Just another WordPress.com site

Archive for Μαΐου, 2012

John Donne : Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου …

.

.

Ο Βρυκόλακας

.

Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου, κακούργα, θα παραδώσω την  ψυχή,

Συ θα πιστέψεις πως μ’ έχεις πια για καλά ξεφορτωθεί,

Και μένα και τα πείσματά μου.

Όμως τότε θάναι που θάρχεται η σκια μου να σε βασανίζη μέσα στο κρεββάτι,

Και θα σε βλέπη, ψεύτικια παρθένα, πεσμένη σε χειρότερη αγκαλιά.

Η καντήλα σου τα’ αργοπεθαίνη και θα τρεμοσβύνη,

Κι’ ο άντρας, όπου θα σε νέμεται, ξεθεωμένος,

Βάζοντας με νου του, αν τυχόν τονέ σκουντήσεις ή του δώσεις τσιμπιές για να ξυπνήση,

Πως ζητάς κι’ άλλο,

Θα καμωθή πως δεν σε κατάλαβε και θα γυρίση απ’ αλλού,

Κι’ εσύ, έρημη και σκότεινη, θα νοιώσης την εγκατάλειψή σου,

Κρύος ιδρώτας θα σε περιχύνη σαν τον κρύο τον υδράργυρο :

Μα την αλήθεια, συ θάσαι πιο πραγματικός βρυκόλακας απ’ ό,τι θάμαι γω.

Κι’ αυτά όπου φυλάγω για τότε να σου πω, δε σου τα λέω από σήμερα,

Μήπως και το σκεφής κι αλλάξης τρόπους. Τώρα όπου πια δε σ’ αγαπώ,

Τόχω καλλίτερο να σε δω κάποτες να λυώνης όλο πίκρα,

Παρά να χρεωστώ και το παραμικρό στις απειλές μου.

 

J o h n   D o n n e

Μτφρ. Ν ί κ ο ς  Εγ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

 

Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Αθήνα, Ίκαρος 1978, σελ. 208-09.

.

.

.

.

.

Advertisements

Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου: Ίχνη…

INTERMEZZO

{απόσπασμα}

Με το πέρασμα του χρόνου, δεν είμαστε παρά ίχνη του πρότινου «είναι» μας, ολογράμματα στη μνήμη των ανθρώπων, όλοι κοινωνοί σε μια συλλογική μνήμη από παραστάσεις και πρόσωπα και σώματα, αναγνωρίσιμοι και υπαρκτοί χάρις σε αυτή και αενάως κυνηγώντες το άπιαστο είδωλο που ήμασταν ή θα μπορούσαμε να γίνουμε βάσει αυτής. «Ειδωλολατρεύοντες» ακόμη και μέσα στην ίδια την κατάνυξή μας, εκεί που το παρόν θα έπρεπε να μας συνεπαίρνει σε μυστηριακή συνάθροιση σωμάτων και ψυχών όντων και όχι απόντων….

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

.


Κ. Π. Καβάφης – W. B. Yeats: Για τις ψυχές των γερόντων

.

.

.

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.

.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.–
Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε — για λίγο — να μη νοιώθεται η πληγή.

.

Η ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται –κωμικοτραγικές–
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

 Κ.  Π.  Κ α β ά φ η ς

.

.

.

.

Sailing to Byzantium

That is no country for old men. The young
In one another’s arms, birds in the trees
— Those dying generations —  at their song,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
Whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
Monuments of unageing intellect.

An aged man is but a paltry thing,
A tattered coat upon a stick, unless
Soul clap its hands and sing, and louder sing
For every tatter in its mortal dress,
Nor is there singing school but studying
Monuments of its own magnificence;
And therefore I have sailed the seas and come
To the holy city of Byzantium.

O sages standing in God’s holy fire
As in the gold mosaic of a wall,
Come from the holy fire, perne in a gyre,
And be the singing-masters of my soul.
Consume my heart away; sick with desire
And fastened to a dying animal
It knows not what it is; and gather me
Into the artifice of eternity.

Once out of nature I shall never take
My bodily form from any natural thing,
But such a form as Grecian goldsmiths make
Of hammered gold and gold enamelling
To keep a drowsy Emperor awake;
Or set upon a golden bough to sing
To lords and ladies of Byzantium
Of what is past, or passing, or to come.

W. B. Y e a t s

.

Ο Τσαρούχης απαγγέλλει Καβάφη


Κ. Π. Καβάφης : Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ…

.

.

.

Ας φρόντιζαν

.

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

.

Κ.  Π.  Κ α β ά φ η ς

Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984


Κυριάκος Α. Κυτούδης : Αχ και να ’ξερα …

.

Paul Delvaux : L’ echo ou le mystere de la route

.

.

Εγώ το εγώ

.

Σαν ξυλάρμενο είμαι καράβι

με δίχως πανιά και με δίχως κατάρτια

και τα ξάρτια, σπασμένα ρημάδια

και αφήσαν σημάδια

στην καρδιά,

στην ψυχή και στα όνειρα.

Αχ και να ‘ξερα αλήθεια πολύ πιο νωρίς

τον πόνο που έχει η αλμύρα

η λήθη στα όνειρα που έχει

απλά όταν δεν σε προσέχει κανείς ουρανός

και κανένας Θεός μια αγάπη για σένα δεν έχει

κι είναι τόσο απλό…

πώς να δώσεις αυτό που δεν έχεις

πώς να πεις πως δεν αντέχεις

τον πόνο, τη θλίψη, ακόμα και την προσμονή

όταν,

όταν πια δεν γνωρίζεις κείνες τις λέξεις

και πως να επιλέξεις αλήθεια

από πού θα ζητήσεις βοήθεια

κι είναι τόσο απλό…

εγώ,

εγώ το λάθος

εγώ το πάθος

εγώ η λήθη

εγώ το εγώ.

.

Κ υ ρ ι ά κ ο ς   Α.   Κ υ τ ο ύ δ η ς

Καθηγητής ποίησης της Internatioal Art Academy

.


Κυριάκος Α. Κυτούδης : τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο

.

Ζωγραφική : Dante Gabriel Rossetti

.

.

Ο κόσμος των ονείρων μου

 

.

Πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου.

 

Τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο

πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας.

 

Πώς να περιγράψω Θεέ μου μια αλικόπλαστη μορφή

γιασεμομύριστο φιλί πώς να το ζωγραφίσω

πως δείχνεις άραγε με χρώματα, μια όμορφη ζωή.

 

Κι αν έχω κάνει με παιδιά ροδόχτιστη αυλή

κι αν στην ποδιά μας έχουμε φεγγαροκέντητες ελπίδες

πως δείχνεις των αγγέλων εκείνο το φιλί

που τραγουδά την άνοιξη πάντα μ’ ακροστιχίδες.

 

Με λέξεις πώς να γράψεις για ηλιόχαρη αυγή

και πώς να περιγράψεις μια αηδονούσα καλημέρα

δυοσμοσταλιά σαν πέφτει απ’ τη βροχή.

 

Πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας

τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο.

 

Πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου.

 

.

Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Α.  Κ υ τ ο ύ δ η ς

Καθηγητής ποίησης της Internatioal Art Academy

.

.

 


Κυριάκος Α. Κυτούδης : Φεγγάρια

.

Ζωγραφική : René  Magritte

.

.

.

.

.

ΧΑΪΚΟΥ

.

Ξύπνησε ο γαρμπής

και τρόμαξε ο σιρόκος

κι άντε να τον βρεις.

 

Κοιτάς τα χιόνια

να δεις τάχα πως λιώνουν

να δεις τα χρόνια.

 

Είναι αβέρτο

μονάχο το φεγγάρι

σύρε και φέρτο.

 

Αραξοβόλι

ψάχνουνε οι αγγέλοι

μα κι οι διαβόλοι.

 

Τώρα σιμώνει

Κυριακή, μέρα γιορτής

κι αυτή ζυμώνει.

 

.

 

ΑΠΕΡΑΝΤΟ  ΦΙΛΙ

 

Χίλια φεγγάρια πέσαν χάμω στην αυλή

γίναν γαρίφαλα πουλιά γίνανε δυόσμος

κι η γειτονιά έγιν’ απέραντο φιλί.

 

Πρώτη φορά γνωρίσανε τέτοια χλιδή

κι όλο μαζεύονταν συνέχεια ο κόσμος

χίλια φεγγάρια πέσαν χάμω στην αυλή.

 

Λες κι είχε πέσει του παράδεισου κλειδί

κι εξαφανίστηκε απ’ τη γη ο κάτω κόσμος

κι η γειτονιά έγιν’ απέραντο φιλί.

 

Πήρανε όλα ένα χρώμα σταφυλί

μεθυστικό κρασί μοιάζαν φιλιά και δυόσμος

χίλια φεγγάρια πέσαν χάμω στην αυλή

κι η γειτονιά έγιν’ απέραντο φιλί.

.

.

Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Α.  Κ υ τ ο ύ δ η ς

Καθηγητής ποίησης της Internatioal Art Academy

.

.


Στέλιος Γεράνης : Αὐτὸν ποὺ ἐντός μου κατοικεῖ δὲν τὸν γνωρίζω

Rene Magritte : The Son of Man


Ομολογία ενοχής

Χωρὶς νὰ ὑπάρχει στὰ χαρτιὰ μιὰ καταδίκη εἰς θάνατον
περιπλανῶμαι σὰν φυγόδικος ἀπὸ τὴν πρώτη μου στιγμή.

Ὅλοι μοῦ λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
γιατί σπανίως ἐννοοῦν τὰ πάμπολλά μου ἐγκλήματα.
Πὼς εἶμαι δήμιος, ἀσφαλῶς, δὲν τὸ πιστεύουν.
Μὰ ἐγὼ φοβᾶμαι. Γιατί• καλῶς γνωρίζω
πόσες ὡραῖες μου πράξεις καρατόμησα•
πόσες φορὲς κλάδεψα τοὺς βλαστοὺς μου•
πόσες φορὲς συναντήθηκα μὲ τὸν ἄλλο μου δαίμονα
κ’ ἔστριψα
στὴ μικρὴ
σκοτεινὴ
πάροδο.

Ὅλοι μοῦ λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
γιατί δὲ βλέπουν
τὰ κρεμασμένα
στοὺς τοίχους
ὁμοιώματα•
τὰ συνετὰ καὶ δίκαια ἔργα μου δὲ βλέπουν
ἔτσι καθὼς περνοῦν σκυφτὰ
τὶς πύλες τῶν φερέτρων μου.

Ὅταν χτυπάει ὁ ἄνεμος τὴν πόρτα μου
τρομάζω: Τώρα —λέω— ἔρχονται νὰ μὲ συλλάβουν•
ἔρχονται νὰ μὲ ὑποχρεώσουν καὶ πάλι ν’ ἀρνηθῶ•
νὰ πῶ: Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὸν ποὺ ἐντός μου κατοικεῖ
δὲν τὸν γνωρίζω.

Ὅλοι μου λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
καὶ πὼς μπορῶ ἡσύχως ν’ ἀναπαύομαι•
νὰ περπατῶ ἀνενόχλητος στοὺς δρόμους•
γιὰ τοὺς κοινοὺς κακούργους μὲ ἀπέχθεια νὰ μιλῶ
καὶ ν’ ἀποσύρομαι χωρὶς
τὴν ἐντροπὴ τοῦ ἐνόχου.

Μὰ ἐγὼ δὲν ἀναπαύομαι. Τὶς νύχτες
μὲ κυκλώνουν οἱ σκιές. Ἄγρια φαντάσματα
καραδοκοῦν πίσω ἀπ’ τὶς πόρτες μου.
Καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι ὁ διαυγής•
ὁ καθαρὸς καὶ ἀμόλυντος δὲν εἶμαι•
κι ἂς μὴν ὑπάρχει στὰ χαρτιὰ
μιά καταδίκη
εἰς θάνατον.

Σ τ έ λ ι ο ς  Γ ε ρ ά ν η ς

 

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη,  νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ.,
Ἀθῆναι,  Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., 2000.

 

Πηγή :

 

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/geranis_omologia.html


Ὄλγα Βότση : μὲς στ’ ἄχραντα φορέματα νὰ τυλιχτεῖς

.

.

Ζωγραφική : René Magritte

.

.

.

Ἡ αἰωνιότητα

.

Ἄφηνε πάντα τὰ δάχτυλά σου ἀνοιχτὰ
νὰ μπαίνει ἡ αἰωνιότητα σὰ γύρη φωτός.
Πάνω στ’ ἀλύγιστα χέρια σου, σὰ σὲ βράχια σκληρά,
ἄφηνε νὰ τσιμπᾶνε τὰ χρυσὰ πουλιά της,
ποὺ θέλουνε στ’ ἄγνωστο κορμί σου νὰ περπατήσουν.

Ὕψωσε τὰ βαριά σου τὰ βλέφαρα
στὶς ἄλλες ζῶνες ἐκεῖνες τὶς ἅγιες. Τὸ δάκρυ χόρτασες,
τὸν πόνον ὅλο τὸν διάτρεξες.

Σήκω νὰ ἐρευνήσεις τοὺς ἄγνωστους τούτους τόπους,
ὅπου βέλη πιὰ δὲν ὑπάρχουνε, οὔτε πληγές.
Σπεῦσε στὶς κρυστάλλινες βρύσες νὰ συναντήσεις,
τὰ πελώρια δάση τοῦ ἐλέους τὰ μυστικά,
κι ἃς εἶναι μέσα ἀπὸ τῆς ψυχῆς σου τιναγμένα τὸ θόλο,
κι ἃς εἶναι ἀπὸ τὸν ἀπελπισμὸ τῆς κραυγῆς σου.
Γιατί πολὺ τὸ πόθησες
μὲς στ’ ἄχραντα φορέματα νὰ τυλιχτεῖς,
γιατί πολὺ τὸ θέλησες
τὴ μουσικὴ μόνο τοῦ φωτὸς στ’ αὐτιά σου ν’ ἀκούσεις.

Ὄ λ γ α   Β ό τ σ η

 

Πηγή:

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/votsi_aioniotita.html

.


Αλεξάνδρα Μπακονίκα : τα φωτεινά και τα χαρούμενα


.

Ζωγραφική : S. Dali

.

.

Οι αποσκευές μου

.

Απανθρωπιές και τραγωδίες
δεν μου είναι άγνωστες.
Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.
Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.
Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις
τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές
για δοκιμασίες που άντεξα.
Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ
και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.
Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
–που τόσο σπάνια συμβαίνει–
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Από τη συλλογή Θείο κορμί (1994)

Πηγή :

http://greekpoems.wordpress.com/2012/04/02/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B1/#more-1355

.