβαιο, καθαρό του σχήμα,
τον πυκνό φλοιό, μα πιο πολύ
το ζωντανό του χρώμα, απερίσπαστο.

Ίσως μπορέσεις τότε να συλλογιστείς,
ίσως και να πιστέψεις
πως ο καρπός αυτός, αληθινά
είναι του ήλιου προσφορά.

Κι’ όταν τ’ ανοίξεις, την γεωμετρική του τάξη
θ’ αντιληφθείς, χυμώδη, κρυσταλλώδη.

Θυμούμαι ένα πρωινό του φθινοπώρου
και μια μαούνα μαύρη
απ’ την πολυκαιρία στα νερά∙
στο μώλο ήταν δεμένη,
με πορτοκάλια φορτωμένη χαρωπά,
ανάκατα ριγμένα, άφθονα,
φερμένα από ηλιόλουστα ακρογιάλια και νησιά.

Στον κόλπο της Θεσσαλονίκης,
η θάλασσά μας ήταν τη μέρα εκείνη,
πράσινη και σταχτιά, ακίνητη βαριά,
όμως τα πορτοκάλια μέναν νικηφόρα
και νεανικά.

Τα ποιήματα, τόμος Β’ (1973)

Πηγή :  http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1559.0

 

 

 

Rene Magritte : The Tomb of the Wrestlers

 

 

Ηδυπάθεια

Στο χέρι κρατούσε ένα ρόδο ανοιγμένο,
ένα ρόδο πολύ ανοιχτό.
Στο πρόσωπό της είχε το στόμα
μισοανοιχτό και τα χείλη ανοίγαν
στη θήκη γεμάτη χυμό
των δοντιών, τα ρόδινα ούλα
έφεγγαν, κοκκίνιζαν χωρίς ντροπή,
όπως το σπασμένο ρόδι, τ’ ανοιχτό ρόδο.

*

Οι ωραίες γυναίκες είναι
λουλούδια και καρποί μαζύ.
Μη ζητάς πιο πολύ,
όταν η ζωή σού χαρίσει
το ένα και τ’ άλλο.
Η ανάμνησή τους είναι
που ξυπνάει την αγιάτρευτη στέρηση.
Απ’ αυτήν θρέψε την ακούραστη
ψυχή, ανθρώπινη,
της φαντασίας.

Ζ ω ή   Κ α ρ έ λ λ η

Παραμύθια του κήπου (1955)

Πηγή : http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,1559.msg191022.html#msg191022


Γιάννης Ρίτσος : Σάρκινος λόγος

Ζωγραφική : Γιώργος Ρόρρης


Γυμνὸ σῶμα

 Ι.

Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Ἀθήνα 24.9.80

Σάρκινος λόγος

Ι.

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Ἀθήνα 18.11.80

Γ ι  ά  ν  ν  η  ς   Ρ  ί  τ  σ  ο  ς 

Από Τὰ Ἐρωτικά, Κέδρος, 1981

Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/


Από τα ερωτικά του Καρυωτάκη


 

Ελένη Μωρατου, Ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης

 

 

Α γ ά π η

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

1918

Μ υ γ δ α λ ι ά

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει∙
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τήνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει∙
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

1918∙ Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων, 1919

Α φ ι έ ρ ω μ α

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·
τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο εχαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει·
εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρόισμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

Νηπενθή, 1921

Ο ι  α γ ά π ε ς

Θα ‘ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ»,  θα μου πουν, «δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

«Τα χρυσά πού ‘ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε.»

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

 

Τ η ς   θ ά λ α σ σ α ς   ν ε ρ ά ι δ α

Από τα βράχι’ ανάμεσα πετιέται ‘να κεφάλι
και βλέμματα ολόγυρα σκορπάει φοβισμένα.
Εγώ, κρυμμένος κάπου κει στο έρημ’ ακρογιάλι,
το βλέπω —σαν σε όνειρο— με μάτια λιγωμένα.

Ένα κορμί παρθενικό, γυμνό αργοπροβάλλει
κι απλώνεται ηδονικά σε κύματ’  αφρισμένα∙
ο ήλιος εσκυθρώπιασε μπροστά σε τόσα κάλλη,
τα κάλλη τ’ απολλώνεια και τα φωτολουσμένα.

Ανατριχιάζ’ η θάλασσα στο θείο άγγιγμά τους,
τα κυματάκια απαλά με χάρη τ’ αγκαλιάζουν
κι αχτίδες τα χαϊδεύουνε χρυσές στο πέρασμά τους.

Θεότρελος, ο δύστυχος, βουτιέμαι μες στο κύμα,
τα μάτια της τα θεϊκά με φόβο με κοιτάζουν
και χάνεται στη θάλασσα… Ήταν νεράιδα … Κρίμα!

 

Ν υ χ τ ε ρ ι ν ό

Απόψε σε φαντάζομαι λευκότερη απ’ τα κρίνα
μες στο σκοτάδι το πηχτό. Σαν κάποια αγνή θεότη
στο μαύρο φόντο της νυχτιάς λαμποκοπάς. Μ’ αχτίνα
μοιάζεις που ο Φοίβος φεύγοντας λησμόνησε στα σκότη.

Ναι, σε θωρώ. Απ’ τον ουρανό ξεφεύγουνε τα’ αστέρια
και σαν πετράδια ατίμητα στολίζουν τα μαλλιά σου.
Ο Γαλαξίας άσπρο φως στα μάγουλα, στα χέρια
σου χύνει∙  μες στο γάλα του βουτά την ομορφιά σου.

Να και τα μαύρα μάτια σου! Τα βλέπω: σιγανοίγουν
εκεί ψηλά στη σκοτεινιά, μεγάλα, ογρά, θλιμμένα∙
σαν δυο ποτάμια φωτερά τα δυο ποτάμια σμίγουν:
εσύ κοιτάζεις μένανε κι εγώ κοιτάζω εσένα.

Από το στόμα σου φωνή δε βγαίνει, μα μου κραίνεις.
Τα δακρυσμένα μάτια σου: «Τραγουδιστή», μου λένε,
«μην τραγουδάς, κι είναι κοντά η μέρα που πεθαίνεις».
Αυτά μου λεν τα μάτια σου, τα μάτια σου που κλαίνε.

 

 

Α γ α π η μ έ ν η

Ι

Βρεθήκαμε μονάχοι στο μπαλκόνι∙
μας έσπρωξε κει πάνου αυτή η φροντίδα
που τα πουλιά στα δέντρα ζευγαρώνει.
Ολόφωτη στα σκοτεινά την είδα.

Η νύχτα με τη νύχτα των ματιών της
παράβγαινε —μα,  μάταια— στη μαυρίλα∙
κάθε άστρο μπρος στ΄ αστέρια των ματιών της
τρεμόσβηνε σαν άλαδη καντήλα.

Τα μάτια της τα μάργαρα… Η ματιά της
εβύθιζε, πλατιά και γοργοφτέρα,
στα τρίπαχα σκοτάδια τη φωτιά της
κι επέταγε όλο πέρα κι όλο πέρα,

Σε κόσμους ονειρόβγαλτους, σε μάκρη
ανείδωτα. Στο δροσομάγουλό της
εκύλησε  διαμάντινο ένα δάκρυ
και πρόδωσε το μαύρο στοχασμό της.

Εδάκρυσα. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε δειλή, κομματιασμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;):
«Ω, πάψε πια, μην κλαις, αγαπημένη».

ΙΙ

Σε πέπλο συνεφένιο τυλιγμένο
εφάνηκε —κι ακλούθησε με χάρη
το δρόμο του τον ωριοχαραγμένο
μ’ αστέρια κι απ’ αστέρια —το φεγγάρι.

Οι αχτίδες του που παίζουν στο σκοτάδι
σιμά της σαν περνούνε, απαλαφήνουν
στη σάρκα της ζεστό ένα φωτοχάδι
και στα μαλλιά χρυσόσκονη της χύνουν.

Τα σκότια πια βαριά δεν την τυλίγουν
και κρούσταλο το δάκρυ της δε βρέχει
το μάγουλο∙ οι ματιές μας γλυκοσμίγουν
κι η σκέψη μας μακριά τώρα δεν τρέχει.

Μια δύναμη γιγάντινη τραβάει
και φέρνει το ένα στ’ άλλο τα κορμιά μας,
τα χείλια μας μια δύναμη κολλάει,
μια δύναμη πληθαίνει τα φιλιά μας.

Ξημέρωνε. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε μες στα φιλιά πνιγμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;)
«Ω, φίλα, φίλα, φίλα, αγαπημένη».

Ελεγεία και Σάτιρες, 1927

 

Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς

 

 


Η προφητεία της Μελισσάνθης

 George Grosz : The City

 

 

Η Μεγάλη Ληστεία Του Αιώνα

 

Η ιστορία άρχισε κάπως έτσι: Σημειώθηκαν
τα πρώτα κρούσματα σποραδικά, σαν ασύνδετα
μεταξύ τους. Σκάνδαλα καταχρήσεων, παραχαράξεις
διαρρήξεις σε δημόσια και ιδιωτικά χρηματοκιβώτια.
Έτσι, πέρασε απαρατήρητη η μεγάλη ληστεία του αιώνα
Όταν παραβιάστηκε το Αρχαιοφυλάκιο με τους Αρχετύπους.

… «Ου μη γρηγορήσεις, ήξω επί σε ως κλέπτης.»…

Πολύ αργότερα, μπόρεσε να φανεί το μέγεθος της
καταστροφής, όταν αρχίνησαν να κυκλοφορούν
τα πρώτα κακέκτυπα αντίγραφα. Όταν
με το σύστημα των διεθνών συμβάσεων και των τραστ
διαδόθηκε σ’ όλον τον κόσμο, η βιομηχανία των
απομιμήσεων. Η παραχάραξη, η κιβδηλεία, η νοθεία
η γενική εμπορία των πάντων. Αυτό
έδωσε στην αρχή, μια τεράστιαν ώθηση
στις συναλλαγές. Μιαν ευχάριστη ψευδαίσθηση
ευημερίας στη διεθνή αγορά.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα Χρηματιστήρια
οι χαρτοπαικτικές λέσχες, τα σφαιριστήρια
τα καζίνα, τα τεϊοποτεία λειτουργούσα
με πυρετό. Οι πλάστιγγες του χρυσού
ανεβοκατέβαιναν στον ίδιο τρελό ρυθμό
με τις κυλιόμενες των σουπερμάρκετ.
Η κίνηση του πλήθους να σφύζει παντού
Ωσότου, το έλλειμμα στο ισοζύγιο ΧΡΥΣΟΣ-ΑΝΤΙΧΡΥΣΟΣ
αχρήστεψε το μέτρο σύγκρισης των αξιών
Το μέτρο της ανθρώπινης συναλλαγής.
Ωσότου∙
κάτω από το βάρος της παγκόσμιας ενοχής
ακούστηκεν ο απαίσιος τριγμός στον άξονα
του πλανήτη.
«Πόλις δε ηγέρθη εναντίον πόλεως
και αδελφός εναντίον αδελφού»…

Μ  ε  λ  ι  σ  σ  ά  ν  θ  η  (1910-1990)

Από τη συλλογή Τα Νέα ποιήματα/1974-1984 [στο] Οδοιπορικό: Ποιήματα 1930-1984, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, β’ έκδοση, 2000, σελ. 338-339.


Ανδρέας Εμπειρίκος : Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε

{Αφιέρωμα 3/3}

Ε π ι μ έ λ ε ι α :
Εύη Μαλλιαρού

 

 

Και το πολύ του Έρωτα κατάργησε τον Καιρό, κι ο Έρωτας κατάργησε τον Θάνατο

Κωστής Μοσκώφ, Η Σάρκα Σου Όλη

Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νικά
Θάναι η ποίησις  σ π ε ρ μ α τ ι κ ή
Απόλυτα ερωτική
Ή   δ ε ν  θ α  υ π ά ρ χ η

Ανδρέας Εμπειρίκος
«Μία ριξιά ζαριών…», Αι γενεαί πάσαι

 

ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ

 

Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ’ το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρειές καδένες.

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει μία μυριόστομη κραυγή ανθρώπων πνευστιώντων.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρής και να μας σώσης».

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Όμως δεν νοιάζεται καθόλου για όλου του κάτω κόσμου την βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του, και όλο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν σε στιγμές οχείας.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθής και να μας σώσης. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θάσαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη θα σου προσφέρουμε πλούσια ταγή και όλα τα πιο ακριβά μανάρια μας… Για δες!»

Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.

Ο Αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, υψώνει το κεφάλι του και αφήνει μέγα βέλασμα, που αντηχεί επάνω και πέρα απ’ τα φαράγγια σαν γέλιο λαγαρό, και μονομιάς, με πήδημα γοργό, σαν βέλος θεόρατο ή σαν διάττων, ακόμη πιο ψηλά πετιέται.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσης του κάμπου τα κατσίκια; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παρά πάνω, κάτι που, μα τον Θεό, δεν ήκμασε ποτέ κάτω στους κάμπους – έχεις εδώ την Λευτεριά!

Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ’ έκρυβε μέσα του, βαθιά, μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο  εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας , αι βάτοι αι φλεγόμεναι, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης, που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάη ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς τους κάμπους ! Τι να τους κάνης: Ο ήλιος εδώ, κάθε πρωί, σηκώνεται ανάμεσα στα κέρατά σου! Στα μάτια σου λάμπουν οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο άσβηστος του Δία, κάθε φορά που σπέρνεις εδώ, στα θηλυκά σου, την ένδοξη και απέθαντη γενιά σου!

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου, που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!

Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

Γλυφάδα, 12.7.1960

Από τη συλλογή  Οκτάνα,  Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 32-34

 

 

Marc Chagall : The Dance

 

 

ΟΙ  ΜΠΕΑΤΟΙ ή ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΕΩΣ  ΟΙ  ΑΓΙΟΙ

 

Απεκρίθησαν  Σιδράχ,  Μισάχ και   Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «…γνωστον έστω σοι,  βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σοι ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας,ου προσκυνούμεν».Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού … και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδράχ, Μισάχ και  Αβδεναγώ  εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην … Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου…Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα· και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου…ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον  Θεόν  εν  τη καμίνω…

ΔΑΝΙΗΛ

Ο Αζαρίας , ο Ανανίας και ο Μισαήλ , ο Κερουάκ , ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse , ο Arthur Rimbaud , ο Raymond Roussel , ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι , ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες , όπως

Ο William Blake

O Shelley

O Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ

Ο David Thoreau

O Henry Miller

Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman

Ο Έγελος

Ο Κίρκεγκαρντ

Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων

Ο Sigmund Freud

Ο Άγγελος Σικελιανός

Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης

Ο Μαρξ

Ο Λένιν

Ο Κροπότκιν

Ο Μπακούνιν

Ο Böhme

O Νiτσε

O Victor Hugo

O Μωάμεθ

Ο Ιησούς Χριστός

Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω – έκαστος στην ιδική του γλώσσα –- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των , άπαντες , εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν,  με λόγια που μεθερμηνευόμενα — όχι από τους ορθολογιστάς -– το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές –- τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα -– φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.

Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.

Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Αρκ! ω Αθανάση Διάκο!),  με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez sur les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των  δοχείων  που  τα  δυσώδη  απορρίμματα  περιέχουν  (lâchez  tout,  partez sur  les  routes),   απ’  τις  κραυγές  του  γλυκασμού  των  συνουσιαζομένων και από τους  στεναγμούς  της  ηδονής  των αυνανιζομένων, απ’ των  τρελών  τις  άναρθρες   φωνές και  απ’ των   βαρέων  καημών τις  στοναχές, ως  λάβα  ζεστή, ή  ως σάλπιγξ  μιας  αενάου  παρουσίας,  μα  προ  παντός  ως  σπέρμα,  ως  σπέρμα  ορμητικόν εν  ευφροσύνη  αναβλύζον,  αναπηδούν  και  ανέρχονται  στον  ουρανόν (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με  μάτια εστραμμένα  προς τα  επάνω, άκαυτοι  και  άφθαρτοι  εις  τον  αιώνα, μπεάτοι  και  προφητικοί (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και  τώρα  και  πάντα (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με συνοδείαν   των  αγγέλων,  και τώρα  και  πάντα, τον  ερχομό  και  την  ανάγκη (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) τον  ερχομό  και  την  ανάγκη  των  νέων  Παραδείσων  ψάλλουν!

Γραμμένο  στη  Γλυφάδα την πιο ζεστή  μέρα του  καλοκαιριού,  17.8.1963

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 36-38

 

 

 

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Ο  ποιητής  διαβάζει εδώ  την πρώτη εκδοχή του κειμένου, όπως εμφανίζεται στο  «ΕΠΙΜΕΤΡΟ», στο ίδιο βιβλίο (σελ.99-103), όπου επαναλαμβάνονται «ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ»  και «ΟΙ ΜΠΕΑΤΟΙ…» με βάση τα χειρόγραφα.

Claude Debussy

Tο απομεσήμερο ενός φαύνου


Ανδρέας Εμπειρίκος : Οι σερμαγιές του ονείρου

{Αφιέρωμα 2/3}

 

Επιμέλεια : Εύη  Μαλλιαρού  ~  Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

Η αγωγή των θρύλων

Τα καθέκαστα
Οι σερμαγιές του ονείρου
Τα τρεχαντήρια του πορθμού
Οι μεταναστεύσεις των πτωχών ανθρώπων
Τα λιμενικά  έργα  της φαινομενικής προόδου
Η ισχυρά παρόρμησις ενός μυστηριώδους υπνοβάτου
Που βιάζει τις κόρες του την μια μετά την άλλη
Κοντά στη λίμνη με τους λευκούς βουβάλους
Που πίνουν νερό και κατουράνε
Άπαντα ταύτα είναι πράγματα που λέγονται και εξιστορούνται.

Τα καύματα των τροπικών κάνουν  τον υπνοβάτη
Να νοσταλγή τα δροσερά λιμάνια
Εις τας παραμονάς εκρήξεως ενός πολέμου.

Η μεθόρμησις ενός πλοίου της καραντίνας
Διαταράσσει  τα νερά των λουομένων
Διαταράσσει το λίκνισμα πολλών ονείρων
Ονειροπόλων που ονειρεύονται την ευτυχία
Ως κάτι που γεννιέται από πούπουλα
Ή ως ήχον που παράγεται από χορδές
Μεγάλου αθροίσματος παρθενικών υμένων.

Αίφνης ο πόλεμος ξεσπά
Τα κύματα της λάβας του καλύπτουν
Τα τελεσίγραφα και τα ποτήρια
Τα πορνοστάσια τους ναούς και τις καμπάνες
Ενώ μια χορεύτρια χορεύει
Εις έρημον θέατρον γιομάτο από ψιθύρους
Των παλαιών καιρών των παλαιών ανθρώπων
Ενώπιον ενός μονάχα θεατού — του υπνοβάτου
Όστις με την ψυχήν στο στόμα του
Βλέπει τους ελιγμούς της
Βλέπει την λαμπηδόνα της  και την καρδιά της
Ως μέγα ωρολόγιον
Ή ως μέγα ρόδον που συστέλλεται και διαστέλλεται αενάως.

Ο πόλεμος εξακολουθεί
Επάνω από τις στέγες και τους πόλους
Επάνω από τους αετούς και τα μουστάκια
Επάνω από τα σκεύη και τους σπίνους
Μια βόμβα αεροπλάνου ισοδυναμεί
Με καύσιν πολλών βεγγαλικών εις πανηγύρεις
Δύο χέρια δύο μαστοί ένας γλουτός
Τρία μάτια ένα παιδί ένα μαντήλι δυο παιδιά
Ένα ηλιοτρόπιον μία καρρότσα και έξι πόδια
Εκσφενδονίζονται και ανθούν εις τον αέρα
Έπειτα πέφτουνε σε κήπον όπου κρύπτεται
Ένας αμνός φέρων στην ράχην του με προσοχήν
Ως ιερός μικρός ελέφας
Τας αμαρτίας του κόσμου.

Κ’ ενώ η χορεύτρια χορεύει ακόμη
Ο υπνοβάτης την παρατηρεί και αγωνιά
Σαν κάποιος που κρέμεται από μια λέξι
Μήπως χαθή η χορεύτρια που θα την πη
Μήπως δεν πη το «ναι» μήπως δεν ανεβάση
Τα στόρια του φορέματός της.
Ενώ αν πη το «ναι» τότε αμέσως θα την πάρη
Γυναίκα του μ’ ένα στεφάνι δάφνης νικηφόρου
Ενός στρατού που αποβιβάζεται με επιτελίδες
Μέσα στους κόλπους των επιτελίδων
Πριν καν φανή καλά-καλά το μεσημέρι
Μέσα στον πάταγο των βράχων που αιφνιδίως κυλούν
Στην θάλασσα με τα δελφίνια
Στην θάλασσα με τα θαλάσσια πουλιά
Στην θάλασσα όπου ο ζέφυρος φυσά
Την αύρα του επάνω από το κύμα.


 

 

 

Tierra del Fuego

Στον Νίκο Στάγκο

Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τους χυμούς της νεότητος
Δεν σταματούν οι κάμποι τα τρυγόνια
Γωνιές της γης και γίγαντες μέσα στα φύλλα
Της πιο μεγάλης περιοχής νωπών στρωμάτων
Της γης που την τρυπούν από καιρού εις καιρόν
Οι γεωργοί με τ’ άροτρά των
Με τα ρολόγια των σταματημένα
Μέσα στ’ αγιάζι της αυγής
Για να παραταθή η δροσιά της
Μέσα στ’ αγιάζι χειμαρρώδους εκκινήσεως
Αγέλης ίππων της νοτίου πάμπας
Της γης κάθε καλής συγκομιδής
Ενώ σιγά-σιγά ξυπνούν οι ώρες
Με πεκαρί μεσ’ στα παρθένα δάση
Με ποταμούς που διασχίζουν τις πραιρίες.

Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τα νερά της νεότητος
Τώρα χρειάζονται σχεδίες
Για να διαβούμε τα ποτάμια
Για να περάσουμε στις άλλες όχθες
Για να μετρήσουμε κάτω απ’ τη λάμψι του σταυρού του Νότου
Των άστρων τις αμέτρητες λεγεώνες
Ερχόμενοι σαν τις σταγόνες της βροχής
Για να ξυπνήσουμε γυμνώνοντας τα στήθη των
Τις βελουδένιες της Παταγονίας κόρες
Ν’ ανοίξουν έκθαμβες τις κόρες των ματιών των
Στους ιριδίζοντας ατμούς αυτής της χώρας
Που δεν την ξέρουν παρά λίγοι μόνον
Απόστολοι εμείς στο βάθος κάθε αποστολής
Ώσπου να φθάσουμε στην άκρη αυτής της γης
Σέρνοντας πίσω μας τις ξυπνημένες κόρες
Και σφίγγοντας στις παλάμες μας τα τρυφερά των στήθη
Σταθούμε εμείς οι του Βορρά μαντατοφόροι
Κραυγάζοντας κάτω από τους νότιους ουρανούς
Την ώρα της ανατολής την ώρα της πορφύρας
Tierra del Fuego χαίρε!

 

 

 

 

Ιωβηλαίον

Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι
Με καταστρώματα και βάρκες νοσταλγίας
Με ξέπλεκα πανιά και μούδες.

Του καπετάνιου η γυναίκα στη στεριά
Και ο καπετάνιος στο καράβι
Ποτέ δεν απαρνήθηκαν την θάλασσα
Την Θάλασσα την κόρη τους
Με τα μακριά μαλλιά και με τα φύκια.

Τώρα θα ταξιδέψουν για χατήρι της
Και το ταχυδρομείο θα μοιράση
Ρόδα τρεμάμενα από συγκίνηση
Στην συνοικία που σκοτώθηκε ο μνηστήρ της
Και με σφιγμένη την καρδιά θ’ ακούση
Η γειτονιά την περιπέτεια
Του καπετάνιου και της κόρης του
Διότι πάντοτε τα παραμύθια έχουν αλήθεια
Ιδίως αυτά που είναι πλεγμένα με κογχύλια
Και γοητεύουν τα παιδιά τους νέους και τους γέρους
Που έχουν ευαίσθητες ψυχές και ατσαλένια μπράτσα.

Χαριτωμένη κόρη
Ο πύργος που σε περιμένει
Έχει ετοιμάσει δυο κάμαρες για σένα
Με συντριβάνι από χρυσές κλωστές και ασημένιες χάντρες
Για να λουσθής όταν θα φθάσης
Μη το ξεχάσης μη το ξεχάσης
Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι
Για να γιορτάσης.

A ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες,φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης,  Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 50-52, 82-83, 84-85

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Από την συλλογή Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980


Ανδρέας Εμπειρίκος: Τα ακαταπάτητα

 

 {Αφιέρωμα σε τρεις συνέχειες}

 Επιμέλεια : Εύη Μαλλιαρού 

 

 Ζωγραφική : Νίκος Εγγονόπουλος 

 

 

Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν

Πολλές  γυναίκες ομοιάζουν
Με παλαιών χορών στροβίλους
Εις τους οποίους λικνιζόμενες μα φιλαρέσκειαν
Γυμνές έως την μέση στροβιλίζονται
Από την μνήμη των μέχρι την πρασιάν των κήπων
Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν
Κάτω απ’ τα φώτα που στα δέντρα λάμπουν
Και κοκκινίζουν τα παιδιά κοντά στις στέρνες
Με γεύσι μαστίχας στα φιλιά των
Και με τα χέρια των βαλμένα
Στα στήθη των χορευτριών
Και στα μαλλιά των.

 

Τα ακαταπάτητα

Αντίρροπον του κάθε δράματος η τρυφερά ανεμώνη
Σημαίνει το φανέρωμα κάποιας δικαιοσύνης
Κ’ αίφνης η θλάσις των λεπτοτέρων μίσχων
Ακεραιότης γίνεται αποκατάστασις πληρότης
Κάτι σαν κίνησις ανοδική και ευθύς μετά καθοδική
Κούνιας της ευφροσύνης
Κόρης που παλινδρομικώς εις την αιώραν της κινείται
Και δεν μονάζει το πρωί μήτε το βράδυ
Σε τέλματα κακίας ή μίσους.

Βάμμα χαράς στας παρειάς ροδίζει
Οι κώμοι του κόσμου τίποτε δεν σημαίνουν
Ας λένε και ας βάζουν στοιχήματα
Εξαίσια θάναι πάντοτε των ίππων η ορμή
Ιδίως προς το τέλος κάθε αγώνος
Και ας λέγει ας μανίζει το κοτσοπολιό
Τα κλήματα οπωσδήποτε θα κάνουν τα σταφύλια των
Και η χλόη πάντα θα ποτίζεται με σπέρμα.

 

       Αρμονία

Δεκάχρονο αγόρι που συλλογιέσαι
Σε θάμπωσαν τα σμαράγδια των κολεόπτερων
Σε πίκραναν οι σφήκες των προεστών
Που σε αγαπούν εντούτοις
Όταν δεν κράζει ο πετεινός στο κόκκινο ξημέρωμα
Του αντικρινού σπιτιού των ρόδων.

Γι’ αυτό θα προτιμούσα νάσουν ορμαθός κλειδιών
Τα μυστικά να τα γνωρίζεις όταν κι όπως θελης
Δεν είναι γραφτό στο μέτωπο να πέφτουν ήρωες από ζυμάρι της αυγής.

Ποιος ξέρει
Ίσως μια μέρα να ονειρευθής
Την τρισχαριτωμένη κόρη
Και μ΄ ένα καράβι ατρόμητο
Να ξεκινήσετε μαζί για τη μεγάλη περιπέτεια της ύλης.

Μην συλλογιέσαι λοιπόν μαύρα ή άσπρα ή γαλάζια
Της μοίρας τα γραφτά τα τρώνε τα ποντίκια
Κόκκινα και πράσινα θα σε δεχθή η μέρα
Και λαμπρά στολίδια μεσημέρια και πορφύρες
Θα σου προσφέρουν οι γυναίκες με τα φλεγόμενα μαλλιά
Τα στήθη τους θα σου προσφέρουν σαν λαστιχένιες κούπες
Για να πιεις το γάλα της ηδονής και της χαράς.

 

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης, Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 25, 49, 75

 

 

 Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο


Πέντε ερωτικά του Νίκου Εγγονόπουλου

Ν. Εγγονόπουλος : Εραστές

 

ΠΟΙΗΜΑ  ΠΟΥ  ΤΟΥ  ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’  ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
     μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
      γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
— αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
      μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

 

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική

η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —

η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

 

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα  ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα  στις ώρες μας  τις πιο κρυφές

 

ΤΟ ΧΕΡΙ

εις Ανδρέαν Εμπειρίκον

ωραίο δίχτυ
που έπλεξεν η
κόρη
η κόρη-τέκτων
ορθή ως
στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
φιλόξενο
ωσάν καλός θεός
ισχυρό
σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
της χαράς
ωραίο δίχτυ
που έβαψε
με το χρώμα των ματιών της
και μύρωσε
με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
η κόρη που εστέκονταν
ορθή
εις το παράθυρο του Αναπλιού

ωραίο δίχτυ
ωραία κόρη
ωραίο παράθυρο που φώτιζες
μέσα στη νύχτα
τ’ Αναπλιού
ωραίο παράθυρο που φώναζες
ωραία κόρη που φώτιζες
ωραίο δίχτυ
μέσα στο χρώμα
τ’ Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
γύρω τρογύρω
εις τον λαιμό μου
είτανε
κόρη
τα ωραία μαλλιά
σου
καθώς τα έπλεκες
εις το παράθυρο
μέσα στο φως

ωραία νύχτα
μέσα στο
βλέμμα σου
είτανε κόρη
καθώς τη ζήσαμε
τρελλοί από έρωτα
γυμνοί θεόγυμνοι
τρελλοί από έρωτα
— μια νύχτα έρωτος —
μέσα στο
δίχτυ
του Αναπλιού

Η επιστροφή των πουλιών (1946)

 

Η ΝΕΑ ΛΑΟΥΡΑ

οι τεράστιοι θησαυροί
— για τους οποίους τόσα θρυλούνται —
της πτωχής
περιγιαλούς
κόρης
είναι
τα μόνα
χείλη της
τα μόνα
ηδύγευστα χείλη της

πόσο μου λείπουν και πόσο τα νοσταλγώ
— και τα δοξάζω —
σα βρίσκομαι μακρυά
να περιπλανιέμαι
σε τούτα τ’ άχαρα
τ’ απίστευτα ταξείδια
που κάθε τόσο
επιχειρώ

κι’ όμως πόσο τα χαίρομαι
— και τα δοξάζω —
σα βρίσκομαι
κοντά
της

είναι   η   ζ ω ή

βγαίνει και παίρνει γύρα
σοκάκια
και μαχαλάδες
και με λυγμούς
με φωνάζει
και με ζητά

έλα
μην κάνεις έτσι
είμαστε Έλληνες
συ είσαι
— τι θαύμα! —
μια κόρη
Ελληνίς

όταν κοιμούμαι
τα λουλούδια της αμασχάλης σου
έρχονται
και μου θωπεύουν
όλο το κορμί
και σαν ζωγραφίζω
τότε
έρχονται
τα μάτια σου
τα ωραία
στην άκρια του χρωστήρα μου
και σεργιανίζουν
πάνω
σ’ όλη την επιφάνεια
του μουσαμά

για να ξέρης :
σ’ έχω κάνει αθάνατη

Ελευσίς (1948)

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004

 

 

και εφ’ όλης της ύλης…

Νίκος Εγγονόπουλος, «Η Ύδρα των πουλιών»

Η επιστροφή των πουλιών (1946)


Νίκος Εγγονόπουλος : … το όνειρο εθριάμβεψε



 

 

Ν. Εγγονόπουλος : Ορφεύς, Ευρυδίκη, Ερμής

 

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ

μεσ’  στο χαμένο
το μικρό
λιμάνι
π’ άγγιξαν
σαν τις στερνές
σταγόνες
του
ήλιου
των ψαριών
τα δάκρυα
υψώνεται η ζωή
κάθετη κι’ ήρεμη
σε μαρμαρένιες
γούρνες
και λωτούς
πικρούς
με τους νοσταλγικούς
ρυθμούς
των βαρυαύλων
και της
νύχτας

και να
όπου μας πρόφταξε η ώρα
και ζωντάνεψαν
τα όνειρα
που ειπώθηκαν
στους παιδικούς αχάτες
κι’ οι φοινικιές ετρελλαθήκανε
και καίγονται
κι’ ορθώσανε
προς τ’ άστρα
τ’ άσπρα
χέρια τους
και στα σκοτάδια
τις κραυγές
των πόθων

και τώρα
τα μηνύματα
αρπάξανε
τα φλάμπουρα
π’ ανέμιζαν
στου άγριου
δάσους
τους απόρθητους
κρυψώνες
κι’ οι στοργικές
φωνές
πάλι
ακούστηκαν
νάρχωνται
από
τα τρίσβαθα
τα φωτεινά
των
οριζόντων

και οι λυγμοί
όπου
σα βάσκανες ματιές
χρωμάτιζαν
του πυρετού τα ντέφια
στης λατρείας τα κλωνάρια
αργά αργά
σιγούν
μια που
πιο γρήγορα
θα ξεχαστή
του χωρισμού
το κλάμμα

αφού προβέλνει
το θηρίο
τ’ ανεμόδαρτο
ίδιο ξυλάρμενο
μέσα στης ζήλειας
το δρολάπι
— κι όχι ο
συνηθισμένος
ο Μινώταυρος
ο γνώριμος
αλλά
ένας ταύρος
με ανθρώπινο
κεφάλι —

και πίσω
τα πλατειά
φτερά
ανεμίζουνε
— ωσάν τ’ αγρίμι
π’ ούρλιαξε
σε βάθρα
αγαλμάτων —
και τα λυχνάρια
δείχνουνε
το δρόμο
που έρχουνται
και οι δαυλοί
ορίζουν
της
πομπής
το δρόμο

κι έρχονται
οι ανέραστες
παρθένες
που ασέλγησαν
σ’ αντιφωνάρια
λυτρωμού
και
πόρπες
σαβανώτρες
κι’ έρχονται
και μου
δείχνουν
με τα
ματωμένα χέρια τους
το δέντρο
της ζωής
και του
θανάτου

όμως δεν με γελούν
γιατί τα
χείλια
μου
τα ξέσκισ’  άσπλαχνα
η
εκδίκησις
κι’ ο
πελεκάνος
της θυσίας
και γιατί
μεσ’ στα
μάτια μου
βαθειά
ριζώσανε
τα
μανιασμένα
αστροπελέκια
του
πελάγους

κι’ αν ο
ανίερος κύκλος
δεν κατάφερε
να ζήση
μεσ’ στο
είναι μου
τα σαρκοβόρα
τρεχαντήρια
οι
υπερήφανες
αγριοφωνάρες
μου
ξυπνήσανε
τις
ερημιές
τις
φοβερές
που
ζώνει
η
νύχτα

κι αν η πομπή
κυλάη
το δρόμο
της
μεσ’ στων δαυλών
τα φώτα
και τα σείστρα
και μπρος
πάντα
πηγαίνει
ο ταύρος
ο
ανθρωπόμορφος
και τελευταίες
οι παρθένες
με τα μύρα

όμως
το ξέρω:
είμαι ο μόνος
που εδάκρυσε
όταν
περάσανε
αυτά
τα
λυρικά
σφαχτάρια
και ξέρω
ότι
το δέντρο
όπου
εφάνταξε
είναι
το δέντρο
της ζωής
μονάχα

είναι το δέντρο
που
στις
δροσερές
παλάμες του
κρατά
το αιώνιο
μυστικό
της λήθης

κι’ είναι
το
δέντρο που
καρτερικά
πάντοτε
πρόσμενα
να γινώ  ένα
με τις
πυκνές
τις
φυλλωσιές του

είναι το δέντρο το μονάκριβο
που
τα λουλούδια
του
έλεγαν
πάντα
το
τραγούδι
της
χαράς
μου

κι’ είν’ η  Ε υ ρ υ δ ί κ η

η Ευρυδίκη που έρχεται
και φεύγει
και ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ
για
να
σταθή
οριστικά
μεσ’ στη
φρικτή
πληγή
των
αγριεμένων
σωθικών μου

(κι’ ίσως
και
για
να
δικαιωθή
ο παλιός
χρησμός
πού
κάποτ’ ώρισε
πως είμαι
ο Ορφέας
ο ψηλός
λεπτός
κι αθάνατος
βγαλμένος από
τα πλατειά
τα στήθια
του Ερμή
του
Τρισμέγιστου)

και τώρα
που
το όνειρο
εθριάμβεψε
μεσ’
στο μικρό λιμάνι
όπου  άραξε
η πυρκαϊά των φοινικιών
στις
μαρμαρένιες
γούρνες
πάλι η χαρά του ήλιου
ολούθε απλώνεται
κι’ ηχούν
μονάχα
οι βαρύαυλοι
σαν έρθη
η
νύχτα

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Από τη συλλογή Η επιστροφή των πουλιών (1946) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 180-189

 

 

Christoph Willibald Gluck :  Orphee et Eurydice


Νίκος Εγγονόπουλος : … και λένε δάσος μεσ’ στη νύχτα την καρδιά μου

Νίκος Εγγονόπουλος : Ορφέας

ΟΙ ΦΩΝΕΣ

εις Ανδρέα Breton

 

μέσ’ απ’ τις γρίλλιες τις κλειστές
στην κίτρινη
τη φλόγα
του μεσημεριού
— όταν τ’ αγάλματα σιωπούν
κι’ μύθοι στέργουν —
οι φωνές
δονούν
πρώτα
αχνά
αργά
κι’ ύστερα
βροντερά
και γρήγορα
μεσ’ στο σοκάκι

κι’ αποκαλύπτουν ξάφνου τα αιώνια μυστικά

άλλοτε
— φυσικά —
είν’ τρομερές και φοβερές
σαν τάφοι
κι’ άλλοτε
πάλε
στοργικές
σαν τάφοι πάλι
κι’ ωσάν θωπεία
μακρυών
λεπτών
δακτύλων

και λεν
το κάθε τι
με τ’ όνομά του

λεν το νερό
της βρύσης
στόμα
τα  μαύρα
τα ψηλά
τα
δέντρα
λήθη
τη νύχτα μεσ’
στις ρεματιές
Ομφάλη

λεν τα κλαμμένα μάτια
«φίλη»
τα δροσερά άλικα χείλια
φύλλα
τα ερωτικά τα δόντια
εφιάλτη

του έρωτα τα πορφυρά κρεββάτια
αβύσσους
του λιμανιού τα μαύρα
τα νερά
λυχνάρι
και λεν τις
σκουριασμένες άγκυρες
τ’ ονείρου θρήνο

βάζουν πολύχρωμα φτερά
στο θλιβερό
τ’ Ορφέα βλέμμα
στ’ Ορφέα
τα χέρια
βάζουνε βεντάλιες
ξεσκίζουνε
τα φλογισμένα του
φουστάνια
κοσμούν
την κεφαλή του
με νταντέλλες
πολύ λεπτές

(στ’ Ορφέα
την κορφή
μπήγουν
σημαίες)

πετούν μεσ’
στων χρησμών το χάος
αίμα
και ξαναλέν τις
φοινικιές
δαυλιά

στέκουνε με λυγμούς
στη λέξη σφύρα
ονόμασαν σιγή
τη λέξη θύρα
το θάνατο είπαν
μουσική
μεσ’ στα
μηνίγγια
και λένε δάσος
μεσ’ στη νύχτα
την καρδιά
μου

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Από τη συλλογή Η επιστροφή των πουλιών (1946): Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 163-166

 

Gluck – Ορφέας και Ευρυδίκη

Monteverdi – Ορφέας

Είσαι νεκρή, είσαι νεκρή, αγαπημένη

Κι εγώ αναπνέω. Μ’ άφησες, για πάντα μ’ άφησες

Ποτέ δεν θα γυρίσεις…

Όχι, όχι, αν τα τραγούδια μου έχουν  δύναμη καθόλου

Στις πιο βαθιές αβύσσους θα κατέβω,

Και την καρδιά θα λιώσω των βασιλέων των σκιών

Και πίσω θα σε φέρω, σ’ εμένα και στ’ αστέρια

Ή, αν η σκληρή  μοίρα μου τ’ αρνηθεί

Κοντά σου θε να μείνω, στο θάνατο κοντά.

Κι αντίο γη και ουρανέ, και ήλιε έχε γεια.