Just another WordPress.com site

Γιάννης Ρίτσος : Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε …;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι απεργιακοί αγώνες που ξεσπούν την Πρωτομαγιά του ’36 στη Θεσσαλονίκη κλιμακώνονται. Τις επόμενες μέρες διοργανώνονται παλλαϊκά συλλαλητήρια. Στις 9 του Μάη τα πυροβόλα της Χωροφυλακής χτυπούν τους απεργούς. Πρώτος νεκρός πέφτει ο κομμουνιστής αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Η μάνα του Τάσου Τούση, που ήταν στη διαδήλωση, βλέποντας το νεκρό γιο της ξεσπά σε θρήνο πάνω από τη σορό του.

Την επόμενη μέρα, στις 10 Μάη, ο Γιάννης Ρίτσος βλέπει τη φωτογραφία δημοσιευμένη στο «Ρ» και συγκλονίζεται. Παρά τη διαρκή αιμόπτυση, λόγω της φυματίωσης, ο ποιητής γράφει δεκατέσσερα ποιήματα για το θρήνο της μάνας του δολοφονημένου εργάτη. Τρία από αυτά στέλνει στο «Ρ» τα οποία και δημοσιεύονται στις 12 Μάη με γενικό τίτλο «Μοιρολόι».

Τις επόμενες μέρες ο Ρίτσος στέλνει στο «Ρ» και τα άλλα έντεκα ποιήματά του. Στις 8 Ιούνη του ’36, από τις εκδόσεις του «Ρ» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα ο «Επιτάφιος – (Τραγούδια για το μακελειό της Θεσσαλονίκης)».

Μέσα σε λίγα 24ωρα από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» πουλήθηκαν 9.750 αντίτυπα του «Επιταφίου». Ο «Ρ» ετοιμάζει και δεύτερη έκδοση του βιβλίου. Δεν προλαβαίνει. Τα όργανα του Μεταξά κατάσχουν από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» τα 250 απούλητα αντίτυπα και μαζί με όσα από τα αντίτυπα εντοπίστηκαν σε σπίτια διωκόμενων κομμουνιστών, μαζί με άλλα βιβλία που απαγόρευσε η μεταξική δικτατορία, κάηκαν μπροστά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός…

Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 30 Απριλίου 2009

………………………………………………………………….

 

Ἐπιτάφιος

(ἀποσπάσματα)

I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ – πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ – πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ – μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

 

Γ ι ά ν ν η ς    Ρ ί τ σ ο ς

 

Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/epitafios-i.htm

11 responses

  1. Ε. Α.

    Μια Καλημερα!
    Εναν καλο μηνα!

    Μαΐου 1, 2012 στο 10:02 πμ

    • Καλημέρα και καλό μήνα και σε σένα Ε. Α.!

      Σπύρος

      Μαΐου 1, 2012 στο 12:21 μμ

  2. George Trigas

    Καλημέρα και καλό μήνα! Εξαιρετική επιλογή για την ημέρα! Να είσαι πάντα καλά.

    Πολλά φιλιά, γιώργος

    Μαΐου 1, 2012 στο 11:55 πμ

    • Καλό σου μήνα φίλε μου Γιώργο και συνεργάτη, στο εξής, του ιστολογίου μας! Ευχαριστώ κι από εδώ για τη μετάφραση που μου έστειλες!

      Σπύρος

      Μαΐου 1, 2012 στο 12:27 μμ

  3. Κερασία

    Καλημέρα και καλό μήνα σε όλους τους πτερόεντες!
    Για τη σημερινή επέτειο παραθέτω την παρακάτω ανάρτηση.

    Η πρώτη ελληνική εργατική Πρωτομαγιά

    Από το ιστολόγιο theamapati.wordpress.com

    Μαΐου 1, 2012 στο 12:12 μμ

  4. Κερασία

    Για να ανοίξει το ιστολόγιο διορθώνω:

    http://theamapati.wordpress.com/2007/05/01/010507/

    Μαΐου 1, 2012 στο 12:24 μμ

    • ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ! Σ’ ευχαριστώ!

      Καλό μήνα Κερασία μου!

      Σπύρος

      Μαΐου 1, 2012 στο 12:31 μμ

  5. Καλησπέρα και καλό μήνα!
    Δεν θα μπορούσες να διαλέξεις καταλληλότερο post για την ημέρα.
    Σε φιλώ , Σπύρο μου.

    Μαΐου 1, 2012 στο 11:47 μμ

    • Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε καλή μου melita…
      Καλημέρα και καλό μήνα –και πολλά φιλιά!

      Σπύρος

      Μαΐου 2, 2012 στο 10:49 πμ

  6. Χαίρομαι που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι και μάλιστα σημαντικοί που θυμούνται και τιμούν εκείνους που θυσιάστηκαν για να έχουμε εμείς μια καλύτερη ζωή και δεν θεωρούν την πρωτομαγιά απλά μια ευκαιρία για εξόρμηση στην εξοχή.Δυστυχώς έρχεται κιόλας ο καιρός που εκείνες οι θυσίες των πετεράδων μας και των παππούδων μας μάλλον θα πρέπει να επαναληφθούν από εμάς κι απ΄τα παιδιά μας…

    Μαΐου 5, 2012 στο 12:10 μμ

    • Καλέ μας φίλε albatross (με το ιδιαίτερα αγαπητό στο «πτερόεν» ψευδώνυμο), έρχεται ο καιρός, όπως λες, κι εμείς και τα παιδιά μας πρέπει να αποδειχτούμε αντάξιοι των πετεράδων μας και των παππούδων μας …

      Το σχόλιό σου με συγκίνησε όσο δεν φαντάζεσαι!

      Σπύρος

      Μαΐου 5, 2012 στο 5:15 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s