Just another WordPress.com site

Γέητς : Ποιήματα για την Μωντ Γκον

Ο  Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς (William Buttler Yeats, 1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats,  μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabriel Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» (βλ. ανάρτηση  26ης  Αυγούστου 2011) και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια», αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του Γέητς έφθασε όταν ο ποιητής ήταν είκοσι τριών ετών, το 1889. Εκείνη την εποχή, παθιασμένος με την υπόθεση της Ιρλανδίας, ο ποιητής βρέθηκε κοντά στον John O’ Leary, τον ηγέτη που πίστευε ότι μόνο ένας τρόπος υπήρχε για την εθνική ανεξαρτησία, η επαναστατική δράση. Ο ηγέτης συγκέντρωνε γύρω του πολλά νεαρά άτομα, όπως την Μωντ Γκον (Maud Gonne), μια φλογερή επαναστάτρια ένα χρόνο μικρότερη από τον Γέητς, όμορφη σαν θεά, ανεξάρτητη στη σκέψη, «άνομη», και πανέτοιμη να παίξει ηγετικό ρόλο στον πατριωτικό αγώνα. Στις 30 Ιανουαρίου του 1889 επισκέφτηκε τον πατέρα του ποιητή, συστημένη από τον  O’ Leary. Ο νεαρός Γέητς την ερωτεύτηκε όπως ερωτεύονται οι ρομαντικοί ήρωες και άρχισε να γράφει ποιήματα γι’ αυτήν.

Είχαν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από τη γνωριμία τους, όταν ο Γέητς, παρερμηνεύοντας ένα γράμμα της, αποφάσισε να της προτείνει γάμο. Ποτέ δεν θα παντρεύονταν, του είπε, υπήρχαν σοβαροί λόγοι.  Η Μωντ ήταν ερωτευμένη με έναν Γάλλο δημοσιογράφο. Μέχρι τότε ο ποιητής δεν ήξερε τίποτα σχετικά.

Αυτή ήταν η πρώτη αλλά όχι η τελευταία πρόταση γάμου που της έκανε. Στη αυτοβιογραφία της η Μωντ καταγράφει μία από τις προτάσεις αυτές: «Ω, Μωντ, γιατί δεν με παντρεύεσαι…; Θα μπορούσα να σου προσφέρω μια πολύ όμορφη ζωή». «Γουίλι», είπε αυτή, «δεν κουράστηκες να επαναλαμβάνεις την ίδια ερώτηση; Πόσες φορές σου έχω πει να ευχαριστείς τους θεούς που δεν θα σε παντρευτώ; Δεν θα είσαι ευτυχισμένος μαζί μου». Ο Γέητς αντέτεινε πως  δεν ήταν ευτυχισμένος χωρίς αυτήν, για να πάρει μιαν απάντηση που έμελλε να τη θυμάται για πολύν καιρό. «Ω, ναι, είσαι, γιατί  γράφεις όμορφη ποίηση με αυτό που αποκαλείς ‘δυστυχία’ σου… Οι ποιητές δεν πρέπει να παντρεύονται ποτέ. Ο κόσμος θα έπρεπε να με ευγνωμονεί που δεν σε παντρεύομαι». Τον ενθάρρυνε ωστόσο να συνεχίσει να της γράφει ποιήματα, πέντε από τα οποία παρουσιάζουμε στη σημερινή ανάρτηση.

 

 

 

Ζωγραφική : Dante Gabriel Rossetti

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

  • «Φίλες» : Γραμμένο το 1911, το ποίημα αυτό σχολιάζει την παρουσία  τριών γυναικών στη ζωή του Γέητς, τριών γυναικών που έπαιξαν κύριο ρόλο στη ζωή του, και για πολλά χρόνια. Η πρώτη είναι η Olivia Shakespear, με την οποία γνωρίστηκε το 1894. Η ερωτική τους σχέση  κράτησε μόνο ένα έτος αλλά ήταν πολύ σημαντική. Με την Olivia ο ποιητής αλληλογραφούσε συχνά, ανταλλάσοντας απόψεις με ελευθερία και άνεση. Η δεύτερη είναι η Augusta Gregory, η οποία βοήθησε αποφασιστικά τον Γέητς να δημιουργήσει το  ιρλανδικό θέατρο, κάτι που ο ποιητής το ονειρευόταν αλλά το θεωρούσε ανέφικτο. Η τρίτη είναι, ασφαλώς, η Μωντ Γκον. Πάνω από είκοσι χρόνια μετά την πρώτη συνάντησή τους, τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει απ’ την καρδιά του, που από τα πόδια ώς την κορφή τον συγκλονίζει.
  • «Μια σκέψη απ’ τον Προπέρτιο» : Πιθανώς γράφτηκε πριν από τον Νοέμβριο του 1915.  Ο Προπέρτιος είναι ο ρωμαίος ερωτικός ποιητής Sextus Propertius (περ. 50-16 π.Χ..) Ο Γέητς έχει επιλέξει κάποιες εικόνες από το δεύτερο ποίημα του δεύτερου βιβλίου του Προπέρτιου. Η αναφορά στη θεά Αθηνά σχετίζεται με την εντύπωση που του έκανε η Μωντ Γκον όταν την πρωτοείδε: «Ο έπαινος του Βιργιλίου  ‘βαδίζει σαν θεά’  ταίριαζε μόνο σ’ αυτήν».
  • «Χαμένα όνειρα» :  Γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1915. Ο επίμονος ποιητής είναι ο Γέητς, τώρα στην ηλικία των πενήντα. Η αναφορά στο ψεγάδι της Μωντ (μικρά τα χέρια, κι όμορφα δεν ήταν) σχετίζεται με την άποψη του ποιητή ότι ένα ψεγάδι ή κάτι το ασυνήθιστο προσδίδει μοναδικότητα στην αγαπημένη.
  • «Βαρύς όρκος» : Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1915. Αναφέρεται στον όρκο της Μωντ να μην παντρευτεί, τον οποίο δεν κράτησε. Ακόμη και τώρα, λέει ο Γέητς, το πρόσωπό σου συναντώ,/απρόσμενα. Η «ψύχωση» του ποιητή με την Μωντ Γκον δεν έχει θεραπευτεί.
  • «Παρουσίες» : Γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1915. Η πουτάνα είναι ίσως η Mabel Dickinson, με την οποία ο Γέητς είχε δυσάρεστες εμπειρίες. Το παιδί είναι η Iseult Gonne, η όμορφη κόρη της Μωντ. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για τη μητέρα, ο ποιητής έκανε μια απελπισμένη πρόταση γάμου στην κόρη, ίσως για να έχει κάτι από το «κύτταρο» της Μωντ. Η νεαρή Iseult κολακεύτηκε από την πρόταση, που όμως θύμωσε τη μητέρα της. Η απάντηση ήταν αρνητική. Η βασίλισσα είναι βέβαια η Μωντ.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

ΦΙΛΕΣ

Πρέπει, λοιπόν, αυτές τις τρεις να επαινέσω—
τις τρεις γυναίκες που μου χάρισαν
ό,τι χαρά στις μέρες μου έχω να γυρέψω.
Την πρώτη, που μήτε μια στιγμή
μήτε καμιά —από εκείνες τις επίμονες— φροντίδα,
τίποτε, τίποτε σ’ αυτά τα δεκαπέντε
συχνά τυραννισμένα, ταραγμένα χρόνια
δεν μπήκ’ εμπόδιο να χωρίσει
τον νου από τον μαγεμένο νου.
Τη δεύτερη, γιατί το χέρι της
είχε τη δύναμη να ελευθερώσει
ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να εννοήσει,
ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να ‘χει και να κρατήσει,
τ’ ονειροπόλο το φορτίο της νιότης, μέχρι που
τόσο με άλλαξε, ώστε τώρα ζω
κι ανθίζω μες στην έκσταση.
Και τί να πω γι’ αυτήν που μου άρπαξε
τα πάντα μέχρι το τέλος της νεότητός μου
στρέφοντας σπάνια συμπονετικό το βλέμμα;
Πώς ίσως θα ‘πρεπε αυτήν να επαινέσω;
Καθώς που η μέρα ό,τι χαράζει,
μετρώντας τα καλά και τ’ άσχημά μου,
άγρυπνος έχω μείνει για χατίρι της,
να ενθυμούμαι τη μορφή της,
Τί γερακίσια όψη ακόμη δείχνει,
ενώ απ’ τα μύχια της καρδιάς μου
τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει
που από τα πόδια ως την κορφή με συγκλονίζει.

Μετάφραση : Σ ο φ ί α  Σ κ ο υ λ ι κ ά ρ η

 

ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΡΟΠΕΡΤΙΟ

Μπορούσε —τόσ’ είχεν αρχοντιά
η μακριά κυματιστή γραμμή
απ’ την κορφή ώς τα ωραία της γόνατα—
ώς τον αρχαίο βωμό
μέσα σ’ ιερές εικόνες να βαδίσει
στης Αθηνάς Παλλάδας το πλευρό
ή να ‘ναι θύμα λατρευτό κενταύρου
που με το άκρατο κρασί είχε μεθύσει.

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ασπρίζουν τα μαλλιά σου.
Των νεαρών δεν κόβεται η ανάσα
στο πέρασμά σου πια.
Κάποιος γεροχωριάτης ίσως να μουρμουρίζει μιαν ευχή
γιατί τον έσωσε απ’ του πόνου το κρεβάτι
η δική σου προσευχή.
Για χάρη σου –-αυτό όλων οι καρδιές το ‘χουνε μάθει,
όλων που πόνεσε η καρδιά για το απλό κορίτσι που ολόγιομη
γινότανε γυναίκα–, για χάρη σου
οι ουρανοί μακραίνουν της συντέλειας τη στιγμή,
για τη γαλήνη
που ένα πέρασμά σου στο δωμάτιο αφήνει.

Η ομορφιά σου θολές μόνο αναμνήσεις
φέρνει, αναμνήσεις μόνο.
Όταν οι γέροι πάψουν για σένα να μιλούν,
«Πες μου για τη γυναίκα αυτή», θα πει στο γέρο ο νιος
«που επίμονος ο ποιητής με πάθος τραγουδούσε
τώρα που ‘χει παγώσει το αίμα του ο καιρός».

Αναμνήσεις θολές, αναμνήσεις μόνο,
αλλά στον τάφο όλα, όλα αναβιώνουν.
Η σιγουριά πως τη γυναίκα αυτή θα δω
να στέκεται, να περπατά, να ακουμπά
με τις πρώτης θηλυκότητας τις χάρες,
με τη ζέση των ματιών μου των νεανικών,
μου φέρνει ασυνάρτητο, τρελού μουρμουρητό.

Είσαι πιο όμορφη απ’ όλες,
ένα ψεγάδι το σώμα σου είχε ωστόσο:
μικρά τα χέρια, κι όμορφα δεν ήταν,
και οι καρποί φοβούμαι πως θα κουραστούν
με κόπο να κωπηλατούν
σε κείνη την παράξενη, την ξέχειλη τη λίμνη,
όπου αψεγάδιαστα υπακούν στη θεία προσταγή
οι κωπηλάτες. Μην τα’ αλλάξεις
τα χέρια που εφίλησα,
για τη μοναδική τους χάρη, που ετίμησα.

Ο τελευταίος χτύπος ξεψυχά∙ μεσάνυχτα.
Τριγυρνώ —σε μια καρέκλα όλη μέρα—
σ’ όνειρα μέσα κι ομοιοκαταληξίες
μ’ αέρινες εικόνες κι ασυναρτησίες.
Αναμνήσεις θολές, αναμνήσεις μόνο.

Μετάφραση : Μ α ρ ί α  Σ ι δ η ρ ο π ο ύ λ ο υ

 

ΒΑΡΥΣ ΟΡΚΟΣ

Καθώς δεν κράτησες εκείνον τον βαρύ σου όρκο,
κάποιοι έγιναν φίλοι μου καλοί∙
ωστόσο, κάθε που κοιτάζω
το θάνατο κατάφατσα,
σαν ανεβαίνω την ψηλή σκάλα του ύπνου
ή σαν ανάβω πίνοντας κρασί,
το πρόσωπό σου συναντώ,
απρόσμενα.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ

Τόσον αλλόκοτη ήτανε η νύχτα ετούτη, ώστε μου εφάνη
ότι της κεφαλής μου οι τρίχες εσηκώθηκαν.
Από τη δύση του ηλίου ονειρεύομαι
γυναίκες γελαστές, ή ντροπαλές, ή παθιασμένες
μέσα σου μεταξιού ή της δαντέλας θρόισμα
να ανεβαίνουν κι η σκάλα μου να τρίζει. Για εκείνο
το τερατώδες πράγμα, όλες τις ρίμες μου είχαν διαβάσει,
για την αγάπη που επεστράφη μα δεν ανταπεδόθη.
Στην πόρτα εστάθηκαν, ανάμεσα
στο μέγα ξύλινο αναλόγιο και το τζάκι,
ώς να μπορώ ν’ ακούσω τις καρδιές τους να χτυπούνε.
Η πρώτη είναι πουτάνα, η δεύτερη παιδί
που άντρα δεν εκοίταξε ποτέ με πόθο,
κι η τρίτη, ίσως, βασίλισσα.

W. B. Y E A T S

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

W. B. Yeats, 70 Ερωτικά, Πρόλογος- Εισαγωγή – Σχολιασμός – Επιμέλεια: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Αθήνα, Εστία, 3η έκδοση, 2004

5 responses

  1. BAΣΙΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΟΥ

    Εύγε!
    Β .Φ .

    Νοεμβρίου 4, 2011 στο 11:34 πμ

  2. ΑΝΔΡΕΑΣ Τ

    σσσ! μιλά η γυναίκα τώρα!

    Νοεμβρίου 4, 2011 στο 10:46 μμ

    • και …πάσα αρχή παυσάτω!

      Σ.

      Νοεμβρίου 5, 2011 στο 1:33 πμ

  3. mi mou tous kyklous tarate

    Οι αναρτήσεις αυτές είναι πολύτιμες: εκφράζουν το βαθύ και θερμό αίσθημα του ποιητή για τον έρωτα, αλλά και τη μαγεία που εκπέμπει η γυναίκα-συμβόλο στον ψυχισμό του.

    Οι μεταφράσεις του Γέητς από τον ενθουσιώδη μελετητή του Σπύρο, μεταφέρουν το εμπνευσμένο φορτίο τους, μυητικά, σε μας.

    Εύη

    Νοεμβρίου 4, 2011 στο 11:53 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s