Just another WordPress.com site

Νίκος Εγγονόπουλος : Για τους ελεύθερους

Η ανάρτηση αφιερώνεται
στον   Γιώργο    Κεντρωτή

.

 


ΜΠΟΛΙΒÁΡ,

έ ν α  ε λ λ η ν ι κ ό  π ο ί η μ α

αποσπάσματα

.

.

.

 

 

ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’ un home vaut tout l’ or d’ un païs

.

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,

Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,

Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι, κι’ οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια

Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,

Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,

Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι’  οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,

Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,

Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,

Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’  ολόφωτο μέσ’ στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,

Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού:   π ρ ο ς  τ’  ά σ τ ρ α.

.

.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,

Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση

Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

.

.

Θησεύς και Μινώταυρος.

.

.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο για κατάλληλο καιρό,

Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα, ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,

Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλον τον κόσμο.

Κι αυτά όχι για το ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα, κι’  άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,

Παρά γιατί σταθήκανε μεσ’ στους αιώνες, κι’ οι δυο τους, μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι, γενναίοι και δυνατοί.

.

.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη τι λέω, κανείς;

Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι’  αυτά που λέω τώρα για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;

Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,

Παρόμοια σύμβολα.

Αλλ’  ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι’ υπερβολές, κι’ απελπισίες.

Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προορισμένη μόνο για τους αιώνες.

(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια, λίγα, πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντι­ μεθαύριο,

Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινήση η Γης να κυλάει άδεια, κι’ άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,

Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,

Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιος ήμουν, σκεφτόμενοι

Πως υπήρξα κάποτες, τί λόγια είπα, τί ύμνους έψαλα.

Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,

Κι’  οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,

Αέναα, άκούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου).

.

.

Ας επανέλθουμε όμως στον Σiμωνα Μπολιβάρ.

.

.

.

.

.

Μ π ο λ ι β ά ρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα ένα λουλούδι μεσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.

Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μεσ’  στην καρδιά σου, μεσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στo βλέμμα σου.

Η χέρα σου ήτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.

Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,

Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,

Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,

Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,

Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζεις σα ρημοκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,

Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική. […]

.

.

Μ π ο λ ι β ά ρ !  Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε,

Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.

Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,

Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,

Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οvτoυράς, της Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενε­ζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη,του Ισημερινού,

Ακόμη και του Μεξικού.

Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.

Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω — έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ — και παρακολουθώ

Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

.

.

Είδες γιά πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φώς το δικό σου,

Μ π ο λ ι β ά ρ, γιατί ώς νάρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.

Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!

Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.

Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,

Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.

Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,

Ο πλούτος της Αργεντινής.

Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

.

.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,

Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,

Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας. […]

.

.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

.

.

.

Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ’ επιβουλευτήκαν, Μ π ο λ ι β ά ρ,

Πόσα «ντολάπια» και δε σού ‘στησαν να πέσης, να χαθής,

Ένας προ πάντων, ένας παλιάνθρωπος, ένα σκουλήκι, ένας Φιλιππουπολίτης.

Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν, όρθιος, στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,

Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες πάνω απ’ την κεφαλή σου.

Οι φαλακροί κόνδωρες σκιάζουνταν, που δεν τους τρόμαξε της μάχης το κακό και το ντουμάνι, και σε κοπάδια αγριεμένα πέταγαν,

Κι’ οι προβατογκαμήλες γκρεμιοτσακίζουντάνε στις πλαγιές, σέρνοντας, καθώς πέφταν, σύννεφο το χώμα και λιθάρια.

Κι’ οι εχθροί σου μέσα στα μαύρα Τάρταρα εχάνοντο, λουφάζαν. […]

.

.

Κι’ εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,

Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.

Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη : τη στιγμή,

Της Μάχης της μεγάλης που είτανε  γ ι’  α υ τ ό ν α   μ ό ν ο,

Κι’ όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος  στρατός κι’ εχθρός, ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος κι’ εξιλαστήριο θύμα.

(Και ως του Κύριλλου Λουκάρεως το πνεύμα το υπέροχο μέσα του στέκονταν,

Πώς τις ξεγέλαγε, γαλήνιος, των Ισουϊτώνε και του ελεεινού Φιλιππουπολίτη τις απαίσιες πλεχτάνες!)

.

.

Κι’ αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας  Μ π ο λ ι β ά ρ ! που σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,

Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη, πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.

.

.

.

ε  π  ί  κ  λ  η  σ  ι  ς

 

Μ π ο λ ι β ά ρ ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,

Του Αντωνίου Οικονόμου — που τόσο άδικα τον σφάξαν — και του Πασβαντζόγλου αδελφός,

Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ ξαναζεί στο μέτωπό σου.

Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.

Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν  είτανε απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιός σου. […]

.

.

.

.

.

.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ :

Μετά  την  επικράτησιν  της  νοτιοαμερικανικής  επαναστάσεως  στήθηκε στ’  Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντικότα του ήρωος,  ο  προκαλούμενος   θόρυβος   είτανε  τόσο   μεγάλος,   εκκωφαντικός,  που  στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν  και,  δια  καταλλήλων  ενεργειών,  επέτυχαν  την  κατεδάφιση  του  μνημείου.

.

.

.

ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΤΗΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

(Εδώ  ακούγονται  μακρυνές  μουσικές  που  παίζουν,  μ’  άφθαστη  μελαγχολία,  νοσταλγικά λαϊκά  τραγούδια  και  χορούς  της  Νοτίου Αμερικής,  κατά προτίμησιν  σε  ρυθμό  sardane).

 

σ τ ρ α τ η γ έ

τ ί    ζ η τ ο ύ σ ε ς    σ τ η   Λ ά ρ ι σ α

σ υ

έ ν α ς

Υ δ ρ α ί ο ς;

 

 

Ν ί κ ο ς   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Μπολιβάρ (1944) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 143-157

.

.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος διαβάζει:

Μπολιβάρ

Νίκος Μαμαγκάκης:

Μπολιβάρ

 Δημιουργία βίντεο: Γώργος Κεντρωτής

Μια σπάνια εκτέλεση

8 responses

  1. Α. Π.

    ΄Ετσι είναι οι ήρωες. Per aspera ad astra!
    Μια ανάρτηση Summa cum laude!
    Ξεχωριστός Χριστουγεννιάτικος μποναμάς!
    Εύγε!

    Δεκεμβρίου 22, 2011 στο 1:54 μμ

    • Χαίρομαι …ασυστόλως που σου άρεσε τόσο!
      Ναι, αυτή είναι η Χριστουγεννιάτικη ανάρτηση στο «πτερόεν»…

      Σπύρος

      Δεκεμβρίου 23, 2011 στο 6:12 πμ

  2. Γιώργος Κεντρωτής

    Και ο Μπολιβάρ και ο Σολωμός μαζί. Γουστάρω – me gusta! Ευχαριστώ πολύ για την αφιέρωση. Χρόνια Πολλά και Καλά. Γιώργος Κεντρωτής

    Δεκεμβρίου 22, 2011 στο 5:34 μμ

    • Πώς θα ήταν η ανάρτηση αφιερωμένη σε σένα χωρίς ΚΑΙ Σολωμό;;;
      Τις καλύτερες ευχές μου Γιώργο.

      Σπύρος

      Δεκεμβρίου 23, 2011 στο 6:01 πμ

  3. ΑΝΔΡΕΑΣ Τ

    Τι γύρευες στρατηγέ στη στερια;

    Δεκεμβρίου 22, 2011 στο 9:04 μμ

    • Εμ, βλέπεις, «τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντικότα του ήρωος» και ο » θόρυβος είτανε τόσο μεγάλος, εκκωφαντικός, που στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι».
      Δεν άφηνε τον κόσμο να …κοιμηθεί ο ανδριάς Ανδρέα!
      Εβίβες μας!

      Σπύρος

      Δεκεμβρίου 23, 2011 στο 6:19 πμ

  4. mi mou tous kyklous tarate

    Ο τρομερός ποιητής, σαν αρχαίος προφήτης, ενοράται από το όρος ‘Ερε το όραμα-έπος ενός μυθικού γίγα που τον οράν τα όρη!

    Ε.Μ.

    Δεκεμβρίου 23, 2011 στο 3:53 πμ

    • Το ενορατικό στοιχείο κάτι μας θυμίζει εμάς, έτσι δεν είναι;
      Να είσαι καλά.

      Σπύρος

      Δεκεμβρίου 23, 2011 στο 6:06 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s