Just another WordPress.com site

ΑΓΓΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

John Donne : Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου …

.

.

Ο Βρυκόλακας

.

Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου, κακούργα, θα παραδώσω την  ψυχή,

Συ θα πιστέψεις πως μ’ έχεις πια για καλά ξεφορτωθεί,

Και μένα και τα πείσματά μου.

Όμως τότε θάναι που θάρχεται η σκια μου να σε βασανίζη μέσα στο κρεββάτι,

Και θα σε βλέπη, ψεύτικια παρθένα, πεσμένη σε χειρότερη αγκαλιά.

Η καντήλα σου τα’ αργοπεθαίνη και θα τρεμοσβύνη,

Κι’ ο άντρας, όπου θα σε νέμεται, ξεθεωμένος,

Βάζοντας με νου του, αν τυχόν τονέ σκουντήσεις ή του δώσεις τσιμπιές για να ξυπνήση,

Πως ζητάς κι’ άλλο,

Θα καμωθή πως δεν σε κατάλαβε και θα γυρίση απ’ αλλού,

Κι’ εσύ, έρημη και σκότεινη, θα νοιώσης την εγκατάλειψή σου,

Κρύος ιδρώτας θα σε περιχύνη σαν τον κρύο τον υδράργυρο :

Μα την αλήθεια, συ θάσαι πιο πραγματικός βρυκόλακας απ’ ό,τι θάμαι γω.

Κι’ αυτά όπου φυλάγω για τότε να σου πω, δε σου τα λέω από σήμερα,

Μήπως και το σκεφής κι αλλάξης τρόπους. Τώρα όπου πια δε σ’ αγαπώ,

Τόχω καλλίτερο να σε δω κάποτες να λυώνης όλο πίκρα,

Παρά να χρεωστώ και το παραμικρό στις απειλές μου.

 

J o h n   D o n n e

Μτφρ. Ν ί κ ο ς  Εγ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

 

Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Αθήνα, Ίκαρος 1978, σελ. 208-09.

.

.

.

.

.

Advertisements

Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Μπρέγκελ και Ώντεν

.

.

Pieter Bruegel the Elder : Landscape with the Fall of Icarus

.

.

Musée  des Beaux Arts

.

Ποτέ δεν κάναν λάθος οι Παλιοί Τεχνίτες
Πάνω στον ανθρώπινο πόνο :  πώς την καταλαβαίναν
Τη θέση του στη ζωή∙ πως έρχεται να μας εύρει
Καθώς τρώει ο άλλος ή ανοίγει ένα παράθυρο ή ακόμη περπατά βαριεστημένος∙
Πως, όταν  οι γέροντες με πάθος, με κατάνυξη προσμένουν
Το θαύμα της γέννησης, πρέπει πάντα να υπάρχουν παιδάκια
Που δεν πολυγυρεύουν να γίνει τέτοιο πράγμα, πατινάροντας
Σε μια δεξαμενή στην άκρη του δάσους.
Ποτέ δεν ξέχασαν πως ακόμη
Και το φριχτό μαρτύριο πρέπει να πάει το δρόμο του
Οπωσδήποτε σε μια γωνιά, σε κάποιον ανοικοκύρευτο τόπο
Όπου οι σκύλοι συνεχίζουν τη σκυλίσια ζωή τους και τ’ άλογο του βασανιστή
Ξύνει τ’ αθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.

Στον Ίκαρο του  Μπρέγκελ λόγου χάρη : πώς καθετί γυρνά τη ράχη
Πολύ νωθρά στον όλεθρο∙ μπορεί ο ζευγάς
Ν’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή,
Όμως γι’ αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα∙ κι ήλιος τη δουλειά του
Έλαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βούλιαζαν στο πράσινο
Νερό∙ και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώς
Κάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,
Έπρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.

W.  H.  A u d e n  (1907 –  1973)      

Δεκέμβρης 1938       

Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 128-129.

.

.


Τζον Κητς : Η ωραία κι άπονη κυρά

.

Frank Dicksee : La belle dame sans merci

.

La Belle Dame Sans Merci

A Ballad

I.

O what can ail thee, knight-at-arms,
Alone and palely loitering?
The sedge has wither’d from the lake,
And no birds sing.

II.

O what can ail thee, knight-at-arms!
So haggard and so woe-begone?
The squirrel’s granary is full,
And the harvest’s done.

III.

I see a lily on thy brow
With anguish moist and fever dew,
And on thy cheeks a fading rose
Fast withereth too.

IV.

I met a lady in the meads,
Full beautiful—a faery’s child,
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

V.

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She look’d at me as she did love,
And made sweet moan.

VI.

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long,
For sidelong would she bend, and sing
A faery’s song.

VII.

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew,
And sure in language strange she said—
“I love thee true.”

VIII.

She took me to her elfin grot,
And there she wept, and sigh’d fill sore,
And there I shut her wild wild eyes
With kisses four.

IX.

And there she lulled me asleep,
And there I dream’d—Ah! woe betide!
The latest dream I ever dream’d
On the cold hill’s side.

X.

I saw pale kings and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
They cried—“La Belle Dame sans Merci
Hath thee in thrall!”

XI.

I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill’s side.

XII.

And this is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is wither’d from the lake,
And no birds sing.

.

Arthur Hughes : La belle dame sans merci

.

 La belle dame sans merci

Ω καβαλλιέρε εσύ χλωμέ,
Μόνος τι νάχεις και γυρνάς;
Για κοίταξε, μαράθηκαν
Της λίμνης τα χορτάρια
Και τα πουλιά δεν κελαϊδούν.
Πώς είσαι τόσο σκυθρωπός
Κι αφανισμένος απ’ τη λύπη;
Γεμίσαν οι κρυψώνες
Των ήσκιουρων σιτάρι
Κι ο θερισμός ετέλειωσε.
Στο μέτωπό σου βλέπω υγρό,
Με τη δροσιά του πυρετού
Της αγωνίας το κρίνο,
Και βλέπω πως θα ξεραθή
Στα μάγουλά σου απάνου
Το τριαντάφυλλο, που αχνό
Μαραίνεται ολοένα.
Μες τα λιβάδια αντάμωσα
Μια ωραία, πολύ ωραία,
Την κόρη κάποιας μάγισσας,
Είχεν ολόμαυρα μαλλιά
Κι αέρινα τα πόδια
Κι είχε δυο μάτια μαγικά.
Κι εγώ λουλούδια εταίριαξα
Στεφάνι των μαλλιώ της,
Βραχιόλι της ανθόπλεξα
Κι ευωδιαστή μια ζώνη
Κι έστρεψε και με κοίταξε
Και σαν να μ’ αγαπούσε
Μου στέναξε γλυκά.
Στο γοργονάλαφρο άτι μου
Την έβαλα καβάλλα
Και τίποτε περσότερο
Δεν είδα όλη τη μέρα,
Γιατί γυρνούσε αντίπλευρα,
Και τραγουδούσε μόνον
Ένα τραγούδι μαγικό.
Ρίζες στερνά μου μάζευε
Γλυκύτατες στη γέψη,
Και μέλι μου έφερνε άγριο,
Και σε μια γλώσσα αλλόκοτη,
Μώλεε (πιστεύω), σ’ αγαπώ.
Στη μαγική μ’ οδήγησε
Σπηλιά της, και με πόνο
Σε κλάψες αναλύθηκε
Και στεναγμούς, κι εγώ
Με τέσσαρα φιλήματα
Της σφάλισα τα μάτια.
Κι εκείνη μ’ αποκοίμησεν
Εκεί, κι αλλοίμονό μου!
Νειρεύτηκα, κι ήταν αυτό,
Το τελευταίο μου όνειρο,
Στου κρύου λόφου το πλευρό.
Χλωμούς ρηγάδες γύρω μου,
Χλωμά βασιλοπαίδια,
Χλωμούς καθώς ο θάνατος
Είδα πολεμιστάδες,
Να μου φωνάζουν: η άπονη
Σ’ έχει πιασμένο σκλάβο.-
Τα πεθαμένα χείλη τους
Τάβλεπα στο σκοτάδι
Με αυτό το απαίσιο μήνυμα
Ν’ ανοίγουνε πλατειά,
Και ξύπνησα και βρέθηκα
Στου κρύου λόφου την πλαγιά.
Γι’ αυτό γυρνώ τώρα χλωμός
Και μόνος, μολονόπου
Της λίμνης εμαράθηκαν
Τα χόρτα, και στα δέντρα
Δεν κελαϊδούν πουλιά.

J o h n   K e a t s  ( 1795 — 1821 )

John Keats, «La belle dame sans merci», στον τόμο:

Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ποιήματα, Αθήνα, εκδ. Ι. Ν. Σιδέρη, χ.χ., σελ. 114-117.

Εδώ από:
http://christosb.blogspot.com/2006/05/blog-post.html

.

Frank Cadogan Cowper : La belle dame sans merci



.


John Keats – Charles Villiers Stanford

.

.


Κώστας Βάρναλης : Η παρωδία του «Αν»

.

.

.

Ζωγραφική : Otto Dix

 

.

.

IF…

.

IF you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you,
If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too;
If you can wait and not be tired by waiting,
Or being lied about, don’t deal in lies,
Or being hated, don’t give way to hating,
And yet don’t look too good, nor talk too wise:

If you can dream – and not make dreams your master;
If you can think – and not make thoughts your aim;
If you can meet with Triumph and Disaster
And treat those two impostors just the same;
If you can bear to hear the truth you’ve spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to, broken,
And stoop and build ’em up with worn-out tools:

If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breathe a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: ‘Hold on!’

If you can talk with crowds and keep your virtue,
‘ Or walk with Kings – nor lose the common touch,
if neither foes nor loving friends can hurt you,
If all men count with you, but none too much;
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds’ worth of distance run,
Yours is the Earth and everything that’s in it,
And – which is more – you’ll be a Man, my son!

.

R u d y a r d   K i p l i n g  (1865 – 1936)

http://www.kipling.org.uk/poems_if.htm

.

.

.

.

Ζωγραφική : George Grosz

 

 

 

.

Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη,
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν,
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων,
κι αν το κακό που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις,
κι αν όσα ψέματα σου λεν με πιότερα απανταίνεις,
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.

Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο,
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυο ξετσίπωτα προδίνεις,
αν ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κ’ οι άλλοι
γι’ αληθινό– να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη,
αν λόγια κ’ έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά και συ ξαναμολάς καινούριον.

Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις,
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα που χρωστάς αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο τό ‘χεις,
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν’ αποδίδουν,
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι αν όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός»! εσύ φωνάζεις «πίσω»!

Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς τη μέση
κι αν μήτε φίλους μήτε εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν,
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θά ‘ναι τούτ’ η Γης μ’ όλα τα κάλλη πού ‘χει
κ’ έξοχος θά ‘σαι Κύριος, αλλ’ Ανθρωπος δε θά ‘σαι.

.

Κ ώ σ τ α ς   Β ά ρ ν α λ η ς   (1884-1974)

Ευχαριστώ τον Ιπτάμενο Ολλανδό που μου γνώρισε το ποίημα του Βάρναλη  με την ανάρτησή του:

http://monopoihmata.blogspot.com/search/label/%CE%9A.%20%CE%92%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%82

.

.


Αφιέρωμα στον W. H. Auden

 

 

 

 

Ρ    Η    Σ    Ε    Ι    Σ

Καθηγητής είναι κάποιος που μιλάει στον ύπνο κάποιου άλλου.

Αληθινό βιβλίο δεν είναι αυτό που διαβάζουμε αλλά αυτό που μας διαβάζει.

Ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων στην Αμερική κάνουν μια δουλειά που τη βαριούνται. Ακόμα κι ένας πλούσιος πιστεύει ότι πρέπει να πηγαίνει στο γραφείο κάθε μέρα. Όχι επειδή του αρέσει αλλά επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί να κάνει κάτι άλλο.

Ανάμεσα σ’ αυτούς που συμπαθώ ή θαυμάζω, δεν μπορώ να βρω κοινό παρονομαστή, αλλά ανάμεσα σ’ αυτούς που αγαπώ, υπάρχει:  Όλοι τους με κάνουν να γελώ.

Ο θάνατος είναι ο  μακρινός ήχος του κεραυνού  στο πικνίκ.

Κάθε αυτοβιογραφία ασχολείται με δύο χαρακτήρες –μ’ ένα Δον Κιχώτη, το Εγώ, κι ένα Σάντσο Πάντσα, τον Εαυτό.

Η φήμη κάνει τον συγγραφέα ματαιόδοξο, αλλά σπάνια υπερήφανο.

Είναι λυπηρό ότι στον πολιτισμό μας ένας ποιητής μπορεί να κερδίσει πολύ περισσότερα χρήματα γράφοντας ή μιλώντας για την τέχνη του, παρά ασκώντας την.

Η φάτσα μου μοιάζει με γαμήλια τούρτα που την άφησαν στη βροχή.

Κανένας ήρωας δεν είναι θνητός μέχρι να πεθάνει.

Κανένας ποιητής ή μυθιστοριογράφος δεν εύχεται  να είναι ο μόνος στον κόσμο, αλλά οι περισσότεροι θα ήθελαν να είναι οι μόνοι εν ζωή, και αρκετοί πιστεύουν κρυφά ότι η ευχή τους έχει πραγματοποιηθεί.

 

T A   M Π Λ Ο Υ Ζ  Τ Ο Υ   Ρ Ω Μ Α I Κ Ο Υ   Τ Ε Ι Χ Ο Υ Σ

Πάν’  απ’  τα ρείκια, ο υγρός αγέρας και τ’ αγιάζι,
στο χιτώνα μου έχω ψείρες, δες τη μύτη μου που στάζει.

Επάνω μου χτυπά η βροχή, που εγώ δεν την ορίζω,
του Τείχους φύλακας εγώ, το λόγο δε γνωρίζω.

Ομίχλη σέρνεται παντού πάν’  απ’  τα γκρίζα βράχια,
στην Τάνγκρια είν’ το κορίτσι μου, μονάχος μου τα βράδια.

Ο Άουλος πάει και κυνηγά στα μέρη της τριγύρω,
το χούι του δε μ’ αρέσει αυτό, τη φάτσα του οικτίρω.

Ο Πίσο είναι Χριστιανός, λατρεύει ένα ψάρι,
ούτε φιλιά ούτε τίποτα, άμα του γίν’  η χάρη.

Το δαχτυλίδι μού ’δωσε,  της το ’παιξα στα ζάρια,
Μα θέλω τα μιστά μου εγώ, κι αυτήνε  όλα τα βράδια.

Όταν γινώ παλαίμαχος μ’ ένα μονάχα μάτι,
τον ουρανό μόν’  θα κοιτώ, άλλο δε θα ’χω κάτι.

 (Twelve Songs, XI: 1936)

 

Ο Ι   Π Ρ Ο Ε Τ Ο Ι Μ Α Σ Ι Ε Σ

Εβδομάδες πριν από την έναρξη, όλα είχαν παραγγελθεί
στις καλύτερες του είδους– εταιρίες. Όργανα
που όλα τ’ αλλόκοτα φαινόμενα μετρούν
και προκαλούν κενώσεις, στα έντερα ή στην καρδιά.
Ένα ρολόι, ασφαλώς, το πέταγμα της ανυπόμονης ψυχής
να παρακολουθεί,
λάμπες για το σκοτάδι, σκίαστρα για τον ήλιο.
Επίσης, το προαίσθημα επέμεινε για  ένα όπλο
και για τις χάντρες τις πολύχρωμες, που μαλακώνουν
το μάτι των αγρίων.

Θεωρητικώς, η Πρόβλεψή τους ήτανε ορθή,
εάν, βεβαίως, προέκυπτε η κατάλληλη κατάσταση.
Ατυχώς, η κατάσταση αυτή ήταν ετούτων των ιδίων.

Διότι κανείς δεν δίνει φάρμακα στον δηλητηριαστή,
στον θαυματοποιό τα καλά σύνεργα, ή ένα τουφέκι
στον μελαγχολικό που πλήττει.

(The Quest, II: 1941)

 

ΩΚ Α Ι   Π Ο Ι Ο Σ   Ν Α   Υ Μ Ν Η Σ Ε Ι   Δ Υ Ν Α Τ Α Ι

Ω, και ποιός να υμνήσει δύναται
τον κόσμο των δικών του πεποιθήσεων;
Απερίσκεπτα παίζουν τα παιδιά
στου σπιτιού του γύρω τα λιβάδια.
Στα δάση του η αγάπη δεν γνωρίζει το άδικο,
οι ταξιδιώτες πορεύονται με τη συνήθη τους αταραξία,
και στου τάφου τη δροσερή σκιά
ηχούν, πλήρη εμπιστοσύνης, τα βήματα της ηλικίας.
Ω, και ποιος να ζωγραφίσει δύναται του δένδρου τη λαμπρότητα,
τη χλόη της φαντασίας;
Αλλ’ η δημιουργία και η φύλαξή τους
θα ‘ναι η μόνη του ανταμοιβή:
Και θ’ αγρυπνά και θα προσέχει, θα δακρύζει,
την αγάπη του πατέρα του θ’ αρνιέται,
στης μητέρας του τη μήτρα όλο θα χάνεται,
νύκτες οκτώ μέσα σε ύπνο ακόλαστο
κι ύστερα, τη νύκτα την ενάτη, θα γίνει αυτός
νύφη και θύμα ενός φαντάσματος,
κι εκεί, στο λάκκο πεταγμένος τον τρομακτικό,
μονάχος του θ’ αντέχει την οργή.

 

Τ Ο   Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι   Τ H Σ   Τ Ρ Ε Λ Η Σ   Κ Υ Ρ Ι Α Σ

Μέσα στη σκοτεινή νυχτιά
σαν το φασούλι το νησί μας
κι ο κωμικός μας υπηρέτης
παρατηρεί το κάθε τι μας.

Ω, οι οπώρες κι η βεράντα
μικρό ατμόπλοιο στον λιμένα
σφυρίζει μες στο θέρος ξάφνου
πως έφυγες μακριά από μένα.

Απόδοση :  Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς 

(Πρώτη δημοσίευση : π τ ε ρ ό ε ν)

 

Α Τ Λ Α Ν Τ Ι Σ

Εάν πολύ το επιθυμείς
να πας στην Ατλαντίδα,
θα ξέρεις ασφαλώς ότι
μόνο το Πλοίο των Τρελών
θα κάνει το ταξίδι εφέτος,
διότι θύελλες, σφοδρές και ασυνήθιστες
έχουνε προβλεφτεί και πρέπει, το λοιπόν,
έτοιμος να είσαι∙ γι’ αυτό
με λόξα κάμποση να συμπεριφερθείς
ώστε να σε περάσουνε για ένα απ’ τα παλικάρια,
να δώσεις την εντύπωση, τουλάχιστο, πως
συμπαθείς το σαματά, το δυνατό ποτό και τις χοντράδες.

Εάν οι θύελλες (και τούτο να συμβεί μπορεί)
σε κάνουνε ν’ αράξεις για καμιάν εβδομάδα
σε κάποια παλιά πόλη, επίνειο
της Ιωνίας φερ’ ειπείν, κουβέντιασε εκεί
με τους λογίους τους πνευματώδεις, άνδρες
που έχουν αποδείξει πως σαν την Ατλαντίδα
τόπος άλλος κανείς δεν δύναται να υπάρξει.
Τη λογική τους μάθε, αλλά πρόσεξε
πόσο η λεπτότητα του νου τους εύκολα προδίδει
το ψυχικό τους βάσανο.
Έτσι λοιπόν αυτοί θα σου διδάξουνε τον τρόπο
ν’ αμφιβάλλεις για να μπορέσεις να πιστέψεις.

Εάν,  αργότερα, τύχει και προσαράξεις
στους κάβους ανάμεσα της Θράκης,
εκεί που  με δαυλούς ολονυχτίς
ράτσα γυμνή και βάρβαρη
πηδάει ξέφρενη, ακούοντας
έναν κόχυλα και κύμβαλο φρενήρες,
στην άγρια εκείνη ακτή
βγάλε τα ρούχα σου και χόρεψε, γιατί
εκτός και αν αξιωθείς
την Ατλαντίδα εντελώς
να λησμονήσεις, το ταξίδι σου
ποτέ δε θα τελειώσεις.

Και αν φτάσεις κάποτε στην έκλυτη
την Καρχηδόνα ή την Κόρινθο,
γέψου κι εσύ την ξέφρενη ευωχία.
Και αν καμιά κοκότα σ’ ένα καπηλειό,
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά σου πει
«Αγαπούλη μου, η Ατλαντίδα είν’ εδώ»
Την ιστορία της ζωής της
με προσοχή ν’ ακούσεις∙ καθώς
εάν καλά δεν ενημερωθείς για κάθε καταφύγιο
που μάταια προσπαθεί
την Ατλαντίδα να παραποιήσει, πώς
τάχα θα γνωρίσεις την αληθινή;

Κι αν, επιτέλους, κοντά στην Ατλαντίδα
προσαράξεις, και βγεις
στον κοπιώδη πηγαιμό κατά την ενδοχώρα
μες από δάση ρυπαρά και παγωμένες
τούνδρες, εκεί που όλα στη στιγμή θε να χαθούν∙
αν έρμος πια σταθείς,
με γύρω σου ερημιά,
πέτρα και χιόνι και σιωπή κι αέρα,
θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος.

Τρικλίζοντας, προχώρα όλος χαρά
αλλά και τότε ακόμη, αν ίσως,
έχοντας πια φτάσει στο στερνό
το διάσελο, αν, ίσως, σωριαστείς
με ολάκερη την Ατλαντίδα ν’ ακτινοβολεί
από κάτω κι όμως να κατεβείς
πια δεν αντέχεις, πρέπει
υπερήφανος να είσαι, μόνο που κρυφοκοίταξες
την Ατλαντίδα, σε όραμα ποιητικό.
Ξάπλωσε ειρηνικά και πες ευχαριστώ,
έχοντας δει τον λυτρωμό σου.

Όλοι οι μικροί, οι σπιτικοί θεοί
αρχίσανε να κλαίνε∙ όμως πες τους εσύ:
Αμέτε στο καλό∙ και σάλπαρε.
Καλό ταξίδι φίλε αγαπητέ, καλό ταξίδι: Είθε
ο Ερμής, των δρόμων ο διαφεντευτής,
και οι τέσσερις νάνοι, οι Κάβειροι,
πάντα να σε βοηθούν και να σε προστατεύουν.
Και είθε ο Παλαιός των Ημερών
αθέατος να σου σταθεί οδηγός
σε ό,τι έχεις να κάνεις
και να εγείρει, φίλε, πάνω σου
της σκέπης Του το φως.

(1941)

 

W.   H.   A  u  d  e  n  

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς 

(Πρώτη δημοσίευση : Perspectives on Language and Literature: Essays in Honour of Marios Byron Raizis, Edited by William Roger Schultz, National and Kapodistrian University of Athens, 2003, pp. 71-73. Αναδημοσίευση: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας: Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων, Φιλολογική Επιμέλεια Αντιγόνη Βλαβιανού, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο,  2οο8, σελ. 420-23.)

 


W y s t a n   H u g h   A u d e n  (Γ ο υ΄ί΄σ τα ν    Χ ι ο υ    Ώ ν τ ε ν,  1907-73) :  Αγγλοαμερικανός ποιητής, θεωρούμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους του 20ου αιώνα. Έγραψε μερικά από τα πιο  συγκλονιστικά  ποιήματα του 20ου αλλά και κάθε αιώνα.  Μετά το θάνατο του T. S. Eliot (1965) συχνά θεωρήθηκε ως ο διάδοχός του, με τον ίδιο τρόπο που ο Eliot  κατέκτησε την κορυφή της αναγνώρισης  μετά το θάνατο του W. B. Yeats (1939). Ο  Auden διακρίνεται για τα μορφικά του επιτεύγματα και τους υφολογικούς πειραματισμούς του. Το ποίημα  « Α τ λ α ν τ ίς »  έχει έντονο   καβαφικό   χρώμα.  (Για τη σχέση με την « Ι θ ά κ η »,  βλ. http://www.novelguide.com/a/discover/pfs_19/pfs_19_00018.html.)

Εκτός από ποιητής, υπήρξε σημαντικός  δοκιμιογράφος,  ασχολήθηκε με το θέατρο και τον κινηματογράφο  και  έγραψε το λιμπρέτο για την όπερα του Igor Stravinsky The Rake’s Progress.Κυρίαρχα θέματα στην ποίησή του : η πολιτική, ο έρωτας, η θρησκεία.  Περιπλανήθηκε, καθόλου μάταια, στον μαρξισμό, την ψυχανάλυση,  τον χριστιανισμό.  Μετά το θάνατό του, ποιήματά του όπως το “Funeral Blues” (“Stop all the clocks”), “In Memory of W. B. Yeats” και “September 1, 1939”  (βλ. βίντεο)   έγιναν ευρύτατα γνωστά από το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και άλλα μέσα.

 

 

W.  H.   A u d e n   r e a d s

“As I Walked Out One Evening” (1937)

W.  H.   A u d e n

“1st September 1939”

W. H. Auden – Alex Harvey

 Roman Wall Blues


William Blake : Οι Παροιμίες της Κόλασης

 


William Blake: From The Marriage of Heaven and Hell

 

Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (The Marriage of Heaven and Hell, 1793), έργο το οποίο περιλαμβάνει τις περίφημες Παροιμίες της Κόλασης (Proverbs of Hell), είναι ένα από τα πιο προκλητικά κείμενα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, μυστικιστή, οραματιστή και ριζοσπάστη William Blake (1757-1827).

Ο Blake,  που  ισχυριζόταν ότι συνομιλούσε με αγγέλους και προφήτες, είναι ένας από τους κυριότερους εκφραστές του Ρομαντικού πνεύματος. Περιφρονεί τον «κοινό νου» και το «καθαρό μυαλό» του Νεοκλασικισμού, ενώ αποθεώνει τη  Φ α ν τ α σ ί α, «το Αιώνιο Σώμα του Ανθρώπου», την υπέρτατη αρχή  του  Π ο ι η τ ι κ ο ύ  Δ α ι μ ο ν ί ο υ: «εάν δε υπήρχε το Ποιητικό ή το Προφητικό στοιχείο», δηλαδή το Ποιητικό Δαιμόνιο, γράφει, «το Φιλοσοφικό και το Πειραματικό θα ήταν ο κοινός παρονομαστής όλων των πραγμάτων, και τούτα θα ήταν ανίκανα για κάθε τι, εχτός από το να κάνουν τον ίδιο βαρετό κύκλο, πάλι και πάλι».1 Το Ποιητικό Δαιμόνιο, που ο Blake το ταυτίζει με  τον «αληθινό Άνθρωπο», είναι η πηγή κάθε θρησκείας, τέχνης και φιλοσοφίας.

Αντίθετα με τον Dante (Inferno)  ή τον Milton (Paradise Lost), ο Blake αρνείται τον τιμωρητικό χαρακτήρα της Κόλασης, καθώς απορρίπτει τον μανιχαϊκή πίστη στις  ανταγωνιστικές αρχές του καλού και του κακού, και παρουσιάζει μια ενοποιημένη εικόνα της ζωής και του Κόσμου, καθώς η ύλη και η φυσική επιθυμία είναι κι αυτές μέρος της ίδιας θεϊκής κατάστασης, εξ’ ου και Οι Γάμοι…

Η διαλεκτική του Blake μας θυμίζει τη δημιουργική σύζευξη των αντιθέτων στη φιλοσοφική αλχημεία ή στη Γιουνγιανή ψυχολογία: «Δίχως τα Αντίθετα», γράφει», «δεν υπάρχει κίνηση… Έλξη και Άπωση, Λογική και Ενέργεια… είναι απαραίτητα για την ανθρώπινη ύπαρξη». Ή, όπως παρατηρεί ο David Daiches , δεν υπάρχει δρόμος που να μας οδηγεί στη σοφία ή  «πίσω, στην αθωότητα∙ υπάρχει μονάχα ένας δρόμος που μας οδηγεί… προς ένα ολοκληρωμένο όραμα, διαμέσου της εμπειρίας». Και ο δρόμος αυτός «περνά από τη θλίψη και την παραμόρφωση». 2

Οι παράδοξες και «διαβολικές» Παροιμίες, από τις οποίες εδώ παρουσιάζουμε ένα μικρό απάνθισμα,  έρχονται σε αντίθεση με τις συμβατικές αντιλήψεις της εποχής,  καθώς  προτείνουν τη απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της θρησκευτικής και πολιτικής καταπίεσης.

William Blake: From Europe : A  Prophecy

Ωστόσο, ο ριζοσπάστης Blake, ο σκληρός κοινωνικός κριτικός, ο θεωρούμενος ως «ένα είδος λογοτεχνικού προδρόμου του Μαρξισμού»,3 και μέγας αντίπαλος της οργανωμένης θρησκείας, γράφει στον William Hayley: «μεθύσκομαι, πληρούμαι δια του πνεύματος… Ευχαριστώ τον Θεό που τράβηξα το δρόμο μου χωρίς να μου λείψει το θάρρος» (23 Οκτ. 1804). Και στις 4 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς συμπληρώνει: «θα συνεχίσω το ταξίδι μου με τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού». Αλλά ο Θεός του  «αιρετικού»  Blake είναι ερωτευμένος με το εφήμερο και εκφράζεται  μέσω του ανθρώπου, του ποιητή, του δημιουργού, με τη βοήθεια του Ποιητικού Δαιμονίου: «γίνεται όπως είμαστε για να γίνουμε όπως είναι».

Έτσι, στο έργο αυτό ο William Blake δεν γράφει ένα «διαβολικό μανιφέστο» αλλά δοξάζει την ιερότητα της ζωής: «Ό,τι ζει είναι ιερό» γράφει στους  Γάμους.  Και αναρωτιέται, γράφοντας για έναν κόσμο όπου «Το Θηρίον και η Πόρνη κυβερνούν ασύδοτα»: «Τι εννοούν αυτοί οι Απατεώνες όταν μιλούν για Αρετή; Μήπως τον Πόλεμο και τη φρίκη του και τους Ηρωικούς του Παλιανθρώπους;»

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς



 William Blake : The Great Red Dragon

 

 

Ο Ι   Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ   Τ Η Σ   Κ Ο Λ Α Σ Η Σ

   (Ε Π Ι Λ Ο Γ Η)

 

Οδήγησε το κάρο και τ’ αλέτρι σου πάνω απ’ τα κόκαλα των νεκρών.

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.

Η φρονιμάδα είναι μια πλούσια κι ασκημομούρα γεροντοκόρη που την κορτάρει  η Ανικανότητα.

Όποιος επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

 

Henry Fuseli : Nightmares

 

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

Αν ο ανόητος επέμενε στην ανοησία του, θα γινόταν σοφός.

Η ανοησία είναι ο μανδύας της κατεργαριάς.

Η ντροπή είναι ο μανδύας της Υπεροψίας.

Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας.

 

William Blake : From Europe: A Prophecy

 

Η έπαρση του παγωνιού είναι η δόξα του Θεού.

Η λαγνεία του τράγου είναι η αφθονία του Θεού.

Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

 

Adolf Ulrik Wertmüller:

Danaë receiving Jupiter in a Shower of Gold


Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.

Η στέρνα περιέχει. Η πηγή ξεχειλίζει.

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’  τ’  άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

 


William Blake: Oberon,_Titania and Puck with Fairies Dancing

 

 Όταν βλέπεις έναν Αετό, βλέπεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ψηλά το κεφάλι!

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι το έργο αιώνων.

Το κεφάλι Θαυμαστό, η καρδιά Συγκίνηση, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

Όπως ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, έτσι είναι η περιφρόνηση γι’ αυτόν που την αξίζει.

 

 

W  i  l  l  I  a  m    B  l  a  k  e

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   Νοε. 2011

 

 

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

  1. Σπύρος Ηλιόπουλος, επιμέλεια, Μπλέηκ, Πλέθρον, β΄ έκδ., 1998, σελ. 7-14, 170. Όλες οι αναφορές σε κείμενα του Blake (εκτός από τις Παροιμίες), είναι σε αυτή την έκδοση.
  2. David Daiches,  A Critical History of English Literature, 2nd edn., London, Secker & Warburg, 1969, p. 866.
  3. Μ. Β. Ρα΄ί΄ζης, Αγγλόφωνη Φιλολογία: Συγκριτικές Μελέτες, Κέδρος, 1981, σελ. 19

 

 

William Blake: ‘Proverbs of Hell’


William Blake (3) : Από τα «Προφητικά Βιβλία» : Θελ ~ Ευρώπη ~ Μίλτων

 ΜΙΚΡΑ  ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

 

 



 

Η   Θ ε λ  είναι μια αγέννητη ψυχή που αρνείται να ζήσει στον υλικό κόσμο. Το δε γνωμικό της (« …αλυσίδα αργυρή … λύχνο χρυσό» από τον Εκκλησιαστή, κεφ. 12),  θεωρείται ως απόρριψη της αγγλικανικής εκκλησίας από τον Μπλέηκ.

Ε υ ρ ώ π η :   Ο Μπλέηκ  βλέπει τους ανθρώπους να υφίστανται ανείπωτα δεινά, και ταυτόχρονα μια ανίερη συμμαχία ανάμεσα στην οργανωμένη θρησκεία (που απορρίπτει την ενόραση) και την τυραννική εξουσία.

Μ ί λ τω ν :  Εδώ ο John Milton επιστρέφει από τον Ουρανό, ενώνεται  με τον Μπλέηκ  και, μεταξύ άλλων, κάνει ένα μυστικό ταξίδι για να διορθώσει τα πνευματικά του σφάλματα.


 

 

 

Α Π Ο   Τ Ο  Β Ι Β Λ Ι Ο  Τ Η Σ  Θ Ε Λ  (1780)


 

 Τ ο  Γ ν ω μ ι κ ό  τ ή ς  Θ ε λ

Ξέρει ο Αητός τί κρύβει η γη;

Ή θα ρωτήσει τον Τυφλοπόντικα;

Η Σοφία θα γίνει αλυσίδα αργυρή;

Η Αγάπη θα μπει σε λύχνο χρυσό;

[ Η  Θ ε λ ]

Α! Η Θελ είναι σαν τόξο δροσερό, σαν σύννεφο περαστικό,

Ανταύγεια, σκιά μες στον καθρέφτη του νερού,

Κάτι σαν όνειρο παιδιού και σαν χαμόγελο μωρού,

Φωνή περιστεριού, μέρα φευγάτη και μουσική αέρινη.

Α! Ήσυχα θα ξαπλωθώ και ήσυχα θ’ αναπαυτώ

Και ήσυχα θα κοιμηθώ τον ύπνο του θανάτου και ήσυχα θ’ ακούσω τη φωνή

Εκείνου που σεργιάνισε στον κήπο το βραδάκι.

 

 

 

Α Π Ο  Τ Ο  Β Ι Β Λ Ι Ο  

Ε Υ Ρ Ω Π Η:  Μ Ι Α  Π Ρ Ο Φ Η Τ Ε Ι Α  (1794)


 

 [ Τ ο  Τ ρ α γ ο ύ δ ι  τ ο υ  Ξ ω τ ι κ ο ύ ]

Πέντε παράθυρα φωτίζουνε τον Άνθρωπο μες στη σπηλιά του: από το πρώτο αναπνέει τον αέρα·

Από το δεύτερο ακούει τη μουσική των άστρων· από το τρίτο μια αιωνία άμπελος

Ανθίζει, ώστε αυτός να κόψει τα σταφύλια· από το τέταρτο αγναντεύει

Για να δει στιγμές του αιωνίου κόσμου που πάντα  διαστέλλεται·

Κι από το πέμπτο μπορεί να βγει όποτε το θελήσει· μα δεν το κάνει,

Γιατί η κλεμμένη του χαρά είναι  γλυκιά, και το ψωμί που τρώγεται κρυφά είναι νόστιμο.

 

 

 

Α Π Ο   Τ Ο  Β Ι Β Λ Ι Ο   Μ Ι Λ Τ Ω Ν  (1808)


 

 [ Ε ί π ε   δ ε  ο  Β ά ρ δ ο ς ]

…Είμ’ εμπνευσμένος! Ξέρω πως είν’ Αλήθεια! Γιατί όταν τραγουδώ

Εμπνέομαι απ’ το Ποιητικό Δαιμόνιο,

Απ’ την παντοτινή μεγάλη μας προστάτιδα, τη Θεία Φύση του Ανθρώπου,

Ότι αυτής εστί η Βασιλεία και η Δύναμις και η Δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

[ Ε ί π ε  δ ε   ο  Μ ί λ τ ω ν ]

Η Άρνηση είναι το Φάσμα, ο Λογισμός του Ανθρώπου:

Είναι το ψεύτικο Σαρκίον, Κρούστα που κρύβει το Αθάνατο

Πνεύμα μου, ο Εαυτός που πρέπει ν’ αποβάλω

Για να καθαρίσω το Πρόσωπο του Πνεύματός μου με την Αυτο-εξέταση,

Για να βαφτιστώ στην Κολυμπήθρα της Ζωής και ν’ αποχωριστώ το μη Ανθρώπινο·

Θ΄ απαρνηθώ τον Εαυτό, θ’ αποδεχθώ το μεγαλείο της Έμπνευσης

Για ν’ απορρίψω τη Λογική Εξήγηση με την πίστη στο Σωτήρα,

Για να πετάξω τα σάπια ράκη της Μνήμης με τη βοήθεια της Έμπνευσης,

Για να διώξω τον Βάκωνα, τον Νεύτωνα, τον Λοκ από το ένδυμα του Άλμπιον,

Για να βγάλω το βρωμερό του ρούχο και να τον ντύσω με την Έμπνευση.

Για να πετάξει η Ποίηση  ό,τι δεν είναι έμπνευση,

Και τούτο πια να μην τολμά να κοροϊδεύει τον Εμπνευσμένο

Και πια να μην τον λέει Τρελό κείνος ο ήμερος, εκείνος ο σπουδαίος

Που κάνει αόριστες Μουντζούρες

Κι όλο σκαρώνει Ρίμες κι Αρμονίες μηδαμινές,

Εκείνος που τρυπώνει στην Κυβέρνηση σαν κάμπια για να καταστρέψει·

Και για να διώξω τον ηλίθιο που όλο ρωτάει, ρωτάει

Και ποτέ δεν απαντάει, αυτόν που σιωπηλός και με πανούργο μορφασμό

Κάθεται και υπολογίζει πότε να κάνει την ερώτηση, σαν το ληστή μες στη σπηλιά,

Αυτόν που εκδίδει την αμφιβολία του και τη λέει γνώση κι η Επιστήμη του είν’   Απόγνωση…

 

Μετάφραση  Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

 

 

Blake: Newton



Π Η Γ Ε Σ

Οι μεταφράσεις είναι από την έκδοση Μπλέηκ, επιμ. Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β’ έκδ., 1998.

The Book of Thel

http://www.pathguy.com/thel.htm

Europe

http://special.lib.gla.ac.uk/exhibns/month/nov2007.html

Milton

http://imaginingwilliamblake.wordpress.com/

 

 

 

William Blake’s Divine Humanity

Σκηνές από θεατρικό έργο που ανέβηκε από το Theatre of Eternal Values το Νοέμβριο του 2007 στο Λονδίνο για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπλέηκ.


Willlam Blake (2)

 

 

Σ Τ Ι Χ Ο Ι   Κ Ι   Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α   (1793-1810)


 

Ζωγραφική: Willlam Blake  

 

 

 

Ά τ ι τ λ ο

Είδα ένα παρεκκλήσι ολόχρυσο
Όπου κανένας δεν τολμούσε νά ‘μπει
Κι απέξω ένα πλήθος που στέκονταν  θρηνώντας,
Θρηνώντας και πενθώντας και  λατρεύοντας.

Είδα ένα φίδι  ν’ ανεβαίνει ανάμεσα
Στης πύλης τους  λευκούς τους παραστάτες
Και πίεζε και πίεζε και πίεζε
Και τους χρυσούς ρεζέδες τους ξερίζωσε.

Και πάνω στο αρμονικό πλακόστρωτο,
Φτιαγμένο από πέρλες και λαμπερά ρουμπίνια,
Γλίστρησε μ’ όλο το γλοιώδες μήκος του
Ώς πάνω στο λευκό βωμό,

Ξερνώντας το φαρμάκι του
Πάνω στον άρτο και  τον οίνο.
Σε χοιροστάσιο τότε μπήκα κι εγώ
Όπου ξαπλώθηκα ανάμεσα στους χοίρους.

Ά τ ι τ λ ο

Ζήτησα από έναν κλέφτη ένα ροδάκινο να μου κλέψει:
Και στα ουράνια ύψωσε τη ματιά του.
Ζήτησα από μια γυναίκα ελαφρών ηθών να πλαγιάσει:
Κι εκείνη έκλαψε, γεμάτη ευσέβεια και υποταγή.
Μόλις έφυγα ήρθε ένας άγγελος:

Στον κλέφτη έκλεισε το μάτι
Και στη γυναίκα χαμογέλασε.
Χωρίς να πει μια λέξη
Πήρε απ’ το δέντρο ένα ροδάκινο
Και μισοαστεία, μισοσοβαρά
Γλέντησε τη γυναίκα.

Μετάφραση  Ε λ έ ν η  Β α ρ ί κ α

Α π α λ ό  Χ ι ό ν ι

Πλανήθηκα λοιπόν μια χιονισμένη μέρα:
Θέλεις να παίξουμε μαζί;  το απαλό ρώτησα χιόνι:
Έπαιξε κι έπειτα νεράκι η ομορφιά του έλιωσε·
Πολλά βαρύ το έγκλημά σου, είπε ο Χειμώνας.

Μετάφραση   Α ν δ ρ  έ α ς   Α γ γ ε λ ά κ η ς

Η  Π ρ ο φ η τ ε ί α  το υ Μ έ ρ λ ι ν

Ο τρύγος θ’ ανθίσει μέσα στα κρύα
Όταν δυο παρθενίες γίνουνε μία.
Βασιλιάς και Παπάς να δεθούν με τριχιά
Προτού δύο παρθένες γίνουνε μια.

Α ι ω ν ι ό τ η τ α

Αν λατρεύεις τη χαρά σου
Καταστρέφεις τα φτερά σου·
Αν τη φιλάς καθώς πετά
Κρατάς αιώνια τα φτερά.

Ά τ ι τ λ ο

Όταν αψήφησεν ο Κλόπστοκ την Αγγλία,
Ο Μπλέηκ εσηκώθη όλος αλαζονεία,
Γιατί ο γερο-Κανέμπαμπαςεκεί ψηλά
Έκλασε, Ρεύτηκε, Ρεύτηκε κι  Έβηξε ηχηρά
Κι είπε ένα λόγο που συντάραξε τη γη
Και τον Εγγλέζο Μπλέηκ ζήτησε να δει.
Τότες ο Μπλέηκ εις το Λάμπεθ  εσφιγγόταν,
Κάτω απ’ τις λεύκες ανακουφιζόταν,
Μα εσηκώθη ευθύς από το κάθισμά του,
Γύρισε εννιά φορές γύρω από τη θωριά του.
Τον είδε η Σελήνη κι εβάφτη κρεμεζιά
Και τ’ άστρα απ’ τη ντροπή τους γίναν άφαντα…2
Αυτά αν μπορεί να κάνει ο Μπλέηκ όταν σφίγγεται,
Τί δεν μπορεί να κάνει όταν συλλογιέται;

Ά τ ι τ λ ο

Στο σπίτι βρυχάται ο Τρόμος
Αλλά στη θύρα στέκει ο Οίκτος.

Τ ο  Χ α μ ό γ ε λ ο

Υπάρχει ένα Χαμόγελο του έρωτα
Κι υπάρχει Χαμογέλιο της Απάτης,
Κι υπάρχει των Χαμόγελων Χαμόγελο,
Όπου τα δύο τούτα συναντιούνται.

Κι υπάρχει Μορφασμός του Μίσους,
Κι υπάρχει μορφασμός της καταφρόνιας
Κι υπάρχει Μορφασμός των Μορφασμών
Που μάταια πασχίζεις να ξεχάσεις,

Γιατί καρφώνεται στο φυλλοκάρδι σου,
Και φτάνει ώς τα Μύχια της Ψυχής σου,
Αλλά Χαμόγελο κανένα, κανενός,
Παρά μονάχα ένα Χαμόγελο

Ανάμεσα στο Λίκνο και στον Τάφο,
Μονάχα μια φορά θα υπάρξει·
Μα σαν χαμογελάσεις έτσι μια φορά,
Θα λησμονήσεις κάθε Αθλιότητα.

Τ ο  Τ ρ α γ ο ύ δ ι   τ η ς  Π λ ύ σ τ ρ α ς

Τους  έπλυνα από μέσα, τους έπλυνα κι απόξω,
Και τώρα με ρωτάνε τι Ψυχή θα παραδώσω.

Ά τ ι τ λ ο

Γέρασα στην Αγάπη απ’ το Εφτά ώς το Εφτά φορές  Εφτά
Κι είπα στην Κόλαση να με λυτρώσει απ’ τα’ Ουρανού τα Αγαθά.

Μετάφραση  Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

. . . . . . . . . . . .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ( Άτιτλο: Όταν αψήφησεν ο Κλόπστοκ …)

  1. Κανέμπαμπας: Nobodaddy –σύντμηση των λέξεων nobody (κανένας) και daddy (μπαμπάς). Σκωπτική αναφορά στον ανθρωποκεντρισμό/ανθρωπομορφισμό της   εικόνας   του Θεού-Πατέρα.
  2. Μέχρι τους δύο τελευταίους στίχους παρεμβάλλονται άλλοι είκοσι που δεν μεταφράζονται εδώ. Τέσσερις από αυτούς (29-32) είναι δυσανάγνωστοι.

Π Η Γ Ε Σ

Μπλέηκ, επιλογή-επιμέλεια Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β΄έκδοση, 1998.

Ποιήματα του  William Blake, μετάφραση Ανδρέα  Αγγελάκη,  Αθήνα, 1969.

Battaille Georges, Η λογοτεχνία και το κακό, μετάφραση Ελένη Βαρίκα,  Πλέθρον, 1979.


Ο   W I l l I a m   B l a k e,  τ ο   Ό  ρ α μ α   κ α ι    η   Φ α ν τ α σ ί α


Willlam Blake (1)

Με δυο λόγια του  A l f r e d   K a z i n,  που συμπυκνώνουν τη μοναδικότητα και τη μοναχικότητα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, εικονογράφου, μυστικιστή Γουίλλιαμ Μπλέηκ  (Willlam Blake 1757-1827)  και με μια  επιλογή από  δείγματα του έργου του (εδώ από τα Τραγούδια της Πείρας, 1794), ανοίγουμε το κεφάλαιο αυτού του μεγάλου «προφήτη» και «παράφρονα» της  αγγλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Δεσμευόμαστε για πολύ ενδιαφέρουσα συνέχεια.

(Συστήνουμε  θερμά  στους  φίλους  του  ιστολογίου  να  αξιοποιήσουν  τα   δ ύ ο   β ί ν τ ε ο   με  τις  υποδειγματικές  αναγνώσεις  ποιημάτων  του Μπλέηκ.  Ακόμα  και  αν  τα  αγγλικά  τους  είναι  πολύ  φτωχά,  και  μόνον  ο  ή χ ο ς   των  ποιημάτων  αυτών  είναι  σημαντικός  στη  διαμόρφωση  αντίληψης  για  το  έργο  του.  Το  δε  τ ρ ί τ ο  β ί ν τ ε ο,  για  τον  εικαστικό   Μπλέηκ,  είναι,  πιστεύουμε,  εκ των ων ουκ άνευ.)  – Σ. Η.

«[Ο Blake]  ήταν ένας μυστικιστής που αντέστρεψε το σχήμα του μυστικισμού: η αναζήτησή του είχε ως αντικείμενο τον άνθρωπο. Ήταν ένας χριστιανός που μισούσε τις εκκλησίες. Ήταν επαναστάτης, αν κι ένιωθε απέχθεια για τον υλισμό που χαρακτήριζε τους  ριζοσπάστες … Ήταν εναντίον της κοινωνίας γενικά: εναντίον των φυλακών της, των εκκλησιών της, της ηθικής της, εναντίον του χρήματος και των απόψεων του συρμού.»  –  A l f r e d   K a z i n



Εικονογραφημένο ποίημα του Blake:

«Το Άρρωστο Ρόδο»

 


Ο  Σ β ώ λ ο ς  κ α ι  τ ο  Χ α λ ί κ ι

«Η Αγάπη δε ζητάει γι’ αυτή πολλά
Και για τον εαυτό της  δε φροντίζει,
Για τον άλλο θυσιάζει τη χαρά,
Ουρανό στης Κόλασης τη Λαύρα χτίζει»,

Τραγούδησε ο Χωματένιος Σβώλος,
Που τον πατούσαν των βοδιών τα πόδια,
Αλλά κάποιο χαλίκι στο ρυάκι
Κελάηδησε τα παρακάτω λόγια:

Η Αγάπη δένει τον άλλο στη χαρά της,
Μόνο τον Εαυτό της να ευχαριστήσει,
Απόλαυση  ζητάει για την αφεντιά της,
Κόλαση σε πείσμα τα’ Ουρανού να χτίσει».

Τ ο   Ά ρ ρ ω σ τ ο    Ρ ό δ ο

Ω, Ρόδο, είσαι άρρωστο!
Το αόρατο σκουλήκι
Στη νύχτα μέσα που πετά
Και μες στην άγρια θύελλα

Την κλίνη σου έχει βρει
Της βυσσινιάς χαράς
Κι η κρυφή σκοτεινή του αγάπη
Τη ζωή σου ρουφά.

Η   Μ ύ γ α

Μύγα μικρή,
Το αστόχαστό μου χέρι
Χάλασε το παιχνίδι σου
Αυτό το καλοκαίρι.

Αλλά κι εγώ δεν είμαι
Μύγα σαν κι εσένα;
Κι εσύ δεν είσαι
Άνθρωπος σαν κι εμένα;

Γιατί χορεύω,
Πίνω, τραγουδώ,
Μέχρι να λιώσει τα φτερά μου
Κάποιο χέρι τυφλό.

Αν δύναμη κι ανάσα
Είν’ η ζωή, και στοχασμός,
Κι  η έλλειψη
Της σκέψης θάνατος,

Ευτυχισμένη μύγα
Είμαι κι εγώ,
Είτε πεθαίνω
Είτε ζω.

Μετάφραση   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι  ό π ο υ λ ο ς

Η   Τ ί γ ρ η

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με μαεστρία;

Σε τί βάθη ή ύψη πέρα
μάτια αστράψαν στον αέρα;
Τί φτερά αποζητάει
τί  χέρι φλόγες αρπάει;

Και τί ώμος και τί τέχνη
της καρδιάς τα νεύρα ζεύει;
Και, σαν η καρδιά η καρδιά δουλεύει,
τί  άκρο σου δεινό σαλεύει;

Τί σφυρί, τί αλυσίδα;
Ποιο τ’ αμόνι;  Τί τσιμπίδα
–Ποιο του νου σου το καμίνι—
τολμά  και  δεσμά σου δίνει;

Τ’ άστρα σαν τη Γη ακοντίσαν
και τους ουρανούς ποτίσαν,
χάρηκε Αυτός που επλάστης;
Σ’ έκανε του Αρνιού ο Πλάστης;

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με μαεστρία;

Λ ο ν δ ί ν ο

Σε δρόμους βρώμας τριγυρίζω
σιμά στου Τάμεση το κύμα,
και σ’ όποιον βλέπω, ξεχωρίζω
κακίας ή συμφοράς το στίγμα.

Σε κάθε ανθρώπινη κραυγή,
σε κάθε βρέφους κλάμα  τρόμου,
σ’ όποια φωνή, ή προσταγή,
γροικώ  δεσμά  του νου του ατόμου.

Αχ  πώς του τσιμινιέρη ο βόγκος
στοιχειώνει κάθε σκοτεινή εκκλησιά!
Πώς τ’ άτυχου στρατιώτη ο ρόγχος
ματώνει παλατιού απλωσιά!

Κι ακούω στης νυχτιάς τις στράτες
της πόρνης να ξεσπά η μπόρα,
που αγριεύει απ’ του μωρού τις κλάψες,
δεινά γαμήλια – η νεκροφόρα.

Μετάφραση   Μ.  Β.  Ρ α ‘ί’ ζ η ς

Τ ο   Κ ρ ί ν ο

Το σεμνό Τριαντάφυλλο έν’ αγκάθι βγάζει,
Το σκυφτό το Πρόβατο κέρας που τρομάζει·
Αλλά το Κρίνο πάλλευκο στην Αγάπη ευδαιμονεί,
Την ομορφιά του δεν σπιλώνει αγκάθι κι απειλή.

Η   Λ ύ π η   τ ο υ   Μ ω ρ ο ύ

Βόγκηξε η μάνα κι έκλαψε ο πατέρας·
Βγήκα στο φως το φοβερό της μέρας.
Γυμνό κι αδύναμο τσιρίζω δυνατά
Σαν δαίμονας που κρύβεται στα σύννεφα·

Στα χέρια του πατέρα ταλανίστηκα
Και μέσα στη φασκιά μου απελπίστηκα·
Δεμένο, κουρασμένο απ’ όλ’  αυτά,
Στραβοκοιτώ της μάνας τα βυζιά.

Τ  ο   Φ α ρ μ α κ ω μ έ ν ο    Μ ή λ ο

Με κάποιο φίλο θύμωσα,
Τον έβρισα κι ησύχασα.
Θύμωσα με τον εχθρό μου,
Κλείστηκα στον εαυτό μου.

Στο φόβο θέριεψ’ η οργή,
Στο δάκρυ βράδυ και πρωί·
Στο χαμόγελο ποτίστηκε,
Μες στην απάτη λιάστηκε.

Μεγάλωσε με τον καιρό
Κι έβγαλε μήλο λαμπερό·
Κρυφοκοίταξ’ ο εχθρός  μου
Κι είδε πως ήταν δικό μου

Και κρυφά μπήκε στον κήπο
Και μου τα’ άρπαξε στον ύπνο.
Ξημερώνει’ τι να δω!
Τον εχθρό μου ξαπλωτό.

Μετάφραση   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι  ό π ο υ λ ο ς

. . . . . . . . . . . .

Οι μεταφράσεις (εκτός της  αδημοσίευτης του ποιήματος «Το Άρρωστο Ρόδο») προέρχονται από την έκδοση Μπλέηκ, επιλογή – επιμέλεια Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β’ έκδοση, 1998, σελ. 92-102, εδώ με μικρές αλλαγές.

 

Α  ν  α  γ  ν  ώ  σ  ε  ι  ς:

«Το Άρρωστο Ρόδο» και άλλα ποιήματα του  William Blake

 

«Η Τίγρη»

Ο   Ε ι κ α σ τ ι κ ό ς   B l a k e