Just another WordPress.com site

Archive for Φεβρουαρίου, 2012

Γιώργος Θέμελης : Είναι ένα αίνιγμα

.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine (Detail)

.

Αγαπώ την ώρα

Αγαπώ την ώρα που έρχεσαι
Σαν ανοιχτή γαλάζια ημέρα
Μ’ ένα στόμα σαν κρίνο

Τα δάκρυα ανοίγουν στο πρόσωπο
Όπως ένα ποτάμι
Τ’ απέραντα μάτια

Τα χέρια σου ταξιδεύουν
Σα λευκά περιστέρια

Δώσ’ μου τη δύναμη να κοιτάζω τον ήλιο
Να βλέπω το πρόσωπό σου

Άστρα στολίζουν το μέτωπο
Βυθισμένο στο κύμα της εικόνας σου
Μακρινό καθρεφτισμένο πρωινό

Είναι ένα αίνιγμα
Ένα
Μυστικό

.

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς  (1900 – 1976)

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

Πηγή :  Η πολύτιμη σελίδα «ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: ΒΛΕΠΕ ΤΟ ΦΩΣ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ»

http://giorgosthemelis.wordpress.com/

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Δε θυμάμαι τις μέρες

Ειρήνη Κανά : Ο κήπος ανήκει στα κόκκινα πουλιά

.

.

Εν σκοτία

Μ’ ασφόδελους και μ’ αρνησιές

και με λαχτάρα πόση

εντός μου συνάζεται ο κόσμος.

.

Η ασωτία στιγμάτισε το κορμί μου

δε θα γίνω ποτέ ο νικητής

–δόξα τω Θεώ–  διαλύομαι στο παρόν.

.

Ακόμη και μες στο σκότος μου

η αγάπη του Θεού

κι η ομορφιά του κόσμου.

.

.

{Σαρκαστική}

Σαρκαστική

του φεγγαριού η όψη

εμπρός στο παραθύρι μου

απόψε, που γύρω μου στενεύει ο χώρος

δεν έχω λόγια

– η μάνα μου, μόνο, που κλαίει

στο διπλανό δωμάτιο

μου κομματιάζει τα όνειρα.

.

.

{Θα πεθάνω και δε θα ’χω βρει ακόμη}

Θα πεθάνω και δε θα ’χω βρει ακόμη

την ιδανική θέση για το κορμί μου.

Κι όμως, μπορούσα να ξεδιπλωθώ ατόφια,

ακέραιη, ρουφώντας την απλωμένη

επικράτεια της προγονικής μου πόλης.

Σα μια βαθιά ανάσα, σαν αποχαιρετισμός

μπορούσα να ξεδιπλωθώ αναζητώντας

το πραγματικό μου πρόσωπο,

ριγμένη από ψηλά, σαν κίτρινο φύλλο

ακόμη κι αν το μικρό προαύλιο

είναι τόσο στενό να με χωρέσει,

να με σταματήσει.

1984

.

{Ποτέ δε θα πετύχω την ώρα}

Ποτέ δε θα πετύχω την ώρα

που ταιριάζει στη ζωή μου.

Ετούτη η ώρα δεν ανήκει πουθενά.

Η χτεσινή μέρα αρνείται να με καλύψει

κι η αυριανή με αποστρέφεται.

.

.

{Δε θυμάμαι τις μέρες}

Δε θυμάμαι τις μέρες

ακρόπρωρο της λησμονιάς

της λήθης του πελάγου

μ’ αρμύρισ’ ο καιρός

και μ’ έσκαψε το κύμα.

.

.

{Ο ουρανός δεν είναι πια}

Ο ουρανός δεν είναι πια

Μια θάλασσα κυματιστή

πάνω μου αναπαύεται

.

.

 

Ειρήνη Κανά : Κορίτσι στην Αίγινα

.

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ  ρ.   Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : …το όνομά μου και Σθενώ και Ευρυάλη και Μέδουσα

.

.

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία της σπουδαίας ποιήτριας  από τον Βόλο (βλ. και ανάρτηση 16 Ιανουαρίου 2012): «Ποιητική μυθιστορία» όπου η Κ. Γ.  αφηγείται την προσωπική της διαδρομή συμπλέουσα με την ιστορική και πνευματική πορεία του τόπου μας. 

.


.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ : ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΝΑ

http://www.irenekana.com/

.

.

.

.

Οι μνήμες μου

.

Ερείπιο της σκόνης της ξερής

και του αγκαθιού φωλιά

σε στεφανώνουν τ’ αγριόχορτα

που τρίζουν κίτρινα

κάτω απ’ το πόδι του περιηγητή

κι όπως θρυμματίζονται μοσχοβολούν

υποσχέσεις ανθοφορίας

τα πρόσωπα ξεθώριασαν

στο πέρασμα των εποχών

σαν τα χρώματα στους τοίχους

που ήπιαν μοναξιά και υγρασία

κανείς δε θα ’ρθει πια

να καταλύσει άρτο και οίνο

πίσω απ’ τα ριγμένα ντουβάρια

τα παραθύρια θ’ ακινητούν

σα μάτια στυλωμένα στους ορίζοντες

με μια μεγαλοπρέπεια πως είδαν

όσα έπρεπε να ιδούν

και μιαν ησυχία επίμονη

που αναρριχάται σαν του κισσού το φύλλο

να τα σκεπάζει ωραία μα τόσο νεκρικά!

Tετάρτη 12 Αυγούστου 2009     
     .    
  .       
  .   

 

 Ταξίδι στο κίτρινο

.

.

.


Ο τόπος μου

.

Μεγάλωσα σα ράγισμα στη λιθοδεσιά του βουνού,

σαν αγριόχορτο ήσυχο κι έρημο χορτασμένο αγέρα

βιγλάτορας στο διάσελο, που μετράει το πέλαγος με χρόνια

ξετρύπωσα νυσταγμένες χελώνες τις μνήμες τις δυσκίνητες

κάτω απ’ τα βάτα των καλοκαιριών, που πυρώνουν

τις πέτρες και τα λόγια.

 

Μεγάλωσα σαν ξινή κληματσίδα,

η βασίλισσα της θαρρετής αναρρίχησης

και της προσδοκίας των γλυκών χυμών

σαν καλαμιά άπλωσα το πείσμα μου στα χώματα

και τα νερά και τίναξα τους ήχους μου

πρόκληση στον ουρανό.

 

Μεγάλωσα σαν αμύγδαλο και τριβόλι,

ρουφώντας θαλασσινό ουρανό

κόλλησε ρετσίνι στη μνήμη μου,

η μυρωδιά του πεύκου και το φως του τόπου μου

απόμεινα να ’μαι, τόσα χρόνια μετά,

το παιδί, που κουτρουβάλησε τη ζωή του

σε τούμπες μ’ εκκλησιές σημαδεμένες σαν παρηγοριές,

να μη χαθούν ολότελα οι σπονδές της ελπίδας και τα λιβάνια.

 

Μεγάλωσα ζυγιάζοντας την πατημασιά μου

σ’ αυτήν τη γη των κοχυλιών και των θραυσμάτων,

που δε βολεύετ’ άδειος τόπος από παλιά

τα σύνορά μου φύλαγαν ένας λωτός κι ένα κυπαρίσσι.

 

Μεγάλωσα χορεύοντας πάνω από φίδια

που λιάζονταν φιλήδονα στα χώματα

και τρόμαξα τη δειλή σαύρα του σπιτιού μου

που ακινητούσε το χρόνο

προσκυνήτρια του απείρου.

 

 .

.

 

Το πέλαγος

.

.

.


Η πόλη μου

.

Η πόλη μου είναι αφρός

δώρο του κύματος.

 

Η πόλη μου είναι αλάτι,

ιδρώτας και δάκρυα που πέτρωσαν.

 

Η πόλη μου είναι εξατμισμένο νερό,

που θαμπώνει στον ήλιο.

Ιούλιος 2010     
    .       
   . 


Η θάλασσά μου

.

Είμαι η πλατιά σκοτεινή

θάλασσα, η κυρίαρχη,

που αντέχει τις αντανακλάσεις

της στεριάς

το όνομά μου και Σθενώ

και Ευρυάλη και Μέδουσα

μέσα μου κυλάει ο καθαρμός

κι αχνίζει στο πρωινό φως

μια γραμμή ισορροπίας

να διαβούν απάνω της

αρχαίοι δροσουλίτες.

Ιανουάριος 2012  
   .     
   .     
. 
   

Γοργώ     
     .    
     .   
      

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η 

.

.


Μίλτος Σαχτούρης : …μόνο σταυροὺς…

Η ανάρτηση του ποιήματος του Σαχτούρη, καθώς  και του ποιήματος του Ρίτσου που προηγήθηκε, οφείλεται στην καλή φίλη του ιστολογίου babalu13. Την ευχαριστούμε από καρδιάς.

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich


.

Ο στρατιώτης ποιητής

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σὲ κρότους,
μέσα σὲ κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου.

Τὴν μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα,
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο,
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου.

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα,
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα
καρφώνω.

.

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ.,
νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης,
Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

 

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/saxtouris_stratiotis.html

.


Γιάννης Ρίτσος : …καὶ τὰ σκυλιὰ μας κάνουν πὼς κοιτᾶν ἀλλοῦ …

Käthe Kollwitz : Lamentation

.

Καστανιά

Ἐκεῖ πάνου, σὰν αὔριο, σκοτῶσαν τοὺς σαράντα.

Εἴκοσι χρόνια πέρασαν. Κανεὶς δὲν εἶπε τ’ ὄνομά τους.

Καταλαβαίνεις τὴ ζωὴ μας. Κάθε χρόνο,

σὰν τέτοια μέρα, βρίσκανε κάτω ἀπ’ τὶς λεῦκες

ἕνα σπασμένο κεραμίδι, δυὸ σβησμένα κάρβουνα, λίγο

λιβάνι,

ἕνα καλάθι μὲ σταφύλια, ἕνα μελισσοκέρι

μὲ μαῦρη καύτρα. Οὔτε ποὺ πρόφταινε ν’ ἀνάψει.

Τὸ ’σβηνε ὁ ἀγέρας.

Γι’ αὐτὸ, τὰ βράδια, κάθονται οἱ γριὲς στὶς πόρτες σὰν

παλιὰ εἰκονίσματα,

γι’ αὐτὸ ἔτσι γρήγορα μεγάλωσαν τὰ μάτια τῶν

παιδιῶν μας,

καὶ τὰ σκυλιὰ μας κάνουν πὼς κοιτᾶν ἀλλοῦ ὅταν

περνοῦν χωροφυλάκοι.

 

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς

 Μαρτυρίες Β΄, 4η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος, 1974, σελ. 117.

.


Γιάννης Ρίτσος : αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα

Θεόφιλος : Αθανάσιος Διάκος

.

Ρωμιοσύνη

Ι

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους –
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένεια τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.

Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε –
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

Γ ι ά ν ν η ς  Ρ ί τ σ ο ς

(Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

.

.


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Η απόστασή μου από τον ουρανό/ Μικραίνει

Λεπτομέρεια από έργο τού Rene Magritte

 

 

Σε κάποιον άλλο ουρανό

Ωραία τραγούδια
Μου έφερε
Τούτος ο μήνας
Το πρωτοβρόχι

Τι χαρά
Τι ασφοδέλια

Τι κρίνοι

Η απόστασή μου από τον ουρανό
Μικραίνει

Σβήνουν τα βήματα

Σε κάποιον άλλο ουρανό
Μια πιο γλυκιά φωνή
Ανεβαίνει

 

Τ ά κ η ς   Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς (19162011)

Πρώτα ποιήματα  (1941) : Ποιήματα 1941-2002  (2003)

Πηγή:

http://takisvarvitsiotis.wordpress.com/2010/08/09/takis-varvitsiotis-se-kapoion-allo-ourano-thessaloniki-%CF%83%CE%B5-%CE%BA%CE%AC%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%BD-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF-%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%8C-%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7/


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Ζωγραφική : Giorgio de Chirico

 

Ερείπια

Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή

Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

Τ ά κ η ς   Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς   (19162011)

 Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949) : Ποιήματα 1941-2002 (2003)

 

Πηγή:

http://takisvarvitsiotis.wordpress.com/2011/03/03/takis-varvitsiotis-ereipia-%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82/

 

 


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Ντυμένη τα χρώματα της καρδιάς μου

William Dyce : Beatrice

.

Παρουσία

Ήταν ο καιρός που ο κόσμος έμοιαζε με μια γαλάζια κάμαρα
Που τα κορίτσια εγκαταλείπονταν μέσα στους κρίνους

Προτού αρραβωνιαστείς με το χιόνι

Πριν απ’ τα δάκρυα τα λόγια και τους λυγμούς

Όταν ριγούσαν τα σώματα νικημένα απ’ το φως
Και η ψυχή μου έλιωνε σε νιφάδες

Όταν ο ήλιος έβρεχε
Φιλιά παράσημα και υακίνθους

Τότε μου φανερώθηκες
Στην αρχή φωτεινή
Με κάτασπρους φιόγκους
Από αισθήματα

Κι έπειτα κρύφτηκε τ’ ομοίωμά του
Πίσω απ’ τον άνεμο

Φωνή ανοιξιάτικη
Που γλίστρησες
Στον ουρανό

.

Τ ά κ η ς  Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς   (19162011)

Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949)

Από : http://takisvarvitsiotis.wordpress.com/

.


Γιώργος Δουατζής : … σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο …

.

.

Κόκκινο

.

Στάζαν οι λέξεις κάτι κόκκινο

αίμα χρώμα

κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις

και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο

.

αλλά κι αν ήτανε κρασί

κόκκινο κατακόκκινο

και μεθυσμένο το ποίημα

πάλι αιμόφυρτο θα έδειχνε

.

σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο

που σκουριασμένο στο υπόγειο

ανακαλεί μνήμες δεκαετιών

κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα

από παλιές ματωμένες αταξίες

.

Η Ποίηση είναι

— μην ανησυχείς —

με τη σιωπή της γνώσης

κάνει τα όνειρα αληθινά

κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα

και φεύγει

μόνο στην πλήρη αποδόμηση κυττάρων

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς  Δ ο υ α τ ζ ή ς

 Από τη συλλογή Σχεδίες, Αθήνα, Εκδόσεις Καπόν, 2012, σελ. 33.

.