Just another WordPress.com site

Archive for Ιανουαρίου, 2012

Τάσος Λειβαδίτης : … ὀνειρεύτηκα πολὺ …Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω

.

Ἐπίλογος (Φυσάει)

Ἦταν ἕνας νέος ὠχρός. Καθόταν στὸ πεζοδρόμιο.
Χειμῶνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; τοῦ λέω.
Τὸν ἄλλον αἰῶνα, μοῦ λέει.

Ποῦ νὰ πάω

Ὅσο γιὰ μένα, ἔμεινα πάντα ἕνας πλανόδιος πωλητὴς ἀλλοτινῶν πραγμάτων,
ἀλλά… ἀλλὰ ποιὸς σήμερα ν᾿ ἀγοράσει ὀμπρέλες ἀπὸ ἀρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιὰ καὶ περιμένω νὰ κελαηδήσουν

Ἀλλὰ μιὰ μέρα δὲν ἄντεξα.
Ἐμένα μὲ γνωρίζετε, τοὺς λέω.
Ὄχι, μοῦ λένε.
Ἔτσι πῆρα τὴν ἐκδίκησή μου καὶ δὲ στερήθηκα ποτὲ τοὺς μακρινοὺς ἤχους.

Τραγουδάω, ὅπως τραγουδάει τὸ ποτάμι

Κι ὕστερα στὸ νοσοκομεῖο ποὺ μὲ πῆγαν βιαστικά…
Τί ἔχετε, μοῦ λένε.
Ἐγώ; Ἐγὼ τίποτα, τοὺς λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μᾶς μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.

Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.

Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,
νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.

Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορᾷ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ᾿χὰ μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.
Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί.

Sos, sos, sos, sos
Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,
δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου

Τ ά σ ο ς  Λ ε ι β α δ ί τ η ς  (1921-1988)

Από : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

.

.


Τάσος Λειβαδίτης : Oλόκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδιάζει…


.

.

.

.


.


.

Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο πού…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ’ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ’ τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

.

Τ ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς  (1921-1988)

Από : http://tassosleivaditis.wordpress.com/2011/11/16/autos-pou-sopainei-tasos-leivaditis-poiima-poiimata-poiisi/#more-159

.

.

.

.


Τάκης Παπατσώνης : Ήρωες ενός καλού μεγάλου Ονείρου

.

.

Frida Kahlo : Roots

.

.

.

Να συλλογιστεί κανείς, που κλαίνε στις κηδείες οι ακροατές!
Από την ψωραλέα συνήθεια βέβαια και από το θέαμα το πομπώδες.
Γιατί στο βάθος δεν έχει τίποτα λυπητερό, να κλαίει κανείς.
Γιατί στο βάθος αυτής της ιστορίας είναι όλη η ανάβλυση του φρέατος της ζωής.
Είναι η μύχια συνάντηση της καρδιάς των άστρων.
Είναι ταξίδι για την ένωση με την ουσία της ρίζας των δέντρων.
Είναι η απόθεση στη γης. Γη της δροσιάς, και της ευμάρειας.
Του σίτου και του ελαίου, των πουλιών και των θερίων.

«Εν ώρα θερινή», 71-78. Εκλογή Α´. Ίκαρος, 1962. 94.

.

Όνειρα, πια, σκιά μου,
που σου φοβίζαν τις νύχτες
δεν θα ξαναρθούν, οι νύχτες
μικρύναν κι αλαφρώσαν, κι εμείς,
δεν το αισθάνθηκες ακόμη; ―γινήκαμε
οι ήρωες ενός καλού μεγάλου Ονείρου.

«Θεότητα του καλοκαιριού», 1-6. Εκλογή Β´. Ίκαρος, 1962. 19.

.

Και λένε,
ή εμείς θαρρούμε πως λένε,
για τη χαρά που αγρίεψε τον ορίζοντα
κι όλη η μουντάδα του ξαμολιέται,
αναρριπίζοντας το πέλαγος, και τρέχει
προς τα εδώ, προς τα εμάς.

Με τέτοιους τρόπους έρχεται πάντα
το συντάραχο της χαράς.

«Καινούργιο φεγγάρι», 26-33. Εκλογή Β´. Ίκαρος, 1962. 27.

.

Τ ά κ η ς   Π α π α τ σ ώ ν η ς   (1895-1976)

Πηγή: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=258

.

.


Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Μπρέγκελ και Ώντεν

.

.

Pieter Bruegel the Elder : Landscape with the Fall of Icarus

.

.

Musée  des Beaux Arts

.

Ποτέ δεν κάναν λάθος οι Παλιοί Τεχνίτες
Πάνω στον ανθρώπινο πόνο :  πώς την καταλαβαίναν
Τη θέση του στη ζωή∙ πως έρχεται να μας εύρει
Καθώς τρώει ο άλλος ή ανοίγει ένα παράθυρο ή ακόμη περπατά βαριεστημένος∙
Πως, όταν  οι γέροντες με πάθος, με κατάνυξη προσμένουν
Το θαύμα της γέννησης, πρέπει πάντα να υπάρχουν παιδάκια
Που δεν πολυγυρεύουν να γίνει τέτοιο πράγμα, πατινάροντας
Σε μια δεξαμενή στην άκρη του δάσους.
Ποτέ δεν ξέχασαν πως ακόμη
Και το φριχτό μαρτύριο πρέπει να πάει το δρόμο του
Οπωσδήποτε σε μια γωνιά, σε κάποιον ανοικοκύρευτο τόπο
Όπου οι σκύλοι συνεχίζουν τη σκυλίσια ζωή τους και τ’ άλογο του βασανιστή
Ξύνει τ’ αθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.

Στον Ίκαρο του  Μπρέγκελ λόγου χάρη : πώς καθετί γυρνά τη ράχη
Πολύ νωθρά στον όλεθρο∙ μπορεί ο ζευγάς
Ν’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή,
Όμως γι’ αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα∙ κι ήλιος τη δουλειά του
Έλαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βούλιαζαν στο πράσινο
Νερό∙ και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώς
Κάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,
Έπρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.

W.  H.  A u d e n  (1907 –  1973)      

Δεκέμβρης 1938       

Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 128-129.

.

.


Κάρολος Κρο : Για να οργίζονται οι σπουδαίοι, να γελάνε τα παιδιά

.


.

Le Hareng Saur

Il était un grand mur blanc – nu, nu, nu,
Contre le mur une échelle – haute, haute, haute,
Et, par terre, un hareng saur – sec, sec, sec.

Il vient, tenant dans ses mains – sales, sales, sales,
Un marteau lourd, un grand clou – pointu, pointu, pointu,
Un peloton de ficelle – gros, gros, gros.

Alors il monte à l’échelle – haute, haute, haute,
Et plante le clou pointu – toc, toc, toc,
Tout en haut du grand mur blanc – nu, nu, nu.

Il laisse aller le marteau – qui tombe, qui tombe, qui tombe,
Attache au clou la ficelle – longue, longue, longue,
Et, au bout, le hareng saur – sec, sec, sec.

Il redescend de l’échelle – haute, haute, haute,
L’emporte avec le marteau – lourd, lourd, lourd,
Et puis, il s’en va ailleurs – loin, loin, loin.

Et, depuis, le hareng saur – sec, sec, sec,
Au bout de cette ficelle – longue, longue, longue,
Très lentement se balance – toujours, toujours, toujours.

J’ai composé cette histoire – simple, simple, simple,
Pour mettre en fureur les gens – graves, graves, graves,
Et amuser les enfants – petits, petits, petits.

C h a r l e s   C r o s  ( 1842 – 1888)

http://clpav.fr/poemes-audio/plume-hareng.htm

.

Η παστή ρέγγα

Ήταν ένας άσπρος τοίχος — γυμνός, γυμνός, γυμνός.
Μια ανεμόσκαλα στον τοίχο — αψηλή, ψηλή, ψηλή.
Καταγής μια παστή ρέγγα — ξερή, ξερή, ξερή.

Έρχεται∙ Κρατά στα χέρια —τα λερά, λερά, λερά
Βαρύ σφυρί, μέγα καρφί —μυτερό, τερό, τερό
Και μια κουβαρίστρα σπάγκο —χοντρή, χοντρή, χοντρή.

Ανεβαίνει ευτύς τη σκάλα — την ψηλή, ψηλή, ψηλή
Και καρφώνει το καρφί — ντουκ, ντουκ, ντουκ
Αψηλά στον άσπρο τοίχο — το γυμνό, γυμνό, γυμνό.

Τότε αφήνει στο σφυρί — που πέφτει, πέφτει, πέφτει,
Δένει στο καρφί το σπάγκο — τον μακρύ, μακρύ, μακρύ
Και στην άκρη του τη ρέγγα — την ξερή, ξερή, ξερή.

Κατεβαίνει από τη σκάλα —την ψηλή, ψηλή, ψηλή,
παίρνει αυτή και το σφυρί — το βαρύ, βαρύ, βαρύ
και πάει γυρεύοντας αλλού — πέρα, πέρα, πέρα.

Κι παστή ρέγγα από τότε — ξερή, ξερή, ξερή
Απ’ του σπάγκου αυτού το τέλος — του μακρού, μακρού, μακρού
Πάντα πολύ αργά κουνιέται — πάντα, πάντα, πάντα.

Σύνθεσα ένα τέτοιο μύθο — απλόν, απλόν, απλόν
Για να οργίζονται οι ανθρώποι — οι σπουδαίοι, σπουδαίοι, σπουδαίοι,
Να γελάνε τα παιδιά — τα μικρά, μικρά, μικρά.

Μετάφραση : Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 177-178.

.

The Smoked Herring

Once upon a time there was a big white wall — bare, bare, bare,
Against the wall there stood a ladder — high, high, high,
And on the ground a smoked herring — dry, dry, dry,

He comes, holding in his hands — dirty, dirty, dirty,
A heavy hammer and a big nail — sharp, sharp, sharp,
A ball of string — big, big, big,

Then he climbs the ladder — high, high, high,
And drives the sharp nail — tock, tock, tock,
Way up on the big white wall — bare, bare, bare,

He drops the hammer — down, down, down,
To the nail he fastens a string — long, long, long,
And, at the end, the smoked herring — dry, dry, dry,

He comes down the ladder — high, high, high,
He picks up the hammer — heavy, heavy, heavy,
And goes off somewhere — far, far, far,

And ever afterwards the smoked herring — dry, dry, dry,
At the end of that string — long, long, long,
Very slowly sways — forever and ever and ever.

I made up this story — silly, silly, silly,
To infuriate the squares — solemn, solemn, solemn,
And to amuse the children — little, little, little.

— Μετάφραση : K  e n n e t h  R e x r o t h

http://www.bopsecrets.org/rexroth/translations/french.htm

.


.

.

.

.


Σιλένα: Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές

Ζωγραφική : Pablo Picasso

.


. . .

Περιπλάνηση

.

Σαν μυρωδιά αναδύεται από τα μάτια της η θλίψη, ένα απλό σημείο συνάντησης της μνήμης με τις παλιές σκονισμένες εικόνες σχεδόν καπνισμένες, τόσο που κάνουν τα δάκρυα να κυλάνε.

Όπως και τα φώτα της πόλης  ύστερα από χειμωνιάτικη βροχή. Σαν γυαλί μοιάζουν τότε οι ασφάλτινοι δρόμοι, χωρίς ούτε μια υποψία οσμή βρεγμένης γης στη σάρκα τους, στριφογυρίζουν τόσο που τη ζαλίζουν και κάθεται τότε στο σκαλί μέχρι να περάσει η ζάλη.

Η οικονομική κρίση έκλεισε τους ανθρώπους στα σπίτια τους, σκέφτεται, τα φώτα αραίωσαν, ευτυχώς κι η ζάλη μαζί. Κι επιτέλους λίγα παιδιά ή μάλλον οι φωνές τους φτάνουν στ’ αυτιά της κι ανταμώνουν μια σταγόνα ήλιο κι ας βρέχει.

Οι μεγάλοι δεν μιλάνε πια, σωπάσαν εδώ και μήνες, κοιτάζουν σκυθρωποί κάτω μήπως και βρούνε πεταμένες ελπίδες ή κανένα χαμένο πορτοφόλι. Περπατάνε ανάμεσα σε μεθυσμένους που ξεχνάνε, γέρους που σφίγγουν το παλτό τους (προφύλαξη απ’ τους πορτοφολάδες, έτσι τους συμβούλεψαν να κάνουν, στις ειδήσεις των 6, των 9, των .. μέχρι εκεί, μετά τα βλέφαρα βαραίνουν), ανάμεσα σε αγίους που ξέπεσαν εδώ στη γη μα δεν διάλεξαν βλέπεις καλή εποχή, μες στην κρίση!

Ακόμη και τα μεγάλα όνειρα μίκρυναν κι ακούς τα βογκητά των ανθρώπων σε κάθε τους βήμα κι ας μην πονάνε, νομίζουν πως έτσι θα περάσει ξώφαλτσα η αρρώστια και θα τους προσπεράσει. Και ξεγελάνε τον καιρό, έτσι νομίζουν.

Όταν βραδιάζει κανείς δεν περπατάει στους δρόμους, φοβούνται, τους άστεγους, τους μόνους, τους εθισμένους στην πείνα και στον θάνατο.

Μόνο βρώμα και δυσωδία με τη βροχή να πέφτει πάνω σε σωρούς σκουπιδιών.

— Πάλι απεργία έχουν, η φωνή της περιπτερούς πάντα ενημερωμένη και εξυπηρετική.

Μόνο οι αίθουσες των κινηματογράφων έχουν ακόμα κόσμο. Ζεστές ανάσες, χαμογελαστά μάτια ή θλιμμένα χείλη, ανάλογα με την ταινία. Αχ, ταξίδεψαν κι απόψε τα μάτια κι η ψυχή για δυο ώρες, κάτι είναι κι αυτό.

Η μυρωδιά από τα ποπ κορν φτάνει στα ρουθούνια της και νιώθει μια γλυκιά λαιμαργία. Μπαίνει με γρήγορα βήματα στο φουαγιέ και ζητάει ποπ κορν ανυπόμονα. Μα τι απογοήτευση σαν ακούει πως μόλις τελείωσαν. Λυπάται, πολύ. Φεύγει.

Με βήματα αργά, κουρασμένα, κατηφορίζει προς το σπίτι. Δεν θέλει να μπει στο λεωφορείο. Θέλει να περπατήσει κάτω απ΄ τις χλωμές λάμπες του δρόμου, πλάι στα καῒκια που γεμίζουν το λιμάνι, κοιμισμένα κι ήσυχα, μαζεύουν δυνάμεις για το πρωινό ξύπνημα, το μεροκάματο.

Οι πρώτες εφημερίδες κρέμονται κιόλας στα περίπτερα, δεν θέλει να μάθει τα νέα, δεν υπάρχουν νέα. Μια απλή επανάληψη του χτες και τίποτα καλύτερο.

Σκοντάφτει σ’ ένα σπασμένο πλακάκι και πέφτει πάνω σ’ έναν περαστικό. Μουρμουρίζει ένα βιαστικό συγγνώμη και συνεχίζει να περπατάει.

Κουράστηκε. Κάθεται στο πρώτο παγκάκι που συναντάει και ανοίγει τις παλάμες.

Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές και νύχτα…

.

.

.

Σ ι λ έ ν α  18/1/2012

http://silena26.blogspot.com/2012/01/blog-post_18.html

.


Ezra Pound : Ένα μικρό καπνοπουλειό

.

.

The Lake Isle

.

O GOD, O Venus, O Mercury, patron of thieves,

Give me in due time, I beseech you, a little tobacco-shop,

With the little bright boxes

          piled up neatly upon the shelves

And the loose fragrant cavendish

          and the shag,

And the bright Virginia

          loose under the bright glass cases,

And a pair of scales not too greasy,

And the whores dropping in for a word or two in passing,

For a flip word, and to tidy their hair a bit.

.

O God, O Venus, O Mercury, patron of thieves,

Lend me a little tobacco-shop,

          or install me in any profession

Save this damn’d profession of writing,

          where one needs one’s brains all the time.

.

— E z r a   P o u n d  (1885-1972)

http://theotherpages.org/poems/pound01.html

.

.

Το νησί στη λίμνη

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλειό, σαν το θελήστε,

Με τα μικρά στιλπνά κουτιά

στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια

Και τον ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο

και το τουμπεκί,

Και το ξανθό Βερτζίνια,

 χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,

Και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,

Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,

Να πούνε το λογάκι τους, και να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα.

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλειό,

 ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα

Εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,

που όλη την ώρα σου ζητά νά ‘χεις μυαλό

1916

— Μετάφραση :  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 51.

.

.

.

Το νησί στη λίμνη

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δώστε μου, σας παρακαλώ πολύ, εν ώρα ανάγκης, ένα μικρό καπνοπωλείο,

Με τα γυαλιστερά κουτάκια
στιβαγμένα τακτικά στα ράφια

Και τον ανάριο, μυρωδάτο καπνό
και το σέρτικο

Και τον ξανθό Βιρτζίνια
σκόρπιο κάτω από τις γυαλιστερές, γυάλινες βιτρίνες,

Και μια όχι και τόσο λιγδιασμένη ζυγαριά

Και τα τσουλάκια να μπουκέρνουν για καναδυό κουβέντες του
ποδαριού,

Να πούνε την παρόλα τους και να σιάξουν λίγο τα μαλλιά τους.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο
ή στρώστε με σε κάποιο, τέλος πάντων, επάγγελμα

Μακριά από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
που πρέπει να’ χεις πάντα τα μυαλά σου τετρακόσια.

.

— Μετάφραση : Τ ά σ ο ς   Κ ό ρ φ η ς

Πηγή για τη μετάφραση του Κόρφη:

http://poihshkaipoihtes.blogspot.com/2010/02/blog-post_6398.html

.


Σαρλ Μπωντλαίρ : Μελαγχολία ~ Spleen (III)

Ζωγραφική : Boleslas Biegas

.

Spleen

Quand le ciel bas et lourd pèse comme un couvercle
Sur l’esprit gémissant en proie aux longs ennuis,
Et que de l’horizon embrassant tout le cercle
II nous verse un jour noir plus triste que les nuits;

.
Quand la terre est changée en un cachot humide,
Où l’Espérance, comme une chauve-souris,
S’en va battant les murs de son aile timide
Et se cognant la tête à des plafonds pourris;

.
Quand la pluie étalant ses immenses traînées
D’une vaste prison imite les barreaux,
Et qu’un peuple muet d’infâmes araignées
Vient tendre ses filets au fond de nos cerveaux,

.
Des cloches tout à coup sautent avec furie
Et lancent vers le ciel un affreux hurlement,
Ainsi que des esprits errants et sans patrie
Qui se mettent à geindre opiniâtrement.

.
— Et de longs corbillards, sans tambours ni musique,
Défilent lentement dans mon âme; l’Espoir,
Vaincu, pleure, et l’Angoisse atroce, despotique,
Sur mon crâne incliné plante son drapeau noir.

— C h a r l e s   B a u d e l a i r e

Πρωτότυπο από:
http://fleursdumal.org/poem/161

.

Spleen

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί

.
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,

.
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.

.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

— Μετάφραση: Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς

.

Spleen

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ’ άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ’ ανάκτορα του φθίνει.

Μα και τ’ αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου•
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που ‘χει κρινένιαν άρμα
κ’ οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.

Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν’ αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.

—Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ η ς   Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

.

Spleen

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ’ ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια

ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
ούτ’ ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
στ’ αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπο του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα

τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελος του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
να βγάλει απ’ το είναι του την χαλασμένη ουσία

κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
που στα στερνά του οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου άρρωστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του

— Μετάφραση : Ν ί κ ο ς   Φ ω κ ά ς

Οι  ελληνικές μεταφράσεις από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου:
http://www.sarantakos.com/language/par-spleen.html

.

Spleen

I’m like the King of some damp, rainy clime,
Grown impotent and old before my time,
Who scorns the bows and scrapings of his teachers
And bores himself with hounds and all such creatures.
Naught can amuse him, falcon, steed, or chase:
No, not the mortal plight of his whole race
Dying before his balcony. The tune,
Sung to this tyrant by his pet buffoon,
Irks him. His couch seems far more like a grave.
Even the girls, for whom all kings seem brave,
Can think no toilet up, nor shameless rig,
To draw a smirk from this funereal prig.
The sage who makes him gold, could never find
The baser element that rots his mind.
Even those blood-baths the old Romans knew
And later thugs have imitated too,
Can’t warm this skeleton to deeds of slaughter,
Whose only blood is Lethe’s cold, green water.

—Trans.  R o y   C a m p b e l l

.

When the Low, Heavy Sky

When the low, heavy sky weighs like the giant lid
Of a great pot upon the spirit crushed by care,
And from the whole horizon encircling us is shed
A day blacker than night, and thicker with despair;

.
When Earth becomes a dungeon, where the timid bat
Called Confidence, against the damp and slippery walls
Goes beating his blind wings, goes feebly bumping at
The rotted, moldy ceiling, and the plaster falls;

.
When, dark and dropping straight, the long lines of the rain
Like prison-bars outside the window cage us in;
And silently, about the caught and helpless brain,
We feel the spider walk, and test the web, and spin;

.
Then all the bells at once ring out in furious clang,
Bombarding heaven with howling, horrible to hear,
Like lost and wandering souls, that whine in shrill harangue
Their obstinate complaints to an unlistening ear.

.
— And a long line of hearses, with neither dirge nor drums,
Begins to cross my soul. Weeping, with steps that lag,
Hope walks in chains; and Anguish, after long wars, becomes
Tyrant at last, and plants on me his inky flag.

.
— Trans. E d n a   S t.  V i n c e n t   M i l l a y

Οι αγγλικές μεταφράσεις από:
http://fleursdumal.org/poem/161


Τζον Κητς : Η ωραία κι άπονη κυρά

.

Frank Dicksee : La belle dame sans merci

.

La Belle Dame Sans Merci

A Ballad

I.

O what can ail thee, knight-at-arms,
Alone and palely loitering?
The sedge has wither’d from the lake,
And no birds sing.

II.

O what can ail thee, knight-at-arms!
So haggard and so woe-begone?
The squirrel’s granary is full,
And the harvest’s done.

III.

I see a lily on thy brow
With anguish moist and fever dew,
And on thy cheeks a fading rose
Fast withereth too.

IV.

I met a lady in the meads,
Full beautiful—a faery’s child,
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

V.

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She look’d at me as she did love,
And made sweet moan.

VI.

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long,
For sidelong would she bend, and sing
A faery’s song.

VII.

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew,
And sure in language strange she said—
“I love thee true.”

VIII.

She took me to her elfin grot,
And there she wept, and sigh’d fill sore,
And there I shut her wild wild eyes
With kisses four.

IX.

And there she lulled me asleep,
And there I dream’d—Ah! woe betide!
The latest dream I ever dream’d
On the cold hill’s side.

X.

I saw pale kings and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
They cried—“La Belle Dame sans Merci
Hath thee in thrall!”

XI.

I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill’s side.

XII.

And this is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is wither’d from the lake,
And no birds sing.

.

Arthur Hughes : La belle dame sans merci

.

 La belle dame sans merci

Ω καβαλλιέρε εσύ χλωμέ,
Μόνος τι νάχεις και γυρνάς;
Για κοίταξε, μαράθηκαν
Της λίμνης τα χορτάρια
Και τα πουλιά δεν κελαϊδούν.
Πώς είσαι τόσο σκυθρωπός
Κι αφανισμένος απ’ τη λύπη;
Γεμίσαν οι κρυψώνες
Των ήσκιουρων σιτάρι
Κι ο θερισμός ετέλειωσε.
Στο μέτωπό σου βλέπω υγρό,
Με τη δροσιά του πυρετού
Της αγωνίας το κρίνο,
Και βλέπω πως θα ξεραθή
Στα μάγουλά σου απάνου
Το τριαντάφυλλο, που αχνό
Μαραίνεται ολοένα.
Μες τα λιβάδια αντάμωσα
Μια ωραία, πολύ ωραία,
Την κόρη κάποιας μάγισσας,
Είχεν ολόμαυρα μαλλιά
Κι αέρινα τα πόδια
Κι είχε δυο μάτια μαγικά.
Κι εγώ λουλούδια εταίριαξα
Στεφάνι των μαλλιώ της,
Βραχιόλι της ανθόπλεξα
Κι ευωδιαστή μια ζώνη
Κι έστρεψε και με κοίταξε
Και σαν να μ’ αγαπούσε
Μου στέναξε γλυκά.
Στο γοργονάλαφρο άτι μου
Την έβαλα καβάλλα
Και τίποτε περσότερο
Δεν είδα όλη τη μέρα,
Γιατί γυρνούσε αντίπλευρα,
Και τραγουδούσε μόνον
Ένα τραγούδι μαγικό.
Ρίζες στερνά μου μάζευε
Γλυκύτατες στη γέψη,
Και μέλι μου έφερνε άγριο,
Και σε μια γλώσσα αλλόκοτη,
Μώλεε (πιστεύω), σ’ αγαπώ.
Στη μαγική μ’ οδήγησε
Σπηλιά της, και με πόνο
Σε κλάψες αναλύθηκε
Και στεναγμούς, κι εγώ
Με τέσσαρα φιλήματα
Της σφάλισα τα μάτια.
Κι εκείνη μ’ αποκοίμησεν
Εκεί, κι αλλοίμονό μου!
Νειρεύτηκα, κι ήταν αυτό,
Το τελευταίο μου όνειρο,
Στου κρύου λόφου το πλευρό.
Χλωμούς ρηγάδες γύρω μου,
Χλωμά βασιλοπαίδια,
Χλωμούς καθώς ο θάνατος
Είδα πολεμιστάδες,
Να μου φωνάζουν: η άπονη
Σ’ έχει πιασμένο σκλάβο.-
Τα πεθαμένα χείλη τους
Τάβλεπα στο σκοτάδι
Με αυτό το απαίσιο μήνυμα
Ν’ ανοίγουνε πλατειά,
Και ξύπνησα και βρέθηκα
Στου κρύου λόφου την πλαγιά.
Γι’ αυτό γυρνώ τώρα χλωμός
Και μόνος, μολονόπου
Της λίμνης εμαράθηκαν
Τα χόρτα, και στα δέντρα
Δεν κελαϊδούν πουλιά.

J o h n   K e a t s  ( 1795 — 1821 )

John Keats, «La belle dame sans merci», στον τόμο:

Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ποιήματα, Αθήνα, εκδ. Ι. Ν. Σιδέρη, χ.χ., σελ. 114-117.

Εδώ από:
http://christosb.blogspot.com/2006/05/blog-post.html

.

Frank Cadogan Cowper : La belle dame sans merci



.


John Keats – Charles Villiers Stanford

.

.


Έδγαρ Άλλαν Πόε : Κάποια ολότρεμη ευφροσύνη

.

.

The Lake

In spring of youth it was my lot
To haunt of the wide world a spot
The which I could not love the less–
So lovely was the loneliness
Of a wild lake, with black rock bound,
And the tall pines that towered around.

But when the Night had thrown her pall
Upon that spot, as upon all,
And the mystic wind went by
Murmuring in melody–
Then–ah then I would awake
To the terror of the lone lake.

Yet that terror was not fright,
But a tremulous delight–
A feeling not the jewelled mine
Could teach or bribe me to define–
Nor Love–although the Love were thine.

Death was in that poisonous wave,
And in its gulf a fitting grave
For him who thence could solace bring
To his lone imagining–
Whose solitary soul could make
An Eden of that dim lake.

1827

—-E d g a r   A l l a n   P o e  (1809-1849)

.

Ζωγραφική : Boleslas Biegas 

.

.

Η Λίμνη

Ήταν γραφτό, στης νιότης μου το θέρος,
Να προτιμώ απ’ όλη τη γη ένα μέρος
Που τ’  αγαπούσα όλα και πιο βαθιά —
Τόσο ήτανε πλανεύτρα η μοναξιά
Μιας άγριας λίμνης, μ’ ολόμαυρα βράχια
Και πεύκα ολόρθα εκεί στα καταρράχια.

Μα ως είχε ο πέπλος της Νυχτιάς σκεπάσει
Τον τόπο αυτό, μ’ όλη την άλλη πλάση,
Και μελωδίες μουρμουρίζοντας πέρα
Διάβαινε η μυστική πνοή του αγέρα —
Τότε αχ, τότε μ έπιανε λαχτάρα
Για της έρμης λίμνης την τρομάρα.

Μα η τρομάρα αυτή φόβο δεν κλείνει,
Μόνο κάποια ολότρεμη ευφροσύνη —
Ένα αίσθημα, που μήτε της αβύσσου
Τα πλούτη δεν το φτάνουν, συλλογίσου,
Μήτε η Αγάπη — ακόμα κ’ η δική σου.

Θάνατος στο φαρμακερό της κύμα,
Και στο βυθό της ταιριασμένο μνήμα
Για κείνον που παρηγοριά στη μαύρη
Τη φαντασία του εκεί μπορούσε να ‘βρει —
Που θα ‘κανε η ψυχή του η έρμη κι άδεια
Παράδεισο της λίμνης τα σκοτάδια.

—-Μετάφραση : Ν ί κ ο ς  Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

Έδγαρ Πόε, Τα Ποιήματα, Μετάφραση και ξυλογραφίες Νίκου Σημηριώτη, Αθήναι, Εκδόσεις Α. Καραβία, 1965, σελ. 73-74.

.

.

Ξυλογραφία του Ν. Σημηριώτη (¨Η Λίμνη» από Τα Ποιήματα)

.

.

Ο Ν. Σημηριώτης γράφει στα Σχόλιά του (σελ. 132):

« “Το ποίημα αυτό εκφράζει μιαν ιδέα αυτοκτονίας μέσα στην πένθιμη λίμνη, που για πρώτη φορά την περιγράφει εδώ ο Πόε, και που συχνά αργότερα την αναφέρει στα έργα του,  σάμπως νά ‘χει ερωτευθεί τα σκοτεινά δηλητηριασμένα νερά της”.» ( Marie Bonaparte).
Ο Charles Kent λέει πως αν και τα Βραχώδη Βουνά της Σαρλόττεσβιλ είχαν δώσει στον Πόε τα μοντέλα των ορεινών και δασωμένων τοπίων του, ωστόσο δεν ξέρουμε κανένα πρότυπο για τις λίμνες του. Ο συμβολισμός όμως του Πόε, ενοποιώντας τις σκόρπιες εντυπώσεις του, ήταν αρκετός για να δημιουργήσει την άγρια τούτη λίμνη με τα υπνωμένα νερά της…»

.

.

Ζωγραφική : Ernst Fuchs

Ζωγραφική : Arnold Bocklin

.

.

Άλεξ Παπαδιαμάντης :

«The Lake»

για κουαρτέτο εγχόρδων και φωνές

.

.