Just another WordPress.com site

Archive for Δεκέμβριος, 2011

Νίκος Εγγονόπουλος : η αγάπη που τη νύχτα παγιδεύει

.

Το 2007, εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου, και με αναφορά στην καμπάνια για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου), το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου παρουσίασε μια επιλογή από χαρακτηριστικούς στίχους του μεγάλου Έλληνα ποιητή και ζωγράφου.

(Βλ. και:  http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=resource&cresrc=825&cnode=145)

Από την επιλογή εκείνη διαλέγουμε τους, κατά τη γνώμη μας,  πιο «πεμπτουσιακούς» στίχους για τη σημερινή  ανάρτηση.

.

.

 

.

.

 .

.

[…] ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:

το άνομο ψωμί δεν ωφελεί

υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

 «Ποίημα-απομίμησις πολλών ψαλμών… », ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

[…] πέστε μου πόσοι νοσταλγοί

ζήτησαν να γυρίσουν

κι’ όμως στο τέλος δεν το έπραξαν

μη ξανανοσταλγήσουν

«Ου δύναταί τις δυσί κυρίοις δουλεύειν… », ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

[…]  Όλοι μου φωνάζουν:

παραδόσου!

Αλλά εγώ δεν παραδίδομαι. Αρκούμαι να παραδίδω μαθήματα Αγγλικής γλώσσης δις, ή και τρις ακόμη της εβδομάδος, εις τας θνησιγενείς ραπτομηχανάς των επάλξεων. […]

«Παράδοσις», ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ, 1938

.

[…] Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; […]

«Περί ύψους», ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

[…] «Μίρκο Κράλη, τι ζητάς;

εδώ δεν είναι παίξε γέλασε:

εδώ είναι Μπαλκάνια»

«Όρνεον 1748», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

Μιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας

λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε,

άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.

«Ο εραστής», ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

 […] από καιρό τώρα

–και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα–

είθισται

να δολοφονούν

τους ποιητάς

«Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα… », ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

[…] στρατηγέ

τι ζητούσες στη Λάρισα

συ

ένας

Υδραίος;

ΜΠΟΛΙΒΑΡ, 1944

.

 […] Θύματα εξιλαστήρια της αγάπης, της νύχτας ασκητικοί στρατοκόποι, της αυγής υπερήφανοι περπατητές, ανάφτε το θαλασσινό φανάρι. Ποιος έχει τακάτι, τίνος το λέει στ’ αλήθεια η καρδιά, ας ερθή. Μην χρονοτριβούμε άδικα σε μάταιες ανασκοπήσεις του παρελθόντος. Οι καιροί είναι αβέβαιοι. […]

«Δυαδικός αυτοματισμός», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] Τώρα η ψυχή μας ποθεί την γαλήνην. Τώρα η ψυχή μας ποθεί την χαρά. Έστω και αν απαιτείται δι’ αυτό, ακόμη και για μίαν μόνη στιγμή ή της αύριον ή της χθες, η εξωμήτριος κύησις του φόβου μέσ’ στα επιρριπτάρια της αθανασίας. […]

 «Γοτθική πικρία», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] οι φωτεινές σου παλάμες τους ορίζοντες σμίγουν

η φωνή σου θωπεύει τη δροσιά που απλώνει η δύσις

το κορμί σου δονεί στα θερμά παρακάλια της νύχτας

και στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά;

«Το έβδομο τραγούδι της αγάπης», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] είν’ η αγάπη: η αγάπη που τη νύχτα παγιδεύει

χύνει τ’ αστέρια όλα στον κόρφο τον κρυφό

που διώχνει μακρυά τα βότσαλα (τα ξερά ξύλα)

μη βρης ποτέ το δρόμο μακρυνό […]

«Το γράμμα», ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

[…]    Συνθλίβω ανάμεσα στις ευγενικές μου παλάμες το ρόδι της χαράς. Ανοίγω το κλουβί των πουλιών να πετάξουν, ελεύθερα, μέσα στη νύχτα.

         Από το νεροχύτη ξεπετιέται ένας άγγελος.

         Εγώ τον καλωσορίζω, του προσφέρω γραμματόσημα, σύκα, δορές λεόντων, φιλιά. […]

«Η μνήμη», ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

η βυθοκόρος

των ονείρων

λειτουργεί

μόνον

με την προσθήκη

των λέξεων

«τρυγόνα μου περήφανη» […]

«Συνέπεια», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

[…] γιατί

–παρ’ όλες τις πικρίες που τονέ ποτίζουνε–

ο ποιητής

την άρνηση του θάνατου φέρνει μαζύ του

κι’ ακόμη

είν’ αυτός τούτος

του θανάτου η άρνηση […]

«Ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής», ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

στα μέρη της Πόλης φυτρώνει ένα πουλί που οι εντόπιοι το

λεν «μαγνόλια»

«Επεισόδιο», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

[…] την χαράν ή την λύπην;

την χαρά

την λύπην ή την ανίαν;

την λύπη

τον άνθρωπο ή τον πόθο;

τον πόθο

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς;

ν’ αγαπώ

«Το γλωσσάριο των ανθέων», ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948

.

[…] είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε δάση

το κάθε δέντρο τους είν’ κι’ ένα μήνυμα του πάθους

σαν μέσ’ σ’ αυτά τα δάση

μας πλανέψουνε

τα βήματά μας

και χαθούμε

τότες είν’

ακριβώς

που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας

και ζούμε […]

«Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε», ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948

.

[…] ο δρόμος προς

την αγάπη

είναι νυχτερινός

πηγαίνει ψηλά

και φτάνει

εκεί όπου

το μπλε

του κοβαλτίου

κι’ ακόμη και το κίτρινο

–του καδμίου–

δεν είναι πια τα χρώματα

με τα οποία

βάφω

τις ζωγραφιές μου […]

«Στα όρη της Μυουπόλεως I», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

θαν την τσακίσω εγώ

τη νοσταλγία σου

θα μαχαιρώσω

τη μυστική σου

χαρά

με τ’ άσπρα μου

πουλιά

που ζουν

και φτερουγίζουν

μέσα

στα

μάτια σου

«Μια(ν) Οβρηοπούλα που μ’ ασημένιο χτένι εδιαλυζούντανε… », Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] αν ήτανε δυνατό

ν’ αντικαταστήσω

τα ιερά σάβανα

της φωνής μου

με την αγάπη

που έχει

μια μεταφυσική μουσική κόρη

για τις μαύρες ομπρέλλες της βροχής

ίσως τότες

μόνο τότες

θα μπορούσα να πω

τα φευγαλέα οράματα

της χαράς

που είδα κάποτες […]

«Το καράβι του δάσους», ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ, 1938

.

[…] πρέπει όλα να ειπωθούν

πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως

για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια

τις δυο ασήμαντες

άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:

το «πάντοτε» και το «ποτές»

και ναν το πάρουμε τελειωτικά

απόφαση:

η σάρκα –ναι– είν’ πρόθυμη

όμως το πνεύμα

φορές φορές

–ωιμέ–

είν’ ασθενές […]

         «Μάλλον ή ήττον», ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ,1978

.

[…] αρέσει στον ποιητή

ν’ απομονώνεται

σε μιαν υπερήφανη

–και γαλάζια–

μοναξιά

εκεί

σ’ αυτό το έρμο

ακροθαλάσσι

είναι π’ ανάφτουν τη

νύχτα τα

φανάρια

που παραπλανούν

τους ναυτικούς

εκεί γίνεται η

σκέψις

μια φλογισμένη ρόδα

που κυλάει

στον ορίζοντα […]

«Το σκυροκονίαμα των ηρωικών παρθένων», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (1907-1985)

.

Και εδώ το εξαιρετικό, «ακαριαίο» βίντεο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου,  για όσους/ες δεν είχαν την ευκαιρία να το απολαύσουν:

.

.

.

Advertisements

Guillaume Apollinaire : Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νερών

.

.

Giorgio de Chirico: Portrait premonitoire
de Guillaume Apollinaire
 


Δ Ε Ι Λ Ι Ν Ο

Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νερών
στο χορτάρι όπου η μέρα ξεψυχάει
η αρλεκίνα γυμνή βγαίνει και κοιτάει
το κορμί της στον καθρέφτη των νερών.

Παρεκεί ένας τσαρλατάνος βραδυνός
τα παιγνίδια που θα κάνουν διαφημίζει.
Ο άχρωμος απ’ άκρη σ’ άκρη ουρανός
άστρα σαν το γάλα ωχρά γεμίζει.

Ο χλομός ο αρλεκίνος μ’ ευθυμία
πρώτα πρώτα χαιρετάει τους θεατές
Μάγους που ’χουν έρθει απ’ τη Βοημία
μερικές νεράιδες και τους γητευτές.

Και κατόπιν ξεκρεμώντας έν’ αστέρι
με το τεντωμένο του το παίζει χέρι
ενώ κάποιος κρεμασμένος ρυθμικά
με τα πόδια του τα κύμβαλα χτυπά.

Τ΄ όμορφο παιδί η τυφλή κουνάει,
η ελαφίνα με τα ελάφια της περνάει.
Βλέπει ο νάνος με το βλέμμα του θολό
τον τρισμέγιστο αρλεκίνο πιο ψηλό.

.

Μετάφραση: Μ ή τ σ ο ς   Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ

Μήτσος Παπανικολάου, Μεταφράσεις, Αθήνα, Πρόσπερος, 1987, σελ. 10-11.

.

Pablo Picasso: Acrobat and Harlequin

 

 .

Σ Α Λ Τ Ι Μ Π Α Γ Κ Ο Ι

Ξεμακραίνει το μπουλούκι
Απ΄ του κάμπου τα περβόλια
Απ΄ τα γκρίζα πανδοχεία
Τ’ αλειτούργητα χωριά

Τα παιδιά πάνε μπροστά
Ξοπίσω σαλτιμπάγκοι αλλοπαρμένοι
Γνέφουν στα οπωροφόρα από μακριά
Κι εκείνα γέρνουνε καρτερικά

Σέρνουν μαζί τους σύνεργα κάθε λογής
Ταμπούρλα τσέρκια χρυσαφένια
Η αρκούδα κι η μαϊμού ζώα σοφά
Απ΄ τους περαστικούς πεντάρες ζητιανεύουν

.

Μετάφραση: Χ ρ ι σ τ ό φ ο ρ ο ς   Λ ι ο ν τ ά κ η ς

 .

 

Pablo Picasso: Family of Saltimbanques

.

 

Υ Π Ο   Τ Ο   Σ Ε Λ Η Ν Ο Φ Ω Σ

Μελίρρυτη εξορμά η σελήνη στων σαλών τα χείλη
Περβόλια και χωριά τηλώνονται όλα αιγλήεσσα ύλη
Τ’ αστέρια υποκρίνονται όμορφα πως είν’ μελίσσι
Και μέλι ολόφωτο τα τσάμπουρα έχει πλημμυρίσει
Πασίγλυκο είναι κι απ’ τον ουρανό χιμάει και θέλει
Του φεγγαριού η κάθε αχτίδα νά ’ν’ μι’ αχτίδα μέλι
Κρυμμένος νιώθω το γλυκό το κέντημα του πούρου
Κεντριού και τρέμω μην κεντρί είν’ της μέλισσας του Αρκτούρου
Που αχτίδες έρχεται ακουμπά στα χέρια μου εν προόδω
Το φεγγαρόμελο βουτώντας στου άνεμου το ρόδο

.

G u i l l a u m e   A p o l l i n a i r e (1880-1918)

Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

 

Από : http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/APOLLINAIRE

.

 

Henri Rousseau: The Muse Inspiring the Poet

 

M A R I E

Vous y dansiez petite fille
Y danserez-vous mère-grand
C’est la maclotte qui sautille
Toute les cloches sonneront
Quand donc reviendrez-vous Marie

Les masques sont silencieux
Et la musique est si lointaine
Qu’elle semble venir des cieux
Oui je veux vous aimer mais vous aimer à peine
Et mon mal est délicieux

Les brebis s’en vont dans la neige
Flocons de laine et ceux d’argent
Des soldats passent et que n’ai-je
Un cœur à moi ce coeur changeant
Changeant et puis encor que sais-je

Sais-je où s’en iront tes cheveux
Crépus comme mer qui moutonne
Sais-je où s’en iront tes cheveux
Et tes mains feuilles de l’automne
Que jonchent aussi nos aveux

Je passais au bord de la Seine
Un livre ancien sous le bras
Le fleuve est pareil à ma peine
Il s’écoule et ne tarit pas
Quand donc finira la semaine

.

.

Poème de Guillaume APPOLINAIRE

pour Marie LAURENCIN

et chanté par Léo FERRE

.

 

.

 


Louis Aragon : Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν


.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine

.

 


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ

.

Δώ’ μου τα χέρια σου να με αλαφιάσουν,
χέρια που ανέκαθεν αναπολώ
νά ’ρθουνε τη μοναξιά μου να σπάσουν,
δώσ’ τα μου νά ιδω έτσι κι εγώ καλό.

Άμα τα πιάνω στη φτενή μου αρπάγη
–δάχτυλα, σκιάξιμο, σάστισμα, φούρια–…
άμα τα πιάνω, όπως λυώνουν οι πάγοι
και το νερό βρίσκει κοίτη καινούργια,

νιώθεις τα ρεύματα που με διαρρέουν,
με κατακλύζουν και με καταχτούν,
που διατρυπούν τα πρανή των ορέων
και τί προδίδουν όσοι έτσι αταχτούν;…

Τί μαρτυράει εδώ η μύχια γλώσσα;
–ρήματα αλάλητα, αγριμιών ορμές,–
βουβά κι ανίδωτα και μύρια όσα
είδωλα μέσα σε μαύρο καθρέφτη… Μες

στην ανεκλάλητη πια ανατριχίλα
τί λεν τα δάχτυλα που έξαφνα πιάνουν
σφιχτά τη λεία τους; Τί λένε; Μίλα!
Σε μια στιγμή-αστραπή το αχανές χάνουν!…

Δώ’ μου τα χέρια σου, της καρδιάς μου εκμαγεία·
σιγάει ο κόσμος –σαν δεν είναι μόνα,
τα χέρια σου– να νιώσει τη μαγεία
του νυσταγμού η ψυχή μου εις τον αιώνα.

.

.

.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΥ

.

Στων ρυακιών το ρέμα κοντοστέκεται Τραγουδά τραγούδια
Τρεχοβολάει Τον ουρανό κοιτώντας κράζει δυνατά κραυγάζει
Τη φούστα έχει ανοιχτή προς τον παράδεισο
Σε γοητεύει σε γοητεύει δηλαδή απόλυτα
Πάνω από μικρά φλοισβίσματα κουνάει ένα κλαράκι
Το άσπρο χέρι της σιγά-σιγά το σέρνει στ’ άσπιλό της μέτωπο
Στα πόδια της ανάμεσα νυφίτσες πιλαλάνε
Και στο καπέλλο της πάει και θρονιάζεται όλο το γαλάζιο

.

L o u i s  A r a g o n  (1897 – 1982)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ARAGON

.

.

.

L E S   M A I N S   D’  E L S A

Δημιουργία  βίντεο : Γιώργος Κεντρωτής

 

.


Paul Éluard : Μ’ έναν έρωτα στο στόμα

.

.

Φωτογραφία της δεκαετίας του 1920

.

 

 

[ Ν Α   Κ Ο Ι Μ Α Σ Α Ι ]

.

Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

.

Μετάφραση: Ο δ υ σ σ έ α ς   Ε λ ύ τ η ς
Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Αθήνα, Ίκαρος, 1976, σελ. 72.

.

.

.

Η   Ε Κ Σ Τ Α Σ Η

.

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.

.

.

.

Μ Ε   Ε Σ Ε Ν Α

.

Κρατώ τον δρόμο σαν ποτήρι
Γεμάτο φως μαγευτικό
Γεμάτο λόγια ανάλαφρα
Αλλά και γέλια άνευ λόγου
Ο πι’ όμορφος της γης καρπός

Διαβάτες πλήρως ψάθινοι
Πουλιά γαλάζιας απουσίας
Στενό κορίτσι και χλωμό
Το τρώνε πάντα οι έγνοιες
Και πάντα μπρός μου βγαίνει να το

Μικρό κορίτσι που ’ν’ μικρό και αρχαίο
Μου δικαιώνει τα όνειρά μου
Ενδίδει και στους πόθους μου
Και μνήμες αφυπνίζει παιδικές
Στο κύμα το χρυσό του δρόμου.

.

.

.

Μ Ε Τ Α Ξ Υ   Σ Ε Λ Η Ν Η Σ   Κ Α Ι   Η Λ Ι Ο Υ

.

Σ’ το λέω, πασίχαρη εσύ και φωτεινή,
Η γύμνια σου μού γλείφει εδώ τα παιδικά μου μάτια
Η έκσταση των τρισόλβιων κυνηγών οφείλεται
Στ’ ότι εκάμαν ν’ αβγατίσει θήραμα τελείως διάφανο
Που διαστέλλεται χωρίς νερό σε ανθοδοχείο μέσα
Σαν σπόρος στη σκιά ενός χαλικοβότσαλου.

Γυμνή σε θωρώ και αραβούργημα εδείχτης που υμνεί
Των ωρών ο δείχτης στην κάθε του κάθετη στροφή
Κι ο ήλιος απλώνει να λιαστούν πέρα ώς πέρα μέσα στην ημέρα
Των ηδονών μου οι αχτίδες που έγιναν μεμιάς πλεξίδες.

.

P a u l   É l u a r d  (1895 1952)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ELUARD

.

.

Φωτογραφία : Alfred Cheney Johnston

.

.

.

.

.


Γιάννης Σκαρίμπας : Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά

.

John William Waterhouse : Boreas, 1902

 

 


ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

.

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π ας  (18931984)

Από: http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/skaribas-p.htm

.

.

.

Γιάννης Σκαρίμπας-Νικόλας Άσιμος: «Ουλαλούμ»


Γιάννης Σκαρίμπας : Προς τη γραμμή των οριζόντων

 

Henri Rousseau : The Boat in the Storm

.

.

.


 ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, — τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα — με γυάλινα πανιά — πλοίο που πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
έξω απ’ τον κύκλο των νερών —  στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου — φως μου —
— καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί —
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

.

.

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Θόλωνε το βράδυ και βαρύ επροχώρει
μπλάβο σαν ‘να σύγνεφο μελάνι
μέσα στην αχλύ του — όρνιο — το βαπόρι
κι ήμπε σιγανά μεσ’ το λιμάνι.

Το βαπόρι, είπα με ψυχή σκιαγμένη,
νάτο το βαπόρι-όρνιο νάτο,
τάχα ποιόν ν’ αρπάξει έχει έρθει και προσμένει
μουχτερό και δόλιο, από δω κάτω;

Ήταν μου το θάρρος έντρομο και όμως
μαύρες υποψίες έχω εντός μου
— ξέρω — ένας κρύφιος θα με φέρει δρόμος
όξ’ από τα όρια του κόσμου.

Αχ δυστυχισμένος έκλαιγα όλη νύχτα
τις προετοιμασίες κάνοντας του Άδη
κι όλο το βαπόρι ρεύονταν κι αλύχτα
— ύαινα τυφλή — μεσ’ το σκοτάδι.

Την αυγή δεν τώδα! Στα νερά επροχώρει
μια γραμμή — που τα ουράνια σμίγει —
φειδωτή μου δείχνει πούθε το βαπόρι,
το βαπόρι,  πούθε του,  είχε φύγει.

Τώρα πιο θλιμμένος την ψυχή μου ανοίγω,
τραγουδεί πικρά η λύπη εντός μου:
Αχ τι ευκαιρία πούχασα να φύγω
όξ’ από τα όρια του κόσμου!…

 

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π α ς  (1892-1984)

Ουλαλούμ, 1936

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  &  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 290-291)

 

 

Γιάννης Σκαρίμπας – Μαρία Βουμβάκη : «Φαντασία»



Νίκος Εγγονόπουλος : Για τους ελεύθερους

Η ανάρτηση αφιερώνεται
στον   Γιώργο    Κεντρωτή

.

 


ΜΠΟΛΙΒÁΡ,

έ ν α  ε λ λ η ν ι κ ό  π ο ί η μ α

αποσπάσματα

.

.

.

 

 

ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’ un home vaut tout l’ or d’ un païs

.

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,

Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,

Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι, κι’ οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια

Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,

Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,

Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι’  οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,

Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,

Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,

Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’  ολόφωτο μέσ’ στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,

Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού:   π ρ ο ς  τ’  ά σ τ ρ α.

.

.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,

Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση

Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

.

.

Θησεύς και Μινώταυρος.

.

.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο για κατάλληλο καιρό,

Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα, ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,

Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλον τον κόσμο.

Κι αυτά όχι για το ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα, κι’  άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,

Παρά γιατί σταθήκανε μεσ’ στους αιώνες, κι’ οι δυο τους, μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι, γενναίοι και δυνατοί.

.

.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη τι λέω, κανείς;

Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι’  αυτά που λέω τώρα για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;

Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,

Παρόμοια σύμβολα.

Αλλ’  ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι’ υπερβολές, κι’ απελπισίες.

Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προορισμένη μόνο για τους αιώνες.

(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια, λίγα, πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντι­ μεθαύριο,

Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινήση η Γης να κυλάει άδεια, κι’ άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,

Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,

Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιος ήμουν, σκεφτόμενοι

Πως υπήρξα κάποτες, τί λόγια είπα, τί ύμνους έψαλα.

Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,

Κι’  οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,

Αέναα, άκούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου).

.

.

Ας επανέλθουμε όμως στον Σiμωνα Μπολιβάρ.

.

.

.

.

.

Μ π ο λ ι β ά ρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα ένα λουλούδι μεσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.

Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μεσ’  στην καρδιά σου, μεσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στo βλέμμα σου.

Η χέρα σου ήτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.

Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,

Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,

Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,

Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,

Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζεις σα ρημοκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,

Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική. […]

.

.

Μ π ο λ ι β ά ρ !  Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε,

Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.

Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,

Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,

Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οvτoυράς, της Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενε­ζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη,του Ισημερινού,

Ακόμη και του Μεξικού.

Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.

Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω — έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ — και παρακολουθώ

Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

.

.

Είδες γιά πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φώς το δικό σου,

Μ π ο λ ι β ά ρ, γιατί ώς νάρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.

Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!

Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.

Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,

Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.

Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,

Ο πλούτος της Αργεντινής.

Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

.

.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,

Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,

Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας. […]

.

.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

.

.

.

Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ’ επιβουλευτήκαν, Μ π ο λ ι β ά ρ,

Πόσα «ντολάπια» και δε σού ‘στησαν να πέσης, να χαθής,

Ένας προ πάντων, ένας παλιάνθρωπος, ένα σκουλήκι, ένας Φιλιππουπολίτης.

Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν, όρθιος, στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,

Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες πάνω απ’ την κεφαλή σου.

Οι φαλακροί κόνδωρες σκιάζουνταν, που δεν τους τρόμαξε της μάχης το κακό και το ντουμάνι, και σε κοπάδια αγριεμένα πέταγαν,

Κι’ οι προβατογκαμήλες γκρεμιοτσακίζουντάνε στις πλαγιές, σέρνοντας, καθώς πέφταν, σύννεφο το χώμα και λιθάρια.

Κι’ οι εχθροί σου μέσα στα μαύρα Τάρταρα εχάνοντο, λουφάζαν. […]

.

.

Κι’ εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,

Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.

Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη : τη στιγμή,

Της Μάχης της μεγάλης που είτανε  γ ι’  α υ τ ό ν α   μ ό ν ο,

Κι’ όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος  στρατός κι’ εχθρός, ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος κι’ εξιλαστήριο θύμα.

(Και ως του Κύριλλου Λουκάρεως το πνεύμα το υπέροχο μέσα του στέκονταν,

Πώς τις ξεγέλαγε, γαλήνιος, των Ισουϊτώνε και του ελεεινού Φιλιππουπολίτη τις απαίσιες πλεχτάνες!)

.

.

Κι’ αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας  Μ π ο λ ι β ά ρ ! που σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,

Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη, πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.

.

.

.

ε  π  ί  κ  λ  η  σ  ι  ς

 

Μ π ο λ ι β ά ρ ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,

Του Αντωνίου Οικονόμου — που τόσο άδικα τον σφάξαν — και του Πασβαντζόγλου αδελφός,

Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ ξαναζεί στο μέτωπό σου.

Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.

Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν  είτανε απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιός σου. […]

.

.

.

.

.

.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ :

Μετά  την  επικράτησιν  της  νοτιοαμερικανικής  επαναστάσεως  στήθηκε στ’  Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντικότα του ήρωος,  ο  προκαλούμενος   θόρυβος   είτανε  τόσο   μεγάλος,   εκκωφαντικός,  που  στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν  και,  δια  καταλλήλων  ενεργειών,  επέτυχαν  την  κατεδάφιση  του  μνημείου.

.

.

.

ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΤΗΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

(Εδώ  ακούγονται  μακρυνές  μουσικές  που  παίζουν,  μ’  άφθαστη  μελαγχολία,  νοσταλγικά λαϊκά  τραγούδια  και  χορούς  της  Νοτίου Αμερικής,  κατά προτίμησιν  σε  ρυθμό  sardane).

 

σ τ ρ α τ η γ έ

τ ί    ζ η τ ο ύ σ ε ς    σ τ η   Λ ά ρ ι σ α

σ υ

έ ν α ς

Υ δ ρ α ί ο ς;

 

 

Ν ί κ ο ς   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Μπολιβάρ (1944) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 143-157

.

.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος διαβάζει:

Μπολιβάρ

Νίκος Μαμαγκάκης:

Μπολιβάρ

 Δημιουργία βίντεο: Γώργος Κεντρωτής

Μια σπάνια εκτέλεση


Νίκος Εγγονόπουλος : Αγκαλιασμένοι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

ΚΛΕΛΙΑ

ή μάλλον

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΙΙ

 

Μην κλαις — μην κλαις καλή —

τις μέρες που πέρασαν :

είτανε — να το ξέρης — δώρο των θεών

 

η γη σιγά

και πριν ακόμη ο ήλιος που τόσο αγαπάμε σβήση

— και δεν σκοπεύει πια για μας να ξαναβγή —

θε να σε πάρω

— για να προχωρήσουμε —

απ’ το λεπτό χεράκι

 

βλέπεις εκείνο το μνημείο

εκεί πέρα

θ’ ανοίξουμε την πόρτα

και θα μπούμε :

εκεί θε να σε πάρω αγκαλιά

κι’ αγκαλιασμένοι έτσι μια για πάντα

θα χαθούμε

μεσ’ στης Δευτέρας Παρουσίας

τα πολύχρωμα

γυαλιά

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (1957) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 320-321

 


Νίκος Εγγονόπουλος : Κι έτσι να φύγω μακριά

Ο  Μ υ σ τ ι κ ό ς  Π ο ι η τ ή ς

hommage à raveL

η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ’ στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι’ ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι
και πίσω απ’ τα βιβλία
και μέσ’ στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι της
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ’ στ’ άσπρα ντυμένη
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ’ άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι’ έλεγα να χαθώ κι’ εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π’ ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ’ ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι’ έτσι να φύγω
μακριά
απ’ την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ’ στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (1907-1985)

Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938): Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 57-59

M a u r i c e   R a v e l  (1875-1937)


Νίκος Καρύδης : Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα

 

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

 

ΤΖΕΜΙΛΕ

 

Τζεμιλέ,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη, φευγάτη, μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
o  φίλος της βραδιάς γελούσε,
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε,
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Τζεμιλέ, φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως,
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο,
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου,
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ,
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μέρες, οι νύχτες,
σε ποιά ζωή,
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις,
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιό βοριά.
Θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών,
που δώσανε ονόματα στα άστρα,
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού,
καμπαναριό, κατάρτι, αϊτοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Ήταν η θάλασσα, το πέλαγος, τα χρόνια, ο χωρισμός,
ήταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο,
ήταν μια απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρίφαλα.
Τζεμιλέ,
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Ν  ί  κ  ο  ς    Κ  α  ρ  ύ  δ  η  ς  (1917-1984)

Έξη ποιήματα, 1950

(Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 159-160.)