Just another WordPress.com site

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ezra Pound : Ένα μικρό καπνοπουλειό

.

.

The Lake Isle

.

O GOD, O Venus, O Mercury, patron of thieves,

Give me in due time, I beseech you, a little tobacco-shop,

With the little bright boxes

          piled up neatly upon the shelves

And the loose fragrant cavendish

          and the shag,

And the bright Virginia

          loose under the bright glass cases,

And a pair of scales not too greasy,

And the whores dropping in for a word or two in passing,

For a flip word, and to tidy their hair a bit.

.

O God, O Venus, O Mercury, patron of thieves,

Lend me a little tobacco-shop,

          or install me in any profession

Save this damn’d profession of writing,

          where one needs one’s brains all the time.

.

— E z r a   P o u n d  (1885-1972)

http://theotherpages.org/poems/pound01.html

.

.

Το νησί στη λίμνη

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλειό, σαν το θελήστε,

Με τα μικρά στιλπνά κουτιά

στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια

Και τον ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο

και το τουμπεκί,

Και το ξανθό Βερτζίνια,

 χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,

Και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,

Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,

Να πούνε το λογάκι τους, και να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα.

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλειό,

 ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα

Εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,

που όλη την ώρα σου ζητά νά ‘χεις μυαλό

1916

— Μετάφραση :  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 51.

.

.

.

Το νησί στη λίμνη

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δώστε μου, σας παρακαλώ πολύ, εν ώρα ανάγκης, ένα μικρό καπνοπωλείο,

Με τα γυαλιστερά κουτάκια
στιβαγμένα τακτικά στα ράφια

Και τον ανάριο, μυρωδάτο καπνό
και το σέρτικο

Και τον ξανθό Βιρτζίνια
σκόρπιο κάτω από τις γυαλιστερές, γυάλινες βιτρίνες,

Και μια όχι και τόσο λιγδιασμένη ζυγαριά

Και τα τσουλάκια να μπουκέρνουν για καναδυό κουβέντες του
ποδαριού,

Να πούνε την παρόλα τους και να σιάξουν λίγο τα μαλλιά τους.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο
ή στρώστε με σε κάποιο, τέλος πάντων, επάγγελμα

Μακριά από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
που πρέπει να’ χεις πάντα τα μυαλά σου τετρακόσια.

.

— Μετάφραση : Τ ά σ ο ς   Κ ό ρ φ η ς

Πηγή για τη μετάφραση του Κόρφη:

http://poihshkaipoihtes.blogspot.com/2010/02/blog-post_6398.html

.


Έδγαρ Άλλαν Πόε : Κάποια ολότρεμη ευφροσύνη

.

.

The Lake

In spring of youth it was my lot
To haunt of the wide world a spot
The which I could not love the less–
So lovely was the loneliness
Of a wild lake, with black rock bound,
And the tall pines that towered around.

But when the Night had thrown her pall
Upon that spot, as upon all,
And the mystic wind went by
Murmuring in melody–
Then–ah then I would awake
To the terror of the lone lake.

Yet that terror was not fright,
But a tremulous delight–
A feeling not the jewelled mine
Could teach or bribe me to define–
Nor Love–although the Love were thine.

Death was in that poisonous wave,
And in its gulf a fitting grave
For him who thence could solace bring
To his lone imagining–
Whose solitary soul could make
An Eden of that dim lake.

1827

—-E d g a r   A l l a n   P o e  (1809-1849)

.

Ζωγραφική : Boleslas Biegas 

.

.

Η Λίμνη

Ήταν γραφτό, στης νιότης μου το θέρος,
Να προτιμώ απ’ όλη τη γη ένα μέρος
Που τ’  αγαπούσα όλα και πιο βαθιά —
Τόσο ήτανε πλανεύτρα η μοναξιά
Μιας άγριας λίμνης, μ’ ολόμαυρα βράχια
Και πεύκα ολόρθα εκεί στα καταρράχια.

Μα ως είχε ο πέπλος της Νυχτιάς σκεπάσει
Τον τόπο αυτό, μ’ όλη την άλλη πλάση,
Και μελωδίες μουρμουρίζοντας πέρα
Διάβαινε η μυστική πνοή του αγέρα —
Τότε αχ, τότε μ έπιανε λαχτάρα
Για της έρμης λίμνης την τρομάρα.

Μα η τρομάρα αυτή φόβο δεν κλείνει,
Μόνο κάποια ολότρεμη ευφροσύνη —
Ένα αίσθημα, που μήτε της αβύσσου
Τα πλούτη δεν το φτάνουν, συλλογίσου,
Μήτε η Αγάπη — ακόμα κ’ η δική σου.

Θάνατος στο φαρμακερό της κύμα,
Και στο βυθό της ταιριασμένο μνήμα
Για κείνον που παρηγοριά στη μαύρη
Τη φαντασία του εκεί μπορούσε να ‘βρει —
Που θα ‘κανε η ψυχή του η έρμη κι άδεια
Παράδεισο της λίμνης τα σκοτάδια.

—-Μετάφραση : Ν ί κ ο ς  Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

Έδγαρ Πόε, Τα Ποιήματα, Μετάφραση και ξυλογραφίες Νίκου Σημηριώτη, Αθήναι, Εκδόσεις Α. Καραβία, 1965, σελ. 73-74.

.

.

Ξυλογραφία του Ν. Σημηριώτη (¨Η Λίμνη» από Τα Ποιήματα)

.

.

Ο Ν. Σημηριώτης γράφει στα Σχόλιά του (σελ. 132):

« “Το ποίημα αυτό εκφράζει μιαν ιδέα αυτοκτονίας μέσα στην πένθιμη λίμνη, που για πρώτη φορά την περιγράφει εδώ ο Πόε, και που συχνά αργότερα την αναφέρει στα έργα του,  σάμπως νά ‘χει ερωτευθεί τα σκοτεινά δηλητηριασμένα νερά της”.» ( Marie Bonaparte).
Ο Charles Kent λέει πως αν και τα Βραχώδη Βουνά της Σαρλόττεσβιλ είχαν δώσει στον Πόε τα μοντέλα των ορεινών και δασωμένων τοπίων του, ωστόσο δεν ξέρουμε κανένα πρότυπο για τις λίμνες του. Ο συμβολισμός όμως του Πόε, ενοποιώντας τις σκόρπιες εντυπώσεις του, ήταν αρκετός για να δημιουργήσει την άγρια τούτη λίμνη με τα υπνωμένα νερά της…»

.

.

Ζωγραφική : Ernst Fuchs

Ζωγραφική : Arnold Bocklin

.

.

Άλεξ Παπαδιαμάντης :

«The Lake»

για κουαρτέτο εγχόρδων και φωνές

.

.


Έδγαρ Άλλαν Πόε : Οι μέρες μου ήταν όνειρο μονάχα

.

.

A Dream Within A Dream

Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?

.

E d g a r   A l l a n   P o e  (1809-1849)

.

Εικονογράφηση : Harry Clarke (Λεπτομέρεια)

.

.

Όνειρο ενός ονείρου

Έλα, το μέτωπό σου να φιλήσω !
Και τώρα, που από σένα θα χωρίσω,
Θα ‘θελα κάτι να σου ομολογήσω —
Δεν έχεις άδικο που λες πως τάχα
Οι μέρες μου ήταν όνειρο μονάχα∙
Μα κι αν φτερούγισε η ελπίδα πέρα,
Σε μια νύχτα ή σε μια μέρα,
Σε μια οπτασία, ή σε καμιά,
είναι γι’ αυτό λιγότερο  μ α κ ρ υ ά  ;
Ό σ α   κι αν μοιάζουμε ή θωρούμε τάχα
Τ’ όνειρο ενός ονείρου είναι μονάχα.

Στέκομαι αντίκρυ στην ανεμοζάλη
Που δέρνει αφρολουσμένο ένα ακρογιάλι,
Και μες το χέρι το κλειστό
Λίγη άμμο, ολόχρυση κρατώ —
Τι λίγη ! κι όμως πώς γλιστρά μου
Μες στο βυθό, απ’ τα δάχτυλά μου.
Σαν τα δάκρυά μου — τα δάκρυά μου !
Ω, Θεέ μου, ας ήταν να μπορούσα
σφιχτότερα να την κρατούσα!
Ω, Θεέ μου ! ούτ’   έ ν α  μόριο μόνο
Απ’ τ’ άσπλαχνο το κύμα δεν γλυτώνω ;
Να ‘ναι  ό σ α  μοιάζουμε ή θωρούμε, τάχα
Ενός ονείρου τ’ όνειρο μονάχα ;

.

Εικονογράφηση : Edmund Dulac

.


Μετάφραση: Ν ί κ ος   Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

(Έδγαρ Πόε, Τα ποιήματα, Μετάφραση Νίκου Σημηριώτη, Αθήνα, Εκδόσεις Α. Καραβία, 1965, σελ. 77-78.)

.

Ονειρο  σ’ ένα όνειρο

Δέξου αυτό το φιλί στο μέτωπό σου.
Τώρα που ξεχωρίζουμε θα σου τ’ ομολογήσω:
Δεν είχες άδικο να λες πως όλη μου η ζωή
εστάθηκ’ ένα όνειρο.
Κι αν η ελπίδα επέταξε
μια νύχτα, είτε μια μέρα,
είτε σε μια οπτασία, ή μέσα στο άπειρο,
είναι γι’ αυτό λιγότερο φευγάτη;
Ο,τι θωρούμε ή φαινόμαστε, δεν είναι
παρά ένα όνειρο μέσα σε κάποιον όνειρο.

Στέκω μπροστά στη βουή του ακρογιαλιού
που το χτυπάει το κύμα,
και κλείνω μεσ’ την φούχτα μου
δέκα σπειριά μαλαματένιαν άμμο
δέκα σπειριά, όμως κι εκείνα ακόμα
πως γλυστράνε μεσ’ απ’ τα δάχτυλά μου
και χάνονται στην άβυσσο,
ενώ παίρνει με το κλάμα, ποταμός το κλάμα.
Θεέ μου! Δεν μπορώ, λοιπόν, να τα κρατήσω
λιγάκι πιο σφιχτά;
Δεν μπορώ, θεέ μου να σώσω ούτ’ ένα
από το κύμα τ’ αδυσώπητο;
Οτι θωρούμε ή φαινόμαστε, δεν είναι λοιπόν,
ένα όνειρο μέσα σε κάποιον όνειρο;

Μετάφραση : Ν ί κ ο ς   Π ρ ο ε σ τ ό π ο υ λ ο ς

(Τη μετάφραση αυτή, που δεν τη γνωρίζαμε, μας την πρότεινε η καλή φίλη μας Silena.)

.

.


Η εκπληκτική περίπτωση του Στήβεν Κρέην

O μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και ποιητής  Στήβεν Κρέην (Stephen Crane, 1871 – 1900) έζησε μια πολύ σύντομη, μποέμικη  και περιπετειώδη ζωή και  υπήρξε  μια μυθική μορφή της αμερικανικής λογοτεχνίας.

 Στα 16 του είχε ήδη γράψει αρκετά  άρθρα, και στα 17 του ήταν δημοσιογράφος, ενώ πειραματιζόταν με την πεζογραφία και την ποίηση. Το 1893 δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της εργατικής τάξης Η Μάγκυ των δρόμων (Maggie: A Girl of the Streets), που θεωρείται ως το πρώτο νατουραλιστικό έργο στην αμερικανική λογοτεχνία. Δυο χρόνια αργότερα ακολούθησε το παγκόσμια   γνωστό του μυθιστόρημα για τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο,  Το κόκκινο σήμα (The Red Badge of Courage), χωρίς ο Κρέην να έχει την παραμικρή προσωπική εμπειρία από μάχες. Την ίδια χρονιά άρχισε τα ταξίδια, που τον οδήγησαν στο Μεξικό, στην Καραϊβική,  σε πολλά μέρη της  Ευρώπης  και στην Ελλάδα, συχνά με τη δημοσιογραφική ιδιότητα.

Το 1896 ξέσπασε  ένα σκάνδαλο λόγω της παρουσίας του ως μάρτυρα σε μια υπόθεση  για μια κοπέλα που κατηγορήθηκε  για πορνεία:  «Αυτό που ξέρω είναι ότι ενόσω ήταν μαζί μου η συμπεριφορά της ήταν  έντιμη  και ότι η κατηγορία του αστυνομικού είναι ψευδής». Την ίδια χρονιά ανέλαβε την κάλυψη του ισπανοαμερικού πολέμου, ως ανταποκριτής. Πηγαίνοντας προς την Κούβα, το καράβι που τον μετέφερε ναυάγησε, με αποτέλεσμα να περάσει αρκετές μέρες σε μια βάρκα, μια σκληρή εμπειρία που την αποτύπωσε στο διήγημα «Το βαρκάκι» («The Open Boat», 1898). Λίγο αργότερα δημιούργησε σοβαρή σχέση με την «μαντάμ» ενός οίκου ανοχής, την Cora (Cora Ethel Eaton Howarth ή Taylor). Με την Cora έζησε στην Αγγλία, όπου γνώρισε, μεταξύ άλλων, τον Ιωσήφ Κόνραντ (Joseph Conrad).

 Τυραννισμένος από  μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και φυματίωση, ο Κρέην πέθανε σ’ ένα σανατόριο, στην ηλικία των 28.  Ήταν ήδη πολύ γνωστός αλλά γρήγορα ξεχάστηκε, για να «ανακαλυφθεί» 20 χρόνια αργότερα.

Τα κύρια θέματά του,  η πνευματική κρίση και η κοινωνική απομόνωση, το καινοτόμο πνεύμα, καθώς και  το ιδιότυπο ύφος του,  άσκησαν μεγάλη επιρροή σε πεζογράφους και ποιητές του 20ου  αιώνα., όπως ο Χέμινγουεη (Ernest Hemingway) , οι μοντερνιστές και οι εικονιστές.

Τα διηγήματά του εκδόθηκαν στους τόμους The Little Regiment (1896), The Open Boat and Other Tales of Adventure (1898), Wounds in the Rain: War Stories (1900),  Whilomville Stories (1900) κ. α. 

Οι  ποιητικές συλλογές του είναι:  Black Riders and Other Lines (1895 ) και War is Kind (1899).  Στην παρούσα ανάρτηση δίνουμε ένα πολύ μικρό δείγμα της πρωτότυπου ποιητικού του έργου.  

Σ. Η.


Κόρα και Στήβεν

 

Από τη συλλογή

Μαύροι Καβαλάρηδες

ΙΙΙ

Στην έρημο
Είδα ένα πλάσμα, γυμνό, κτηνώδες,
Καθόταν καταγής,
Κράταγε στα χέρια του την καρδιά του
Και την έτρωγε.
Είπα, «Είναι καλή, φίλε;»
«Είναι πικρή — πικρή», μου απάντησε∙
«Αλλά μ’ αρέσει
Γιατί είναι πικρή
Και γιατί ‘ναι η καρδιά μου».

XVIII

Στον ουρανό
Κάτι φύλλα χλόης
Στέκονταν μπροστά στο Θεό.
«Τι πράξατε;»
Τότε όλα εκτός από  ένα φυλλαράκι
Άρχισαν πρόθυμα  να διηγούνται
Τα καλά έργα τους.
Το φυλλαράκι έστεκε λίγο πιο πίσω
Ντροπιασμένο.
Τότε ο Θεός είπε,
«Κι εσύ τι έκανες;»
Το φυλλαράκι απάντησε, «Ω Κύριε
Η μνήμη μου είναι πικρή΄
Γιατί αν έκανα και κανένα καλό
Δεν το θυμάμαι».
Τότε ο Θεός, με  όλη Του τη μεγαλοπρέπεια
Σηκώθηκε απ’ το θρόνο Του.
«Ω καλό, μικρό φύλλο χλόης!» είπε.

XXIV

Είδα κάποιον να κυνηγάει τον ορίζοντα∙
Μπροστά ο ορίζοντας, πίσω αυτός, γύρω -γύρω πήγαιναν.
Παραξενεύτηκα∙
Τον πλησίασα.
«Είναι μάταιο αυτό», είπα,
«Ποτέ δε θα μπορέσεις—»
«Λες ψέματα», φώναξε
Και συνέχισε να τρέχει.

XXXI

Πολλοί εργάτες
Χτίζανε ένα τεράστιο σφαιρικό οικοδόμημα
Στην κορυφή ενός βουνού.
Ύστερα κατέβηκαν κάτω στην κοιλάδα
Και γύρισαν να δουν το έργο τους.
«Είναι μεγαλόπρεπο», είπαν∙
Τους άρεσε πολύ.
Άξαφνα, κουνήθηκε:
Κύλησε καταπάνω τους∙
Τους έπνιξε στο αίμα.
Μερικοί όμως πρόλαβαν να σκούξουν.

XXXV

Κάποιος είδε μια σφαίρα
Στον ουρανό∙
Σκαρφάλωσε ψηλά ψηλά,
Την πήρε—
Ήταν πηλός.
Και λοιπόν εδώ είναι το παράξενο:
Όταν ο άντρας γύρισε στη γη
Την ξανακοίταξε
Και να, ήταν χρυσός!
Εδώ είναι το παράξενο:
Ήταν μια χρυσή σφαίρα.
Ναι μα το Θεό, μια χρυσή σφαίρα.

XXXVI

Συνάντησα έναν προφήτη.
Στα χέρια του κρατούσε το βιβλίο της σοφίας.
«Κύριε», του είπα.
«Αφήστε με να διαβάσω».
«Παιδί μου—» πήγε να μιλήσει.
«Κύριε», του είπα,
«Μη με περνάτε για παιδί
Γιατί ξέρω κιόλας πολλά
Απ’ αυτό το βιβλίο.
Ναι, πολλά».
Χαμογέλασε.
Ύστερα άνοιξε το βιβλίο
Και το κράτησε μπροστά μου.—
Παράξενο που τυφλώθηκα στη στιγμή.

LXVII

Ο Θεός κείτονταν νεκρός στον ουρανό
Οι άγγελοι τραγούδησαν τον ύμνο μέχρι τέλους∙
Πορφυρά βογγητά στον άνεμο,
Τα φτερά τους έσταξαν,
Αίμα
Έπεσε  στη γη.
Βογκώντας, αυτό μαύρισε και
βούλιαξε στα σωθικά της.
Κι από τις μακρινές σπηλιές
Της νεκρής αμαρτίας
Βγήκανε τέρατα
Πελιδνά  και λυσσαλέα.
Πάλεψαν άγρια
Για να καταβροχθίσουν  τον κόσμο.
Αλλά απ’ όλα τα θλιβερά, ένα το θλιβερότερο—
Τα χέρια μιας γυναίκας
Που  προσπάθησαν να προφυλάξουν
Το κεφάλι ενός κοιμισμένου άντρα
Από τα δόντια του τελευταίου τέρατος.

 

 

Από τη συλλογή

Ο Πόλεμος Είν’ Ευγενικός

 ΧΙΙΙ

Ο στρατολάτης
Βλέποντας το μονοπάτι για την αλήθεια
Έμεινε κατάπληκτος.
Ήταν γεμάτος αγριόχορτα.
«Χα!» έκανε,
«Φαίνεται πως κανείς δεν έχει περάσει από ‘δω
Πολύν καιρό τώρα».
Ύστερα κατάλαβε πως κάθε αγριόχορτο
Ήταν κι ένα κοφτερό μαχαίρι.
«Καλά», μουρμούρισε,
«Το δίχως άλλο
Υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι».

ΧΧΙ

 Κάποιος είπε στο σύμπαν:
«Σύμπαν, υπάρχω!»
«Όμως», απάντησε το σύμπαν,
«Αυτό δεν μου δημιουργεί
Κανένα αίσθημα  υποχρέωσης».

S  t  e  p  h  e  n   C  r  a  n  e

 

 

 

 

 

 

 

 

.     .     .     .     .      .      .     

Μ ε τ α φ ρ ά σ ε ι ς  έργων τού Στήβεν Κρέην στα ελληνικά: Το κόκκινο σήμα, μετάφραση: Γιάννης Σπανδωνής, Αθήνα, Καλέντης, 1988 – Η Μάγκυ των δρόμων, μετάφραση: Βίκυ Μπόμπολα, Αθήνα,  Γράμματα, 1990 – Το βαρκάκι, Αθήνα, Gutenberg, σειρά «Εφηβική λογοτεχνία», 1990. Οι ποιητικές συλλογές του παραμένουν, εξ’ όσων γνωρίζω, αμετάφραστες.

 

Π Η Γ Ε Σ


– -Crane, Stephen . The Complete Poems of Stephen Crane. Ed. Joseph Katz. Ithaca: CU P,  1972.

–Hausdorff, Don, ed. Literature in America: A Century of Expansion. NY: The Free Press /Collier – Macmillan, 1971.

–<http://en.wikipedia.org/wiki/Stephen_Crane>


 

 

.     .     .     .     .     .      . 

   

 

CORA  TAYLOR   CRANE

 

Source of images: Florida Photographic Collection
 Florida State Archives 

 

 

Just who was the unidentified lady sitting on the chair in this old Jacksonville photo?  Was she Cora Taylor Crane, the town’s most colorful brothel madam?  Cora is best known today for having been the consort or common-law wife of literary giant Stephen Crane.  A picture of her from 1899 is provided in the upper right-hand corner.  Do you notice a strong resemblance between the two women? 

[…] One of the most offbeat love affairs in First Coast history involved Cora & Stephen Crane.  The author, who penned «The Open Boat» and The Red Badge of Courage, took Cora as his partner during the 1890s.  She proved a fascinating character […]

<http://www.jaxhistory.com/Jacksonville%20Story/Picture%20of%20the%20Court,%20Unidentified%20Cora%20Portrait.htm>

 



e. e. cummings – αινίγματα – χάριν παιδιάς

 

 

 

ΕΝΑ  ΠΟΙHΜΑ  ΤΟΥ  E. E.  C UM M I N G S,   ΔΥΟ   ΜΙΜΗΣΕΙΣ   ΚΙ   ΕΝΑ   ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

 

 

[E. E. Cummings (1894 – 1962) ή e.e. cummings (σύμφωνα με την τυπογραφική μορφή των ποιημάτων του). Αμερικανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος. Μίμηση: Πρακτική σεβαστή από τους Ελισαβετιανούς αλλά και από τους μεταγενέστερους, όπως ο Robert Lowell, ο Ezra Pound και ο W. B. Yeats : ο ποιητής μεταφράζει πολύ ελεύθερα το πρωτότυπο, το αναδιαρθρώνει ή παίρνει ιδέες από αυτό. Ο Theodore Roethke  επισημαίνει ότι ο Robert Herrick συνήθιζε να ξαναγράφει  τον  Ben Jonson,  που κι αυτός  αντλούσε πολύ  υλικό από τους κλασικούς. Στην κινέζικη ποίηση η ενασχόληση με  το ίδιο θέμα (διατηρώντας την ίδια μορφή) εθεωρείτο δείγμα σεβασμού τού νέου ποιητή στο έργο του παλαιού. (Σ.Η.)]

 

m a g g i e   a n d   m i l l y   a n d   m o l l y   a n d   m a y

maggie and milly and molly and may
went down to the beach (to play one day)

and maggie discovered a shell that sang
so sweetly she couldn’t remember her troubles,and

milly befriended a stranded star
whose rays five languid fingers were;

and molly was chased by a horrible thing
which raced sideways while blowing bubbles: and

may came home with a smooth round stone
as small as a world and as large as alone.

For whatever we lose(like a you or a me)
it’s always ourselves we find in the sea

 

e  e   c u m m i n g s

 

 

 …………………

 

 

 

α π ό   τ ο ν   e e cummings

μ ί μ η σ η   1

η βάσω κι η βούλα κι η βάγια κι η βέρα
στη θάλασσα πήγαν (να παίξουν μια μέρα)

κι η βάσω εβρήκε ωραίο κογχύλι
που γλυκά τραγουδούσε, γελούσε το χείλι

κι η βούλα ερωτεύτηκε ένα έρημο αστέρι
με δάχτυλα πέντε σαν άβουλο χέρι

κι η βάγια συνάντησε πράγμα φριχτό
που λοξά την κοιτούσε κι έβγαζε αφρό

κι η βέρα ήρθε σπίτι με στιλπνό βοτσαλάκι
στρογγυλό σαν τον κόσμο, μονάχο παιδάκι.

Γιατί ό,τι χαθεί (πες εγώ, πες εσύ)
εκεί  θα βρεθεί στο νερό στο νησί

 

 

αινίγματα χάριν παιδιάς

μ ί μ η σ η   2

η βάσω κι η βούλα κι η βάγια κι η βέρα
στη θάλασσα πήγαν (να παίξουν μια μέρα)

και δίψασε η βάσω, με κάψα στα χείλη
μια στάλα ζητούσε για ολάκερο μίλι

και πείνασε η βούλα, καημένο παιδάκι
δεν είχε να φάει ούτε ένα ψαράκι

τη βάγια την τρόμαξε πλάσμα φριχτό:
στραβά την κοιτούσε κι έβγαζε αφρό

μα η βέρα είδε ξάφνου τον νεκρό της πατέρα
χαρούμενος ήταν, κολυμπούσε πιο πέρα

και τελειώνει το ποίημα (με τρόπο ηλίθιο)
χωρίς δίδαγμα και χωρίς επιμύθιο

 

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

.

………………………

  


Emily Dickinson

Ενενήντα ένα  ποιήματα  της  Έμιλυ Ντίκινσον με τίτλο  Το ανεξάντλητα Σημαίνον  (εκδόσεις Ιδεόγραμμα 2006),  επιλέχθηκαν και μεταφράστηκαν από την  Έλλη Συναδινού,  η οποία ασχολήθηκε  επί  δέκα συναπτά έτη  με το έργο  της  Ντίκινσον, σεβόμενη όσο το δυνατόν το ύφος  και την ιδιόρρυθμη στίξη της ποιήτριας.

Πιστοί στην  αρχή  μας να δημοσιεύουμε  κυρίως  ποιήτριες και  ποιητές που βρίσκονται ή βρέθηκαν  «εκτός των τειχών», επιλέξαμε λίγα ποιήματα από το βιβλίο αυτό και παραθέτουμε αποσπάσματα από τον πρόλογο  της μεταφράστριας, για να πληροφορηθούμε για άλλη μια φορά, πόσο ψηλά υψώνονται τα τείχη της κατεστημένης κοινωνίας/ποίησης  σε ποιητές ή ποιήτριες τέτοιου διαμετρήματος όπως η Έμιλυ Ντίκινσον!  Ίσως αυτό να συμβαίνει κατά κύριο λόγο  επειδή απλώς  δεν είναι κατανοητοί.  Ίσως.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΟΥ

 

 

 

 

 


[…] Η Emily Dickinson γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ της Μασσαχουσέττης. Ήταν 32 ετών όταν έστειλε στον Higginson  (εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού ) τέσσερα ποιήματα και αμέσως μετά ακόμα τρία, για πρώτη φορά αποτεινόμενη σε πρόσωπο αρμόδιο των γραμμάτων, για μια γνώμη. Από τα γράμματά της στη δική του απάντηση, που δεν σώζεται, εικάζεται πως της έγραψε ότι τα ποιήματά της υστερούσαν στην φόρμα, ότι ο ρυθμός της εχώλαινε, ότι το μέτρο της ήταν σπασμωδικό […]


Μόνο έξι από τα ποιήματα που έστειλε στον Higginson δημοσιεύτηκαν, αλλά τόσο «διορθωμένα» και «αλλαγμένα» που η Dickinson έκτοτε, εκτός από ποιήματα που συμπεριελάμβανε σε γράμματά της προς φίλους, ποτέ πια δεν έστειλε κάτι  για δημοσίευση, έχοντας παραιτηθεί από την ιδέα να γίνει εν ζωή γνωστή, αφήνοντας την τύχη του έργου της στο μέλλον ή στο ποτέ […]


Έτσι η έκπληξη ήταν μεγάλη όταν η αδελφή της Λαβίνια βρήκε στο γραφείο της  Έμιλυ, μετά τον θάνατό της (1886), το πλήθος των ποιημάτων που ήταν ριγμένα εκεί, γραμμένα πάνω σε κάθε λογής χαρτιά (φύλλα ημερολογίου, λογαριασμούς από ψώνια, αποδείξεις, συνταγές…), κάποια σε μισοτελειωμένη μορφή, άλλα σε παραλλαγές, μεμονωμένους στίχους, καθώς επίσης και ένα μικρό κουτί, που μόνο αυτό περιείχε 900 ποιήματα, καθαρογραμμένα σε χαρτί αλληλογραφίας και χωρισμένα σε «Τομίδια» ραμμένα χωριστά το καθένα από την ίδια με σπάγκο, φτάνοντας όλα μαζί, μετά την καταμέτρησή τους στον εκπληκτικό αριθμό των 1775 […]

Από το 1890 μέχρι το 1945, ολοκληρώνεται η δημοσίευση του έργου της Emily  Dickinson, αλλά και πάλι με απαράδεκτες  επεμβάσεις όπως αλλαγές στο μέτρο, αντικαταστάσεις λέξεων […] και πάνω απ’ όλα με αλλαγές στην στίξη σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες. Δεν αντιλήφθηκαν πως μέρος της προσωπικότητας και του ψυχισμού της ήταν ακριβώς αυτή η αιωρούμενη αύρα που αναδυόταν με την χρήση της παύλας, που σχεδόν αποκλειστικά εκείνη χρησιμοποιούσε, που δεν μπορεί να αποδοθεί με κόμματα, τελείες και άνω τελείες χωρίς να ισοπεδώνεται η θαυμαστή ανάσα των ποιημάτων της […]


Στη ζωή της ταξίδεψε ελάχιστες φορές για μικρά διαστήματα στη Βοστώνη για  ιατρικές εξετάσεις  και μια φορά στην Ουάσινγκτον […]


Η Emily Dickinson έφυγε απ ‘τη ζωή σε ηλικία 56 ετών. Παράκλησή της ήταν ν’ αφήσει το σπίτι της από την πίσω πόρτα κι όχι από την κυρία είσοδο, απ’ την πόρτα που ίσως έβγαινε με τον σκύλο της τον Κάρλο σε μακρινούς περιπάτους στους γύρω λόφους.



                              {288}

Είμαι ο Κανένας! Εσύ είσαι ποιός;
Είσαικι εσύ—Κανένας;
Τότε μαζί ζευγάρι να κάνουμε!
Και μη μιλάς! μήπως μας εξορίσουν—ξέρεις!

Τί βαρετό—να ‘ σαι—ο Κάποιος!
Πόσο δημόσιο—ένα βατραχάκι ας πούμε κάπως—
Που τ’ όνομά του—έναν Ιούνη ατέλειωτο—κοάζει—
Σ’ έναν Λασπότοπο που το θαυμάζει!

                              {352}

Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα—
Από ουρανούς όχι πιο λίγα—παίρνω—
Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα
Πυκνώνουνε σαν Μούρα, οι Γαίες—

Το Καλάθι μου έχει μέσα—μόνο—το Άπειρο—
Που ελεύθερα—στο μπράτσο μου—αιωρείται,
Αλλά μικρότερα δεμάτια—Συνωθούνται.

                              {1246}

Η Πεταλούδα σίγουρα
Σε Σκόνη τιμημένη θα ξαπλώσει
Αλλά κανείς να πειθαρχήσει τόσο δεν θ’ αναγκασθεί
Όσο η Μύγα όταν διαβεί την Κατακόμβη—

                              {1050}

Όπως βλέφαρο πρόθυμο σε κουρασμένο μάτι
Το Σούρουπο πάνω στη Μέρα γέρνει
Ώσπου απ’ ολόκληρο της φύσης μας το Σπίτι
Μόνο ο Εξώστης μένει

                               {31}

Καλοκαίρι για σένα, εγώ να είμαι
Όταν οι μέρες του Καλοκαιριού περάσουν!
Και μουσική σου ακόμα, όταν η Οριόλη
Και το  Νυχτοχελίδονο—σωπάσουν!

Για ν’ ανθοφορώ για σε, τον τάφο θα τον δρασκελίσω
Και τους ανθούς μου πάνω σου θε να σκορπίσω!
Παρακαλώ σε δρέψε με—
                           Ανεμώνη—
Λουλούδι σου—για πάντα κι  απ’ το πάντα πιο!