Just another WordPress.com site

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Εν αρχή (4)

.

.

.

.

.

{Πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία}

.

Πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία

την αρχική πηγή του σχήματός μας

αλλιώς θα χάσουμ’ ολότελα την εικόνα μας.

 

Αν είχαμε τη μοίρα της εξαφάνισης

δε θα ’πρεπε ν’ αποκτήσουμε εξ’ αρχής

γλώσσα και λόγο.

 

Ποιος ο σκοπός μιας εξέλιξης

αν είναι να χάσουμε τις λέξεις

της σωτηρίας μας;

 

.

{Αν του τυχαίου είμαι παιδί}

 

Αν του τυχαίου είμαι παιδί

στο χάος ας ριχτώ

το τέλος μου αδιάφορα ταιριάζει να ζητήσω

και στους σοφούς που αγωνιούν ποτέ δε θα εξηγήσω

τον επτασφράγιστο αρχαίο μου χρησμό.

 

Αν του τυχαίου είμαι παιδί

την πλάνη ας προσκυνήσω

και υποσχέσεις εύκολες στα άστρα ας στοχαστώ

μ’ αξιοπρέπεια θλιβερή μετά ας πορευτώ

στο περασμένο φέγγος τους το μέλλον να φωτίσω.

 

Αν του τυχαίου είμαι παιδί

στο χάος ας ριχτώ

σα βασιλιάς εξόριστος θα ζω τις εποχές μου

μετρώντας τριάντα αργύρια τις άθλιες ενοχές μου

αιώνια λαχταρώντας ένα θρονί κενό.

.

.

Κοσμογονία

 

Καρποί γινωμένοι στο κουκούλι του χρόνου

Φτέρωσε το σπέρμα του λόγου μας

να ειπωθεί ο θάνατος με σαφήνεια

 

Σαν ανελέητα ερωτηματικά θα εγερθούμε

στη σύναξη των νοημάτων μια κουστωδία έκπτωτων θεών

στην άκρια των αντοχών μας

 

μασουλώντας τα πικρά ρήματα της γνώσης

σε χρησμούς δυσερμήνευτους θα περιπέσουμε

εμείς,

 

οι εξόριστοι βασιλείς ενδεδυμένοι την ύβριν

δοθήκαμε υποτελείς στους σατράπες

περίγελος και θέαμα κοινό.

 

Τώρα πια, εμπρός στο έσχατο πέρασμα

χώνεψε η αυταπάτη μας σε χώμα πεινασμένο

– αυτό το μικρό πλεόνασμα,

 

που δύναται ν’ αλαφρώσει το βάρος των κόπων μας

αυτό το λεπτότατο βάρος,

που κρατεί με εκπληκτική σοφία τον κόσμο ολάκερο

 

πόσο ζυγίζει, άραγε, η ψυχή μας;

Σα να ’φτασε ο καιρός ν’ αποδεχτούμε την απώλειά μας

ως μόνη αρχή της ελευθερίας μας

 

βουλιάζοντας στο θάνατο με χαριτωμένη συστολή

διασωζόμαστε καρτερώντας το φως που χάσαμε

στην άλλη άκρη αν τ’ αντέξουμε

 

«Μη μου άπτου απροετοίμαστος!»

— πώς να τ’ αντέξεις τόσο φως

που έζησες όλη σου τη ζωή στο σκοτάδι;

 6-9-2010

.

Τι κόποις παρέχετε;

 

Σε ποια τιμή σε πουλήσανε λαέ μου

ποιος είσαι και σε σύρανε στα κάτεργα

ποιος είναι αυτός ο άτιμος που λέει τ’ όνομά σου

και στέκει εδώ στη θέση σου μια παραφωνία,

ένας σωρός αποχαυνωμένος –τόσα σκόρπια κορμιά

που δαγκώνουν την ευωχία

 

Πού είναι κείνος ο λαός που ήξερα,

ο ελκόμενος επί του σταυρού,

για ποιον μιλούσα τόσα χρόνια

πόση αφέλεια μάζεψα,

σωρός η μνήμη –τόσα σκόρπια κορμιά

ριγμένα στο θάνατο

 

Ποιος είσαι συ, απόκληρε, που τη γενιά σου βλαστημάς

ταπεινωμένος εκλιπαρείς για τ’ αποφάγια των κολλυβιστών,

σκύλε υποταχτικέ, την εξουσία των Πραιτώρων δικαιώνεις

σαν προσκυνάς τη λάμψη των σπαθιών τους κάτω απ’ το βαρύ τους βήμα

τεντώνεις τους λαιμούς των παιδιών σου, τα αίματά σου ρίχνεις

να διαβούν οι ισχυροί κι οι αλαζόνες

 

Ποιες προφάσεις θ’ ανακαλύψουν

οι δημαγωγοί σου για να σε παρηγορήσουν;

ποιους βαρβαρισμούς θ’ αλυχτήσεις τα μεσάνυχτα

όταν συνέλθεις, ποιον ξεχασμένο Θεό θα επικαλεστείς…

 

Το «ουκέτι υμάς λέγω δούλους» δεν είναι πια για σένα

σημείον ζήτησες και σημείον δε θα λάβεις πια.

2011

.

Σπάρτακος

 

Αυτή είναι λοιπόν η τραγωδία μας

η αρχέγονη σύναξη των ενοχών μας

μιμούμαστε πράξεις σπουδαίες και τέλειες

τα προσωπεία μας γερά βαστώντας,

υψωμένοι στους κοθόρνους μας

σε παράδοξο χορό ομοψυχίας

εκστασιαζόμαστε στη δράση των μύθων μας

 

Με φυσική απλότητα δεχόμαστε

τη μοχθηρία και την απάτη

ερμηνεύουμε την προδοσία και τ’ άδικο

με αυτάρεσκη υπομονή

κρεμάμε το κακό και την αρπαγή

παράσημο στο στήθος μας

κι ας κρύβει ο ουρανός το πρόσωπό του — τι μας μέλλει;

είμαστε τα ωραία θύματα των καιρών μας

και των δικαίων αναστεναγμών τα μοιρολόγια

 

Το βάρος της ανακωχής αντέχουμε

γιατί είν’ εύκολο να ’σαι του κόσμου

ο ριγμένος καταγής, πράος επαίτης,

εκεί που σ’ έβαλαν να μένεις

η θλίψη είναι γλυκύτερη απ’ το πείσμα

τα χέρια των δυνατών να προσκυνάς μ’ ευγνωμοσύνη

σαν προσπερνώντας σε, κάπως βιαστικά σε ελεούν

αποστρεφόμενοι, αλλού — τάχα — κοιτούν

οι φιλεύσπλαχνοι ειρηνικά διαβαίνουν.

 

Βροντόφωνα μην πούμε «Άφες αυτοίς»

τ’ αυτιά μας να τ’ ακούσουν πρώτα – πρώτα

και η καρδιά μας να το πει «αγάπη»

κι ο κόσμος που λατρεύει τα θεάματα

χειροκροτώντας να επευφημεί

«ανώτεροι σταθήκαν του δασκάλου τους!»

όχι πια τέτοια καλοσύνη στον παράδεισο!

 

Και οίδασι τι ποιούσι, και οίδασι τι λέγουσι και τι αποστρέφονται

από περιφρόνηση όσοι τα ιμάτιά τους κομμάτιασαν

κι όσοι απ’ αυτά κρεμάστηκαν το ήμαρτον δεν ξεστόμισαν

και μάρτυρας το αίμα που παρέδωσαν θυσία στο μίσος τους

Ας μη μαζέψουμε τους οίκτους στα μπαγκάζια μας

πολλούς αιώνες την πεπατημένη από συνήθεια πήραμε

«μαρτύρησον περί του κακού» δεν είπαμε, το λόγο δε ζητήσαμε

 

Ας αγιασθεί το όνομα της αλήθειας

Ας έλθει αυτή η πρώτη διαφωνία στην υποταγή,

η πρώτη αμφισβήτηση της βίας

ας γίνει η πρώτη μετάνοια επί της γης

 

Αλίμονο, ελεύθερος δε θα σταθώ ποτέ

καμιά κάθαρση των τοιούτων παθημάτων

δε θα ’ρθεί, έλεος και φόβο δεν έχω

κι είμαι ο θύτης μόνο εγώ,

που συγχωρώ όχι απ’ αγάπη

αλλά από δικαίωση

γιατί αν αγαπάς ξεχνάς

να συγχωρέσεις.

.

.

Ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν

(Προς Κορινθίους Α΄, δ 13)

Καμιά βεβαιότητα

δεν υπάρχει τελευταία λέξη

θα εκκρεμεί πάντοτε η ασάφεια,

η αμφιβολία θα μας πονάει

στη δύναμή μας ανήμποροι,

στη λευτεριά μας υποταγμένοι,

στην ομορφιά μας ασχημάτιστοι,

στην ελπίδα μας απελπισμένοι,

στην παντογνωσία μας αδαείς

θα πορευτούμε αναζητώντας

χαμένους Παραδείσους

παιδιά μιας σκληρής αναμέτρησης

χωρίς τέλος και νίκη,

χωρίς παιάνες και δόξες

θα ενδυθούμε την ήττα μας

ταπεινωμένοι στο βάθρο μας

καμιά βεβαιότητα

ανηλεείς δεν πρέπει να σταθούμε

στα λάθη μας παρηγορητικοί

γιατί των όλων δαμαστής

ο πόνος.____________

.

 

Προμηθέας

 

Δε με τιμώρησε στ’ αλήθεια

του κόσμου η εξουσία η βίαιη

δεν ήμουν καν επαναστάτης

τη φλόγα της ζωής την άρπαξα

για το περήφανο το ινάτι μου

τη δύναμή μου να επιδείξω, εγώ,

ο νέος φωτιστής των άμοιρων θνητών

κι αφού Θεός είμαι και ποτέ δεν έγινα

εντέλει τα σπλάχνα μου αναπλάθω

της θλιβερής μου αυτοΐασης δεσμώτης

προσφέρομαι στο όρνεο της θύμησης

αναγεννώντας ίδιους πόνους τόσα χρόνια.

Κι αφού άδικο και δίκιο δε φιλιώνουν

κι αιώνες το ’να τρώει το άλλο

μονάχος Θεός που είμαι και ποτέ δε γίνομαι

τις φαγωμένες σάρκες μου κοιλοπονάω

γεννοβολώντας νέα βρώση σ’ άγριους τόπους.

Κι αν ήμουνα να γίνω Θεός και δε γίνουμαι

της λύτρωσης ικέτης ο δεσμώτης

τα χέρια μου απλωτά στις άκρες του ορίζοντα

ο Σταυρωμένος είμαι της ελπίδας.

 

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή  Εν αρχή

.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s