Just another WordPress.com site

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Εν αρχή (3)

.

.

Φώτης Κόντογλου : Πρόσφυγες ή Η κοιλάδα του Κλαυθμώνος

.

.

.

.

Η συνθηκολόγηση

.

Σε τι δουλεία περιπέσαμε

και τη ντροπιαστική συνθηκολόγηση

κοιτούμε με του συμβιβασμού τα δώρα

ριγμένα σαν περιφρονητική κουβέντα

 

ω, νεκροί, ω, γυμνοί, της λευτεριάς μας

τις πληγές νάρδο και σμύρνα και αλόη

δε γλυκοφίλησαν τα χείλη της μετάνοιας

αθρήνητα μας κατέβασαν στους τάφους μας

 

θα λησμονήσουν το αίμα μας, έτσι

το ’χουν κακή συνήθεια στον τόπο μας,

σα να μη χρειάζονται τις μνήμες

τις θάβουν μαζί με τους νεκρούς

 

«κτερίσματα πολύτιμα κάλλιο να μην υπήρχαν!»

θα βλαστημήσουν οι επόμενοι,

αυτοί που έρχονται σαν κατάρες και φέρνουν

μαζί τους το διχασμό και τον όλεθρο.

 

Τα πλούτια μας θα ληστέψουν οι κιοτήδες

και τα οστά μας θα κλωτσήσουν με βδελυγμία

τα βδελύγματα της μάνας τους

− Θεέ μου σ’χώρα με,

 

που καλόν λόγο πια δεν έχω γι’ αυτούς.

Δώσε μου κείνον τον κάλαμον

στα χέρια τα δεμένα

να τους συντρίψω ως σκεύη κεραμέως!

                                                23-4-11

της Αναστάσεως ημέρα

.

Οι αδελφοφάδες

.

Κερδίσαμε την άλωση που μας έπρεπε

από κρυφά μονοπάτια κι από κερκόπορτες

που μόνον εδικοί μας γνώριζαν και ’δείξαν.

.

Μαχαίρι θα ’ναι αδελφικό αυτό που θα μου δώκουν

να το φυλώ στα σπλάχνα μου και να το νανουρίζω.

Την Πόλη μου την πήρανε και μου την εχαλάσαν.

Τις πόρτες μαρτυρήσανε, τις πόρτες τις ανοίξαν

όχι οι οχτροί που αλυχτούν απάνω στα μεντένια,

όχι οι οχτροί οι βάρβαροι που σκούζουν σα τσακάλια.

 

Την Πόλη μου τη δώκανε τ’ αδέρφια τα δικά μου

ποιάς μάνας γάλα ήπιανε και ποιου σπορά γενήκαν.

Ποιανού αδερφού ο σπαραγμός τον αδελφό δε θλίβει;

Αδέλφια μου δεν είστε σεις και δε σας εγνωρίζω.

Μόνο ραγιάδες που σκυφτοί μετράτε τ’ αργυρά σας

μ’ αυτά να φκιάσετε χαλκά να δέστε το λαιμό σας

σκυλιά να σκούξτε το Θεό κι αυτός να μην ακούει

ν’ ακούτε και το κλάμα μου να μη σας πιάνει ύπνος.

 

Βρουκόλακες που ήπιατε το ίδιο σας το αίμα

σα θα χαθείτε μες στη γη καντήλι δε θ’ ανάψω

κι αν καρτερώ στα σκοτεινά πριν από σας να ’ρθείτε

θα πω του μαυρο-Χάροντα παράμερα να μπείτε

για τ’ άδικο που κάνατε ούτε στον Κάτω Κόσμο,

ούτε εμπρός εις το Θεό θα μοιραστώ μαζί σας.

8-6-2011

.

Οι μαρμαρωμένοι

.

Ίσως τη συντριβή επιθυμήσαμε τόσο,

ανίκανοι να σταθούμε ως είμαστε

ακέφαλοι, μαρμαρωμένοι βασιλείς

φυλαγμένοι στα έγκατα της λεηλασίας μας

 

χωρίς πολλές ερμηνείες σαν αινίγματα άλυτα,

σαν όνειρα αξεδιάλυτα, ας σταθούμε εκεί

στο στερνό προσκλητήριο της ιστορίας μας

«Επιτέλους», να πούμε, «κερδίσαμε την καταστροφή μας!»

 

«Ένας, μωρέ, μάς πήρε το κεφάλι πριν τη διαπόμπευση!

Δε μας χαρήκαν αιχμάλωτους οι οχτροί μας

Στα πόδια τους τα τρόπαια δε ρίξαμε,

τα κάψαμε μαζί με τη γενιά μας!»

Απρίλιος 2011

.

Η γενοκτονία

.

Όλοι έχουμε ένα όνομα γυρισμένο ανάποδα

μ’ ένα σώμα ριγμένο σα σπασμένη κούκλα

η γενοκτονία που παραχώθηκε βιαστικά

καμιά επιτύμβια στήλη δε σημάδεψε

το στερνό κοίταγμα στο φως

είμαστε οι μάρτυρες στον Άδη

που οσφραίνονται το αίμα.

 

Σα δεις στα σκοτεινά ερείπια

να πεταρίζει πάνω στα νερά

μια πεταλούδα

να μας θυμηθείς

πώς ήταν οι ψυχές μας

ένας ηλιόλουστος χαιρετισμός

και η ζωή μας πώς ασκήτεψε

στο θάνατο.

.

.

{Ήρθε η ώρα του χειμώνα}

.

Ήρθε η ώρα του χειμώνα

το φως μας αποφεύγει

ποιους λεπτοδείκτες αυταπάτης

να κινήσει η ανθρώπινη θέληση

του σκότους ν’ αποδράσει;

Για τη μεγάλη έξοδο ποια Κυριακή Βαΐων

ποιος αλαλαγμός θα ’ρθεί;

 

Των ψευδαισθήσεων φεγγάρι ολόγιομο

κι αποξεχασμένο στην έπαρσή του

την τελική αναμέτρηση σα να λογαριάζει…

— πόσο ν’ αντέξει το ετερόφωτο;

το συντηρούν μόνον οι μύθοι…

της νύχτας ανήκουν και τα όνειρα ακόμη.

 

Κι είναι η απαλοσύνη του ορίζοντα

μια υπόσχεση παρηγοριάς

πως θα υποταχτεί η νύχτα…

τι να σου κάνει κι ο ουρανός

που η γη γεννοβολά τους ίσκιους;

2-10-2010

.

Ο απωλέσας την  ψυχήν αυτού

.

Γιατί σπαράζω την ψυχή μου για μια χούφτα χώμα;

Ποιο το πολύτιμο της γης μου ετούτης το μυστήριο;

Πού είστε σεις, που τίποτα για τον εαυτό σας δεν κρατήσατε;

Πού είστε σεις να μου το ξηγήσετε,

που ούτε τον εαυτό σας δε φυλάξατε;

Δεν ήταν δα πιο εύκολο να λησμονήσετε;

Πόσο θέλει ο άνθρωπος για να ξεχάσει;

Ξηγήστε το μου σεις, που δε λησμονήσατε τίποτα…

Πώς και δε σηκώθηκαν κιόλας οι νεκροί απ’ τους τάφους τους;

τι άλλο χειρότερο καρτερούν ή μήπως φυλάγουν

τα χαρώνια ορύγματά τους και μας περιμένουν;

«Ελάτε, θα πουν, να παραμερίσουμε εμείς για να χωθείτε

και να παραστήσετε τους αποθαμένους…»

«Ελάτε, θα πουν, σας φυλάξαμε ό,τι μας απόμεινε

τούτα τα μαύρα κόκκαλα να τα κάψετε

για να ζεσταθείτε στις παγωνιές που έρχονται…»

«Ελάτε, θα πουν, στο μόνο μέρος που η μνήμη δε θάβεται

και η Ανάσταση καρτερά τον καιρό της».

                                                                        2012

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή  Εν αρχή

.

2 responses

  1. Α. Π.

    Με συγκίνηση διάβασα και ξαναδιάβασα
    την ανάρτηση αυτή. Θεματολογία εθνική
    με εικόνες σπαρακτικές δοσμένες με μια
    γλώσσα πάλλουσα, αιχμηρή και οργίλη.
    Εξαιρετικό ‘οι αδελφοφάδες’. Αντάξιο
    σε σφρίγος και παλμό της δημοτικής ποίησης.
    Αλλά ‘κερδίσαμε την άλωση που μας έπρεπε’;
    Κι άν ‘ήρθε η ώρα του χειμώνα’ πάλι ‘θα
    υποταχτεί η νύχτα’ μέσα από ελπιδοφόρα
    ξημερώματα.

    Απριλίου 4, 2012 στο 5:50 μμ

    • Πολύ αγαπητή μου Α. Π., σ’ ευχαριστώ για τα πυκνά και ουσιαστικά σου σχόλια, που τιμούν το «πτερόεν», και σου εύχομαι καλό, γαλήνιο Πάσχα.

      Σπύρος

      Απριλίου 6, 2012 στο 7:26 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s