Just another WordPress.com site

Archive for Απρίλιος, 2012

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (8)

 

.

 

 

.

ΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ

 

Χαίρετε, οι ριγμένοι επί της Γης

οι ξένοι αυτού του κόσμου αναπαυθείτε

στους αγρούς των αιμάτων

ότι δούλοι πλέον δε λογίζεσθε.

 

Χαίρετε, οι καταραμένοι του Γολγοθά

αναστημένοι φέρετε τις πληγές

του μαρτυρίου σας εμπρός στο Σταυρό

γονυπετείς υποτάσσονται οι Νόμοι των αιώνων.

 

Χαίρετε, οι σκλαβωμένοι των σκληρών εποχών

ζυγιασμένα στο χέρι τριάντα αργύρια

κουδούνισαν χαρωπά την εξαγορά σας

«ἐπεί τιμή αἲματος ἐστί…».

 

 

 

 

 

Ο ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

 

Ποιανού το τύπωμα στη γη βαθαίνει τόσο

στης ερημιάς μας την αβέβαιη πορεία

των άδικων και ισχυρών το βήμα πόσο

τυραννικά επιβάλλει τη χλεύη ως σοφία.

 

Ποιανού ο λόγος είναι κάρφος και αγκάθι

στα μάτια τα αρπακτικά που νέμονται στη γη

λαόν απαίδευτον, απλόν και κατακάθι

Δικαιοσύνη μάθετε της γης οι ισχυροί.

 

Ποιανού ο θάνατος ενίκησε το σκότος

κι αναστημένη στάθηκεν η άδεια μας καρδιά

Ποιος των νεκρών Πρωτότοκος ορθρίζει Ήλιος Πρώτος

Κύριε, πρόσθες στους κακούς μύρια κακά!

 

29-1-2010

 

 

 

 

 

 

Ανάμεσα στα πικρά μου αντίφωνα

θα δεηθώ όλα τα υπέρ της αγωνίας μου

να συνάψω τις αντοχές και τις ευχαριστίες

κι αν όλα γύρω και μέσα δονούν

ένα θάνατο επαρκή

θ’ ανακηρύξω «Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος».

 

 

 

 

 

 

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Ι.

 

Τέλος πια οι φιλήσυχες αμφιβολίες

να μην ξεχνώ ποια είμαι

καμιά ταπείνωση πλέον

όταν του πολέμου ακούς το σάλπισμα.

 

Το κεφάλι σκύβεις μόνο για να προσευχηθείς

ως έτοιμος στο τέλος να δοθείς

καμιά υποχώρηση ντροπιαστικά ειρηνική.

 

Αυτό το χώμα που πατώ

κι αναλογεί στο πέλμα μου δικό μου ολότελα

κι αν με σκεπάσει

 

το σώμα μου πρόσφορο

σ’ αυτό ακριβώς θα δώσω.

Καμιά ενοχή πλέον

 

τι είμαι και τι όχι

ο χρόνος δε μας δόθηκε

για χασομέρια τέτοια.

 

Στις φλόγες σα ριχτείς δε θα σκεφτείς

θα δείξεις ξάστερα κι αντρίκια

ποιος είσαι και ποιος όχι.

 

 

ΙΙ.

 

Δεν έχουμε χρόνο ν’ αρνηθούμε αυτό που γίναμε.

Αυτό το φεγγάρι μας πολεμά

της ασημένιας λόγχης του το κέντρισμα

τ’ ακίνητα κορμιά μας σημαδεύει

αλύγιστοι σα θα σταθούμε εμπρός του

αμφίβολης νίκης νικητές

με την αλαζονεία αστραφτερή στο μάτι

όσο τ’ αντέχουμε θα κρατήσουμε.

 

Φέρτε τους καιρούς να μας χτυπήσουν

της μνήμης μας η πανοπλία ας θρύβεται

κι ας πέφτει σαν τα παλιά παιχνίδια

που τα ταλαιπωρήσαμε για χρόνια

και τα λησμονήσαμε κομματιασμένα

στα χώματα της αυλής μας

όσο τ’ αντέχουμε θα κρατήσουμε…

ένα σπασμένο γυαλάκι που κράτησε το φως μας,

 

το κοχύλι που βάψαμε κόκκινο

και κράτησε τη μυρωδιά του κύματος,

των μαλλιών το τσιμπιδάκι με τη μαρουδίτσα,

το παλιό μαντηλάκι κίτρινη σιγή διπλωμένη στο μπαούλο,

το τρύπιο πήλινο σταμνάκι που μέτρησε

τις βροχές και τους ήλιους στην ανοιχτή κοιλιά του,

τα μπαλάρια με το άχυρο που ευωδιάζαν τα όνειρά μας

την ξύλινη κασετίνα που μύριζε ξυσμένο μολύβι

 

τις αγκινάρες με τις αγκαθωτές περικεφαλαίες

που φύλαγαν στη σειρά με τα σπαθωτά τους φύλλα

τις πολεμίστρες της πεζούλας μας

τη συκιά που μας τάιζε γάλα και μέλι

τα ντάμια με τις κρικέλες στους τοίχους να περιμένουν

τις μικρές σιωπές που σκάβει το σαράκι στις ξυλοδεσιές

της σκεπής τις μαύρες πετρόπλακες που ’μάθαν

ν’ αγναντεύουν μαζί μας τον ορίζοντα

 

θα φυλάξουμε σαν πολύτιμο θησαυρό

τις θρυμματισμένες μνήμες μας

απ’ ό,τι ήμασταν και δεν ξέραμε

απ’ ό,τι γίναμε και πια δε θέλουμε

σαν αμφίσημο μειδίαμα, σα μάταιος στοχασμός

θα υποκλιθούμε στο χρόνο.

Φέρτε τους καιρούς να μας χτυπήσουν

εμείς θα κρατήσουμε

 

το πέρασμα το βιαστικό της πράσινης γκουστέρας

την ευγένεια της οχιάς που λιάστηκε πάνω στις πέτρες μας

γλείφοντας με τη γλώσσα της τη μυρωδιά των ονείρων μας

θυμάρι και απήγανο. Εμείς θα κρατήσουμε

το τριζοκόπημα του καλοκαιριού με τα τζιτζίκια,

τις μυστικές φωνούλες της νύχτας με τα τριζόνια,

τους ιστούς που τρεμίζουν από πλησμονή οι αραχνίτσες

στα χορταριασμένα δεσίματα των οστών μας.

 

 

ΙΙΙ.

 

Δεν έχουμε χρόνο ν’ αρνηθούμε

αυτό που είμαστε.

Κρατήσαμε τα χρόνια

στο πρόσωπό μας ακριβοδίκαια

τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο

μετρήσαμε τα σημάδια τους

κάθε πρωί ξυπνούσαμε με το βάρος

των εποχών στους ώμους μας

όσα χρόνια κι αν υπάρξουμε

θα κρατήσουμε,

πρέπει να κρατήσουμε…

όσα χρόνια κι αν περάσουν

όλα θα μας βαραίνουν το ίδιο…

όσες ημερομηνίες

κι αν λογαριάσουμε όλες

θα μας στοιχειώνουν το ίδιο

κρατάμε γυμνά ονόματα

για να στολίσουμε τις μέρες μας

δεν έχουμε χρόνο ν’ αρνηθούμε

αυτό που ζήσαμε

κι αν είμαστε έτσι ατέλειωτοι

σαν μνήμη διστακτική,

σαν ιστορία αναποφάσιστη

ποιο το τέλος μας αγνοώντας

δε μας παίρνει η ώρα

θα σωριαστούμε

σα μαρτυρίες ανάστασης.

 

14-5-2005

 

 

 

 

 

ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ

 

Οι επιθυμίες μου ιερές

σιμά – σιμά στο θέλημά Σου

Κύριε

το ατελές του προσώπου μου

τόσο τρυφερά αφημένο

εμπρός Σου.

 

Οι επιθυμίες μου ιερές

γιατί είμ’ εγώ

το Κατ’ Εικόνα Σου

 

ακόμη και η αμαρτία μου

ιερότητα εμπρός Σου

στρεβλή, αλλά πάντως ιερότητα.

 

Σου παραδίδω το μιαρό

και προσδοκώ το Αντίδωρον

της αγάπης Σου.

 

27-12-2009

 

 

 

 

 

ΧΑΙΡΕ

 

Χαίρε, η των δακρύων Εύα

η στενάζουσα το σκότος

αναδιπλωμένη στα έγκατα

της ταπεινώσεως.

 

Χαίρε, η της απελπισίας Ζωή

η καταβυθισμένη στη σιωπή

ότι αφουγκράζεσαι, άπνους,

από βάθους καρδίας

τα του θανάτου κλείθρα

συντετριμμένα.

 

Χαίρε, η αναστημένη γη

η αμαρτωλή αγία

της Επαγγελίας η δεξαμενή

το πρώτο άγγιγμα.

 

Χαίρε, η πρώτη προσκυνήτρια

του Φωτός

που πάτησε κραταιό

στη συντριβή της φύσης

ὅτι τά πάντα ποιεῖ καινά.

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ ΑΓΙΟΙ

 

Μακαρία η το όνειδος της μωρίας ενδεδυμένη

Μακαρία η της παραδοξότητας υμνωδός

Μακαρία η νικήτρια της εξουσίας, η ελεύθερη των νόμων

Μακαρία η πέρα των ορίων χαριτωμένη αμαρτωλή

Μακαρία η του Γολγοθά εσταυρωμένη,

 η του Τάφου αναστημένη,

   η τον μέλλοντα αιώνα προσδοκούσα

Μακαρία η τολμήσασα να σταθεί

απολύτως καλή και κακή επί του φοβερού βήματος

Μακαρία η προσφέρουσα «τά Σά ἐκ τῶν Σῶν»

Μακαρία η της αιωνίου ζωής γευσαμένη

Μακαρία η που μπορεί να πει το «Νῦν ἀπολύεις…».

 

 

 

 

 

 

«ΝỸΝ ΑΠΟΛỲΕΙΣ»

 

Αυτή είναι η ζωή μου

και την έζησα

μετρώντας τους δισταγμούς

και τις υποθέσεις. Αν…

Αν… Αν… ανείπωτο,

ανέκφραστο, ανώφελο

Όμως, αυτή είναι η ζωή μου

και την έζησα

διστάζοντας έως την δειλία

και τολμώντας έως την έπαρση

μα το γόνατό μου λύγισε

μόνον εμπρός Σου, Κύριε,

η περήφανη των ανέμων

η επηρμένη των φεγγαριών

η ναρκισσευόμενη

των αντικατοπτρισμών

εγώ, μόνον εμπρός Σου,

Κύριε και Θεέ μου

λυγάω και προσκυνώ.

 

6-12-2009

 

 

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

 

 

.

 

Advertisements

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (7)

.

Νίκος  Εγγονόπουλος : Θησέας και Μινώταυρος

.

Θησέας

.

Ονειρεύομαι τις εκδοχές μου

τις πιθανότητες των διαδρομών μου

σ’ έναν κλειστό λαβύρινθο επιλογών.

 

Είμαι η ιερή προσφορά

στη σιωπή τόσων χρόνων.

 

Ονειρεύομαι το φως του ανεκπλήρωτου

ίσως και δύναμαι

μπορεί να εκπληρώνω πάλι εν αγνοία μου

τον καθησυχασμό της υποταγής.

 

Είμαι η τροφή του βδελύγματος

στον σκοτεινό κόσμο της ερημώσεως.

 

Λυτρωτική μοναξιά ας με δάμασες

στα κατάβαθα της γης μου

ας με προετοίμασες στη σιωπή

σπόρι ετοιμόγεννο ν’ ανασαίνω

τη διακριτικότητα των ημερών μου.

 

Ονειρεύομαι τη νίκη

με τολμηρό χτύπημα

και με δύναμη απίστευτη

που μόνο στ’ όνειρο αντέχει.

 

Είμαι το ξετύλιγμα του έρωτα

ένα κουβάρι λυτρωτικών δυνατοτήτων.

 

Ονειρεύομαι την κατάργηση των αμφιβολιών

πώς να με τρομάξει πλέον η αλήθεια

χαμένος για χαμένος είμαι…

 

Είμαι η οριστική απόφαση της απελπισίας

έθεσα μεταξύ λευτεριάς και θανάτου

το διαχωριστικό ή.

 

Ονειρεύομαι έναν ποιητικό θάνατο

τόσα χρόνια κατατρεγμού

σκλήρυναν το πετσί μου

να μην το διαπερνά η λύπη.

 

Τίποτα δε μου χαρίστηκε

ούτε καν η αλαζονεία

κι αυτήν την κέρδισα με πόλεμο.

 

Είμαι η υπόσχεση της επιστροφής

ακόμα κι αν το ξέρω

σαν υποψία θ’ αρμενίσει

κακότροπα η μέθη της νίκης.

 

Θ’ αφήσει μεσίστιο το μαύρο πανί

να κόβει σα μαχαιριά το γαλάζιο

των τρυφερών απαντοχών.

 

Κι εσύ, Πατέρα μου, θα κυματίσεις

σα λευκός χαιρετισμός

στη ζωή που ονειρευόμουν.

 

Δε θα ’μαι εκεί να σε κρατήσω

θ’ ανασάνω μόνο τη θλίψη σου

σα βουητό στα γκρεμνά της εξορίας μου

εκεί, που με καλεί ακατάπαυστα το τέλος.

 

Είμαι η θυσία που ορίστηκε

απ’ τη γέννα της να υπάρχει

στον αδηφάγο κύκλο των εποχών

απαράλλαχτη σαν οδυρμός και κλάμα.

 

Σκύψτε τα κεφάλια σας οι δυνατοί

της φύτρας σας της βλάσφημης

το κέρδος θα ’ναι λίγο.

 

Δε στέκει αιώνια ο φόβος

με το σπαθί στο χέρι καταλύεται

από τους μελλοθάνατους

κερδίζεται η Ανάσταση.

 

10-12-2010

 

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (6)

.

Pieter Brueghel, the Elder : Tower of Babel

.

.

OYK ΕΓΝΩΚΑΣ ΜΕ

 

Ι. Η δίκη

.

Θα με δικάσει η επίγνωση των νοημάτων

κανένα ελαφρυντικό δε θα σταθεί σιμά μου

«δε γνώριζα» δε θα μπορώ να πω

θα καταδείξει το ψέμα μου αμέσως

αυτή η σκληρή γλώσσα των έργων μου.

 

Θα σταθώ γυμνή από δικαιολογίες

κι η συστολή θα σκεπάσει αδέξια

τον ηθικισμό μου.

 

Τι να προστατέψεις μέσα σε τόση βιαιότητα

ποια διακριτική αναφορά να διατηρήσεις

όταν συνθλίβεσαι ανάμεσα

σε τόσα απογυμνωμένα κορμιά

που σφαδάζουν το θάνατό τους;

 

 

 

ΙΙ. Οι χαμένες λέξεις

.

Ποιος ποιητής θα βρει τις χαμένες λέξεις

να περιγράψει τι βλέπει στους αιώνες

της εξορίας μας;

 

Ποια νοηματική γλώσσα θα βρεθεί

να καταλύσει το ψεύδος της δικαίωσης

να συνθέσει απ’ την αρχή τον διασπαρμό μας;

 

Πώς να σταθούμε γενναίοι εμπρός

στην τόση ενοχή

«δε φανερωθήκαμε» θα ισχυριστούμε

«γιατί φοβηθήκαμε»

ο πιο τολμηρός από μας ακολούθησε

τη νύχτα κι άπλωσε να πυρώσει

τα χέρια του στη φωτιά των διωκτών.

Σαν τον ρωτήσανε ποιος είναι

ψέλλισε «δεν ξέρω» και την ευθύνη δεν ανέλαβε…

 

Ποιος θα βρει τις χαμένες εκείνες λέξεις

οὐ μή ἀλέκτωρ φωνήσει: «Προ-δό-τη!».

 

Τι κι αν ο άρτος μοιράστηκε

στα χέρια μας

θα πνίξουμε στο αθώο αίμα

την ιερή στιγμή της αλήθειας μας

 

γιατί δεν υπάρχει χώρος εντός των τειχών

να σταθεί μια ενσάρκωση λευτεριάς

στη συντριβή

οφείλουμε να ηττηθούμε για να ζήσουμε

 

ο δρόμος προς τους Εμμαούς

υπάρχει ακόμα;

 

6-2-2011

 

 

ΙΙΙ. Βαβέλ

.

Ποιος ποιητής θα βρει τις χαμένες λέξεις

να περιγράψει τι βλέπει στους σωρούς

των ερειπίων;

 

Πώς θα ’ναι κιόλας το μεσονύχτι

των ωραίων ονείρων

και θα ξημερωθούμε μισοτελειωμένοι

πύργοι της Βαβέλ

όλο τειχιά και τάφρους ασυνεννοησίας.

 

Θα περιπλανηθούμε στη σύγχυση των γλωσσών

θα διανύσουμε τόσα εκτάρια μοναξιάς

για να πνιγεί στη θάλασσα η αλμύρα του κόπου μας.

 

 

 

ΙV. Πεντηκοστή

.

Ας κρατήσουμε μια δίκαιη μοιρασιά

στο σκοτεινό εγκλεισμό μας

ας συνηγορήσουν για μας

οι μνήμες εκείνων των συνάξεων

είμαστε η Εκκλησία η πρώτη και αιωνία

που ανακαλύπτει μια παλιά γλώσσα

που θα την εννοούν στις πλατείες

και τους ανοιχτούς δρόμους

σα ταίριασμα ακατάλυτο

φωνών και συμφωνιών.

 

Είμαστε ο Δήμος ο αιώνιος των ελευθέρων

θα σταθούν απέναντί μας έκπληκτοι

και μνησίκακοι

«πλήρεις μέθης είναι τούτοι!»,

θα καγχάσουν

ας εννοήσουν οι υπόλοιποι

αρκεί.

 

12-2-2011

 

—————————-

«γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί» ΠΡΑΞΕΙΣ Β΄, 13

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (5)

.

.

.

.

Iερά σφάγια

.

.

.

Πράξη Α΄


ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

 

«Οἱ λίθοι οὗτοι ἂρτοι γένωνται»

(Κατά Ματθαῖον Δ΄,4)

 

Είμαι η σπορά των ηφαιστείων

δε θα μπορούσα να μη δεθώ στην πέτρα

σα λάβα να μην κυλήσουν από μέσα μου

οι σπαραγμοί και οι αγωνίες.

Είμαι ο άρπαγας της πρώτης σκέψης

ο γενάρχης των δυνατοτήτων, ο άρτος,

ότι εμένα αναζητούν οι άνθρωποι πρώτ’ απ’ όλα

στη σκληρή τούτη γη της ανάγκης

ο προετοιμασμένος να υπάρξω κι ο ανεπίγνωστος.

 

 

 

 

Πράξη Β΄

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ


«ἐπί τό πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ»

(Κατά Ματθαῖον Δ΄,6)

 

Ξαπλώθηκα σφάγιο υποτακτικό σα νιογέννητο κατσικάκι

κι έγινα απ’ τα αίματα της μάνας μου ακόμα

το τάμα που κρέμασε η απελπισιά

στα τέμπλα των ανέμων και των καταιγίδων.

Απροετοίμαστη στάθηκα για την αγάπη.

Έγινα η φαρμακός και το αντίτιμο του αίματος

που δε θα πάψει να ρέει.

Δόθηκα να με προσκυνήσουν οι υποταγμένοι

που καρτερούν τα θαύματα για ν’ αντέξουν

επέβαλα τη δύναμή μου και θεράπευσα

χωρίς να ρωτήσω: «θέλεις να ζήσεις;»

 

 

 

 

Πράξη Γ΄

 

ΙΗΣΟΥΣ


«καί δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τάς βασιλείας τοῦ κόσμου καί την δόξαν αὐτῶν»

(Κατά Ματθαῖον Δ΄,8-9)

 

Είμαι το Σώμα και το Αίμα

θα μοιραστώ στους Μυστικούς Δείπνους των αιώνων

εμπρός στους άρχοντες θα σταθώ

«Ἲδε ὁ ἂνθρωπος!», θα καγχάσουν

«που τον δέσαμε εμείς οι ισχυροί…

ήρθε ξένος στην πόρτα μας και τον πλύναμε με το μίσος μας

ως δούλο τον εξαγοράσαμε

τον στεφανώσαμε με τ’ αγκάθια του κήπου μας

τον κόψαμε σαν το ψωμί στο τραπέζι μας, χορτασμένοι,

μυρίσαμε το αίμα του σαν το κρασί οι μεθυσμένοι…

«Σώσε τον εαυτό σου», θα μου πουν

«Εμείς αυτό θα κάναμε στη θέση σου!»

εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων…

.

.

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (4)

.

.

.

.

Madres

.

.

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ

.

Η Μαρία που την είπαν Θεοτόκο

κάτω απ’ το Σταυρό

θρηνώντας το θάνατο του γιου της

άκουσε το «ἂφες αὐτοῖς»

και τρόμαξε

γιατί κατάλαβε το χρέος της

και έκλαψε

γιατί ήξερε την αδυναμία.

.

.

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

 

Δε θυμάμαι το Δεκέμβριο του 1977

μεγάλωνα ανύποπτη χωρίς λεπτομέρειες

πώς είναι να εξαφανίζεσαι για πάντα;

¿ Dónde están?

   Πού είναι;

 

Δε θυμάμαι το Δεκέμβριο του 1977

αν ήταν παγωμένος ο δικός μου αέρας, αν φυσούσε,

αν ήταν ζεστός ο ήλιος στο Μπουένος Άϊρες.

¿ Dónde están?

   Πού είναι;

 

Δε θυμάμαι τη σιωπή που ανοίγει

κύκλους από λευκά μαντήλια

ένα χορό ανοιξιάτικων ονομάτων.

¿ Dónde están?

   Πού είναι;

.

.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ

.

Η δόνα Ασουσένα δε Βισέντι

έγειρε οριστικά πάνω στη μνήμη

θα ’χει κλείσει τα μάτια

και θα θυμάται

για λογαριασμό όλων.

 

Ποιος είσαι για να σε συγχωρήσω;

θ’ αναρωτηθεί

σε γνώρισα σα μέρος του πόνου μου

μα ’συ βασάνισες τη ζωή μου

συνέτριψες τα οστά μου.

Ποιος είσαι για να σε συγχωρήσω;

 

Κι όταν δε θα μπορεί να ψελλίσει πια

το ἂφες αὐτοῖς

θα έρθει παρηγορητικός ο Λόγος

να τη σκεπάσει

«ας συγχωρέσουμε όσους δεν μπορούν

να συγχωρέσουν».

 

14-2-2011

————————-

Σημείωση: Madres: μητέρες της Πλατείας Μαΐου στις εβδομαδιαίες διαδηλώσεις τους έξω από την έδρα της κυβέρνησης στο Μπουένος Άϊρες δεν τολμούσαν να έχουν πλακάτ με συνθήματα, απλώς κρατούσαν φωτογραφίες των αγνοούμενων παιδιών τους με τη λεζάντα: ¿ Dónde están? Πού είναι; Έκαναν κύκλους σιωπηλές φορώντας λευκά μαντήλια πάνω στα οποία ήταν γραμμένα τα ονόματα των παιδιών τους.

ΑΣΟΥΣΕΝΑ ΔΕ ΒΙΣΕΝΤΙ: η χούντα της Αργεντινής είχε στείλει έναν από τους κυριότερους βασανιστές της να διεισδύσει στις Μητέρες της Πλατείας Μαΐου προσποιούμενος τον πενθούντα συγγενή.

Το Δεκέμβριο του 1977 η ομάδα δέχτηκε την επιδρομή των Αρχών: 12 μητέρες εξαφανίστηκαν για πάντα συμπεριλαμβανομένων της ηγέτιδας των Madres Ασουσένα δε Βισέντι και δυο Γαλλίδων μοναχών.

(Aπό το βιβλίο της Naomi Klein Το δόγμα του Σοκ, σελ.168-169)

 

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

 


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (3)

.

.

.

.

Η αρχαία οδός των ασεβών

στον René Girard

.

Ι.

 

Ω, σεις, κραταιοί, «ὡς θεοί ἔσεσθε»

στις αρχαίες οδούς του μίσους συλλέγετε

τους καθαρμούς στο αίμα των αθώων.

 

Το φόβο σύρατε στην πόλη ωραίο άλογο ξόανο

να πανηγυρίσουν οι πλανημένοι την ψεύτικη νίκη.

Χρειάστηκαν πολλές νύχτες για να μαζευτεί τόσο σκοτάδι.

 

Τρώγει η γη τα θύματά σας

μαζί με τα ονόματά τους

τη φρίκη εκμηδενίζοντας της μνήμης.

 

Ο κορβανάς σας καθαρός θα παραμείνει

«καθεύδετε τό λοιπόν καί ἀναπαύεσθε»

ένας μονάχα αρκεί για ένοχος θανάτου

αξίζει τώρα να χαθεί για να σωθούμε όλοι

εσείς, που ξένον το δικό σας είπατε

τους ξένους θα ελεήσετε ανέξοδα στο μέλλον….

 

Πόσος καθησυχασμός χωρά

εἰς τόν ἀγρόν τοῦ κεραμέως!

 

 

ΙΙ.

 

Δεν αντέχετε ώρα πολλή το σαματά

παρελαύνουν οι δολοφονημένοι

στα χέρια των μανάδων τους

σαν τα μελίσσια την Άνοιξη βουίζουν

οι θρήνοι τους στις ανοιχτές πλατείες.

 

Την περιφορά των Επιταφίων τους

αφουγκράζεστε πίσω απ’ τα κλειστά σας παράθυρα,

μες στο σκοτάδι, φωτοβολούν τις ενοχές σας

μ’ αναμμένα κεριά οι μνήμες της Ανάστασης…

 

«Ας μην τολμήσουν, μόνο, να μας συγχωρήσουν»

θα πείτε οργισμένοι «ο Γολγοθάς υπήρχε πάντα…».

 

 

                        ΙΙΙ.

 

Διασώσατε τις αυτοκρατορίες σας

δια του αλλοτρίου αίματος

γυρέψατε την ομολογία τους

για να ξεπλύνετε τα ματοβαμμένα σας χέρια.

 

Κανείς δε δικαιώθηκε τόσο χαριτωμένα

στους εξώστες των ενοχών

«Ἲδε ὁ βασιλεύς ὑμῶν!» ανακράξατε

και σύρατε το βήμα σας στο Λιθόστρωτο

σαν τις αποφάσεις σας

«Τί γάρ κακόν ἐποίησεν οὖτος;»

μονολογήσατε για να καταγραφτεί….

 

Ξοπίσω η σκύλα δίψα σας

πλατάγιζε σκυφτή τη γλώσσα της

στο νερό το χυμένο απ’ το κροντήρι.

 

21-1-2011

 

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (2)

 .

.

.

.

.

Οι  αναμάρτητοι

.

Κερδίσαμε την ταπείνωση που μας έπρεπε

θα σύρουμε την απελπισία μας

στους σκονισμένους δρόμους

σα μοιχαλίδα πριν το λιθοβολισμό

θ’ αντικρίσουμε αυτόν τον παράξενο όχλο

που πάλλεται κι αναρριγά κι οσμίζεται το θάνατο.

 

Αν είναι να χαθώ τόσο μόνη, τον οίκτο δε θα παρακαλέσω.

Μην πεις, Κύριε, «ποιος αναμάρτητος», μην τους σταματάς.

Δε θέλω να διστάσουν, να κάνουν πίσω, δε θέλω να σ’χωρεθούν,

μόνο να λάβουν την πληρωμή τους.

 

8-6-2011

.

.

Οι μεσσίες

.

Καλώς που ορίσατε, ιδανικοί στα αναχώματα της θλίψης μας

οι κατακυριεύσαντες τα έθνη, πρώτοι – πρώτοι,

βαρέσατε το ποδαράκι σας με σκληρότητα

να σηκωθεί διστακτική η σκόνη των ερειπίων

πριν σας προσκυνήσει από ανάγκη.

 

Υποπόδιο των ποδών σας οι τσακισμένοι λαοί

της γενναιοδωρίας σας θα εισπράξουν το αντίτιμο,

επαιτώντας ψιχία λευτεριάς θα ψοφολογήσουν

ή να τους σέρνατε καλύτερα στα αμφιθέατρα,

στους ιπποδρόμους και τα μεγάλα θεάματα

«Κοιτάξτε και ευφρανθείτε, ότι δεν είστε

όπως οι λοιποί των θνητών!» σεις, οι πρωτόκλητοι

και πρωτοκάθεδροι στα δείπνα και τις ωραίες συγκεντρώσεις,

σεις οι εύκολοι στα ταξίματα έως του μισού βασιλείου σας

επιδείξατε τη δύναμη δωροδοκώντας της απληστίας τη Σαλώμη,

γιομίσατε με αίμα τα πιάτα σας φρικιώντας για τα έργα σας

«ὃν ἐγώ ἀπεκεφάλισα οὗτός ἐστιν», θα πείτε και θα τρέμετε

μην αναστηθεί και σας κρίνει∙

 

κι όταν ανάποδα θα κρέμεστε δίπλα – δίπλα με τις ερωμένες σας

τις επευφημίες δε θ’ ακούτε πια, ούτε τα «ζήτω»

την πληρωμή που δώσατε για ένα καπρίτσιο

θα θυμηθείτε άραγε;

 

Πανάρχαια τάξη που επαίρεται ως νέα

κληρονομήσατε τη σύγχυση των ειδώλων σας

καμώνεστε τους πονεμένους πως δεύτερο χιτώνα

ενδυθήκατε σ’ αυτόν τον καιρό της γύμνιας

υπολογίστε τα ξέφτια των ενοχών

που θα μοιράσετε για λύτρα του καθησυχασμού σας

κι αναπαυμένοι στη μυρωδάτη υποκρισία σας

κοιμήστε τη, γλυκά – γλυκά, την άκρια της καρδιάς σας

με τα πολλά ουαί….

 

Στο τέλος, καλώς τους να φανούν

κι οι έσχατοι όλων, κάτι  πρόσφατοι Πιλάτοι

με χέρια καθαρά κι αλέρωτα σα στέκονται

στα Πραιτώρια μικρές, άτολμες εξουσίες

«τί ἐστιν ἀλήθεια;» θ’ αναρωτηθούν

σε βαθύ στοχασμό θα περιπέσουν

πριν υποκύψουν στο ἆρον – ἆρον…

 

Τρέμω τους, που αποτυπώνουν τη δικαίωσή τους

στην κοινή συνείδηση με τόση πανουργία.

Δε θυμώνουν, δεν ανίστανται, δεν αντιδρούν,

μελώνουν τα λόγια τους, τόσο που κολλάνε πάνω μου

σαν το ρετσίνι, που δε φεύγει όσο κι αν το τρίψεις

τόση επιμονή στο καθαρό και αψεγάδιαστο

δεν είναι πια ανθρώπινη, τουναντίον,

εμπεριέχει τόση μισανθρωπία, που με φοβίζει.

 

Καλώς που ορίσατε, επιτέλους,

έρχεται ο καιρός να φανερωθούν τα έργα σας

γιατί θα καεί ο άχρηστος καρπός

και τα δέντρα που τον έδωσαν θα λυγίσουν

ώσπου να σπάσουν απ’ την ταπείνωση.

 

13-11-2010.

.

.

Οι νικητές και οι νικημένοι

.

Ποιο του σκληρόκαρδου το μέτρο κι η αιτία;

Πόσο απέχεις απ’ αυτή τη μοχθηρία;

Όσο τα χρόνια σε τροχίζουν στο αμόνι

κι όσο η ψυχή σου περισσότερο πυρώνει

σπαθί αιχμηρό γίνετ’ ο λόγος και πληγώνει….

Σα μελλοθάνατος το AVE προσφωνάς

του ηττημένου το κεφάλι όταν πατάς.

Πότε τη θλίψη στην καρδιά σου θα ραγίσεις;

Ποια η στιγμή, που αποφασίζεις να γυρίσεις

με απληστία απά στον κόσμο τη ματιά σου

είναι η δόξα του ισχυρού τα φρύγανά σου

που της ψυχής σου κόλαση φτιάχνουν τη φωτιά

σε ποιου το στέρνο θα γυρίσεις τη σπαθιά;

 

29-1-2010.

 

 

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

 

 


Κερασία Χρ.Γερογιάννη : Αντίδωρον (1)

.

.

Ζωγραφική : S. Dali

.

.

.

Δευτερονόμιο

.

Η απελπισία οδηγεί τους ανέστιους

και η ξενία τους προσκυνητές.

 

Θα ονειρευτούμε τη χώρα της καταφυγής

στα όρια του θανάτου μας.

 

Θ’ ατενίσουμε τη Γη της Επαγγελίας

στο Φασγά και στο Νεβώ του πόνου μας.

 

Θ’ ανασάνουμε την ελπίδα

στα σφιγμένα πνευμόνια μας

 

στο Γολγοθά θα υψωθεί ο σταυρός μας

η ντροπή και ο χλευασμός μας

 

η ζωή μας ολάκερη ένα Κύριε ελέησον

κι ένα Δόξα Σοι

 

στο φως το ανέσπερο της Άνοιξης

δεν ανασταίνονται παρά οι νεκροί

 

και δεν ελπίζουν παρά οι σκλάβοι

ο θάνατος δε νικιέται παρά με το αίμα μας

 

και την προσωπική συγκατάθεση

στο μαρτύριο._____________

 

1-9-2007

 

Όρος Νεβώ

(Αριθμοί 32:3, Δευτερονόμιο 34:1, 32:49)

Απέχει 2 χιλιόμετρα περίπου νότια της Μωάβ, και το ύψος του ανέρχεται στα 800 μέτρα. Από τη κορυφή του, Φασγά, ο Κύριος έδειξε στο Μωυσή τη Γη της Επαγγελίας.

.

 

 

Nυν και αεί

 

Δόξα Σοι η ημέρα και η στιγμή

το άγιο σήμερα

το πρόσφορο νῦν καί ἀεί.

 

Δόξα Σοι, Σήμερον, ότι έλαβες

το μύρο εις μνημόσυνον

μη λυπάσθε

αξόδευτη η φτώχεια

των αιώνων θα γονατίζει

νῦν καί ἀεί.

 

Δόξα Σοι, Σήμερον,

ότι ήλθες σιμά στη συκιά Σου

στην άκρια της προσδοκίας

κι αν οι γλυκείς καρποί αγίνωτοι

μηκέτι εἰς τόν αἰῶνα.

 

Δόξα Σοι, Σήμερον,

ότι αδέσποτη άφησες

την αυριανή κακία

να λιμοκτονήσει

σ’ έναν ευεργετικό θάνατο

στην πιθανότητα του όχι.

 

Δόξα Σοι, Σήμερον,

ότι «ἀκολούθει μοι» είπες

δείχνοντας το βαθύτατο ίχνος

της οικείας πατρίδας

το δυσθεώρητο, το αβάδιστον Όρος

του Ελέους.

 

Δόξα Σοι, Σήμερον,

ο που διέτρεξες αιώνες ιστορίας

μέσα στο ελάχιστο τώρα

ο τελευταίος της γενιάς Σου

η τελεία και η παύλα,

το νῦν καί ἀεί.

.

.

 

Ο κλειδωμένος  Παράδεισος

.

Είμαστε οι πικρές ωδίνες οι αρχέγονες, η Πρώτη Ύλη.

 

Σχηματιζόμαστε σφάγια σ’ αμνιακά υγρά θανάτου.

Θέλω πίσω εκείνον τον κλειδωμένο Παράδεισο.

 

Γεννάμε τις κραυγές της απώλειάς μας.

Θέλω πίσω εκείνον τον κλειδωμένο Παράδεισο.

 

Είμαστε οι προσφορές των ενστίκτων μας.

Θέλω πίσω εκείνον τον κλειδωμένο Παράδεισο.

 

Καταπίνουμε σα νύχτες το σχήμα του κόσμου.

Θέλω πίσω εκείνον τον κλειδωμένο Παράδεισο.

 

Δως μου ’κείνη την Ανάσταση που μου ’ταξες.

 

 

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

 

 

 

 


Κώστας Βάρναλης : Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

.

.

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.

Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!

Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

Κ ώ σ τ α ς  Β ά ρ ν α λ η ς

.


Νίκος Εγγονόπουλος : Του Δίκιου και της Λευτεριάς

.

Ζωγραφική : Ν. Εγγονόπουλος

.

Ένα οργισμένο ποίημα της κατοχής

 

Οι Κούροι που ορθώνονταν στα ελληνικά ακρογιάλια

Μην πείτε πως αφήσανε τούτο τον έρμο τόπο.

Αυτή η γης, η μαύρη γης, η χιλιοπικραμένη,

Ποτέ της δε σταμάτησε να βγάζη παλληκάρια.

Κι’ αν χύνουμε τα δάκρυα, κλαίγουμε το χαμό τους,

Και η χαρά μας ειν’ τρανή που είχαμε τέτοι’ αδέρφια.

Ποιος θε να κλάψη το χαμό τόσων παλληκαριώνε;

Εγώ θα κλάψω και θα πω το τι άξιζε ο καθένας.

Αλλ’ όμως τώρα τραγουδώ το Μήσο Αστερίου,

Που είταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη,

Στην αντρειά, στη λεβεντιά, πρώτος μέσα στους πρώτους,

Του Δίκιου και της Λευτεριάς τ’ άξιο παλληκάρι.

Μεγάλη ωσάν τα βουνά είτανε η καρδιά του,

Κι’ η σκέψη του είταν ψηλή ωσάν τα κυπαρίσσια.

Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία,

Και με τα χέρια λεύτερα μουντζώστε τους φασίστες.

Οι άτιμοι ωμόσανε, στη νύχτα που τους ζώνει,

Τον Κόσμο να σκλαβώσουνε, ν’ απλώσουν τα σκοτάδια.

Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,

Όλοι μαζί να ψάλλουμε της Εργατιάς τη Νίκη:

Και να ο Μήτσος έρχεται, πάνω στη γης βαδίζει.

Το πρόσωπό του είν’ χλωμό, έχει πικρό τ’ αχείλι,

Όμως πάντα στα μάτια του η καλωσύνη λάμπει.

Αυτός που μόνο Πίστεψε, που είταν όλος Αγάπη,

Για δέστε πως μας έτεινε τα ματωμένα χέρια,

Στα ξεσκισμένα στήθεια του απάνω να μας σφίξει.

 

Στον τοίχο που τον έσουρναν, τυφλό, ναν τον σκοτώσουν,

Στο μέρος όπου ακούμπησε το ευγενικό κορμί του,

Οι πέτρες δάκρυα στάζουνε και σκούζουν στοιχειωμένες.

Κι’ ένας αετός, ρωμηός αετός, όλο εκεί πετάει,

Και των φτερών του τη σκιά ρίχνει στο μαύρο τόπο,

Κι’ όλο βογγά, ξερνά χολή, και όλο βλαστημάει.

 

Ν ί κ ο ς   Ε γ  γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Ίκαρος, Αθήνα 1978, σελ. 134-137

.