Just another WordPress.com site

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (ΝΑΝΟΣ)

Νάνος Βαλαωρίτης : Παραγραφές / Prescripciones

 

 


 

Giorgio de Chiricho: Mobili in una Vale


 

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΣ  ΕΝΑ,  ΔΥΟ,  ΤΡΙΑ

 

Η διάλυση είναι μεγάλη φθείρονται
Οι κουρτίνες παλιώνουν φεγγίζουν
Αρχίζουν να φαίνονται οι κλωστές
Και τα πόδια αυτών που περνάνε απ’ έξω

Τα λόγια θρυμματίζονται, οι εκφράσεις
Χάνουν την συνοχή τους τη φρεσκάδα τους
Κουράζονται ξεθωριάζουν τα γράμματα
Τσαλακώνεται το νόημά τους

Οι κλειδώσεις μου χαλαρώνουν
Πέφτουν στριφογυρίζοντας
Σαν χτυπημένα πουλιά
Μ’ έναν παράξενο γδούπο

Οι προτάσεις ξεφτίζουν όλα αλλάζουν
Οι λέξεις που λέγαμε με τόσο πάθος
Ακούγονται ολότελα ξένες
Κομμένες στα δυο απ’ των βαποριών τις καρένες

Οβίδες σφυρίζουν επάνω απ’ τα κεφάλια μας
Τραίνα τρέχουν σε τροχιές ανώμαλες μέσα στη νύχτα
Τα μάτια του Οβιδίου γεμίζουν δάκρυα
Σαλιγκάρια αφήνουν χνάρια που φέγγουν στο δάσος

Εισχωρούν στο μυαλό μου αλλοιωμένες οι φράσεις
Η διάβρωση των ιδεών ραγίζει καρδιές
Η σκόνη μαζεύεται πάνω στα έπιπλα
Επάνω στα γυμνά σου μέλη τα χάδια μου εξαντλήθηκαν

Επάνω στα τέλειά σου δόντια μάτια ο κόσμος χτυπιέται
Στο ξύλινο στήθος σου δυο βυζιά σταυρωμένα
Το δάσος της ήβης στην κοιλιά κυματίζει
Σβησμένο από το χέρι του καιρού το πρόσωπο λείπει.

Ώκλαντ, 1986-1987

(Νάνος  Βαλαωρίτης, Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης, Εκδόσεις  Καστανιώτη, Αθήνα 1996)

 

 


PRESCRIPCIONES UN, DOS, TRES

 

La destrucción es grande se desgastan
Las cortinas viejas y raídas
Empiezan a aparecer hilos
Y las piernas de paseantes

Las palabras se hacen añicos, las expresiones
Pierden su coherencia su frescor
Las letras se cansan se desvanecen
Se arruga su sentido

Mis articulaciones se relajan
Caen dando vueltas
Como pájaros heridos
Con un ruido sordo extraño

Se apagan las oraciones todo cambia
Las palabras que decíamos con tanta pasión
Suenan totalmente extrañas
Sesgadas en dos por las quillas de los buques

Unos proyectiles silban sobre nuestras cabezas
Los trenes corren en órbitas irregulares en la noche
Los ojos de Ovidio se llenan de lágrimas
Caracoles dejan sus rastros que lucen en el bosque

Las frases entran alienadas en mi cabeza
La corrosión de las ideas rompe los corazones
El polvo se junta sobre los muebles
Mis caricias se agotaron sobre tus miembros desnudos

Sobre tus dientes perfectos la gente llora y patalea en vano
En tu pecho de madera dos tetas crucificadas
El bosque del pubis oscila en el vientre
Borrado por la mano del tiempo falta el rostro.

Auckland, 1986-1987

 
(Nanos Valaoritis, Sol el verdugo de un verde pensamiento, Kastaniotis Editorial, Atenas 1996)

Ανέκδοτη Μετάφραση :   Ξ  έ  ν  ι  α    Κ  α  κ  ά  κ  η

 

 

 

Giorgio de Chiricho: Piazza d’ Italia

 

 

 

 

Η  ΖΩΗ  ΜΟΥ  ΜΕΤΑ  ΘΑΝΑΤΟΝ  ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ

 

Θα συνεχίσω άραγες να γράφω και μετά θάνατον; Έχω γράψει σε ώρα τροπικής θύελλας τις παραμονές του τέλους κι όταν το πλοίο βυθιζόταν τραγούδησα στο κατάστρωμα κι όταν γκρεμίζονταν οι πυλώνες του ναού, έκρουσα τις φωνητικές μου χορδές με την τελευταία μου πνοή…

Έγραψα σε ώρες συσκότισης λόγω διακοπής ρεύματος, σε ώρα ψυχικού κλονισμού, παγιδευμένος κάτω από χαλάσματα χωρίς αέρα κι αντικρίζοντας εκτελεστικά αποσπάσματα δικτατοριών. Έγραψα ακούγοντας εκκωφαντικές συναυλίες σκληρού ροκ και στο κρεβάτι μου όταν κοιμόμουνα: τώρα χρειάζομαι μόνο χαρτί και καλαμάρι και θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα.

Μα που θα βρω χαρτί και καλαμάρι στον τάφο;

Χμ, δεν το ‘χα σκεφτεί αυτό. Θα πρέπει να τα παραγγείλω εγκαίρως από πριν. Και σε μεγάλες ποσότητες. Μα τι θα κάνω αν σαπίσει; 

Τότε θα πρέπει να γράψω με πνευματική πένα, σε πνευματικό χαρτί. ΄Η ακόμα καλύτερα, θα υπαγορεύσω σε κάποιο συγγραφέα που ζει στοιχειώνοντάς τον αφού πεθάνω.Έτσι άλλωστε ο τυφλός Μίλτωνας δεν υπαγόρευε στην κόρη του κάθε μέρα τη συνέχεια του Απολεσθέντος Παραδείσου, όπως την είχε σκεφτεί την προηγούμενη νύχτα, κι ο Iρλανδός Φέργκους Μακρόιχ δεν υπαγόρεψε το επικό αφήγημα του «Τέιν» από το μνήμα του, σε κείνον που το κατέγραψε, κι ο Όμηρος δεν έκανε έκκληση στις Μούσες να τον βοηθήσουν με την Ιλιάδα και την Οδύσσειά του, κι όπως μαρτυρούν οι ηθοποιοί που φτιάξανε την πρώτη έκδοση των έργων του —το χέρι του Σαίξπηρ έγραφε απευθείας ό,τι σκεφτότανε χωρίς να σβήνει ποτέ του τίποτα, κι ο Ουίλιαμ Μπλέικ δεν αντέγραφε τον Μίλτωνά του από ένα άλλο μεγάλο ποίημα  που υπήρχε κάπου στο Υπερπέραν, κι ο Βυάσα δεν υπαγόρευε από μνήμης την «Μαχαμπαράτα» στον ελεφάντινο θεό της γραφής Γκανέσα, κι ο Αριστέας δεν έγραψε την «Αριμασπεία» επιστρέφοντας από τους νεκρούς, κι ο Ντάντε δεν έκανε το ίδιο ταξίδι Στη μέση του δρόμου της ζωής του,  κι όπως μας λέει ο Πλάτωνας, ο Αρμένιος ΄Ηρ δεν περιέγραψε τον Κάτω Κόσμο με πολλές λεπτομέρειες, κι όλοι αυτοί οι Σαμάνες της Κεντρικής Ασίας δεν κάνουν ταξίδια νοερά στον άλλο κόσμο περιγράφοντάς τον την ίδια ώρα στο ακροατήριο τους, κι ο Οδυσσέας δε ξαναγύρισε από τον Άλλο Κόσμο περιγράφοντας τον την ίδια ώρα στο ακροατήριο τους, κι ο Οδυσσέας δε γύρισε από το Υπερπέραν ύστερα από 20 χρόνια, μόνο και μόνο για να ξαναφύγει αμέσως για άλλες περιπέτειες, κι ο Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς δεν έγραψε το “Όραμα”  από πνεύματα που μιλούσαν μες απ’ τη γυναίκα του σε κατάσταση ύπνωσης […]  

 

(Νάνος Βαλαωρίτης, Η Ζωή μου μετά θάνοτον εγγυημένη, Εκδόσεις  Νεφέλη, Αθήνα 1993)


Advertisements

Νάνος Βαλαωρίτης

 

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟ

 

Ακούστε λοιπόν κάτι που θέλω να σας πω:
(Και στον καθένα —ιδιαιτέρως— να το εκμυστηρευθώ)
Ο εικοστός αιώνας προχωρεί τροχάδην —επάνω
Σε ρόδες ξύλινες—-και φτάνει επιτέλους
Μ’ επιταχυνόμενο ρυθμό στο τέλος του
Και καθ’ οδόν «πίπτουν εντός των σπλάχνων του οι γεννηθέντες
Κατά τη διάρκειά του» ευγενείς διακεκριμένοι άνθρωποι
Ένας ένας πέφτουνε απ’ τις εξέδρες των σωμάτων τους
Χαμώ στη γη κι εκπνέουν —πολίτες του ενός ή τ’ άλλου έθνους—
(Διακεκριμένοι λέω ή ταπεινοί κι ασήμαντοι) πνέουν τα λοίσθια
Και μουρμουρίζουν φράσεις τελευταίες του είδους:
«Τι με περνάτε ανάμεσα στους ασφόδελους —τι σας έκαμα
Και με στέλνετε στην ‘‘Πόρτα του ήλιου’’  γιατί πενθείτε
Ενόσω ζω ακόμα; —φοβάμαι— μη μ’ αφήνετε
Το σκοτάδι έρχεται — δεν αντέχω άλλο τόσο φως…»
Τέτοια λένε κι άλλα πολλά ακατάληπτα και ασυνάρτητα
Πριν να βουλιάξουν μες στο αιώνιο τέλμα του ασυνειδήτου
Ενόσω —γύρω από την κλίνη όπου παλεύει με το θάνατο—
Συντετριμμένοι οι συγγενείς παρίστανται αμίλητοι
Κι αργότερα μαζεύονται όλοι —οι περισσότεροι—
Στη μελαγχολική σεμνή σκηνή του ενταφιασμού
Δακρύζοντας —ενίοτε— και πνίγοντας λυγμούς
Και άλλοτε σκουπίζοντας με τα μαντήλια τους
Τα προϊόντα τα υγρά των οφθαλμών τους
Το θέαμα είναι λυπητερό — δεν άλλαξε καθόλου
Πάνε μισό εκατομμύρια χρόνια τώρα αφότου
Άρχισε να θάβει τους δικούς του το γένος Homo Erectus…
Κι όμως κι όμως… λένε πως Παράδεισος υπάρχει
Πως εκεί πηγαίνουν οι ψυχές των ποιητών που φεύγουν
(Και μ’ αυτούς μαζί ένα σωρό «κοινοί θνητοί»)
Να μείνουνε για πάντα μέσα σε κείνα που ονειρεύτηκαν
Και παρ’ ελπίδα ελπίσανε κι οραματίστηκαν
Και γι’ αυτό δεν τους είδε ποτέ κανείς από κει πέρα
ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΕΤΟΥΤΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ.

                                                                         Καλιφόρνια, 1985

 

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Ανιδεογράμματα, Εκδόσεις Καστανιώτη 1996