Just another WordPress.com site

Φώτης Αγγουλές : Έχω μια θλίψη να κοιμίσω

Η    παρούσα    ανάρτηση   αντλεί    όλο   το   υλικό   της   από  τις   εξαιρετικές    σελίδες   του   Ν ί κ ο υ    Σ α ρ α ν τ ά κ ο υ    και   του    Β α γ γ έ λ η   Ρ ο υ φ ά κ η   για τον  Φώτη Αγγουλέ  (1911-1964),  όπου  βρίσκει κανείς πολύτιμα  στοιχεία για τη ζωή και το έργο αυτού του ιδιαίτερου ποιητή — στοιχεία συχνά  σπαρακτικά επίκαιρα στις ημέρες που διανύουμε (βλ. Πηγές).

 

 

 

[…] Ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ, στα παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Χίο. Ψαρομανάβης ο πατέρας του, Αγγουλές το παρατσούκλι του, που ο Φώτης προτίμησε από το Χονδρουδάκης, το πραγματικό τους επώνυμο. Με τον πόλεμο του 1914-18 και το διωγμό των χριστιανών της Τουρκίας, η οικογένεια πέρασε στη Χίο, όπου κι εκεί ο πατέρας ασχολήθηκε με την ψαρομαναβική.
Καλός στα γράμματα ο Φώτης, αλλά άτακτος. Εβγαλε δεν έβγαλε τη Β’ Δημοτικού. Μια μέρα, όταν ο δάσκαλος τον φώναξε στον πίνακα, πήδηξε από το παράθυρο και δεν ξαναπάτησε. Προτίμησε, για την ώρα, να βοηθάει τον πατέρα του.
Σε ηλικια 14-15 χρόνων διάβασε κάποιο ποίημα σε εφημερίδα, εντυπωσιάστηκε κι άρχισε να σκαρώνει στίχους. Αφησε τον πατέρα του και τα ψάρια και πήγε μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα «Ελευθερία», όπου γνωρίστηκε και με νέους διανοούμενους της περιοχής.
Και κάποια στιγμή, ενώ η Ελλάδα δοκιμαζόταν από πολιτικές και πολεμικές αναταραχές, αρχίζει να δημοσιεύει τα δικά του ποιήματα. Ενα σατιρικό του ποίημα κατά του δικτάτορα Μουσολίνι στην εφημερίδα «Αλήθεια» τον οδηγεί από την ντόπια εξουσία στο δικαστήριο. Αθωώνεται, αλλά είναι πια σημαδεμένος αριστερός και «επικίνδυνος» ώς το θάνατό του.
Ακολουθεί μια περιπετειώδης ζωή: στράτευση, Μέση Ανατολή, βοηθητικός λόγω φρονημάτων, σαλπιστής, ασυρματιστής, αποσπασμένος στην Ιερουσαλήμ, να τυπώνει στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου το στρατιωτικό ψυχαγωγικό περιοδικό «Ελλάς».
Στη συνέχεια μετάθεση στο Κάιρο, στο κυβερνητικό γραφείο Τύπου — προϊστάμενος τότε ο Γιώργος Σεφέρης. Εκεί παντρεύτηκε μια Αιγυπτιώτισσα Ελληνίδα, δημοκράτισσα δασκάλα των γαλλικών, την Ελλη Κυριαζή, αλλά δεν έζησαν μαζί παρά μόνο 4 μήνες.
Δεν ήταν μόνο οι ξένοι ο αντίπαλος, ήταν και οι πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των προσφύγων που βρέθηκαν στη Μ. Ανατολή. Εγιναν και συλλήψεις, εγκλεισμοί των δημοκρατικών αξιωματικών και φαντάρων σε στρατόπεδα και φυλακές — μαζί τους και ο Φώτης. Η γυναίκα του τον φρόντιζε από μακριά, όταν όμως ο Φώτης επαναπατρίστηκε το 1945, δεν της επέτρεψαν να τον ακολουθήσει.
Εμεινε για λίγο στην Αθήνα, αλλά η πείνα τον ξανάφερε στη Χίο, όπου τον περίμεναν νέες διώξεις. Το 1948, καθώς τύπωνε μια παράνομη εφημερίδα, πιάνεται και γραμμή στα Γιούρα. Μεταφέρεται για να δικαστεί στην Αθήνα και καταδικάζεται σε 12 χρόνια ειρκτή, γνωρίζοντας έτσι αλλεπάλληλες φυλακές.
Αποφυλακίζεται το 1956 από την Κέρκυρα, έχοντας συμπληρώσει τα 2/3 της ποινής του. Για λίγο στην Αθήνα, και ξανά στη Χίο. Αλλά κι εκεί, καθώς δεν έχει υπογράψει και την περίφημη «δήλωση μετανοίας», να τον παρακολουθεί η Ασφάλεια, να τον καλεί, να τον φοβερίζει. Είχε όμως τη συμπαράσταση και την αγάπη των απλών ανθρώπων. Τον κερνούσαν, τον χαρτζιλίκωναν, του έδιναν ψάρια να τα μεταπουλήσει. Επιασε δουλειά στην εφημερίδα «Χιακός λαός», όπου και τύπωσε τη συλλογή του «Πορεία στη νύχτα», αφού δεν είχε πάψει ποτέ να σκαρώνει ποιήματα (άλλες συλλογές του: «Φλόγες του δάσους», «Φουτσιγιάμα», «Ποιήματα»).
Ακολούθησαν αρρώστιες και μια πρόωρη σύνταξη από το σωματείο τυπογράφων. Οι κακουχίες όμως τον οδήγησαν στο θάνατο. Εσβησε σ’ ένα πλοίο, σ’ ένα ταξίδι από τη Χίο στον Πειραιά.
Ο,τι ίσως δεν γνώρισε στη ζωή τού επιφυλάχθηκε στο θάνατό του. Η κηδεία του πάνδημη, με έξοδα του Δήμου Χίου. «Λέγανε πως αν είχε ο Φώτης τα μισά λεφτά που πήγανε στο ξόδι του, θα περνούσε πλούσια ένα χρόνο», γράφει η Ελλη Παπαδημητρίου στην έκδοση «Ο Φώτης Αγγουλές – Ποιήματα – Επιλογή» («Κέδρος», 1975) […]

 

 

 

Στοιχειωμένη νύχτα

Τι καταραμένη νύχτα… στοίχειωσε κι η πόλη λες,
και στα ρημαγμένα σπίτια και στις άνανθες αυλές,
τα στοιχειά γλεντοκοπώντας, κρουταλούν τις πόρτες τους,
σαν φασίστες που περνούνε και χτυπούν τις μπότες τους.

Πάνω αφ’ του σπιτιού τη στέγη, μ’ ένα καύκαλο μωρού
πεθαμένου από την πείνα, φτιάχνει η Φρίκη μια μπουρού,
και φυσά και ζωντανεύει των πνιγμένων τις λαχτάρες,
τ’ αγκομαχητά των γέρων, των μανάδων τις κατάρες,
και φυσά, κι από τη νύχτα που την έθαψε το χιόνι,
πιότερο η ψυχή στης Φρίκης τους αλαλαγμούς παγώνει.
Τα γυμνά κλαριά των δέντρων τρίζουν και στενάζουνε,
κι οι τριγμοί τους μες στη νύχτα με βλαστήμιες μοιάζουνε.

Τι καταραμένη νύχτα… Στοίχειωσε κι η πόλη λες,
κι απ’ τα κλειδωμένα σπίτια κι απ’ τις έρημες αυλές
άκουσε… σφυριές χτυπάνε, μακρινές και ρυθμικές,
σαν να σπάζουν αλυσίδες, σαν ν’ ανοίγουν φυλακές.

 

Σταυροί

Τόσοι σταυροί που στήθηκαν
τόσοι σταυροί που θα στηθούνε,
εμάς μονάχα με σταυρούς
μπορούν να μας μετρούνε.

Σταυροί, παντού σταυροί.

Είμαστε «οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι».
Δεν κλαίμε, ούτε γελούμε.
Τα σπίτια μας καπνίζουνε
πεινούνε τα παιδιά μας, δεν λυγούμε
ήρθαμε να χαράξομε του πόνου μας τα σύνορα
και στήνουμε σημάδια και περνούμε.

Σταυροί, παντού σταυροί.

 

Μην πεις

Καλώς την που την πρόσμενα χρόνια και χρόνια τώρα,
κοντά σου θέλω να με βρει του χινοπώρου η μπόρα.
Μείνε, καλή μου, κάνε μου λιγάκι συντροφιά,
κι όταν χωρίσουμε, μην πεις απάνω μου πως είδες,
σημάδια από του σταυρωμού τα σουβλερά καρφιά,
και μελανιές αφ’ τις βαριές των σκλάβων αλυσίδες.

 

Στη μάνα

Μανούλα, τα μωρά θα πεθάνουν στις κούνιες τους.
Θα σκοτωθούν οι έφηβοι άδικα.
Θα μαραθούν τα λουλούδια στις γλάστρες
κι εσύ, να μην περιμένεις
να πραγματοποιήσεις κανένα σου όνειρο…
Αυτό… είναι Πόλεμος.

 

Επιστροφή

Νάμαι, ξανάρθα πίσω.
Κι έχω τραγούδια να σας πω πολλά
μα πριν σας τραγουδήσω,
που ειν` τα κρίνα;
Που είν` τα γιασεμιά;
Έχω μια θλίψη να κοιμίσω.

 

Γαλήνη

Κάρμα μπουνάτσα. Με καθρέφτη
μοιάζει ο γιαλός που εγαληνέφτη
και μήτε μια ζαρωματιά
δεν βλέπει η πένθιμη ματιά,
στο γαλαζί κρουστάλλι ως πέφτει.
Κρίμα που δεν μπορεί να γίνει
και στην καρδιά μου έτσι γαλήνη.

 

Ώρα καλή

Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή
Που φεύγετε απ’ την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
Ν’ ακούσω το τραγούδι σας, καθώς περνάτε.

Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
Ξηπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
Κι ήταν το ρέμα δυνατό κι η θυμωμένη λάμια
Είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια

Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή.
Κεντώ στο μισοσκόταδο έναν ήλιο για κονκάρδα,
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
Απόψε που σταυρώνεται σαν το Χριστό η Ελλάδα.

 

Οι παπαρούνες

Eνα μπουκέτο παπαρούνες, φτιαγμένες από σύρματα και φλος,
αναστατώσαν την ψυχή μου.
Ο λογισμός ξαστέρωσε ο θολός κι έπεσε φως μεσ’ στο κελί μου.
Ενα μπουκέτο πυρκαγιές, ένα μπουκέτο χείλη,
ένα μπουκέτο ροδαμνιές, σε τροπικό ένα δείλι.
Μα πούναι η αγάπη; Πνίγηκε στο μίσος και στο ψέμα
και στο κελί μου φτάνουνε σπαρακτικές κραυγές.
Κι οι παπαρούνες έγιναν ένα μπουκέτο από πληγές
και στάζουν αίμα.

 

Μην καρτεράτε

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει.

 

Φ ώ τ η ς  Α γ γ ο υ λ έ ς

 

.       .       .     .      .      .

 

Και ένα ποίημα του  Γ ι ά ν ν η   Ρ ί τ σ ο υ  από τη σελίδα του Νίκου Σαραντάκου:

 

Για τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ

Ήταν ένα βασανισμένο, απλό παιδί του λαού,
ψάρευε, πάλευε, πεινούσε, τραγουδούσε,
χρυσόψαρα δεν έκλεινε στη γιάλα·
του δειλινού τα ρόδα δεν τα πολυκοίταζε.

Έφυγε ο Φώτης. Mην τον κλάψετε.
Σε μιαν ακρογιαλιά της Xιός ψαρεύει ακόμα.
Στη νοτισμένην αμμουδιά βλέπουν τον ίσκιο του οι ψαράδες.
«Γειά σου» του λένε και χαμογελάνε.

Έχ, με της φυλακής τα σίδερα έσιαχνε
βαρίδια και βαρίδια για βαθιά ψαρέματα·
στίχο το στίχο τους καημούς, φελλούς τους λάφρυνε
μη και βουλιάξει το τραγούδι μέσα στ’ άδικο.

Kουπί, πανί, καμάκι, αγκίστρια κι άγκυρα,
στην κουπαστή του φεγγαριού πανέρι με τα παραγάδια,
άσπρος, πετούμενος σταυρός γλαρόπουλου στο σούρπωμα
επάνω απ’ τα κατάρτια, ήταν ο Φώτης.

Έφυγε. Mην τον κλάψτε. Tραγουδήστε τον.
Σε μια γωνιά, στην έγνοια του φτωχού, βραχόσπαρτη,
ο Φώτης με την ψάθα του, καταμεσήμερα
ψαρεύει ακόμα τ’ άπιαστο και τ’ άφραστο.

Ψαρεύει ακόμα ο Φώτης με την πετονιά του στίχου του
ένα χαμόγελο που εκείνος δεν το γνώρισε,
ένα χαμόγελο να το χαρίσει το καλό τ’ απόβραδο
στους φίλους του τρατάρηδες και στα φτωχόπουλα.

Έφυγε ο Φώτης. Mην τον κλάψτε. Tραγουδήστε τον.

 

Γ ι ά ν ν η ς  Ρ ί τ σ ο ς

AΘHNA, 29.III.64

.       .      .      .      .      .


 

Πηγές (βιογραφικό, φωτογραφία και ποιήματα, με τη σειρά που εμφανίζονται στην παρούσα ανάρτηση):

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/photos.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/stoixnyxta.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/mhnpeis.html

http://www.dafninet.gr/teuxos2/aggoules.htm

http://www.dafninet.gr/teuxos3/aggoules.htm

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/stauroi.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/tria.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/paparounes.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/p1956k.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/ritsos.html

 

 

 

 

Από τα μελοποιημένα

2 responses

  1. mi mou tous kyklous tarate

    η μικρή συλλογή των ποιημάτων αυτών μου φέρνει στο μυαλό τον Μπλέηκ και τα Songs of Innocence and Experience.

    Γιατί;

    Εύη

    Δεκεμβρίου 10, 2011 στο 5:27 μμ

    • Και οι δύο αυτοδίδακτοι στα γράμματα (ο Μπλέηκ υπερηφανευόταν που δεν πήγε ποτέ σχολείο), και οι δύο εξόργισαν την άρχουσα τάξη της εποχής τους (τους «φρόνιμους» και τους «διακεκριμένους») που τους έβαλε στο περιθώριο, και οι δύο φλεγόμενοι από ανθρωπιά, και οι δύο έτοιμοι να τα βάλουν με θεούς και δαίμονες προκειμένου να υπερασπιστούν τα οράματά τους, και οι δύο πορεύητκαν ( ο Μπλέηκ συστηματικά) προς μια σύνθεση της αθωότητας και της πείρας.

      Από κει και πέρα, νομίζω ότι μπορεί να βρει κανείς και πιο συγκεκριμένες ομοιότητες .

      Καλημέρα και καλή Κυριακή!

      Σπύρος

      Δεκεμβρίου 11, 2011 στο 7:45 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s