Just another WordPress.com site

Archive for Μαρτίου, 2012

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Εν αρχή (1)

 

.

William Blake : The Ancient of Days

.

.

.

.

.

{Περίμενα χρόνια κρυμμένη}

.

Περίμενα χρόνια κρυμμένη

σαν κυματισμός

για νάβρω την αρχή μου

.

.

Εν αρχή

.

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος.»

(Κατά Ἰωάννην,  α΄1)

.

Πότε η αρχή μου;

όταν ελάχιστη στ’ αλμυρά μου βάθη

λίκνιζα τις δυνάμεις μου

τα όρια σκάλιζα εντός μου ασύνειδη

μόνο καταβροχθίζοντας το χρόνο μου

γι’ αυτό άχρονη

μόνο κυματίζουσα στο χώρο μου

γι’ αυτό σαν όνειρο;

 

Πότε η αρχή μου;

όταν διαχώρισα τα κύτταρά μου

το εγώ και το άλλο

κι άπλωσα τις άκριες μου

στη διαίσθηση των πιθανοτήτων

την απόσταση έκπληκτη μετρώντας

είδα και άκουσα και μύρισα

και άγγιξα και γεύτηκα;

 

Πότε η αρχή μου;

όταν έγινα ο πρώτος ήχος

το φωνήεν και το σύμφωνο

η προσευχή και η συνθήκη.

 1-8-2006

.

Γένεσις

.

Είμαι το γέννημα της γης

η Πρώτη Ιδέα

ο ελάχιστος φθόγγος

εννόησα και ονόμασα

τον κόσμο με κραυγές.

 

Είμαι το χνάρι στη γη

η μαρτυρία της πέτρας

η πρώτη ζωγραφιά

χαράχτηκα σταυρωτά

από την Ανατολή

ώς τη Δύση και πάλι

απ’ το Βορρά στο Νότο.

 

Ο αναζητητής είμαι

των μεγάλων κυνηγιών

ο γδάρτης των ονείρων

ο πυρφόρος των θεών

ο πελεκητής του φόβου.

 

Στο θυσιαστήριο

αίμα χυμένο είμαι

του Αμνού που βέλαξε

ικεσία και προσφορά

των καρπών της ανάγκης.

 

Στα όρια των φρυδιών

που σμίγουν με τα μάτια

το μίσος κι ο θυμός

ο αλόγιστος είμαι

αδελφοκτόνος χτύπος

της καρδιάς που σκληραίνει

και της αναμέτρησης

με τα πόδια που βρόντηξαν

στη γη και ρίζωσαν

με τα δάχτυλα στο χώμα

που βούλιαξαν με πείσμα

«είναι δικό μου!» είπαν.

 

Και πάλι η σύγχυση

των νοημάτων είμαι

ο μόνος υπάρχων

δειπνώ τις σάρκες μου

και των παιδιών μου τις κραυγές.

 

Η ταπείνωση της γης

το μαύρο νερό είμαι

των κατακλυσμών

ο επί του ύδατος

περιπατών λόγος

που διασώζει τα όσα

μέλλουν να υπάρξουν

του εξαγνισμένου Πόντου

η Πρώτη Διαθήκη

η ειρηνοποιός.

 

Είμαι η επίγνωση,

η στέρηση της λέξης

της τελευταίας.

 

.

Ο καθρέφτης του  τυχαίου

 

Έγινα αυτό που έγινα

το ανεπαρκές

ο πολέμιος του χρόνου

ενώ γνώριζα το άχρονο

άρα ο μάταιος αγών είμαι

που επιθυμεί το όριο και το τέλος

γιατί γνωρίζει το απέραντο

και το πανταχού παρόν

ή γιατί εχθρεύεται το αιώνιο;

Εγώ, λοιπόν, η πρόσκαιρη

το θήραμα των δαιμόνων.

 

Έγινα αυτό που έγινα

αν και διαισθάνθηκα την ενότητα

η φυλακισμένη του διασπασμού

διασκέδασα τη ζωή μου

στο ιερό και το βέβηλο

μην ανήκοντας στο ένα

μην προσχωρώντας στο άλλο

αναποφάσιστη στις μεγάλες αποφάσεις

ή είμαι πια η ενότητα και των δυο

στα πρόθυρα του θανάτου

που κέρδισα;

 

Εγώ, η άσωτη των σκόρπιων επιθυμιών

η καταβυθισμένη στο σκότος ωραία νεκρή

απύρωτη του ήλιου μήτρα των παραμορφώσεων

λησμονημένη της μυστικής χάριτος

θα στεφανωθώ τη μυρωδάτη δάφνη της ζωής μου:

την ασυμμετρία της σκέψης μου.

Κι αυτό που έγινα θα το ανακαλύπτω

στον καθρέφτη,

του τυχαίου μου ειδώλου το πέρασμα

αναμετρώντας, καχύποπτη.

 

.

Οι δούλοι

.

Πώς το επιτρέψαμ’  άραγε

κι αφήσαμε τούτο να συμβεί;

Σταθήκαμε ανώνυμοι,

χωρίς να θυμόμαστε,

χωρίς να είμαστε,

χωρίς να γινόμαστε…

 

Υποταγμένοι δοθήκαμε της σιωπής.

Πόσο βολικοί για το θάνατο!

Στους καθρέφτες το πρόσωπό μας

κυλά και πάει

ήσυχο σαν ποταμάκι,

ανέκφραστο σαν πέτρα.

 

Πόσο, ευχάριστα, αλλοιωθήκαμε

και της γενιάς μας σπόροι γινήκαμε κακοί!

Δειλοί, ρίξαμε τα κορμιά μας

στα πόδια της ανάγκης

αποδεκτοί και συνηθισμένοι

δεν υπήρξαμε σε καμιά πτυχή ονείρου…

 

Πώς γινήκαμε, τόσο αγόγγυστα,

του κόσμου ετούτου οι δούλοι;

Καθόλου διάφοροι απ’ τους άλλους

το ίδιο προβλέψιμοι,

καθόλου η εντύπωση και η έκπληξη,

σβήνουμε στην απουσία των λέξεων…

 

Κοπήκαμε στη μέση από το βάρος των εποχών

είναι, που πιστεύουμε, πως, μάλλον, δε ζήσαμε ποτέ.

Κι αν μας χαϊδεύει το μέτωπο η απόγνωση

δεν υπάρχει λυτρωμός

τώρα που σταθήκαμε ασάλευτοι

στους βροχερούς αγέρηδες το κορμί μας σφίγγει,

γίνεται πηλός, ραγίζει απλώς και πέφτει…

 

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή  Εν αρχή

.


Ορέστης Αλεξάκης : … μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει

.

Ζωγραφική : Giorgio de Chirico

.

.

Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν

.

Κανείς δεν ξέρει πού
κοιτούν
τα σπίτια

μέσ’ από τ’ ανοιχτά παράθυρά τους
σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο

Τα βράδια
κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
ακούνε
τις πέτρινές τους φλέβες να φουσκώνουν

μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
ψίθυροι των νερών
φωνές τού ανέμου

Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
ο χρόνος τους ακινητεί
το παρελθόν τους και το μέλλον τους
χωρούν
μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους

Όμως
πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
σπάζουν τα κόκαλά τους απ’ το βάρος

και ξαφνικά
μια νύχτα
καταρρέουν
μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

 

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989)

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :

http://orestisalexakis.wordpress.com/2010/08/08/orestis-alexakis-leptomereies-gias-spitia-pou-paliwnoun-%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF/

 

 

 .


Ορέστης Αλεξάκης : Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό…

.

.

 

Ζωγραφική : Salvador Dalí

.

.

.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

.

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον το 1989].  Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση :

http://orestisalexakis.wordpress.com/2011/03/01/orestis-alexakis-kai-mi-rwtas-giati-thlimmenos-eimai-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B7-%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AC%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF/#comments

.

 


Γ. Θέμελης : Ὅπως ἡ θλίψη, ὅπως ἡ ἔκσταση

Ζωγραφική : William Bouguereau

.

Μαθητεία

Μαθαίνεται ἡ Ἀγάπη,
Μαθαίνεται ἀπὸ μέσα, ἀποστηθίζεται.

Ὅπως ἡ θλίψη, ὅπως ἡ ἔκσταση.

Τ’ ἄφωνα ψάρια δὲν πηγαίνουν
Σχολεῖο νὰ μάθουν τὴ σιωπή,
Τὴν ἐκθαμβωτικὴ θαλάσσια ἀγάπη
Μὲς σὲ βαθειὰ κρησφύγετα.

Τὰ ἐρωτικὰ πουλιὰ δὲ μελετοῦν
Μαθήματα ἀγάπης• δὲ γράφουν
Τὶς τέσσερες πράξεις της
Στὶς πλάκες τους οἱ πεταλοῦδες.

Ἴσως μονάχα οἱ Ἄγγελοι νὰ μαθαίνουν
Λέξεις, ὀνόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τὸν ἔρωτα μὲς στὴν οὐράνιαν ἐρημία.

Ἴσως νὰ ξέρουν καλὰ τὴ σιωπὴ τῆς Ἀγάπης,
Τὴ γλῶσσα τῆς σιωπῆς, τὸν ἀνεκλάλητον ἔρωτα τῶν πραγμάτων.

Αὐτὴ τὴ γλῶσσα, αὐτὴ τὴ Μουσική,
Αὐτὴ μαθαίνουν τὰ δάχτυλά μου.

Τὰ δάχτυλά μου, τὰ χείλη μου, τὰ ἔκπληχτα μάτια.

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς

 

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη
νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ.,
Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/themelis_mathiteia.html

.


Θανάσης Φωτιάδης : Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου

.

.

.

Ωδή  σύντομη στον  Γ. Καραϊσκάκη

.

Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,

τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,

ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλληκάρια σου

κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος

προς το μεγαλείο των Αγράφων.

.

Και τότε συγχωρείς όλους εμάς

και μας καταλαβαίνεις,

που ένας εδώ, ένας εκεί,

πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους

και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,

κι ακολουθούμε τη μεγάλη πορεία

πίσω από το ξυλοκρέββατο,

ενώ έρχονται κοντά σου,

πίσω από το λεκιασμένο σκούφο σου,

χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,

σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,

ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,

που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.

 .

Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου,

άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,

να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή·

ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,

από εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,

ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε.

Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,

τι αξίζεις.

.

Θ α ν ά σ η ς   Φ ω τ ι ά δ η ς  (1921-1989)

Δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 75 (Μάρτιος 1961), σελ. 153.

Πηγή:

http://www.sarantakos.com/kibwtos/et/fwtiadhs_karaisk.html

.


Γιώργος Θέμελης : Το χαμογέλιο του καλού Θεού

.

Ειρήνη Κανά : Κορίτσι στην Αίγινα

.

Σε ποια θάλασσα

Σε ποια θάλασσα
Ποιος ουρανός
Σ’ έχει φιλήσει

Τα μαλλιά σου τρυπούν
Την καρδιά του ανέμου
Σαν τα δέντρα και σαν τα ταξίδια

Το χέρι σου χαμόγελο
Φωνή σαν του νερού
Σαν κοριτσιού κάτασπρη ντάλια

Όπου κι αν κοιτάξεις
Προβάλλει το πρόσωπό σου
Κατεβαίνει το βλέμμα σου
Από χίλια
Λουλούδια

Κοίταξε κάλλιο τον ίσκιο που πέφτει
Τον καβαλάρη της βροχής
Το χαμογέλιο του καλού
Θεού

.

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Θ έ μ ε λ η ς

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) [Από την ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Πηγή γι’ αυτή την ανάρτηση:

http://giorgosthemelis.wordpress.com/2011/03/27/giorgos-themelis-se-poia-thalassa-%CF%83%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B1-%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%82/

.

 


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Πέντε άτιτλα

.

Ζωγραφική: Rene Magritte

.

.

Φεγγάρι των χρωμάτων

και των ήχων αναλυτό

στης καρποφορίας μου τα ύδατα

φεγγάρι, που ξεγεννάει τις νύχτες μου.

1985

.

.

Μέσα μου έσπειρε το φως

 στη ζέστα του καλοκαιριού μου

σαν υποσχέσεις

τα γλυκά λωτόμουρα.

 

 .

Σαρκαστική

του φεγγαριού η όψη

εμπρός στο παραθύρι μου

απόψε, που γύρω μου στενεύει ο χώρος

δεν έχω λόγια

– η μάνα μου, μόνο, που κλαίει

στο διπλανό δωμάτιο

μου κομματιάζει τα όνειρα.

 

 .

Δε θυμάμαι τις μέρες

ακρόπρωρο της λησμονιάς

της λήθης του πελάγου

μ’ αρμύρισ’ ο καιρός

και μ’ έσκαψε το κύμα.

 

 .

Αίμα μου βέβηλο

κι αίμα αγνό

σαν την αγάπη μου

ρέεις ζεστό

θα σε μετρήσω,

θα μετρηθώ

ψέμα στο ψέμα

θα προδοθώ.

.

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Σπύρος Ηλιόπουλος : Δύο ποιήματα

.

Φώτης Αγγουλές

.

.

Είχε πια γίνει ποιητής

.

Καλός στα γράμματα ο Φώτης Αγγουλές

λιγάκι άτακτος μονάχα

Την έβγαλε ή δεν την έβγαλε τη δεύτερη δημοτικού;

Γιατί μια μέρα που ο δάσκαλος τον φώναξε στον πίνακα

πήδηξε απ’  το παράθυρο

πέταξε σαν  πουλί

κι όλο του στήναν ξόβεργες

οι γνωστικοί

οι φρόνιμοι

οι χωροφύλακες

κι όλο τον έκλειναν σε κάγκελα και σε κλουβιά

Αλλά ετούτος πια

ονειρευτής

δεν τους φοβότανε και δε μετανοούσε

Είχε πια γίνει ποιητής

το φτωχοπούλι

με γιασεμιά

στεφανωμένος

 

.

 

Η φωνή

.

Άγρια δάση

νυχτερινά

πουλιών φωλιές

πάνω μισό

φεγγάρι

 

Μεγάλο αντάτζιο

η φωνή

και τραγουδά

ν’ ανέβει πιο ψηλά

η ψυχή

το ταπεινό

σφαχτάρι

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς  2011

.


Ορέστης Αλεξάκης : Έρχονται οι φίλοι

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich

.

 

Ερωτηματικά ψυχοσαββάτων

Μνήμη Τάσου Κόρφη

Έρχονται οι φίλοι μού
χτυπούν την πόρτα
τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι
κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι
κι εξ άλλου
χρόνια τώρα που κρυώνουν
Και το σκυλί – τι άβυσσος αλήθεια —
κουνώντας την ουρά
καλωσορίζει
Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις;
Ποιος ορθοτόμος και
δικαιοκρίτης;
Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος
οριοθετώ
τον πάνω κόσμο από
τον κάτω κόσμο;
Και ποιος εσύ
που αμίλητος ανοίγεις
παλιά συρτάρια και
βαθιά σεντούκια
ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι;
Και ποιος αυτός
που αντίκρυ μου στην τάβλα
χύνοντας δάκρυα φλογερά
μια πίνει κόκκινο κρασί και μια
την ερημιά των τάφων τραγουδάει;

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς

Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος (1989) [πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 205, τον Ιανουάριο του 1989]. Συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

Πηγή:

Ιστολόγιο Ορέστης Αλεξάκης (βλ. Σύνδεσμοι)

http://orestisalexakis.wordpress.com/2010/11/26/orestis-alexakis-erwtimatika-psychosavvatwn-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BF%CF%81/

.

 


Μαρία Κυρτζάκη : Για να μη σε υποπτεύονται

George Grosz: Daum Marries Her Pedantic Automaton

.

Συναλλαγή

Όπως και να ’χει το πράγμα
Όπως και να ’χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Όπως και να ’χει
Η επικοινωνία εκτελείται.
Αστικά λεωφορεία εντός πόλεως
Υπεραστικά εκτός
Και οφείλεις να ’χεις στο χέρι το αντίτιμο
Της διαδρομής
Της εγκαρδιότητας
Της οικειότητας
Της συνουσίας

Αυτόματος μετρητής
Αυτόματος πωλητής

Για να μην υποπτεύεσαι
Για να μη σε υποπτεύονται
Να μη σε φοβίζουν οι σκιές
Ο φόβος
Ο φόβος
Τίμιος στη συναλλαγή
Για να μη γίνονται σύμβολα οι ασπασμοί
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύονται

.

Μ α ρ ί α   Κ υ ρ τ ζ ά κ η

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973)

Πηγή :

http://mariakyrtzaki.wordpress.com/2011/03/04/maria-kyrtzaki-synallagi-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7/


Jorge Luis Borges : …με κάθε αντίο μαθαίνεις

.


.

.

.


Μαθαίνεις

 

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις

.

J o r g e    L u i s    B o r g e s

Από

 http://www.silena26.blogspot.com/2012/02/jorge-luis-borges.html

.


Μαρία Κυρτζάκη : Τώρα που δεν υπάρχουν οι πλατείες για τις ζητωκραυγές

.

.

.

.

.

Σαπίζουν

Μούχλιασαν οι στενοχώριες τα άγχη
Μούχλιασαν στη βροχή και τη λάσπη
Στην παραδοχή.
Σαπισμένα τα πόδια
Τα κεφάλια κρεμασμένα στους τοίχους
Τώρα που δεν υπάρχουν οι πλατείες για τις ζητωκραυγές
Τώρα που δεν υπάρχουν τα είδωλα
Και τα δωμάτια προσφέρονται μόνο για νεκρολογίες
Μουχλιάσαμε στον αστέγαστο κύκλο
Η υγρασία παραμονεύει
Παραμονεύει και δε σε λογαριάζει
Δε σε περιμένει
Σαπίζουν στα βαθιά πηγάδια τα σώματα

Παιδιά
Είκοσι χρονών

.

Μ α ρ ί α   Κ υ ρ τ ζ ά κ η

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973) [ενότητα Ανίχνευση (1968-1971)]

.

Πηγή :

http://mariakyrtzaki.wordpress.com/2010/11/26/maria-kyrtzaki-sapizoun-%CF%83%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7/#respond

.


Ανέστης Ευαγγέλου : Ακροβασίες

.

.

.

.

.

.

Πού οδηγούμαι λοιπόν, Θεέ μου

Στον Τάκη Καΐση
που πρώτος μίλησε για ακροβασίες.

Πού οδηγούμαι λοιπόν, Θεέ μου, ή πού με οδηγείς;
Ο μέγας κίνδυνος την ισορροπία μου να χάσω
στο τεντωμένο αυτό σχοινί όπου μ’ έταξε
ν’ ακροβατώ η ανεξιχνίαστη θέλησή σου
χωρίς να με ρωτήσει αν θέλω ή αν μπορώ
θα με κερδίσει ή επιτέλους θα μπορέσω
στο τέρμα να φτάσω του σχοινιού, ή ακόμα, μήπως
το θέλημά σου δε μου έχει ετοιμασμένο
κανένα τέρμα;

Πολύ το κατατρέχεις
το τέκνο σου, Κύριε. Η φωνή μου δε φτάνει
να σου ζητήσω να με βγάλεις πέρα:
είσαι πολύ μακριά για να μ’ ακούσεις.
Τούτο μόνο: δείξε μου πού πηγαίνω…

.

.

Α ν έ σ τ η ς  Ε υ α γ γ έ λ ο υ

Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

.

.

Πηγή :

http://anestisevangelou.wordpress.com/2011/10/21/anestis-evangelou-pou-odigoumai-loipon-thee-mou-thessaloniki-%CF%80%CE%BF%CF%8D-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CF%80%CF%8C%CE%BD-%CE%B8%CE%B5%CE%AD-%CE%BC/#respond

.


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου : «πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

.

.

.

Χαμένη στη μελάνη

 .

Κάπου ανάμεσα

στα σύμφωνα και τα φωνήεντα

χάθηκες απ’ τα μάτια μου

 .

Όσο κι αν σε αναζήτησα

κάτω από αποστρόφους

άνω τελείες και αποσιωπητικά,

.

Αληθινά

«πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα

ώρες ολόκληρες να έρθεις καρτερούσα.

.

Τελείες και κόμματα προσπέρασα

στις παύλες γέφυρες απέναντι περνούσα,

με δυσκολία στα θαυμαστικά σκαρφάλωνα

κι απ’ τα στενά τελειώματα

σύντομων στίχων

κάτω ως τα υποσέλιδα

βαριά κατρακυλούσα.

 .

Απ’ την προμετωπίδα κάβους λύνοντας

τα απανωτά κύματα των σελίδων σου

με το σκαρί μου έσκισα,

μα με ορμή, ακυβέρνητη, στον κολοφώνα σου άραξα

 .

Φώναξα

«Τίποτα, αγάπη, τίποτα»

μα χάθηκαν τα λόγια ανείπωτα.

.

Γραμμή γραμμή

τα λόγια σου κατέβηκα

και άλλα τόσα ανέβηκα

μήπως και σε προφτάσω

.

Το χάδι σου λαχτάρισα καθώς,

λατρευτικά φυλλομετρούσες τις σελίδες,

μα εσύ λόγια διαβάζοντας,

για ένα κορμί που πια δεν έχω,

δε με είδες.

 .

Αόρατη πασχίζοντας με αντίβαρο το σώμα

να σ’ εμποδίσω να κλείσεις το βιβλίο,

με δάκρυα τρύπησα το εξώφυλλο

μουσκεύοντας τα απλά των στιγμών μας στοιχεία, του τυπογράφου

το άκαρδο όνομα διαγράφοντας

 .

Εκείνου που άσκεφτα μάς χώρισε,

«αγάπη, αγάπη μου» εκλιπάρησα,

τυπώνοντας τείχη ανάμεσά μας

τα δεκαεξασέλιδα

γεμάτα απ’ των ζεστών

λόγων σου τα νοήματα

εκείνα που παλιά κρυφοψιθύριζες

άγραφα μεσ’ στ’ αυτιά σαν χάδι.

 .

Σαν δάκρυ εκατρακύλησα

στο επόμενο βιβλίο,

σε νέες περιπέτειες

με δράκους κεφαλαίους,

σπήλαια ερωτηματικά

και μάγισσες οξείες.

.

Εσύ, ανύποπτος ξανά,

με το μυαλό στα λόγια,

από το χέρι μ’ έπιασες

να πάμε για το δείπνο,

το πρωινό, τη βόλτα μας

 .

Κι εγώ σε ακολουθούσα,

ξέροντας πως στο χτύπο

κάθε καρδιάς, εσύ άκουγες

ριματοπλέχτη στίχο.

.

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

.

[Η Α. Α. είναι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στη ΔΕ – Μεταφράστρια, Πτυχιούχος ΤΑΓΦ Αθηνών. Μεταπτυχιακό (ΜΑ) στη «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία». Εκδόσεις: Ποίηση, Θέατρο, Δοκίμια, Άρθρα, Μεταφράσεις. Παράλληλες  Δραστηριότητες: Εικαστικά, Θέατρο. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της με το πτερόεν.]

.


Τάκης Βαρβιτσιώτης : Η αγνή βασιλεία των φτερών

Ζωγραφική : Alberto Galvez

.

.

.

Μονάχα με την ποίηση

                                                                στον Στέλιο Αρτεμάκη

Μονάχα με την ποίηση
Δε θα χαθούν ποτέ
Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής
Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά
Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα

Μονάχα με την ποίηση
Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί
Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε
Να ονομάζουμε τα πράγματα
Με τις πιο καθημερινές λέξεις
Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη
Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε
Σε μιαν αλήθεια οριστική

Μονάχα με την ποίηση
Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα
Και τα στήθη των κοριτσιών
Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι
Η θάλασσα θάλασσα
Κι ο ουρανός ουρανός

Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια
Μέσα στις καπνοδόχες
Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί
Στο βάθος των ματιών
Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε
Το γενέθλιο χωριό μας
Παραχωμένο μες στα χιόνια

Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα
Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί
Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα
Θα εγκαθιδρύσουμε
Την αγνή βασιλεία των φτερών

.

Τ ά κ η ς  Β α ρ β ι τ σ ι ώ τ η ς
Από τη συλλογή Καλειδοσκόπιο (1983)

Πηγή :
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=5608.0#ixzz1oVJAeXlE

.


Λιάνα Σακελλίου : Το αγόρι στα ναυτικά

.

{Είμαι το αγόρι στα ναυτικά}

.

Είμαι το αγόρι στα ναυτικά

και δρασκελίζω μαγικά

τη θάλασσα του δάσους∙

φυλλόσχημα μαλλιά,

εξωτικά πουλιά τα κατοικούν.

Ένα πνευστό βαθύφωνο κρατώ

να ξεπερνώ λιγοψυχιές.

Το μεταγωγικό είναι άσπρο.

Το φουγάρο του ψηλό.

 

.

 

 {Όνειρο είναι}

.

Όνειρο είναι.

Αγαπώ τον κυνηγό,

το παιδί σ’ εσένα.

Κοιμήσου ξανά.

 

Ήταν ένα αγόρι σ’ εκείνο το πλοίο

κι έγραφε σ’ ένα βιβλίο.

Ό,τι είχε ανάγκη να ιστορήσει

το έγραφε γρήγορα

με τη βιασύνη ενός επιζώντος.

Έξυνε τη σελίδα με τη γραφίδα

και τα πουλιά φτερούγιζαν την αγωνία του.

Η λεοπάρδαλη που άφηνε να τριγυρίζει

μέσα κι έξω από την πένα του

γινόταν όλο και πιο δυνατή.

.

 

Λ ι ά ν α   Σ α κ ε λ λ ί ο υ

Από τη συλλογή Πορτρέτο πριν το σκοτάδι, Αθήνα, Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2010, σελ. 9, 42

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : …ολόγιομη στο φέγγος της η τρίμορφη Εκάτη

William Blake : The Triple Hecate

.

Εκάτη

 .

Ποτέ δε θα ταιριάξει η ώρα μου η μυστική

σα χτύπημα, όταν πονεί σκληρά τους λεπτοδείκτες

κι αν η ψυχή μου ήμερη στην ιερή σιωπή

μετρά στο σβέλτο πέρασμα τους μαύρους παρωρίτες.

 .

Στριφογυρνά στ’ αλώνι της η υφάντρα η Κλωθώ

και σημαδεύει τ’ άσπαρτα ξεγυμνωμένα μέλη

σε κύκλο αναπότρεπτο, μοιραίο κι ιερό

σ’ ένα χορό εκστατικό με του φονιά τα βέλη.

 .

Ετούτη η ώρα η κρυφή δε στέκει πουθενά

το άγριο πείσμα που άφησε η χτεσινή ημέρα

ορφανεμένο απόπαιδο το σέρνει, το πετά

σε δρόμους που τους σάρωσε θανατικού φοβέρα.

 .

Κι ολόγιομη στο φέγγος της η τρίμορφη Εκάτη

κυρά χθονία στ’ ουρανού κρεμάει τη σκοτεινιά

με το χρυσό το κρέπι του των άστρων το κρεββάτι

νεφέλη, που απ’ το θάμβος της τα όνειρα κεντά.

 .

Και μ’ αποστρέφεται το φως σα στρίγγλα μητριά

όλα μου τα σημάδια χαιρέκακο μου δείχνει

τα σκάφτει ακόμα πιο πολύ, τα φκιάνει πιο βαθιά

στον άγριο Καιάδα τους ολότελα με ρίχνει

 .

και βγαίνει ετούτη η φωνή που σκούζει κι αλυχτά

σα λύκος με οσφραίνεται κι αναρριγά τη χαίτη

η Εκάτη η ακατάδεχτη το αίμα μου διψά

σε μια πληγή πυρόξανθη, κορίτσι του Ροσέτι.

Ιανουάριος 2012

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Από την ανέκδοτη συλλογή Εν σκοτία

.


Ορέστης Αλεξάκης : … κι όλο βυθίζεσαι στο φως

Ζωγραφική : Gustav Klimt



 
.

Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

.

Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω

.

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις

.

μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας

.

Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις

.

κι όλο βυθίζεσαι στο φως

και μέσα

στην εκτυφλωτική σου λάμψη

σβήνεις

.

Κι εγώ

τινάζω κλαίγοντας

       — γελώντας

και κλαίγοντας —

το δέντρο

και

ξυπνώ

.

και πια

δεν είναι φως

δεν είναι δέντρο

.

μόνο δωμάτιο γκρίζο

βουρκωμένο

και βρέχει

βρέχει

βρέχει

και

δεν είσαι

.

κανείς δεν είναι πια

και με σκεπάζουν

άγρια θολά νερά

.

νερά

και χρόνια

.

.

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)

Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 18-19)

.