Just another WordPress.com site

Archive for Φεβρουαρίου, 2012

Γιώργος Θέμελης : Είναι ένα αίνιγμα

.

Dante Gabriel Rossetti : Prosperine (Detail)

.

Αγαπώ την ώρα

Αγαπώ την ώρα που έρχεσαι
Σαν ανοιχτή γαλάζια ημέρα
Μ’ ένα στόμα σαν κρίνο

Τα δάκρυα ανοίγουν στο πρόσωπο
Όπως ένα ποτάμι
Τ’ απέραντα μάτια

Τα χέρια σου ταξιδεύουν
Σα λευκά περιστέρια

Δώσ’ μου τη δύναμη να κοιτάζω τον ήλιο
Να βλέπω το πρόσωπό σου

Άστρα στολίζουν το μέτωπο
Βυθισμένο στο κύμα της εικόνας σου
Μακρινό καθρεφτισμένο πρωινό

Είναι ένα αίνιγμα
Ένα
Μυστικό

.

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς  (1900 – 1976)

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947)

Πηγή :  Η πολύτιμη σελίδα «ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: ΒΛΕΠΕ ΤΟ ΦΩΣ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ»

http://giorgosthemelis.wordpress.com/

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Δε θυμάμαι τις μέρες

Ειρήνη Κανά : Ο κήπος ανήκει στα κόκκινα πουλιά

.

.

Εν σκοτία

Μ’ ασφόδελους και μ’ αρνησιές

και με λαχτάρα πόση

εντός μου συνάζεται ο κόσμος.

.

Η ασωτία στιγμάτισε το κορμί μου

δε θα γίνω ποτέ ο νικητής

–δόξα τω Θεώ–  διαλύομαι στο παρόν.

.

Ακόμη και μες στο σκότος μου

η αγάπη του Θεού

κι η ομορφιά του κόσμου.

.

.

{Σαρκαστική}

Σαρκαστική

του φεγγαριού η όψη

εμπρός στο παραθύρι μου

απόψε, που γύρω μου στενεύει ο χώρος

δεν έχω λόγια

– η μάνα μου, μόνο, που κλαίει

στο διπλανό δωμάτιο

μου κομματιάζει τα όνειρα.

.

.

{Θα πεθάνω και δε θα ’χω βρει ακόμη}

Θα πεθάνω και δε θα ’χω βρει ακόμη

την ιδανική θέση για το κορμί μου.

Κι όμως, μπορούσα να ξεδιπλωθώ ατόφια,

ακέραιη, ρουφώντας την απλωμένη

επικράτεια της προγονικής μου πόλης.

Σα μια βαθιά ανάσα, σαν αποχαιρετισμός

μπορούσα να ξεδιπλωθώ αναζητώντας

το πραγματικό μου πρόσωπο,

ριγμένη από ψηλά, σαν κίτρινο φύλλο

ακόμη κι αν το μικρό προαύλιο

είναι τόσο στενό να με χωρέσει,

να με σταματήσει.

1984

.

{Ποτέ δε θα πετύχω την ώρα}

Ποτέ δε θα πετύχω την ώρα

που ταιριάζει στη ζωή μου.

Ετούτη η ώρα δεν ανήκει πουθενά.

Η χτεσινή μέρα αρνείται να με καλύψει

κι η αυριανή με αποστρέφεται.

.

.

{Δε θυμάμαι τις μέρες}

Δε θυμάμαι τις μέρες

ακρόπρωρο της λησμονιάς

της λήθης του πελάγου

μ’ αρμύρισ’ ο καιρός

και μ’ έσκαψε το κύμα.

.

.

{Ο ουρανός δεν είναι πια}

Ο ουρανός δεν είναι πια

Μια θάλασσα κυματιστή

πάνω μου αναπαύεται

.

.

 

Ειρήνη Κανά : Κορίτσι στην Αίγινα

.

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ  ρ.   Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : …το όνομά μου και Σθενώ και Ευρυάλη και Μέδουσα

.

.

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία της σπουδαίας ποιήτριας  από τον Βόλο (βλ. και ανάρτηση 16 Ιανουαρίου 2012): «Ποιητική μυθιστορία» όπου η Κ. Γ.  αφηγείται την προσωπική της διαδρομή συμπλέουσα με την ιστορική και πνευματική πορεία του τόπου μας. 

.


.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ : ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΝΑ

http://www.irenekana.com/

.

.

.

.

Οι μνήμες μου

.

Ερείπιο της σκόνης της ξερής

και του αγκαθιού φωλιά

σε στεφανώνουν τ’ αγριόχορτα

που τρίζουν κίτρινα

κάτω απ’ το πόδι του περιηγητή

κι όπως θρυμματίζονται μοσχοβολούν

υποσχέσεις ανθοφορίας

τα πρόσωπα ξεθώριασαν

στο πέρασμα των εποχών

σαν τα χρώματα στους τοίχους

που ήπιαν μοναξιά και υγρασία

κανείς δε θα ’ρθει πια

να καταλύσει άρτο και οίνο

πίσω απ’ τα ριγμένα ντουβάρια

τα παραθύρια θ’ ακινητούν

σα μάτια στυλωμένα στους ορίζοντες

με μια μεγαλοπρέπεια πως είδαν

όσα έπρεπε να ιδούν

και μιαν ησυχία επίμονη

που αναρριχάται σαν του κισσού το φύλλο

να τα σκεπάζει ωραία μα τόσο νεκρικά!

Tετάρτη 12 Αυγούστου 2009     
     .    
  .       
  .   

 

 Ταξίδι στο κίτρινο

.

.

.


Ο τόπος μου

.

Μεγάλωσα σα ράγισμα στη λιθοδεσιά του βουνού,

σαν αγριόχορτο ήσυχο κι έρημο χορτασμένο αγέρα

βιγλάτορας στο διάσελο, που μετράει το πέλαγος με χρόνια

ξετρύπωσα νυσταγμένες χελώνες τις μνήμες τις δυσκίνητες

κάτω απ’ τα βάτα των καλοκαιριών, που πυρώνουν

τις πέτρες και τα λόγια.

 

Μεγάλωσα σαν ξινή κληματσίδα,

η βασίλισσα της θαρρετής αναρρίχησης

και της προσδοκίας των γλυκών χυμών

σαν καλαμιά άπλωσα το πείσμα μου στα χώματα

και τα νερά και τίναξα τους ήχους μου

πρόκληση στον ουρανό.

 

Μεγάλωσα σαν αμύγδαλο και τριβόλι,

ρουφώντας θαλασσινό ουρανό

κόλλησε ρετσίνι στη μνήμη μου,

η μυρωδιά του πεύκου και το φως του τόπου μου

απόμεινα να ’μαι, τόσα χρόνια μετά,

το παιδί, που κουτρουβάλησε τη ζωή του

σε τούμπες μ’ εκκλησιές σημαδεμένες σαν παρηγοριές,

να μη χαθούν ολότελα οι σπονδές της ελπίδας και τα λιβάνια.

 

Μεγάλωσα ζυγιάζοντας την πατημασιά μου

σ’ αυτήν τη γη των κοχυλιών και των θραυσμάτων,

που δε βολεύετ’ άδειος τόπος από παλιά

τα σύνορά μου φύλαγαν ένας λωτός κι ένα κυπαρίσσι.

 

Μεγάλωσα χορεύοντας πάνω από φίδια

που λιάζονταν φιλήδονα στα χώματα

και τρόμαξα τη δειλή σαύρα του σπιτιού μου

που ακινητούσε το χρόνο

προσκυνήτρια του απείρου.

 

 .

.

 

Το πέλαγος

.

.

.


Η πόλη μου

.

Η πόλη μου είναι αφρός

δώρο του κύματος.

 

Η πόλη μου είναι αλάτι,

ιδρώτας και δάκρυα που πέτρωσαν.

 

Η πόλη μου είναι εξατμισμένο νερό,

που θαμπώνει στον ήλιο.

Ιούλιος 2010     
    .       
   . 


Η θάλασσά μου

.

Είμαι η πλατιά σκοτεινή

θάλασσα, η κυρίαρχη,

που αντέχει τις αντανακλάσεις

της στεριάς

το όνομά μου και Σθενώ

και Ευρυάλη και Μέδουσα

μέσα μου κυλάει ο καθαρμός

κι αχνίζει στο πρωινό φως

μια γραμμή ισορροπίας

να διαβούν απάνω της

αρχαίοι δροσουλίτες.

Ιανουάριος 2012  
   .     
   .     
. 
   

Γοργώ     
     .    
     .   
      

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η 

.

.


Μίλτος Σαχτούρης : …μόνο σταυροὺς…

Η ανάρτηση του ποιήματος του Σαχτούρη, καθώς  και του ποιήματος του Ρίτσου που προηγήθηκε, οφείλεται στην καλή φίλη του ιστολογίου babalu13. Την ευχαριστούμε από καρδιάς.

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich


.

Ο στρατιώτης ποιητής

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σὲ κρότους,
μέσα σὲ κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου.

Τὴν μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα,
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο,
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου.

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα,
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα
καρφώνω.

.

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ.,
νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης,
Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

 

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/saxtouris_stratiotis.html

.


Γιάννης Ρίτσος : …καὶ τὰ σκυλιὰ μας κάνουν πὼς κοιτᾶν ἀλλοῦ …

Käthe Kollwitz : Lamentation

.

Καστανιά

Ἐκεῖ πάνου, σὰν αὔριο, σκοτῶσαν τοὺς σαράντα.

Εἴκοσι χρόνια πέρασαν. Κανεὶς δὲν εἶπε τ’ ὄνομά τους.

Καταλαβαίνεις τὴ ζωὴ μας. Κάθε χρόνο,

σὰν τέτοια μέρα, βρίσκανε κάτω ἀπ’ τὶς λεῦκες

ἕνα σπασμένο κεραμίδι, δυὸ σβησμένα κάρβουνα, λίγο

λιβάνι,

ἕνα καλάθι μὲ σταφύλια, ἕνα μελισσοκέρι

μὲ μαῦρη καύτρα. Οὔτε ποὺ πρόφταινε ν’ ἀνάψει.

Τὸ ’σβηνε ὁ ἀγέρας.

Γι’ αὐτὸ, τὰ βράδια, κάθονται οἱ γριὲς στὶς πόρτες σὰν

παλιὰ εἰκονίσματα,

γι’ αὐτὸ ἔτσι γρήγορα μεγάλωσαν τὰ μάτια τῶν

παιδιῶν μας,

καὶ τὰ σκυλιὰ μας κάνουν πὼς κοιτᾶν ἀλλοῦ ὅταν

περνοῦν χωροφυλάκοι.

 

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς

 Μαρτυρίες Β΄, 4η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος, 1974, σελ. 117.

.


Γιάννης Ρίτσος : αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα

Θεόφιλος : Αθανάσιος Διάκος

.

Ρωμιοσύνη

Ι

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους –
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένεια τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.

Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε –
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

Γ ι ά ν ν η ς  Ρ ί τ σ ο ς

(Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

.

.


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Η απόστασή μου από τον ουρανό/ Μικραίνει

Λεπτομέρεια από έργο τού Rene Magritte

 

 

Σε κάποιον άλλο ουρανό

Ωραία τραγούδια
Μου έφερε
Τούτος ο μήνας
Το πρωτοβρόχι

Τι χαρά
Τι ασφοδέλια

Τι κρίνοι

Η απόστασή μου από τον ουρανό
Μικραίνει

Σβήνουν τα βήματα

Σε κάποιον άλλο ουρανό
Μια πιο γλυκιά φωνή
Ανεβαίνει

 

Τ ά κ η ς   Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς (19162011)

Πρώτα ποιήματα  (1941) : Ποιήματα 1941-2002  (2003)

Πηγή:

http://takisvarvitsiotis.wordpress.com/2010/08/09/takis-varvitsiotis-se-kapoion-allo-ourano-thessaloniki-%CF%83%CE%B5-%CE%BA%CE%AC%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%BD-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF-%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%8C-%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7/


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Ζωγραφική : Giorgio de Chirico

 

Ερείπια

Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή

Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

Τ ά κ η ς   Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς   (19162011)

 Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949) : Ποιήματα 1941-2002 (2003)

 

Πηγή:

http://takisvarvitsiotis.wordpress.com/2011/03/03/takis-varvitsiotis-ereipia-%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82/

 

 


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Ντυμένη τα χρώματα της καρδιάς μου

William Dyce : Beatrice

.

Παρουσία

Ήταν ο καιρός που ο κόσμος έμοιαζε με μια γαλάζια κάμαρα
Που τα κορίτσια εγκαταλείπονταν μέσα στους κρίνους

Προτού αρραβωνιαστείς με το χιόνι

Πριν απ’ τα δάκρυα τα λόγια και τους λυγμούς

Όταν ριγούσαν τα σώματα νικημένα απ’ το φως
Και η ψυχή μου έλιωνε σε νιφάδες

Όταν ο ήλιος έβρεχε
Φιλιά παράσημα και υακίνθους

Τότε μου φανερώθηκες
Στην αρχή φωτεινή
Με κάτασπρους φιόγκους
Από αισθήματα

Κι έπειτα κρύφτηκε τ’ ομοίωμά του
Πίσω απ’ τον άνεμο

Φωνή ανοιξιάτικη
Που γλίστρησες
Στον ουρανό

.

Τ ά κ η ς  Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς   (19162011)

Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949)

Από : http://takisvarvitsiotis.wordpress.com/

.


Γιώργος Δουατζής : … σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο …

.

.

Κόκκινο

.

Στάζαν οι λέξεις κάτι κόκκινο

αίμα χρώμα

κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις

και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο

.

αλλά κι αν ήτανε κρασί

κόκκινο κατακόκκινο

και μεθυσμένο το ποίημα

πάλι αιμόφυρτο θα έδειχνε

.

σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο

που σκουριασμένο στο υπόγειο

ανακαλεί μνήμες δεκαετιών

κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα

από παλιές ματωμένες αταξίες

.

Η Ποίηση είναι

— μην ανησυχείς —

με τη σιωπή της γνώσης

κάνει τα όνειρα αληθινά

κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα

και φεύγει

μόνο στην πλήρη αποδόμηση κυττάρων

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς  Δ ο υ α τ ζ ή ς

 Από τη συλλογή Σχεδίες, Αθήνα, Εκδόσεις Καπόν, 2012, σελ. 33.

.

 


Γιάννης Ρίτσος : τὸ μέγα ἄσκοπο

.

.

.

.

Ἐαρινὴ Συμφωνία

.

XVI

Χαρὰ χαρά.
Δὲ μᾶς νοιάζει
τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας
μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἀγγίξαμε
τὸ μέγα ἄσκοπο
ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.

Ὁ Θεὸς
πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του
στὸ φιλί μας.
Περήφανοι ἐκτελοῦμε
τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.

Ἕνα μικρὸ παράθυρο
βλέπει τὸν κόσμο.
Ἕνα σπουργίτι λέει
τὸν οὐρανό.
Σώπα.

Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας
ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε
μὲς στὸ γαλάζιο βράδι
τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας
καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου
ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν εὐτυχία του.

Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.
Εἶδες;
Σιωπή.
Κλεῖσε τὰ μάτια.

.

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς   (1909-1990)

Ποιήματα 1930-1960, Ἀθήνα,  Κέδρος, 1972, σελ. 237-238.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

.


Σιλένα : μα δεν γνωρίζουν τη δύναμη του ανθρώπου κοντά σ’ άλλους ανθρώπους

.

Käthe Kollwitz: The Mothers

.

μπορώ

.

να ξεφτιλίζουν τη ζωή μου

τόσο απλά και φυσικά

δεν το αντέχω

.

κουρέλια να πετούν

ανθρώπινες ελπίδες κι όνειρα

δεν το μπορώ

.

ίσως να θέλουν το κεφάλι μου να σκύψω

να μη μιλώ

να συναινώ

σε τούτον τον εξευτελισμό

.

ίσως να θέλουν να με κάνουν να μισήσω

τους ανθρώπους και ν’ αποτραβηχτώ

μόνη

σε δρόμους αδειανούς

κι ευχαριστώ να πω γι’ αυτό

.

ίσως να θέλουν…

.

μα δεν γνωρίζουν

τη δύναμη του ανθρώπου κοντά σ’ άλλους ανθρώπους

που πιστεύουν και μπορούν

που έχουν οράματα και θέλω

.

τα χέρια μ’ άλλα χέρια

τα μάτια καθαρά

και τις φωνές ΜΙΑ φωνή

ΜΠΟΡΩ

να καταφέρω ακόμη και τ’ αδύνατο

ΜΠΟΡΩ

.

Silena 9/2/2012

http://poetry-of-silena.blogspot.com/2012/02/blog-post_09.html

.

.


Νίκος Εγγονόπουλος : ο Θεόφιλος κάποτες

Γιάννης Τσαρούχης : Ο Θεόφιλος μεταμφιεσμένος ως Μέγας Αλέξανδρος

 

 

Μπαλλάντα της Ψηλής Σκάλας

Σε κάθε πόλη, συνήθιζε να λέη ο ποιη-
τής Aπολλιναίρ, υπάρχουν, οπωσδήποτε,
και μερικοί αθάνατοι. Δυνατόν να είσαστε
σεις, κύριε, μεταξύ αυτών, ή, ακόμα,
κι’ εσείς, κύριε. Δεν ξέρω. Πάντως για
ένα είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω : ότι
υπάρχουν. Δεν αποκλείεται ελάχιστοι.
Όμως υ π ά ρ χ ο υ ν.

ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε
σε μια ψηλή σκάλα
— αυτόπτες μάρτυρες το λεν —
ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώση
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς του ηρωικής

αλητόπαιδες
— αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γεράσαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι’ επεθάναν
ευυπόληπτοι και
«φιλήσυχοι αστοί» —
αλητόπαιδες — ξαναλέω —
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε
την σκάλα την ψηλή

κι’ ως γκρεμοτσακιζόντανε
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν’ ελεεινός σακάτης
θέλεις κι’ ακόμη
λιώμα
στο χώμα
να βρεθή

αλλ’ — ω του θαύματος ! —
προσεγειώθη
απόλυτα σώος κι’ αβλαβής
(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)

μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ’ την κορφή ώς τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη — είτανε λεν χλωμός —
σαν τη Σελήνη φωτεινό
— αυτά τα δυο αστέρια
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής —

και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη
είχ’ έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια

α θ ά ν α τ ο ς
— πιθανόν μαζί με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του
Γεώργιο ντε Kήρυκο
και με τον Mπεναρόγια —
ανάμεσα σε τόσους
και τόσους
και τόσους Bολιώτες
που εζήσανε και πριν
και κατά τη διάρκεια
κι ύστερα
από του
τραβήγματος της ψηλής της σκάλας

Ν ί κ ο ς   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (1907-1985)

http://oasigr.5.forumer.com/a/_post745.html


Αζίζ Νεσίν : … σσσς…

Η σημερινή ανάρτηση είναι ιδέα της καλής φίλης του ιστολογίου melita. Την ευχαριστούμε.

.


.

.

Σώπα, μη μιλάς!

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσς … σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τί σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα».

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα».
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα»
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα ’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!….

.

A z i z  N e s i n  (1915 – 1995)

Από : http://annamaria285blogspotcom.blogspot.com/2007/11/blog-post_08.html

.

.


Μπέρτολτ Μπρεχτ : «Ναι» σε όλα !

.

.


.

Από τη

Μπαλάντα για την  Έγκριση  του Κόσμου

.

Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα. μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ’ αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρισα μεσ’ απ’ τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

 ……………………………………………………..

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν — για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ’ άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!»

Δεν μου αρέσει η φτήνια κι η κακομοιριά.
Γι’ αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια — το ξέρω —  κι η έγκρισή μου.

1930

B e r t o l t   B r e c h t    (1898 -1956)     

Μετάφραση : Μ ά ρ ι ο ς    Π λ ω ρ ί τ η ς

Από : Bertolt Brecht,  Ποιήματα, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, ε΄ έκδοση, 2000,  σελ. 32-33

.


Κώστας Βάρναλης : Ὄρσε…

Η    ανάρτηση    αφιερώνεται    στην    Ε.  Μ.  :

Αντίδωρο για το « Η χώρα μου σπαράσσεται»

.


.

.

Πρόλογος

Ξαφνικὰ μοῦ φασκιώνουνε τὰ μάτια
γιὰ νὰ βλέπω τὸ φῶς τὸ ἀληθινό!
Μὲ καρυδώνουν, γιὰ νὰ μὴ φωνάζω:
«Ὄρσε, Ἑλλάδα Γραικύλων ἀντιχρίστων!»
Ἄχερα μὲ μπουκώνουν κάθε μέρα.
Καὶ ποιοί; Τοῦ σκλαβοπάζαρου ἡ σαβούρα.
Καὶ πῶς; Ἔχουν ἀφέντη τὰ σκυλιὰ
καὶ δαγκάνουν τὰ πόδια σου, Ἱστορία.

Πῶς θὰ σωθοῦμε ἀπ᾿ τὴν «ἐλευθερία»
τῆς σκλαβιᾶς μας κι ἀπὸ τὸν «ὑπὲρ πατρίδος»
τῶν προδοτῶν; Καὶ πότε ἀπ᾿ τοὺς θεοὺς
τῶν ἀθέων καὶ τῶν ἀνθρωποφάγων;

.

Αὐτονεκρολογία

Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος,
κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι.

Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου:
νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ
καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος.

Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος.

Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου,
τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα.
Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία
κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό.

Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος
(ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς)
νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα
καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.

Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω.
Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.
Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες
μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ!

Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:
γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.
Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.

Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον
τρεῖς μέρες στὸ ντιβάνι μου ἀπομόναχο,
μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ καὶ στηλωμένα
κατὰ σένα, ὅπως πάντα, Ἀνατολή.

Οἱ πεθαμενατζῆδες μεθυσμένοι
βλαστημοῦσαν, ὅπως μὲ κατεβάζαν
τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,
ὄροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ἐνενῆντα!

Κι  ἡ ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει
γιὰ νὰ τοὺς εὐκολύνει στὴ δουλειά τους.
Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ ὄνομά μου
μήτ᾿ ἐγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.

Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ ἀλυχτῆσαν:
–καλότυχοι, ἕνας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ ἕναν, φυτρώνουνε σαράντα!

Εὐχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ ἐσεῖς μὲ ξαποστείλατε, ὄχι ὁ Νόμος
(δυὸ φορὲς «ἐπ᾿ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ»!).

Κι οὔτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ἕνα τρίκυκλο ἀθῷο («τροχαῖον ἀτύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας.
Τ᾿ ἀδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν οὔτε
μιᾶς πιθαμῆς Ἑλλάδα νὰ ἡσυχάσουν!

Νοέμβρης 1968

Κ ώ σ τ α ς   Β ά ρ ν α λ η ς  (1884 -1974)

Από : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_barnalhs_poems.htm

.


Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Νίκος Σπανιάς και Giorgio de Chirico

.

G. de Chirico : Return of the Prodigal Son

.

Η επιστροφή του ασώτου

.

Βαρύς

Μ’ ένα κεφάλι σαν αυγό

Χωρίς μάτια χωρίς χαρακτηριστικά

Ξαναγυρίζεις

.

Πάνω στο σώμα έχουνε σβήσει

Χίλια άστρα

.

Άσπρος σα γύψος —πρεσβύτης περινούστατος —

Ο πατέρας σ’ αγκαλιάζει

Αυτός ουσιαστικά

Σ’ έδιωξε από το σπίτι

Ξαναγυρίζεις

Με την κίτρινη κολοκύνθη της ερήμου

Γεμάτη χλιαρό νερό

Δεμένη με σκοινί στο ραβδί  σου

Μακρύ σαν κηρύκειο

Γερτός απ’ τη γεωμετρία της πόλης

Που σηκώνεις στην πλάτη σου

Πρόσεξε σαν περάσεις το κατώφλι του σπιτιού

Θα βασιλεύει ένα χρώμα πράσινο βαθύ

Κι ο πατέρας διαρκώς θα σ’ αγκαλιάζει.

.

Ν ί κ ο ς   Σ π α ν ι ά ς (1924-1990)

Φόρος τιμής στον Giorgio de Chirico, 1981

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 292)

.


Γιάννης Ρίτσος : Νὰ μὲ θυμόσαστε

.

Pieter Bruegel the Elder : The Procession to Calvary (Detail)

.

.

.

 Ἐπιλογικό

.

Νὰ μὲ θυμόσαστε — εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.

Τὴν ὀμορφιὰ
Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.

Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:

Θἄθελα
ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ τὸ λεπτὸ δρεπανάκι τοῦ φεγγαριοῦ νὰ θερίσω
ἕνα ὥριμο στάχυ. Νὰ σταθῶ στὸ κατώφλι, νὰ κοιτάω,
καὶ νὰ μασῶ σπυρὶ σπυρὶ τὸ στάρι μὲ τὰ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εὐλογώντας τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ ἀφήνω,
θαυμάζοντας κι Ἐκεῖνον ποὺ ἀνεβαίνει τὸ λόφο στὸ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στὸ ἀριστερὸ μανίκι του ἔχει ἕνα πορφυρὸ τετράγωνο μπάλωμα. Αὐτὸ
δὲν διακρίνεται πολὺ καθαρά. Κι ἤθελα αὐτὸ προπάντων νὰ σᾶς δείξω.

Κι ἴσως γι᾿ αὐτὸ προπάντων θ᾿ ἄξιζε νὰ μὲ θυμᾶστε.

.

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς   (1909-1990)

Από: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

 

.

.

.


Γιάννης Ρίτσος : Εδώ πονά η σιωπή

.

.

.

Επίγραμμα για το Δίστομο

.

Εδώ  ‘ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.

Ω,  εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις —

εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου

κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.

Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη

με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει

λυγμό – λυγμό, σκαλί – σκαλί, μεγίστη σκάλα.

.

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς

.

 .

.

«…Στις 10 Ιουνίου 1944 ο τόπος μας γνώρισε μία από τις αγριότερες σφαγές που έγιναν ποτέ στον κόσμο. Διακόσιοι δεκαοκτώ συμπολίτες μας θανατώθηκαν από τους Ναζί του Χίτλερ χωρίς να μάθουν ποτέ το γιατί.

Ανάμεσα σ’ αυτούς ανήμποροι γέροι, έγκυες γυναίκες, αβάπτιστα μωρά πρόσφεραν το αίμα τους για τη λευτεριά της πατρίδας μας, την ειρήνη, τον πολιτισμό.

Η σφαγή του Διστόμου ήταν ένα έγκλημα από αυτά που ανεβάζουν τα θύματα στην τιμητική θέση των μαρτύρων και τους θύτες στην αιώνια καταφρόνια.

Αποτελεί κατάπτυστο γεγονός για τον πολιτισμό εκείνων που φιλοδόξησαν να κυβερνήσουν τον κόσμο και που κατέδειξε ότι ο μέχρι σήμερα πολιτισμός καμμιά εν γένει επίδραση δεν είχε στις εγκληματικές ψυχές τους (Νυρεμβέργη).

Μετά τον πόλεμο και την ήττα των Γερμανών ο Διοικητής των Γερμανικών δυνάμεων που διέπραξαν το πανανθρώπινο έγκλημα του Διστόμου Χάνς Ζάμπελ  συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε από τις Γαλλικές αρχές στην Ελλάδα, ενώ όμως ήταν προφυλακισμένος και επρόκειτο να προσαχθεί σε δίκη ζητήθηκε από την Κυβέρνηση της τότε Δ. Γερμανίας και εστάλη σ’ αυτή, όπου σύμφωνα με πληροφορίες παραμένει σήμερα ελεύθερος.»

Στάθης Σταθάς, Διστομίτης, 1994

.

Πηγή : http://www.distomo.gr/history/sfagi.htm

.

.

.


Νίκη Παυλίδου : Εννέα ποιήματα

Η   Ν ί κ η   Π α υ λ ί δ ο υ   μετακόμιζε μέχρι τα πέντε της χρόνια, Βόλο, Κέρκυρα και κατέληξε στην Θεσσαλονίκη, αργότερα κανείς δεν ξέρει.

Σπούδασε τεχν. πολ. μηχανικός και τελείωσε τον διετή κύκλο στο μεταπτυχιακό της δημιουργικής γραφής στο πανεπιστήμιο δυτικής Μακεδονίας.

Αυτό το διάστημα, προσπαθεί να ξεκινήσει την διπλωματική της.

Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές εκτός απ’ αυτό που σπούδασε, σε ειδικό τεχνικό περιοδικό, σύμβουλος νομάρχη, υπεύθυνη για τις πολιτιστικές και κινηματογραφικές εκδηλώσεις μουσικής σκηνής και διάφορα άλλα, εκτός από μηχανικός.

Έζησε κιόλας και συνεχίζει επίμονα. Και γράφει, γράφει από πάντα, έτσι δεν λένε όλοι;

Εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο τον Ιούνιο του 2011, ποιητική συλλογή με τον τίτλο Η Κότα, εκδόσεις «Σαιξπηρικόν», από τη οποία προέρχονται τα ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ.

 Ζει στην Θεσσαλονίκη και τακτικά αλλού.

.

Ζωγραφική : Marc Chagall

.

.

Ανεπίδοτος έρωτας

.

Στην πλατεία συναντηθήκαν

ανάμεσα σε δαίμονες κι αγγέλους

χειραψίες αντάλλαξαν, βουβές.

Εκείνη ξάπλωσε στο σιντριβάνι

κι αυτός στο καφενείο της γωνίας.

Ώρα επτά φάνηκε το σκουπιδιάρικο

και μάζεψε όνειρα και γυάλινες καράφες.—

.

.

Η κότα

.

Ντύθηκα κότα σήμερα και σου μιλάω,

ψάρι εσύ,

χελιδονόψαρο χρυσαφί με μαύρα στίγματα,

λέπια κοφτερά σαν το μυαλό σου

και μάτια γυαλιστερά σαν το δέρμα σου.

Κότα εγώ, κότα σε ρόλο,

ποιητές την παραμερίζουν,

πάντα οι φασιανοί ήταν στις προτεραιότητές τους

για το χρώμα και την έπαρση,

άντε να ξεπέσουν και σε κανένα φρούτο εποχής,

κότα εγώ σήμερα,

να κακαρίζω ανόητα

και να δίνομαι στον κόκορα της αυλής

ανάμεσα στις άλλες πανομοιότυπες κότες,

κότα σου λέω,

ν’ απολαύσω κακαρίσματα, αυγά και άχυρο,

μπόλικο άχυρο απ’ τα χέρια σου,

κότα κοντόχοντρη και βραδυκίνητη,

κότα χωρίς φτερά και πούπουλα,

έτοιμη για σφαγή και σούπα.

Χελιδονόψαρο με κεφάλι κόκορα εσύ,

ναι,

να χαίρεσαι και στεριά και θάλασσα,

να βουτάς στα βαθιά

και να ξεριζώνεις φύκια,

να μου τα ταῒζεις για άχυρα

και γω να ξεγελιέμαι η κότα,

να πατάς χώμα

και να κολυμπάς μπροστά μου

και γω να πιστεύω πως είσαι ψάρι.

Μόνο εγώ σε βλέπω,

είσαι αόρατος ανάμεσα σε πουλιά και ψάρια,

ερμαφρόδιτη κατάσταση σου λέω,

άκου με,

σσσσσς,

είναι το μυστικό μας…

.

.

Τα μελλούμενα του Στεπάν Τροφίμοβιτς

.

Είναι υποχρεωμένος να πεθάνει από ευτυχία

με φυσιολογικό θάνατο, πάνω σε χλόη αστραποδένουσα

σε βροντοφέροντα σκοτάδια,

δεμένος χειροπόδαρα σε ηδονές δυσθεώρητες,

διαθλάσεις προτέρου βίου

και σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής των φαντασμάτων.

Είναι υποχρεωμένος να κυλήσει σε ηδονές,

μαλακά, σαν αερόστατο να πετάξει στην ευτυχία

και δεν το ξέρει…

σκέφτηκε η Βαρβάρα Πετρόβνα.

.

Είμαι υποχρεωμένος να ζήσω με αυτοκτονίες  ευτυχίας,

σε ήλιους να στεγάζομαι βορείων χωρών,

το μπλε το αττικό να μη βλέπω,

να τραγουδώ φάντος νυχθημερόν

σαν σε ρεμπέτικο ο ήχος

και δεν το ξέρω…

σκέφτηκε ο Στεπάν Τροφίμοβιτς.

.

Είναι υποχρεωμένοι ν’ αυτοπυρπολούνται

στους φλογισμένους δρόμους παλιάς αγοράς

μακριά από θάλασσες και λίμνες

αιώνια πετούμενα θρύλων-εραστών

και δεν το ξέρουν…

σκέφτηκε η ζωή.

–με αφορμή τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι—

.

.

Καφές

.

Νύχτωσε μεσημέρι σήμερα

κανείς δε θα κοιμηθεί στο στήθος σου επάνω

δυο φτερούγες θ’ απλώσεις από νεκρά πουλιά

ναι, εκείνα που πετούσαν δίπλα σου το πρωί

έσταζαν λευκό και το πάτησες

δεν σου θυμώνω, είναι η κεκτημένη ταχύτητα

τόσων χρόνων, μιας ζωής τ’ απομεινάρια

σαν το κατακάθι του καφέ,

πολλοί οι καφέδες της ζωής σου…

.

.

Κλειδαριά

.

Σκοτεινή η πόλη, άδεια

μπάτσοι στους δρόμους

—η πιο γιορτινή της μέρα—

μαγαζιά λυπημένα, φτωχά

άνθρωποι κλειδωμένοι,

ένα παπούτσι στο πλακόστρωτο

περιμένει τη βροχή που δεν ήρθε…

.

.

Αποκάλυψη

.

Το δάκρυ ερωτευμένων ανδρών

το κλάμα του πεινασμένου μωρού

η ερημιά στα μάτια γυναικών

η πολυκαιρισμένη φωτογραφία της απώλειας

το τρένο που χάνεται χωρίς επιβάτες

η πείνα στα μάτια των ανέργων

η μοναξιά στη γωνία

και το γέλιο μου στη φωτογραφία.

.

.

Χάδι

.

Σαν υάκινθος ανθίζω

όταν με χαϊδεύουν  οι λέξεις σου,

φαντάσου να ξεφυλλίσεις την καρδιά μου…

.

.

Συνάντηση

.

Αντάμωσα το όνειρο

στον τελευταίο διάδρομο,

με βενετσιάνικη μάσκα στα μάτια

έψαχνε τον παραλήπτη του να τον αιφνιδιάσει,

έσκυψα προς το μέρος του

μήπως και μ’ αναγνωρίσει,

κατευθείαν στις δυο τρύπες της μάσκας

και σε απόσταση αναπνοής,

αυτό εκστασιασμένο

με τη χορωδία του δίπλα δωματίου

και τις φάλτσες φωνές

να ταλανίζονται στον ρυθμό της η καθεμιά,

με προσπέρασε.

.

Με θεώρησε μαέστρο με περγαμηνές,

μια απλή πριμαντόνα ήμουν,

δεν τόκρυψα.

.

.

Εθισμός

.

Άυπνη με τις νύχτες μου

Να στροβιλίζονται στο μαύρο

Που γύρισε λες και το πεθυμήσαμε.

Χορεύει πρόστυχα ημίγυμνο

Με λάγνες διαθέσεις

Κι έχει στο βλέμμα θάνατο λευκού

Κι άγρια περιστέρια με ράμφη λίγο γκρι

.

Να μην εθίζομαι στο μαύρο.

.

Μετανάστρια στις μέρες μου

Μόνο στις νύχτες έχω πατρίδα

Παλιότερα τις ταίριαζα με το λευκό

Κι ανάσαιναν ελευθερία

Τώρα μεγάλωσα…

Πρόσφυγας βαφτίστηκα

.

Να μην εθίζομαι στις πατρίδες.

.

Ν  ί  κ  η    Π  α  υ  λ  ί  δ  ο  υ

.


Νικόλας Ευαντινός : Γιώργος Δουατζής — η απέραντη νεότητα του ποιητικώς ζειν

.

.

.

.

«…και κείνα τα χτυπήματα νεότητας στην πόρτα
να ρωτούν
ώς πότε οι μεταγγίσεις σε λευκό χαρτί…»

Στα αλήθεια δεν είναι πολλοί που θα μπορούσαν να γράψουν τέτοιους στίχους σκέφτομαι, αλλά ακόμα παραπέρα. Είναι πολύ λιγότεροι εκείνοι που θα τους υποστήριζαν με τη ζωή, τη στάση τους και την παρουσία τους. Ένα από αυτούς είναι ο Γιώργος Δουατζής. Όταν μου έκανε την τιμή να με καλέσει να μιλήσω για τον Τάσο Λειβαδίτη, σε ένα συνέδριο που ο ίδιος είχε την πρωτοβουλία και την ευθύνη της διοργάνωσης, ο τίτλος της ομιλίας μου [ήταν] «Η ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΩΣ ΖΕΙΝ». Μπορώ να πω με βεβαιότητα, κοινωνώντας το έργο του Δουατζή πως το νόημα αυτής μου της ομιλίας συναντά στο έπακρο τον πυρήνα του συνολικού του ποιητικού corpus. Γιατί αυτός ο πυρήνας είναι ο άνθρωπος που αγωνιά, ονειρεύεται, έχει περιέργεια, γνωρίζει και συνεχώς ανακαλύπτει, πληγώνεται, θυμώνει, αντιστέκεται, μάχεται, φωνάζει, απελπίζεται, εμπνέεται και εμπνέει. Είναι ο αδιάλειπτα και συνεχώς νέος άνθρωπος, ο μη έχων ηλικία, ο του θανάτου ανταγωνιστής και της ζωής ρουφηχτής. Και πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς αφού τέτοιος είναι και στη ζωή του ο Γιώργος Δουατζής.

Η ποίηση του Γιώργου Δουατζή είναι μια ποίηση που δεν υπηρετεί κάποιο καλλιτεχνικό όραμα, δεν αγκυλώνεται σε ιδεοληψίες, δεν ακολουθεί ατραπούς καταναγκαστικής πρωτοπορίας. Είναι ποίηση που κοινωνείται, μιλιέται και μοιράζεται ανάμεσα στους ανθρώπους απλά και αισθητηριακά, όπως άλλωστε απλή και αισθητηριακή είναι και η ίδια. Εδώ έγκειται άλλωστε και η «παραφωνία» του. Το έργο του Δουατζή δεν είναι υπόθεση των λίγων παροικούντων στην Ιερουσαλήμ των ποιητικών και φιλολογικών καφενείων. Είναι φωνή προς τα έξω, καθάρια και απέριττη όσο γίνεται. Έχει στόχο, προτάγματα, πιστεύω, αξίες. Είναι μια Ποίηση αμιγώς εξωστρεφής. Και αυτή ακριβώς είναι η «παραφωνία» του. Ο Δουατζής δεν απευθύνεται σε λίγους, δεν απευθύνεται σε πολλούς. Απευθύνεται σε όλους, νεκρούς και ζώντες. Κι όμως αυτή η δυναμική, η γεμάτη νεανικό σφρίγος ποιητική φωνή, πηγάζει από μια βαθιά και επίπονα σκαμμένη εσωτερικότητα. Ο ποιητικός λόγος του είναι ως τα μύχια ριζωμένος στην ανθρώπινη ύπαρξη, είναι απόσταγμα αναρίθμητων βουτιών στον πυθμένα του εαυτού. Θα λέγαμε έρχεται από βαθιά.

Αυτή η αμιγώς φιλοσοφική και υπαρξιακή ρίζα της γραφής του θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως θα την καθιστούσε ερμητική, πολύπλοκη, ρητορική. Όμως όχι εδώ –και εδώ έγκειται το χάρισμα των ποιημάτων του Δουατζή. Τα ποιητικά του έργα είναι δημιουργήματα της αφαίρεσης, της λιτότητας και της σύνοψης –ακόμα και στα μεγαλύτερα του ποιήματα όπως στο «Προς Δέκα Επιστολή». Ο Δουατζής δεν έχει περίσσιες λέξεις, ό,τι αφήνει στο χαρτί, μοιάζει να σώζεται από τον αμείλικτο έλεγχό του. Θα λέγαμε πως ξέρει να σβήνει, για αυτό και ξέρει να γράφει. Πεζότροπος, δίχως να πεζολογεί, ρεαλιστής δίχως να γίνεται κυνικός, λυρικός δίχως να γίνεται μελιστάλαχτος, ονειρικός δίχως να γίνεται ονειροπαρμένος ο λόγος του Δουατζή κρύβει την μεγάλη του δύναμη σε ένα καίριο χαρακτηριστικό: στην απεύθυνση. Ο τρόπος εκφοράς του λόγου είτε άμεσα είτε έμμεσα πάντα απευθύνεται κάπου, γεγονός που καθιστά τον αναγνώστη μέρος του ποιήματος. Είτε σε β’ πρόσωπο, είτε σε πρώτο ή και τρίτο τα ποιήματα του Δουατζή μοιάζουν με κομμάτια ποιητικών επιστολών, εξομολογήσεις και αποκαλύψεις ενός Υποκειμένου που ψάχνει πάντα την αναφορά του στον άλλο, στον διπλανό, στον νεκρό, στον μέλλοντα συνάνθρωπο. Έτσι η ποιητική γραφή του Δουατζή κερδίζει την ζωντάνια της όχι μέσω των στενών γλωσσικών μηχανισμών, αλλά του συνολικού ύφους, της γενικής ατμόσφαιρας που αυτή η ποιητική γλώσσα αποπνέει. Με άλλα λόγια είναι μια ποίηση που μας αφορά.

Όσον αφορά τώρα την ποιητική του θεματική, έχουμε συνηθίσει ως πολίτες της κανονικότητας να μιλάμε ξέχωρα για το «κοινό» και την πολιτική, για τον έρωτα, για τον θάνατο, ίσα ίσα να βοηθηθεί ο απάνθρωπα εξορθολογιστικός τρόπος με τον οποίο μας έμαθαν να ζούμε και να κατηγοριοποιούμε  τον βίο μας. Η αλήθεια όμως είναι πως είναι έρωτας το να επαναστατείς, νικάς τον θάνατο με το να ερωτεύεσαι, ο θάνατος μιας σχέσης ίσως είναι οδυνηρότερος από ένα αντίστοιχο φυσικό. Κινητήριος μοχλός των πάντων λοιπόν ο φλέγων άνθρωπος, αυτή η τρομακτική κινητήρια δύναμη στον κόσμο ικανή για το χειρότερο και το καλύτερο. Η ποίηση του Δουατζή έτσι αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Δεν έχει θεματικές. Μόνη της θεματική η ζωή σε όλες της τις διαστάσεις, κυρίως δε, όταν αυτή μας αποκαλύπτεται σαν θαύμα ή σαν πρόκληση, σαν ευλογία ή σαν πεδίο αγώνα, σαν δίψα και σαν ξεδίψασμα. Για τον Δουατζή ο ενεργός και με την ομορφιά παντοτινά ερωτευμένος άνθρωπος είναι το ζητούμενο. Από εκεί ξεκινά και έτσι μπορεί να υμνεί την γυναίκα, να κρίνει την Ιστορία, να οραματίζεται (σε μια εποχή που οι ποιητές δεν οραματίζονται, δεν κρίνουν, δεν υμνούν).

***

Στην τελευταία του συλλογή από τις εκδόσεις Καπόν, Σχεδίες, ο Δουατζής προσφέρει ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ποιητικού του τρόπου. Για τον ποιητή οι λέξεις είναι σχεδίες σε αγριεμένη θάλασσα. Έρχονται την κρισιμότερη στιγμή όταν το υποκείμενο χάνει την ταυτότητά του (όνομα και πρόσωπο) και όταν η πεισματική τους αντίσταση προκαλεί τον πόνο, το πένθος, το φόβο και την ικεσία κάποιων. Έρχονται σαν αποτέλεσμα λύτρωση και κάθαρσης όχι με αναίμακτο τρόπο. Γιατί οι λέξεις δεν μπορούν να σώσουν τα πάντα «…οι λέξεις, οι σχεδίες μου και οι ναυαγοί… »  όπως λέει και ο τελικός στίχος.

Αλλού («Άντρας σπουδαίος») ο ποιητής εκφέρει μια κρυστάλλινη άποψη ανατέμνοντας την Ιστορία, τέμνοντας το ατομικό με το συνολικό: « Τέλος παρηγοριόμουν πως οι μεγάλοι αγώνες δεν χρειάζονται σπουδαίους αλλά επί της ουσίας μόνους και μες στη σοφία της σιωπής ένιωθα πάντα χρήσιμος ως σκεπτόμενος ή αυτόχειρας». Ο διάλογος με την νεκρή πατρική φιγούρα, και ο βίος της σπουδαιότητας, οδηγεί εντέλει τον άντρα σε αυτήν την βαθιά παρηγορητική διαπίστωση σε ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

Ο ποιητής βιώνει στο ακέραιο την σιωπή της μοναξιάς του και αναρωτιέται «μονάχος πώς να αδειάσεις μια στείρα λύπη στο κενό;», είναι «μοναχικό εργαστήριο εργοστάσιο, βιοτεχνία, οικοτεχνία» που αναζητά και δεν αφήνεται στο κενό, «είναι μικρός εκδικητής στο όνομα των χιλιάδων που χάθηκαν», γιατί ακριβώς μπορεί να αφουγκράζεται τον «κάματο χιλιάδων καθημερινών θανάτων», παίρνει το μέρος της πόρνης γιατί εκείνη δεν έφταιξε για τις «δια βίου ανεπιτυχείς πρόβες να παίξουν τη ζωή τους» εκείνοι που θα την λιθοβολούσαν.

Στις Σχεδίες ο Δουατζής φαίνεται να μας αφήνει στο χαρτί ό,τι συγκράτησε η διαδικασία ανάβασής του από τα βάθη της σιωπής, της μοναχικότητας και της αυτοπαρατήρησης, δίχως αυτό να είναι εσωστρεφές. Ό,τι καταγράφει έχει την αναφορικότητά του στον έξω κόσμο, αυτόν που συνδιαμορφώνουμε όλοι με τις δικές μας προσωπικές εσωτερικές περιπλανήσεις: «…δεν τους καταδίωκε κανείς πλην ενός αόρατου εντός που χάθηκε κι αυτό στην άκαρπη έρευνα μιας στοιχειώδους δικαιολογίας για το πώς χάθηκαν ολόκληρες ζωές…».

***

Με την Πατρίδα των καιρών [2010, εκδόσεις Καπόν] ο Γ. Δουατζής μοιάζει με τον Νέστορα που ντύνεται τα άρματα του Αχιλλέα και παίρνει όλα τα ρίσκα που θα μπορούσε σε αυτή την στιγμή της πορείας του να πάρει, προκειμένου να είναι σύμφωνος — ως ποιητής και ως άνθρωπος — με την συνείδησή του. Αποτινάσσει την συνήθη εσωστρέφεια και ερμητικότητα της ποιητικής γλώσσας, ξεντύνεται την επίπλαστη στωικότητα  πολλών  πνευματικών καρεκλοκενταύρων, απομακρύνεται από την  δειλία των «σοβαρών» ταγών της δημιουργίας που προκαλούν μειδίαμα αηδίας με την σοβαροφάνειά τους, στέκεται στην μέση της κοιμώμενης «πιάτσας» και τραγουδά με τρόπο θρασύ, οργισμένο, και πολλές φορές τραχιά αντιλυρικό την Πατρίδα των καιρών μας.

Αφού θέτει την Ποίηση στο κοινωνικό μετερίζι «το ανάστημά σου μεγαλώνει Ποίηση όσο η κοινωνία βυθίζεται στην αποσύνθεση» ρωτάει ευθαρσώς και δίχως υπεκφυγές «Με πόσα κέρματα μετριέται η ψυχή σου/ η ανάσα σου, η υποτέλεια/ με πόσα αλήθεια κέρματα μετριέται;», αναρωτιέται «πόσα ποιήματα χρειάζονται/ για να στεγάσω τους αδύναμους// πόσα παραμύθια για να διώξω θεριά και δράκοντες αληθινούς //… πόσος πόνος για να κοιτάξουμε κατάματα το φως» και φωνάζει προς όλους μας πως βρισκόμαστε σε καιρό πολέμου: «Πόλεμος σου λέω/  βυθίζει τις ψυχές/ μολύνει το μυαλό/ σκοτώνει μέλλον και ελπίδα…».

Η Πατρίδα των καιρών είναι παιδί του καιρού της, γεννημένη από έναν έφηβο Νέστορα. Γαυγίζει, δεν μιλά, κραυγάζει, δεν τραγουδάει και υπάρχει ως ένας μεγάλος και δίκαιος καθρέφτης για όλους όσοι είναι πολίτες αυτής της χώρας. Με τους στίχους «Να ήξερες με πόσο/ λίγη αγάπη/ θα άλλαζε ο κόσμος…» ο Ποιητής μάς αποχαιρετά υπενθυμίζοντάς μας πάντα ως γεννήτρια δύναμη των όποιων κοινωνικών αλλαγών την ανθρωπινότητα. Άλλωστε όλα αρχίζουν από την δικιά μας εσωτερική επανάσταση.

***

Ο Γιώργος Δουατζής λοιπόν ως Ποιητής μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Γιατί αν κάποτε ρωτήσει κάποιος πού βρίσκονταν οι ποιητές τον καιρό της μεγάλης εσωτερικής Κρίσης των ανθρώπων, εκείνος θα είναι σε θέση να πει πως το ποιητικό του ήθος του υπαγόρευσε να κάνει το καθήκον του ως Ποιητής.  Έτσι μονάχα όποιος θέλει να λέγεται Ποιητής εν καιρώ πολέμου κερδίζει την αξιοπρέπεια του, πόσο μάλλον τώρα και εδώ, σε μια χώρα στην οποία  κυριαρχεί η σιγή του φόβου των βολεμένων, αλλά και η σιγή του πάθους των οργισμένων. Για τους πρώτους η Πατρίδα των καιρών είναι ενοχλητική. Για τους δεύτερους δεξαμενή δύναμης και ελπίδας για ό,τι πρόκειται να κάνουν…

Ν ι κ ό λ α ς  Ε υ α ν τ ι ν ό ς

.


Τάσος Λειβαδίτης : Τὸ ἄγαλμα διηγόταν στὰ πουλιὰ τὸ ἀληθινὸ ταξίδι

.

.

Ζωγραφική : Giorgio de Chirico

.

Ὁ ἐπίλογος

Κι ἂν ἔφτασα τόσο μακριά, ἦταν γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν
κι ἄχ, πλανήθηκα πολὺ σὲ δρόμους, ἀκολουθώντας τοῦτο ἡ ἐκεῖνο, κληρονόμος μιᾶς ἀνεξήγητης ὥρας: τότε ποὺ ὅλα θὰ ἐξηγηθοῦν,
……χωρὶς λόγια ἢ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καν — ὅταν, τέλος, ξαναγύρισα ἡ πόλη εἶχε λεηλατηθεῖ, τὰ βαγόνια ἀναποδογυρισμένα,
……ἡ ἐξέγερση ἦταν πιὰ παρελθὸν κι ὅσοι ἀπομεναν ὄρθιοι πυροβολοῦσαν ἀκόμα
γιὰ ἕνα φτωχὸ ἔπαθλο στὰ ὑπαίθρια σκοπευτήρια
……καὶ τὸ βράδυ «τί ὥρα εἶναι;» ρωτᾷς, «ὀχτώ» σου ἀπαντᾶνε, μὲ τέτοιες ἄθλιες βεβαιότητες ζοῦμε
καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα — ἀφοῦ τὸ τέλειο ἔγκλημα ἔγινε
……ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ συμβεῖ. Ὅμως ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνυπόμονος
σὰν κάποιον ποὺ ἀνοίγει τὴν ὀμπρέλα του σὲ καιροὺς ξηρασίας (ἴσως γιατί δὲ θέλει νὰ ξεχάσει),
……ἢ κάποιον ποὺ ντύνεται γυναῖκα γιὰ νὰ πεῖ ἕνα ψέμα ἀκόμα παιδικὸ —
μὴ μ᾿ ἀδικεῖτε, λοιπόν, ἂν ἔκλεισα τὰ μάτια, ἦταν γιὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν κόσμο
……ἢ θυμόμουν τὰ χέρια τῆς μητέρας καθὼς ἔβαζαν τὴ σκοῦπα πίσω ἀπ᾿ τὴ χαλαρωμένη πόρτα
……— στερεώνοντας ἴσως κάτι πιὸ μακρινό,
……ἐνῷ τὸ κοιμητῆρι, ἀντίκρυ, θρόιζε ἁπαλά, σὰν τὸ σύντομο ἐπίλογο ἑνὸς μυστηρίου.

Τάσος Λειβαδίτης, «Ὁ ἐπίλογος», ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἀνακάλυψη, ἑνότητα, Ἐκκρεμότητες, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 362

.

.

Ταξίδι

Στὴ Λούλα, ποὺ δὲ θὰ τὸ διαβάσει

……Ζοῦσε τὴν τελευταία του ὥρα. Στὸ σταθμό, νύχτα, περίμενε τὸ τρένο, ποὺ θὰ ᾿πέφτε μπροστά του νὰ τελειώνει. Ἄξαφνα, ἀπὸ μιὰ παλιὰ ξεχασμένη παρόρμηση ἀνέβηκε στὴ γραμμὴ νὰ περπατήσει, ὅπως ἄλλοτε, ποὺ ἦταν ἕνα αἰώνιο παιδί. Τότε, μ᾿ ἔκπληξη, εἶδε τὴ μικρὴ πεθαμένη ἐξαδέλφη νὰ περπατάει στὴν ἄλλη γραμμή, ἀπλώνοντς του τὸ χέρι, γιὰ νὰ κρατηθοῦν, πιὸ στέρεα, πάνω ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο.
……Περπάτησαν ὥρα, χαμογελώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, κι ὅταν πέρασε τυφλὸ τὸ τρένο, βουίζοντας, τὰ δύο παιδιὰ χειροπιασμένα συνέχιζαν νὰ προχωρᾶνε πάνω στὶς ρᾶγες,
……ἐνῷ τὸ πτῶμα ἑνὸς ἄντρα κείτονταν πιὸ ἐκεῖ.

Τάσος Λειβαδίτης, «Ταξίδι», ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 34

.

Ὁ μουσικὸς

……Συχνὰ τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἔφτανα σὲ μιὰ ἄλλη πόλη, δὲν ὑπῆρχε παρὰ μόνο ἕνας γέρος, ποὺ ὀνειρευόταν κάποτε νὰ γίνει μουσικός, καὶ τώρα καθόταν μισόγυμνος μὲς στὴ βροχὴ – μὲ τὸ σακάκι του εἶχε σκεπάσει πάνω στὰ γόνατ του ἕνα παλιό, φανταστικὸ βιολί, «τὸ ἀκοῦς;» μοῦ λέει, «ναί, τοῦ λέω, πάντα τὸ ἄκουγα»,
……ἐνῷ στὸ βάθος τοῦ δρόμου τὸ ἄγαλμα διηγόταν στὰ πουλιὰ τὸ ἀληθινὸ ταξίδι.

Τάσος Λειβαδίτης, «Ὁ μουσικός», ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 40

Τ ά σ ο ς  Λ ε ι β α δ ί τ η ς (1921-1988)

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

.


Τάσος Λειβαδίτης : ἡ πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη

.

.

Ζωγραφική : Pan Yuliang

.

.

Καντάτα

Ἕνα περίεργο ἐπεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της. Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
— ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ της ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της.

Τ ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς

Από : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

.