Just another WordPress.com site

ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Δουατζής : Για την Ποίηση



Π Ο Ι Η Τ Ε Σ   Κ Α Ι   Ι Δ Ι Ω Τ Ι Κ Η   Ε Σ Ω Σ Τ Ρ Ε Φ Ε Ι Α

Η Ποίηση δεν είναι μια απλή καταγραφή όσων συναισθηματικά και μόνον συμβαίνουν “εντός” του ποιητή. Η Ποίηση δεν έχει σκοπό την περίτεχνη χρησιμοποίηση λέξεων που χαρίζουν αισθητική απόλαυση χωρίς περιεχόμενο.  Η Ποίηση δεν απέχει από τα τεκταινόμενα στην κοινωνία και τον κόσμο. Η Ποίηση αφουγκράζεται τις αγωνίες του διπλανού και προσφέρει βάλσαμο στην ψυχή του τα τραγούδια της.  Η Ποίηση δεν μπορεί να συνεχίσει να κλείνεται στην ασφυκτική “ιδιωτική εσωστρέφεια*” των τελευταίων δεκαετιών.

Η Ποίηση δεν υπάρχει, παρά ταυτισμένη με την αποδοχή της μοναχικότητας του δημιουργού, τη διεισδυτική σκέψη, τα πετάγματα του νου, την ανακάλυψη νέων αληθειών, τη συμπόρευση με τη φιλοσοφία. Η μοναχικότητα όμως δεν μπορεί να συνιστά στοιχείο, δικαιολογία, ουσιαστικής απομόνωσης. Η Ποίηση από τη φύση της σκύβει με αγάπη στον άνθρωπο, στον αδύναμο, στον διεκδικούντα και αντιστρατεύεται κάθε μορφή εξουσίας.

Ο ποιητής  προσλαμβάνει, αναλύει, καταγράφει όσα γίνονται γύρω του και συχνά διαβλέπει τα επερχόμενα. Ο ποιητής αγαπάει με ανιδιοτέλεια τους ανθρώπους. Έχει πλήρη επίγνωση της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Τραγικότητας, όχι για την τελευταία πράξη ζωής, το θάνατο, αλλά για την ποιότητα της ίδιας της ζωής. Μιας ζωής, η οποία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αξίες και ιδανικά και με πάγια αιτούμενα την ελευθερία, το δικαίωμα στην εργασία, την υγεία, την Παιδεία, τη γνώση και σε ό,τι αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η σαφής αντιεξουσιαστική τάση, η υπεράσπιση των κάθε λογής αδυνάτων, η ανιδιοτέλεια, η αγάπη στον άνθρωπο, η στήριξη κάθε προσπάθειας για καλύτερη ζωή, ήταν πάντοτε και είναι συστατικά πολιτικής στάσης και στοιχεία που χαρακτηρίζουν κάθε γνήσιο δημιουργό, πόσο περισσότερο τους ποιητές.

Νομίζω ότι πρέπει έστω και τόσο αργά, τώρα, να δούμε την καταστροφική έως σήμερα εσωστρέφεια – αδιαφορία για τον διπλανό μας, που χαρακτήρισε τα τελευταία τριάντα χρόνια την ποιητική παραγωγή, να κάνουμε την αυτοκριτική μας ως μονάδες του κοινωνικού συνόλου, μακριά από επάρσεις και μικρόψυχες αλαζονείες και επιτέλους να στρέψουμε το ποιητικό μας έργο στον άνθρωπο και όχι στον …μέγα εαυτό μας.

Ευτυχώς για τον τόπο και για την Ποίηση, υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις στον κανόνα της “ιδιωτικής εσωστρέφειας”, η οποία οδήγησε στο τραγικό σημείο που έφτασε σήμερα η χώρα μας. Μπορούν και οφείλουν οι ποιητές μας να ξεφύγουν από την προσήλωση στο προσωπικό, ώστε να στραφούν δημιουργικά στο συλλογικό, διότι αυτή η στροφή αποτελεί  μονόδρομο για κάθε γνήσιο δημιουργό και κυρίως την απαιτούν οι καιροί, ώστε να γίνουν παραγωγικές οι ευαισθησίες μας κι εμείς ακόμα πιο χρήσιμοι.


Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα :

ΔΥΤΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

http://dytikosanemos.blogspot.com/2011/09/blog-post_12.html

. . . . . . . .

– Τη θρησκεία μου ονόμασαν Ποίηση.
Εκεί δεν έχει θεούς. Μόνο πίστη

– Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη. Πόσες
σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου…

– Κάθε πρωί τον φυλάκιζαν. Εκείνος έφτιαχνε
σκάλες πανύψηλες με στίχους. Ως τον ουρανό
πανύψηλες. Και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν
ανάμεσα τους, να μοιράζει φωτοστέφανα
στους αδύναμους

– Κι η Ποίηση, το μεγαλύτερο, το πιο βαθύ, το μέγα
έως θανάτου πάθος

– Πήρε τα χαρτιά μου ο άνεμος και πάγωσα έτσι
γυμνός

– Εύθραυστα μολύβια μεταγγίζουν το βάρος της
καρδιάς σε λευκά χαρτιά

– Δεν άφησα παρά χάρτινους απογόνους

– Η Ποίηση χωράει σε ένα κορμί απόψε

– Γράφεις; Όχι. Διαβάζω ένα Ποίημα στα μάτια της

 

Γ ι ώ ρ γ ο ς   Δ ο υ α τ ζ ή ς


Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

http://www.douatzis.gr/

. . . . . . . .

Ο Γιώργος Δουατζής γεννήθηκε Δεκέμβριο του 1948 στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και κοινωνιολογία  στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση το 1971, στην «Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς» των εκδόσεων Άγκυρα. Δεύτερη, η παράσταση χοροδράματος βασισμένη στο ποίημα του «Αντικρουόμενα σύμβολα και πορεία στο φως»  τον Μάϊο 1973,  σε μουσική Γιώργου Τσαγκάρη και χορογραφία Έλλης Παρασκευά. Ενδεικτική Εργογραφία : Γραφτά – 1976, Ποίηση,  Τα Μικρά – 1996, Ποίηση – Κάκτος, Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997, Ανθολόγηση – Κέδρος, Προς Δέκα Επιστολή – 2001, Ποίηση – Μιλήτος,   Σπονδές – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Τα κόκκινα παπούτσια – 2004, Ποίηση – Εξάντας,  Το Κουμπί – 2004, Θεατρικό – Εξάντας, Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη – 2008, Μυθιστόρημα – Λιβάνης,  Φωτοποιήματα – 2010, Ποίηση, Φωτογραφία – Καπόν,  Πατρίδα των καιρών – 2010, Ποίηση – Καπόν.

 

 

 

Ο Γιώργος Δουατζής διαβάζει  Δουατζή

«Ποιητική βραδιά της Τετάρτης» στην μπουάτ της Πλάκας «Ζουμ» την Τετάρτη 21 Απριλίου 2010 (1/2)

Πατρίδα των καιρών

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010, «Τεχνόπολις» Δήμου Αθηναίων

Advertisements

William Blake : Οι Παροιμίες της Κόλασης

 


William Blake: From The Marriage of Heaven and Hell

 

Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (The Marriage of Heaven and Hell, 1793), έργο το οποίο περιλαμβάνει τις περίφημες Παροιμίες της Κόλασης (Proverbs of Hell), είναι ένα από τα πιο προκλητικά κείμενα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, μυστικιστή, οραματιστή και ριζοσπάστη William Blake (1757-1827).

Ο Blake,  που  ισχυριζόταν ότι συνομιλούσε με αγγέλους και προφήτες, είναι ένας από τους κυριότερους εκφραστές του Ρομαντικού πνεύματος. Περιφρονεί τον «κοινό νου» και το «καθαρό μυαλό» του Νεοκλασικισμού, ενώ αποθεώνει τη  Φ α ν τ α σ ί α, «το Αιώνιο Σώμα του Ανθρώπου», την υπέρτατη αρχή  του  Π ο ι η τ ι κ ο ύ  Δ α ι μ ο ν ί ο υ: «εάν δε υπήρχε το Ποιητικό ή το Προφητικό στοιχείο», δηλαδή το Ποιητικό Δαιμόνιο, γράφει, «το Φιλοσοφικό και το Πειραματικό θα ήταν ο κοινός παρονομαστής όλων των πραγμάτων, και τούτα θα ήταν ανίκανα για κάθε τι, εχτός από το να κάνουν τον ίδιο βαρετό κύκλο, πάλι και πάλι».1 Το Ποιητικό Δαιμόνιο, που ο Blake το ταυτίζει με  τον «αληθινό Άνθρωπο», είναι η πηγή κάθε θρησκείας, τέχνης και φιλοσοφίας.

Αντίθετα με τον Dante (Inferno)  ή τον Milton (Paradise Lost), ο Blake αρνείται τον τιμωρητικό χαρακτήρα της Κόλασης, καθώς απορρίπτει τον μανιχαϊκή πίστη στις  ανταγωνιστικές αρχές του καλού και του κακού, και παρουσιάζει μια ενοποιημένη εικόνα της ζωής και του Κόσμου, καθώς η ύλη και η φυσική επιθυμία είναι κι αυτές μέρος της ίδιας θεϊκής κατάστασης, εξ’ ου και Οι Γάμοι…

Η διαλεκτική του Blake μας θυμίζει τη δημιουργική σύζευξη των αντιθέτων στη φιλοσοφική αλχημεία ή στη Γιουνγιανή ψυχολογία: «Δίχως τα Αντίθετα», γράφει», «δεν υπάρχει κίνηση… Έλξη και Άπωση, Λογική και Ενέργεια… είναι απαραίτητα για την ανθρώπινη ύπαρξη». Ή, όπως παρατηρεί ο David Daiches , δεν υπάρχει δρόμος που να μας οδηγεί στη σοφία ή  «πίσω, στην αθωότητα∙ υπάρχει μονάχα ένας δρόμος που μας οδηγεί… προς ένα ολοκληρωμένο όραμα, διαμέσου της εμπειρίας». Και ο δρόμος αυτός «περνά από τη θλίψη και την παραμόρφωση». 2

Οι παράδοξες και «διαβολικές» Παροιμίες, από τις οποίες εδώ παρουσιάζουμε ένα μικρό απάνθισμα,  έρχονται σε αντίθεση με τις συμβατικές αντιλήψεις της εποχής,  καθώς  προτείνουν τη απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της θρησκευτικής και πολιτικής καταπίεσης.

William Blake: From Europe : A  Prophecy

Ωστόσο, ο ριζοσπάστης Blake, ο σκληρός κοινωνικός κριτικός, ο θεωρούμενος ως «ένα είδος λογοτεχνικού προδρόμου του Μαρξισμού»,3 και μέγας αντίπαλος της οργανωμένης θρησκείας, γράφει στον William Hayley: «μεθύσκομαι, πληρούμαι δια του πνεύματος… Ευχαριστώ τον Θεό που τράβηξα το δρόμο μου χωρίς να μου λείψει το θάρρος» (23 Οκτ. 1804). Και στις 4 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς συμπληρώνει: «θα συνεχίσω το ταξίδι μου με τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού». Αλλά ο Θεός του  «αιρετικού»  Blake είναι ερωτευμένος με το εφήμερο και εκφράζεται  μέσω του ανθρώπου, του ποιητή, του δημιουργού, με τη βοήθεια του Ποιητικού Δαιμονίου: «γίνεται όπως είμαστε για να γίνουμε όπως είναι».

Έτσι, στο έργο αυτό ο William Blake δεν γράφει ένα «διαβολικό μανιφέστο» αλλά δοξάζει την ιερότητα της ζωής: «Ό,τι ζει είναι ιερό» γράφει στους  Γάμους.  Και αναρωτιέται, γράφοντας για έναν κόσμο όπου «Το Θηρίον και η Πόρνη κυβερνούν ασύδοτα»: «Τι εννοούν αυτοί οι Απατεώνες όταν μιλούν για Αρετή; Μήπως τον Πόλεμο και τη φρίκη του και τους Ηρωικούς του Παλιανθρώπους;»

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς



 William Blake : The Great Red Dragon

 

 

Ο Ι   Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ   Τ Η Σ   Κ Ο Λ Α Σ Η Σ

   (Ε Π Ι Λ Ο Γ Η)

 

Οδήγησε το κάρο και τ’ αλέτρι σου πάνω απ’ τα κόκαλα των νεκρών.

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.

Η φρονιμάδα είναι μια πλούσια κι ασκημομούρα γεροντοκόρη που την κορτάρει  η Ανικανότητα.

Όποιος επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

 

Henry Fuseli : Nightmares

 

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

Αν ο ανόητος επέμενε στην ανοησία του, θα γινόταν σοφός.

Η ανοησία είναι ο μανδύας της κατεργαριάς.

Η ντροπή είναι ο μανδύας της Υπεροψίας.

Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας.

 

William Blake : From Europe: A Prophecy

 

Η έπαρση του παγωνιού είναι η δόξα του Θεού.

Η λαγνεία του τράγου είναι η αφθονία του Θεού.

Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

 

Adolf Ulrik Wertmüller:

Danaë receiving Jupiter in a Shower of Gold


Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.

Η στέρνα περιέχει. Η πηγή ξεχειλίζει.

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’  τ’  άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

 


William Blake: Oberon,_Titania and Puck with Fairies Dancing

 

 Όταν βλέπεις έναν Αετό, βλέπεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ψηλά το κεφάλι!

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι το έργο αιώνων.

Το κεφάλι Θαυμαστό, η καρδιά Συγκίνηση, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

Όπως ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, έτσι είναι η περιφρόνηση γι’ αυτόν που την αξίζει.

 

 

W  i  l  l  I  a  m    B  l  a  k  e

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   Νοε. 2011

 

 

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

  1. Σπύρος Ηλιόπουλος, επιμέλεια, Μπλέηκ, Πλέθρον, β΄ έκδ., 1998, σελ. 7-14, 170. Όλες οι αναφορές σε κείμενα του Blake (εκτός από τις Παροιμίες), είναι σε αυτή την έκδοση.
  2. David Daiches,  A Critical History of English Literature, 2nd edn., London, Secker & Warburg, 1969, p. 866.
  3. Μ. Β. Ρα΄ί΄ζης, Αγγλόφωνη Φιλολογία: Συγκριτικές Μελέτες, Κέδρος, 1981, σελ. 19

 

 

William Blake: ‘Proverbs of Hell’


οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο

 

 

 

 

 

 

 

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς   γ ι α   τ ο  έ ρ γ ο  τ η ς   Χ α τ ζ η λ α ζ ά ρ ο υ  

 κ α ι  τ ρ ί α   π ο ι ή μ α τ ά   τ η ς

 

 

1

Η δεύτερη ανάρτηση ποιημάτων της Μ. Χατζηλαζάρου στο πτερόεν δεν είναι προϊόν εύκολου ενθουσιασμού. Στεκόμαστε με σεβασμό μπροστά σε ένα ποιητικό έργο που, για να εκφρασθούμε μετριοπαθώς, σαφώς αξίζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όσο έχει προσελκύσει. Σκοπεύουμε λοιπόν να διερευνήσουμε το έργο της  Μ. Χ. με τη βοήθεια ανθρώπων που του έχουν  αφιερώσει τον «καθιστικό τους μόχθο», και να επανέλθουμε σ’ αυτό με  αφιερώματα και  δοκίμια.

2

Ο  William Blake θα της αφιέρωνε κάποιους επιγραμματικούς του στίχους, όπως:

Στη σύζυγο θ’ αποζητούσα
Αυτό που βρίσκεις πάντα στις πουτάνες –
Τα δείγματα του Κορεσμένου πόθου,

  ή

Η Εγκράτεια σπέρνει άμμο
Στα ροδαλά τα μέλη, στα πύρινα μαλλιά,
Αλλ’ ο Κορεσμένος Πόθος
Καρπούς φυτεύει της ζωής, της ομορφιάς

(Στίχοι κι Αποσπάσματα, 1793-1810, μτφρ. Ελ. Βαρίκα, Σπ. Ηλιόπουλος)

Ο  D. H. Lawrence θα εκτιμούσε τον πληθωρικό, εκρηκτικό ποιητικό  λόγο μιας γυναίκας που δεν αυτο-ακρωτηριάστηκε για να χωρέσει στο καλούπι του «κόσμου»·  μιας ποιήτριας που ήξερε να χορεύει εκστατικά, επιθυμώντας να παρασύρει  πολιτείες ολάκερες στο «ανοιξιάτικό [της] διάβα», που ήξερε ότι είναι κομμάτι του ήλιου και κομμάτι της γης, και ότι το αίμα της είναι μέρος της θάλασσας (Αποκάλυψη,Apocalypse,1930) — το ακριβώς αντίθετο της ερωτικά και ψυχικά στερημένης Αγγλίδας, της Juliet, στην αρχή της νουβέλλας του Ήλιος (Sun,1928), πριν αυτή παραδώσει το γυμνό της σώμα στον θεραπευτικό ήλιο της Μεσογείου.

Και ο W. B. Yeats θα έβρισκε στην Μάτση Χατζηλαζάρου μια αυθεντική έκφραση του πνεύματος της αθυρόστομης «τρελο-Τζένης» του (Η Κυκλική Σκάλα, The Winding Stair and other poems, 1933) και των τελευταίων ποιημάτων του (Last Poems, 1938-1939): μια γυναίκα που διεκδικεί άφοβα ολόκληρο τον εαυτό της, και μια ποιήτρια που απεχθάνεται την υποκριτική «κοσμιότητα». Θα έβρισκε  σ’ αυτήν μια ηφαιστειακή ενέργεια για σαρκικό έρωτα αλλά και  ένα πάθος για πληρότητα, για ενότητα σώματος και ψυχής, Ανθρώπου και Κόσμου. Όπως λέει μια persona των ποιημάτων του:

Πρέπει να μάθει η ψυχή μου ν’ αγαπά
με μιαν αγάπη που στον κόρφο της ταιριάζει
κι όλα τα μέλη όπου το αίμα μου χτυπά
να ‘ν’ σάρκα ανθρώπινη, ψυχή που αναστενάζει.
Αν η ψυχή ξέρει να κοιτά
Και το κορμί ν’ αγγίζει είν’ καμωμένο
Πιότερο ποιό  είν’ ευλογημένο;

(«Της κυράς τραγούδι δεύτερο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

[…] αν τα μηριά μου ηδονικά θα ‘χει το χέρι του μαλάξει
Οι ουρανοί κι η φύση όλη βαθιά θα ‘χει στενάξει.

(«Της  κυράς τραγούδι τρίτο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

Όπως και στα τραγούδια της «τρελο-Τζένης» και  της «Κυράς», στον Yeats, το  τραγούδι στην Χατζηλαζάρου είναι για κάτι ευρύτερο από τον  έρωτα (το οποίο όμως ποτέ δεν τον ακυρώνει), κάτι εξόχως οικουμενικό. Στο Άτιτλο «Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι…», που παρουσιάζουμε πιο κάτω,  το τραγούδι αυτό

Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

Και στο Άτιτλο «Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα», ο χορός είναι

[…] τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου.

Σε ένα σημαντικό δοκίμιο  για  την ποίηση της Χατζηλαζάρου («Το πένθος ως μέσον αυτοπραγμάτωσης»), η Λαμπρίνα Μαραγκού θέτει το ζήτημα στη σωστή βάση:

«Συνηθίζεται να χρησιμοποιείται ο όρος “γυναικεία ποίηση” από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, χωρίς αυτό να διευκρινίζεται πλήρως. Πρόκειται για την ποίηση που δημιουργείται από γυναίκες ή που απευθύνεται μόνο σε γυναίκες; Δεν νομίζω να αξίζει απάντηση αυτό το ερώτημα καθώς από μόνο του καθίσταται άκυρο». (Ηλεκτρονικό περιοδικό critique <http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=125>).

Και συνεχίζει, συνοψίζοντας, κατά τη γνώμη μας, την ουσία του έργου της Χατζηλαζάρου:

«Την χαρακτηρίζουν μερικοί σαν γυναικεία ποιήτρια, προσδίδοντας της έτσι ένα εξιτήριο από την οικουμενική ποίηση, μια περιθωριοποιημένη ταυτότητα που στόχο της έχει να εξυπηρετεί τις ανάγκες των γυναικών. Άτοπος χαρακτηρισμός που ενέχει μια υποβάθμιση, και που σαφώς δεν αντιπροσωπεύει την Μ. Χ.  Κουβαλώντας ένα ενδιαφέρον παρελθόν με δυο αποτυχημένους γάμους, παντρεύεται τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ερωτεύεται τον Ανδρέα Καμπά, συζεί στο Παρίσι με τον ανιψιό  του Νταλί και με τον Καστοριάδη, διαμορφώνει την προσωπική της άποψη για τη ζωή μέσα από το φάσμα των χρωμάτων του έρωτα […] Κι αν αγάπη σημαίνει άγγιγμα, επαφή, τότε ο ορισμός που εμπεριέχεται σ’ όλα τα ποιήματά της […] βοηθά τον εραστή της ποίησης να συμμεριστεί  […] την ταύτιση του απόλυτου με το θείο όπου αυτομάτως γεννιέται η έλλειψη, η απουσία, η νοσταλγία, συναισθήματα που υπάρχουν γιατί έχει προηγηθεί η πληρότητα, η παρουσία, ο φωτεινός έρωτας […] Η  ερωτική προσμονή δηλώνεται στο έργο της μέσα από μια μεταφυσική ιδιοτυπία […]  Στόχος το ονειρικό, το άπιαστο που η ποιήτρια αναγνωρίζει  πως ακόμα κι αν διαφανεί δεν είναι η τελείωση…»

Πιστεύουμε ότι αν έπρεπε οπωσδήποτε να δοθεί κάποιος χαρακτηρισμός στην Μάτση Χατζηλαζάρου, αυτός θα ήταν «ερωτική ποιήτρια» με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Όπως σημειώνει η Λ. Μαραγκού, ο έρωτας στην ποίηση της Μ. Χ. είναι «ο έρωτας και το πάθος του καθένα, που λειτουργεί όμως οικουμενικά». Η ερωτική ποίηση της Μ. Χ. είναι τόσο οικουμενική, όσο ενδεχομένως δεν είναι η ερωτική ποίηση άλλων, γνωστών και μεγάλων.

3

Το ποίημα της Χατζηλαζάρου «Αραπιά», που παρουσιάζουμε πιο κάτω, ίσως προκαλέσει ερωτήματα. Ο τίτλος είναι αυτός του τραγουδιού του Τσιτσάνη «Αραπιά»  ή «Η μάγισσα της Αραπιάς».  (Αν και, καθώς  ανακαλεί το τραγούδι στη μνήμη της και ακούει τον απόηχο, η ποιήτρια παραποιεί ελαφρώς τους πρώτους στίχους  του, «Θα πάω εκεί στην Αραπιά / που μ’ έχουνε μιλήσει / για…» Η αθέλητη παραποίηση φαίνεται να είναι η πιθανότερη εκδοχή, αφού δεν αλλάζει μόνο το «θα» με το «θέλω να», που θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία.)  Εντύπωση προκαλεί το ότι, την ίδια εποχή, και κάποιος άλλος,  που παρέμεινε για πολύ  στη σκιά κι αυτός, είχε ενσωματώσει την «Αραπιά» στο έργο του.

Τα παρακάτω  αποσπάσματα από την σελίδα  Ιδωτική Οδός του Παναγιώτη Ανδριόπουλου («Το ρεμπέτικο  του  Σκαλκώτα», 9 Ιουνίου 2008 <http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html>), δίνουν ίσως μιαν  εξήγηση του λόγου/ των λόγων: 

«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε  μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται –λες– μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού “Θα πάω εκεί στην αραπιά”».

Ο φίλος «προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της “διάθεσης φυγής” — καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών». Μάταια όμως. «Του λόγου μου […] του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια […]».

Αυτά έλεγε  ο Μάνος Χατζιδάκις, στην πολύ γνωστή του  διάλεξη για το ρεμπέτικο  τον  Ιανουάριο του 1949.  Και τα έλεγε «Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (20-9-1949)… Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για 2 βιολιά, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο “Θα πάω εκεί στην Αραπιά”  του Βασίλη Τσιτσάνη».  Είναι φανερό ότι ο Χατζιδάκις αγνοούσε  «το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα», ένα αριστούργημα του εικοστού αιώνα, «είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε». Αναμφίβολα  δεν το γνώριζε και ο  ιδιαίτερα συντηρητικός μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος στην Καθημερινή (8-2-1949) «μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου “με την αιώνια, μεγάλη τέχνη”».

Και στην περίπτωση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, ο καθένας  μπορεί να κάνει τους δικούς του χρήσιμους  συνειρμούς  περί  σοβαροφάνειας,  «μεγάλης τέχνης» και «χυδαιότητας».

 

Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

 

 

 

Α  Ρ  Α  Π  Ι  Α

Ωχ! τη μάνα μου την καψερή, τη μάνα μου παρηγοριά
και βάλσαμο της νύχτας.
Απόψε δε χωράνε οι λύπες μου, ούτε μες στ’ απαλότερο φιλί.
«Θέλω να πάω στην Αραπιά
που μ’ έχουνε συστήσει
σε μια μεγάλη μάγισσα
τα μάγια να μου λύσει.»
Θέλω ν’ ακούσω πάλι τα βλέφαρά μου να γέρνουνε μπρος σ’ ένα όραμα ξανθό.
Θέλω να χορέψω, φούσκωμα και φύσημα τρυφερής κουρτίνας,
μην απελευθερωθεί από το παράθυρο.
Θέλω ν’ ανοίξω ένα πρωί με το φως, σαν το νούφαρο.
Είναι οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο.
Ναι, άπλωσα στον ήλιο ένα άγριο κυκλάμινο στην άκρη της ρεματιάς,
μια χειραψία φίλων συνοδοιπόρων και συναγωνιστών,
λίγα κρόσσια που πέφτουνε στο μέτωπο ενός Κρητικού,
τα γόνατα μιας κοπέλας όταν βγαίνει στη θάλασσα
τη βραχνή φωνή του έρωτα,
ένα αυλάκι αίμα μιας μάχης για τον ήλιο,
κι ένα ασημένιο κουτάλι λαμπερό,
στην άκρη των χειλιών του βρέθηκε ένα χθεσινό μου δάκρυ.

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι, τα δάκρυα στέρεψαν, τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε, σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή, ούτε δέντρου φυλλωσιά ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου, είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί, γιατί χάσαμε στη ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού.
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε) μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη, στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια, από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχεοειδές.
Ο αέρας θα παίρνει τις μυρουδιές μου και θα τις κρύβει
μες στις σκιές που ‘χουν τα βότσαλα.
Παλικάρια! Σιμώστε, καβαλήστε μας, είμαστε τ’ άσπρα σας άτια,
είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες.
Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές, και τους γιαλούς,
και τα στεγνά στοιβαγμένα φύκια, και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου.
Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.
Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

 

 Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

 Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία — τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
— μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι — ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός — και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ  (1914-1987)
[Αραπιά] «Δύο Διαφορετικά Ποιήματα», περ.  Τετράδιο Πρώτο (Αθήνα, Απρίλης 1945)  και  Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος 1944

[Translatum/ Ποίηση της Θεσσαλονίκης /Μάτση Χατζηλαζάρου. Βλ. Συνδέσμους στο πτερόεν  που αναφέρονται στην Χατζηλαζάρου]