Just another WordPress.com site

Archive for Μαρτίου, 2012

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Εν αρχή (1)

 

.

William Blake : The Ancient of Days

.

.

.

.

.

{Περίμενα χρόνια κρυμμένη}

.

Περίμενα χρόνια κρυμμένη

σαν κυματισμός

για νάβρω την αρχή μου

.

.

Εν αρχή

.

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος.»

(Κατά Ἰωάννην,  α΄1)

.

Πότε η αρχή μου;

όταν ελάχιστη στ’ αλμυρά μου βάθη

λίκνιζα τις δυνάμεις μου

τα όρια σκάλιζα εντός μου ασύνειδη

μόνο καταβροχθίζοντας το χρόνο μου

γι’ αυτό άχρονη

μόνο κυματίζουσα στο χώρο μου

γι’ αυτό σαν όνειρο;

 

Πότε η αρχή μου;

όταν διαχώρισα τα κύτταρά μου

το εγώ και το άλλο

κι άπλωσα τις άκριες μου

στη διαίσθηση των πιθανοτήτων

την απόσταση έκπληκτη μετρώντας

είδα και άκουσα και μύρισα

και άγγιξα και γεύτηκα;

 

Πότε η αρχή μου;

όταν έγινα ο πρώτος ήχος

το φωνήεν και το σύμφωνο

η προσευχή και η συνθήκη.

 1-8-2006

.

Γένεσις

.

Είμαι το γέννημα της γης

η Πρώτη Ιδέα

ο ελάχιστος φθόγγος

εννόησα και ονόμασα

τον κόσμο με κραυγές.

 

Είμαι το χνάρι στη γη

η μαρτυρία της πέτρας

η πρώτη ζωγραφιά

χαράχτηκα σταυρωτά

από την Ανατολή

ώς τη Δύση και πάλι

απ’ το Βορρά στο Νότο.

 

Ο αναζητητής είμαι

των μεγάλων κυνηγιών

ο γδάρτης των ονείρων

ο πυρφόρος των θεών

ο πελεκητής του φόβου.

 

Στο θυσιαστήριο

αίμα χυμένο είμαι

του Αμνού που βέλαξε

ικεσία και προσφορά

των καρπών της ανάγκης.

 

Στα όρια των φρυδιών

που σμίγουν με τα μάτια

το μίσος κι ο θυμός

ο αλόγιστος είμαι

αδελφοκτόνος χτύπος

της καρδιάς που σκληραίνει

και της αναμέτρησης

με τα πόδια που βρόντηξαν

στη γη και ρίζωσαν

με τα δάχτυλα στο χώμα

που βούλιαξαν με πείσμα

«είναι δικό μου!» είπαν.

 

Και πάλι η σύγχυση

των νοημάτων είμαι

ο μόνος υπάρχων

δειπνώ τις σάρκες μου

και των παιδιών μου τις κραυγές.

 

Η ταπείνωση της γης

το μαύρο νερό είμαι

των κατακλυσμών

ο επί του ύδατος

περιπατών λόγος

που διασώζει τα όσα

μέλλουν να υπάρξουν

του εξαγνισμένου Πόντου

η Πρώτη Διαθήκη

η ειρηνοποιός.

 

Είμαι η επίγνωση,

η στέρηση της λέξης

της τελευταίας.

 

.

Ο καθρέφτης του  τυχαίου

 

Έγινα αυτό που έγινα

το ανεπαρκές

ο πολέμιος του χρόνου

ενώ γνώριζα το άχρονο

άρα ο μάταιος αγών είμαι

που επιθυμεί το όριο και το τέλος

γιατί γνωρίζει το απέραντο

και το πανταχού παρόν

ή γιατί εχθρεύεται το αιώνιο;

Εγώ, λοιπόν, η πρόσκαιρη

το θήραμα των δαιμόνων.

 

Έγινα αυτό που έγινα

αν και διαισθάνθηκα την ενότητα

η φυλακισμένη του διασπασμού

διασκέδασα τη ζωή μου

στο ιερό και το βέβηλο

μην ανήκοντας στο ένα

μην προσχωρώντας στο άλλο

αναποφάσιστη στις μεγάλες αποφάσεις

ή είμαι πια η ενότητα και των δυο

στα πρόθυρα του θανάτου

που κέρδισα;

 

Εγώ, η άσωτη των σκόρπιων επιθυμιών

η καταβυθισμένη στο σκότος ωραία νεκρή

απύρωτη του ήλιου μήτρα των παραμορφώσεων

λησμονημένη της μυστικής χάριτος

θα στεφανωθώ τη μυρωδάτη δάφνη της ζωής μου:

την ασυμμετρία της σκέψης μου.

Κι αυτό που έγινα θα το ανακαλύπτω

στον καθρέφτη,

του τυχαίου μου ειδώλου το πέρασμα

αναμετρώντας, καχύποπτη.

 

.

Οι δούλοι

.

Πώς το επιτρέψαμ’  άραγε

κι αφήσαμε τούτο να συμβεί;

Σταθήκαμε ανώνυμοι,

χωρίς να θυμόμαστε,

χωρίς να είμαστε,

χωρίς να γινόμαστε…

 

Υποταγμένοι δοθήκαμε της σιωπής.

Πόσο βολικοί για το θάνατο!

Στους καθρέφτες το πρόσωπό μας

κυλά και πάει

ήσυχο σαν ποταμάκι,

ανέκφραστο σαν πέτρα.

 

Πόσο, ευχάριστα, αλλοιωθήκαμε

και της γενιάς μας σπόροι γινήκαμε κακοί!

Δειλοί, ρίξαμε τα κορμιά μας

στα πόδια της ανάγκης

αποδεκτοί και συνηθισμένοι

δεν υπήρξαμε σε καμιά πτυχή ονείρου…

 

Πώς γινήκαμε, τόσο αγόγγυστα,

του κόσμου ετούτου οι δούλοι;

Καθόλου διάφοροι απ’ τους άλλους

το ίδιο προβλέψιμοι,

καθόλου η εντύπωση και η έκπληξη,

σβήνουμε στην απουσία των λέξεων…

 

Κοπήκαμε στη μέση από το βάρος των εποχών

είναι, που πιστεύουμε, πως, μάλλον, δε ζήσαμε ποτέ.

Κι αν μας χαϊδεύει το μέτωπο η απόγνωση

δεν υπάρχει λυτρωμός

τώρα που σταθήκαμε ασάλευτοι

στους βροχερούς αγέρηδες το κορμί μας σφίγγει,

γίνεται πηλός, ραγίζει απλώς και πέφτει…

 

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή  Εν αρχή

.


Ορέστης Αλεξάκης : … μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει

.

Ζωγραφική : Giorgio de Chirico

.

.

Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν

.

Κανείς δεν ξέρει πού
κοιτούν
τα σπίτια

μέσ’ από τ’ ανοιχτά παράθυρά τους
σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο

Τα βράδια
κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
ακούνε
τις πέτρινές τους φλέβες να φουσκώνουν

μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
ψίθυροι των νερών
φωνές τού ανέμου

Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
ο χρόνος τους ακινητεί
το παρελθόν τους και το μέλλον τους
χωρούν
μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους

Όμως
πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
σπάζουν τα κόκαλά τους απ’ το βάρος

και ξαφνικά
μια νύχτα
καταρρέουν
μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

 

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989)

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :

http://orestisalexakis.wordpress.com/2010/08/08/orestis-alexakis-leptomereies-gias-spitia-pou-paliwnoun-%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF/

 

 

 .


Ορέστης Αλεξάκης : Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό…

.

.

 

Ζωγραφική : Salvador Dalí

.

.

.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

.

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 1989].  Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :

http://orestisalexakis.wordpress.com/2011/03/01/orestis-alexakis-kai-mi-rwtas-giati-thlimmenos-eimai-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B7-%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF/#comments

.

 


Γ. Θέμελης : Ὅπως ἡ θλίψη, ὅπως ἡ ἔκσταση

Ζωγραφική : William Bouguereau

.

Μαθητεία

Μαθαίνεται ἡ Ἀγάπη,
Μαθαίνεται ἀπὸ μέσα, ἀποστηθίζεται.

Ὅπως ἡ θλίψη, ὅπως ἡ ἔκσταση.

Τ’ ἄφωνα ψάρια δὲν πηγαίνουν
Σχολεῖο νὰ μάθουν τὴ σιωπή,
Τὴν ἐκθαμβωτικὴ θαλάσσια ἀγάπη
Μὲς σὲ βαθειὰ κρησφύγετα.

Τὰ ἐρωτικὰ πουλιὰ δὲ μελετοῦν
Μαθήματα ἀγάπης• δὲ γράφουν
Τὶς τέσσερες πράξεις της
Στὶς πλάκες τους οἱ πεταλοῦδες.

Ἴσως μονάχα οἱ Ἄγγελοι νὰ μαθαίνουν
Λέξεις, ὀνόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τὸν ἔρωτα μὲς στὴν οὐράνιαν ἐρημία.

Ἴσως νὰ ξέρουν καλὰ τὴ σιωπὴ τῆς Ἀγάπης,
Τὴ γλῶσσα τῆς σιωπῆς, τὸν ἀνεκλάλητον ἔρωτα τῶν πραγμάτων.

Αὐτὴ τὴ γλῶσσα, αὐτὴ τὴ Μουσική,
Αὐτὴ μαθαίνουν τὰ δάχτυλά μου.

Τὰ δάχτυλά μου, τὰ χείλη μου, τὰ ἔκπληχτα μάτια.

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς

 

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη
νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ.,
Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/themelis_mathiteia.html

.


Θανάσης Φωτιάδης : Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου

.

.

.

Ωδή  σύντομη στον  Γ. Καραϊσκάκη

.

Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,

τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,

ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλληκάρια σου

κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος

προς το μεγαλείο των Αγράφων.

.

Και τότε συγχωρείς όλους εμάς

και μας καταλαβαίνεις,

που ένας εδώ, ένας εκεί,

πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους

και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,

κι ακολουθούμε τη μεγάλη πορεία

πίσω από το ξυλοκρέββατο,

ενώ έρχονται κοντά σου,

πίσω από το λεκιασμένο σκούφο σου,

χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,

σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,

ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,

που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.

 .

Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου,

άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,

να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή·

ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,

από εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,

ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε.

Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,

τι αξίζεις.

.

Θ α ν ά σ η ς   Φ ω τ ι ά δ η ς  (1921-1989)

Δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 75 (Μάρτιος 1961), σελ. 153.

Πηγή:

http://www.sarantakos.com/kibwtos/et/fwtiadhs_karaisk.html

.


Γιώργος Θέμελης : Το χαμογέλιο του καλού Θεού

.

Ειρήνη Κανά : Κορίτσι στην Αίγινα

.

Σε ποια θάλασσα

Σε ποια θάλασσα
Ποιος ουρανός
Σ’ έχει φιλήσει

Τα μαλλιά σου τρυπούν
Την καρδιά του ανέμου
Σαν τα δέντρα και σαν τα ταξίδια

Το χέρι σου χαμόγελο
Φωνή σαν του νερού
Σαν κοριτσιού κάτασπρη ντάλια

Όπου κι αν κοιτάξεις
Προβάλλει το πρόσωπό σου
Κατεβαίνει το βλέμμα σου
Από χίλια
Λουλούδια

Κοίταξε κάλλιο τον ίσκιο που πέφτει
Τον καβαλάρη της βροχής
Το χαμογέλιο του καλού
Θεού

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) [Από την ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση:

http://giorgosthemelis.wordpress.com/2011/03/27/giorgos-themelis-se-poia-thalassa-%CF%83%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B1-%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%82/

.

 


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Πέντε άτιτλα

.

Ζωγραφική: Rene Magritte

.

.

Φεγγάρι των χρωμάτων

και των ήχων αναλυτό

στης καρποφορίας μου τα ύδατα

φεγγάρι, που ξεγεννάει τις νύχτες μου.

1985

.

.

Μέσα μου έσπειρε το φως

 στη ζέστα του καλοκαιριού μου

σαν υποσχέσεις

τα γλυκά λωτόμουρα.

 

 .

Σαρκαστική

του φεγγαριού η όψη

εμπρός στο παραθύρι μου

απόψε, που γύρω μου στενεύει ο χώρος

δεν έχω λόγια

– η μάνα μου, μόνο, που κλαίει

στο διπλανό δωμάτιο

μου κομματιάζει τα όνειρα.

 

 .

Δε θυμάμαι τις μέρες

ακρόπρωρο της λησμονιάς

της λήθης του πελάγου

μ’ αρμύρισ’ ο καιρός

και μ’ έσκαψε το κύμα.

 

 .

Αίμα μου βέβηλο

κι αίμα αγνό

σαν την αγάπη μου

ρέεις ζεστό

θα σε μετρήσω,

θα μετρηθώ

ψέμα στο ψέμα

θα προδοθώ.

.

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Σπύρος Ηλιόπουλος : Δύο ποιήματα

.

Φώτης Αγγουλές

.

.

Είχε πια γίνει ποιητής

.

Καλός στα γράμματα ο Φώτης Αγγουλές

λιγάκι άτακτος μονάχα

Την έβγαλε ή δεν την έβγαλε τη δεύτερη δημοτικού;

Γιατί μια μέρα που ο δάσκαλος τον φώναξε στον πίνακα

πήδηξε απ’  το παράθυρο

πέταξε σαν  πουλί

κι όλο του στήναν ξόβεργες

οι γνωστικοί

οι φρόνιμοι

οι χωροφύλακες

κι όλο τον έκλειναν σε κάγκελα και σε κλουβιά

Αλλά ετούτος πια

ονειρευτής

δεν τους φοβότανε και δε μετανοούσε

Είχε πια γίνει ποιητής

το φτωχοπούλι

με γιασεμιά

στεφανωμένος

 

.

 

Η φωνή

.

Άγρια δάση

νυχτερινά

πουλιών φωλιές

πάνω μισό

φεγγάρι

 

Μεγάλο αντάτζιο

η φωνή

και τραγουδά

ν’ ανέβει πιο ψηλά

η ψυχή

το ταπεινό

σφαχτάρι

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς  2011

.


Ορέστης Αλεξάκης : Έρχονται οι φίλοι

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich

.

 

Ερωτηματικά ψυχοσαββάτων

Μνήμη Τάσου Κόρφη

Έρχονται οι φίλοι μού
χτυπούν την πόρτα
τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι
κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι
κι εξ άλλου
χρόνια τώρα που κρυώνουν
Και το σκυλί – τι άβυσσος αλήθεια —
κουνώντας την ουρά
καλωσορίζει
Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις;
Ποιος ορθοτόμος και
δικαιοκρίτης;
Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος
οριοθετώ
τον πάνω κόσμο από
τον κάτω κόσμο;
Και ποιος εσύ
που αμίλητος ανοίγεις
παλιά συρτάρια και
βαθιά σεντούκια
ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι;
Και ποιος αυτός
που αντίκρυ μου στην τάβλα
χύνοντας δάκρυα φλογερά
μια πίνει κόκκινο κρασί και μια
την ερημιά των τάφων τραγουδάει;

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 205, τον Ιανουάριο του 1989]. Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

Πηγή:

Ιστολόγιο Ορέστης Αλεξάκης (βλ. Σύνδεσμοι)

http://orestisalexakis.wordpress.com/2010/11/26/orestis-alexakis-erwtimatika-psychosavvatwn-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BF%CF%81/

.

 


Μαρία Κυρτζάκη : Για να μη σε υποπτεύονται

George Grosz: Daum Marries Her Pedantic Automaton

.

Συναλλαγή

Όπως και να ’χει το πράγμα
Όπως και να ’χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Όπως και να ’χει
Η επικοινωνία εκτελείται.
Αστικά λεωφορεία εντός πόλεως
Υπεραστικά εκτός
Και οφείλεις να ’χεις στο χέρι το αντίτιμο
Της διαδρομής
Της εγκαρδιότητας
Της οικειότητας
Της συνουσίας

Αυτόματος μετρητής
Αυτόματος πωλητής

Για να μην υποπτεύεσαι
Για να μη σε υποπτεύονται
Να μη σε φοβίζουν οι σκιές
Ο φόβος
Ο φόβος
Τίμιος στη συναλλαγή
Για να μη γίνονται σύμβολα οι ασπασμοί
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύονται

.

Μ α ρ ί α   Κ υ ρ τ ζ ά κ η

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973)

Πηγή :

http://mariakyrtzaki.wordpress.com/2011/03/04/maria-kyrtzaki-synallagi-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7/