Just another WordPress.com site

ΓΕΗΤΣ (YEATS W.B.)

William Butler Yeats : Man has created death

Death

Nor dread nor hope attend
A dying animal;
A man awaits his end
Dreading and hoping all;
Many times he died,
Many times rose again.
A great man in his pride
Confronting murderous men
Casts derision upon
Supersession of breath;
He knows death to the bone
Man has created death.

W. B. Yeats (1865-1939)

Advertisements

Ραντεβού !

.

Το πτερόεν σας εύχεται ένα όμορφο καλοκαίρι.

Ραντεβού το Σεπτέμβρη !

.

.

.

.

.


Κ. Π. Καβάφης – W. B. Yeats: Για τις ψυχές των γερόντων

.

.

.

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.

.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.–
Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε — για λίγο — να μη νοιώθεται η πληγή.

.

Η ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται –κωμικοτραγικές–
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

 Κ.  Π.  Κ α β ά φ η ς

.

.

.

.

Sailing to Byzantium

That is no country for old men. The young
In one another’s arms, birds in the trees
— Those dying generations —  at their song,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
Whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
Monuments of unageing intellect.

An aged man is but a paltry thing,
A tattered coat upon a stick, unless
Soul clap its hands and sing, and louder sing
For every tatter in its mortal dress,
Nor is there singing school but studying
Monuments of its own magnificence;
And therefore I have sailed the seas and come
To the holy city of Byzantium.

O sages standing in God’s holy fire
As in the gold mosaic of a wall,
Come from the holy fire, perne in a gyre,
And be the singing-masters of my soul.
Consume my heart away; sick with desire
And fastened to a dying animal
It knows not what it is; and gather me
Into the artifice of eternity.

Once out of nature I shall never take
My bodily form from any natural thing,
But such a form as Grecian goldsmiths make
Of hammered gold and gold enamelling
To keep a drowsy Emperor awake;
Or set upon a golden bough to sing
To lords and ladies of Byzantium
Of what is past, or passing, or to come.

W. B. Y e a t s

.

Ο Τσαρούχης απαγγέλλει Καβάφη


W. B. Yeats : Σίγουρα κάποια αποκάλυψη σιμώνει

.

.

William Blake: Nebuchadnezzar

.

 

 .

THE SECOND COMING

 .

Turning and turning in the widening gyre

The falcon cannot hear the falconer;

Things fall apart; the centre cannot hold;

Mere anarchy is loosed upon the world,

The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere

The ceremony of innocence is drowned;

The best lack all conviction, while the worst

Are full of passionate intensity.

 .

Surely some revelation is at hand;

Surely the Second Coming is at hand.

The Second Coming! Hardly are those words out

When a vast image out of Spiritus Mundi

Troubles my sight: somewhere in the sands of the desert

A shape with lion body and the head of a man,

A gaze blank and pitiless as the sun,

Is moving its slow thighs, while all about it

Reel shadows of the indignant desert birds.

The darkness drops again; but now I know

That twenty centuries of stony sleep

Were vexed to nightmare by a rocking cradle,

And what rough beast, its hour come round at last,

Slouches towards Bethlehem to be born?

.

.

 .

Η  ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

Γυρίζοντας, διαγράφοντας ολοένα πιο μεγάλους κύκλους

Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια τον γερακάρη∙

Τα πάντα διαλύονται, το κέντρο δεν κρατάει,

Ωμή αναρχία τώρα λύνεται στον κόσμο,

Απ’ το αίμα θολός λύνεται ο ποταμός, και παντού

Η τελετή της αθωότητας πνίγεται∙

Οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση καμιά, ενώ οι χειρότεροι

Ωθούνται από την ένταση του πάθους.

.

Σίγουρα κάποια αποκάλυψη σιμώνει∙

Σίγουρα η Δευτέρα Παρουσία πλησιάζει.

Η Δευτέρα Παρουσία! Μόλις που βγαίνει αυτός ο λόγος

Και  μια τεράστια εικόνα βγαλμένη απ’ τη Συλλογική

Ψυχή

Την όρασή μου θολώνει. Κάπου στην  άμμο της ερήμου

Μορφή με σώμα λιονταριού κι ανθρώπου κεφαλή,

Με άδειο  βλέμμα  κι άσπλαχνο σαν τον ήλιο,

Σαλεύει με μηρούς αργούς, ενώ παντού τριγύρω

Μ’ οργή στριφογυρνούν σκιές πουλιών.

Έρχεται πάλι το σκοτάδι, μα τώρα ξέρω

Πως είκοσι αιώνες πέτρινου ύπνου

Τους  κέντρισ’ εφιάλτης που εκπορεύτηκε από λίκνο.

Και ποιό ανήσυχο θεριό,  τώρα που ‘φτασ΄ η ώρα του,

Βαριά βαδίζει κατά τη Βηθλεέμ να γεννηθεί;

.

.

W.  B.  Y e a t s  (1865-1939)

Νέα μετάφραση: Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς 

(4.12.2012)

 

.

.

.

Pablo Picasso: Guernica

.

.

.

The Second Coming

.

.

.

.


Γέητς : Ποιήματα για την Μωντ Γκον

Ο  Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς (William Buttler Yeats, 1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats,  μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabriel Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» (βλ. ανάρτηση  26ης  Αυγούστου 2011) και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια», αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του Γέητς έφθασε όταν ο ποιητής ήταν είκοσι τριών ετών, το 1889. Εκείνη την εποχή, παθιασμένος με την υπόθεση της Ιρλανδίας, ο ποιητής βρέθηκε κοντά στον John O’ Leary, τον ηγέτη που πίστευε ότι μόνο ένας τρόπος υπήρχε για την εθνική ανεξαρτησία, η επαναστατική δράση. Ο ηγέτης συγκέντρωνε γύρω του πολλά νεαρά άτομα, όπως την Μωντ Γκον (Maud Gonne), μια φλογερή επαναστάτρια ένα χρόνο μικρότερη από τον Γέητς, όμορφη σαν θεά, ανεξάρτητη στη σκέψη, «άνομη», και πανέτοιμη να παίξει ηγετικό ρόλο στον πατριωτικό αγώνα. Στις 30 Ιανουαρίου του 1889 επισκέφτηκε τον πατέρα του ποιητή, συστημένη από τον  O’ Leary. Ο νεαρός Γέητς την ερωτεύτηκε όπως ερωτεύονται οι ρομαντικοί ήρωες και άρχισε να γράφει ποιήματα γι’ αυτήν.

Είχαν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από τη γνωριμία τους, όταν ο Γέητς, παρερμηνεύοντας ένα γράμμα της, αποφάσισε να της προτείνει γάμο. Ποτέ δεν θα παντρεύονταν, του είπε, υπήρχαν σοβαροί λόγοι.  Η Μωντ ήταν ερωτευμένη με έναν Γάλλο δημοσιογράφο. Μέχρι τότε ο ποιητής δεν ήξερε τίποτα σχετικά.

Αυτή ήταν η πρώτη αλλά όχι η τελευταία πρόταση γάμου που της έκανε. Στη αυτοβιογραφία της η Μωντ καταγράφει μία από τις προτάσεις αυτές: «Ω, Μωντ, γιατί δεν με παντρεύεσαι…; Θα μπορούσα να σου προσφέρω μια πολύ όμορφη ζωή». «Γουίλι», είπε αυτή, «δεν κουράστηκες να επαναλαμβάνεις την ίδια ερώτηση; Πόσες φορές σου έχω πει να ευχαριστείς τους θεούς που δεν θα σε παντρευτώ; Δεν θα είσαι ευτυχισμένος μαζί μου». Ο Γέητς αντέτεινε πως  δεν ήταν ευτυχισμένος χωρίς αυτήν, για να πάρει μιαν απάντηση που έμελλε να τη θυμάται για πολύν καιρό. «Ω, ναι, είσαι, γιατί  γράφεις όμορφη ποίηση με αυτό που αποκαλείς ‘δυστυχία’ σου… Οι ποιητές δεν πρέπει να παντρεύονται ποτέ. Ο κόσμος θα έπρεπε να με ευγνωμονεί που δεν σε παντρεύομαι». Τον ενθάρρυνε ωστόσο να συνεχίσει να της γράφει ποιήματα, πέντε από τα οποία παρουσιάζουμε στη σημερινή ανάρτηση.

 

 

 

Ζωγραφική : Dante Gabriel Rossetti

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

  • «Φίλες» : Γραμμένο το 1911, το ποίημα αυτό σχολιάζει την παρουσία  τριών γυναικών στη ζωή του Γέητς, τριών γυναικών που έπαιξαν κύριο ρόλο στη ζωή του, και για πολλά χρόνια. Η πρώτη είναι η Olivia Shakespear, με την οποία γνωρίστηκε το 1894. Η ερωτική τους σχέση  κράτησε μόνο ένα έτος αλλά ήταν πολύ σημαντική. Με την Olivia ο ποιητής αλληλογραφούσε συχνά, ανταλλάσοντας απόψεις με ελευθερία και άνεση. Η δεύτερη είναι η Augusta Gregory, η οποία βοήθησε αποφασιστικά τον Γέητς να δημιουργήσει το  ιρλανδικό θέατρο, κάτι που ο ποιητής το ονειρευόταν αλλά το θεωρούσε ανέφικτο. Η τρίτη είναι, ασφαλώς, η Μωντ Γκον. Πάνω από είκοσι χρόνια μετά την πρώτη συνάντησή τους, τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει απ’ την καρδιά του, που από τα πόδια ώς την κορφή τον συγκλονίζει.
  • «Μια σκέψη απ’ τον Προπέρτιο» : Πιθανώς γράφτηκε πριν από τον Νοέμβριο του 1915.  Ο Προπέρτιος είναι ο ρωμαίος ερωτικός ποιητής Sextus Propertius (περ. 50-16 π.Χ..) Ο Γέητς έχει επιλέξει κάποιες εικόνες από το δεύτερο ποίημα του δεύτερου βιβλίου του Προπέρτιου. Η αναφορά στη θεά Αθηνά σχετίζεται με την εντύπωση που του έκανε η Μωντ Γκον όταν την πρωτοείδε: «Ο έπαινος του Βιργιλίου  ‘βαδίζει σαν θεά’  ταίριαζε μόνο σ’ αυτήν».
  • «Χαμένα όνειρα» :  Γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1915. Ο επίμονος ποιητής είναι ο Γέητς, τώρα στην ηλικία των πενήντα. Η αναφορά στο ψεγάδι της Μωντ (μικρά τα χέρια, κι όμορφα δεν ήταν) σχετίζεται με την άποψη του ποιητή ότι ένα ψεγάδι ή κάτι το ασυνήθιστο προσδίδει μοναδικότητα στην αγαπημένη.
  • «Βαρύς όρκος» : Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1915. Αναφέρεται στον όρκο της Μωντ να μην παντρευτεί, τον οποίο δεν κράτησε. Ακόμη και τώρα, λέει ο Γέητς, το πρόσωπό σου συναντώ,/απρόσμενα. Η «ψύχωση» του ποιητή με την Μωντ Γκον δεν έχει θεραπευτεί.
  • «Παρουσίες» : Γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1915. Η πουτάνα είναι ίσως η Mabel Dickinson, με την οποία ο Γέητς είχε δυσάρεστες εμπειρίες. Το παιδί είναι η Iseult Gonne, η όμορφη κόρη της Μωντ. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για τη μητέρα, ο ποιητής έκανε μια απελπισμένη πρόταση γάμου στην κόρη, ίσως για να έχει κάτι από το «κύτταρο» της Μωντ. Η νεαρή Iseult κολακεύτηκε από την πρόταση, που όμως θύμωσε τη μητέρα της. Η απάντηση ήταν αρνητική. Η βασίλισσα είναι βέβαια η Μωντ.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

ΦΙΛΕΣ

Πρέπει, λοιπόν, αυτές τις τρεις να επαινέσω—
τις τρεις γυναίκες που μου χάρισαν
ό,τι χαρά στις μέρες μου έχω να γυρέψω.
Την πρώτη, που μήτε μια στιγμή
μήτε καμιά —από εκείνες τις επίμονες— φροντίδα,
τίποτε, τίποτε σ’ αυτά τα δεκαπέντε
συχνά τυραννισμένα, ταραγμένα χρόνια
δεν μπήκ’ εμπόδιο να χωρίσει
τον νου από τον μαγεμένο νου.
Τη δεύτερη, γιατί το χέρι της
είχε τη δύναμη να ελευθερώσει
ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να εννοήσει,
ό,τι κανείς μας δεν μπορεί να ‘χει και να κρατήσει,
τ’ ονειροπόλο το φορτίο της νιότης, μέχρι που
τόσο με άλλαξε, ώστε τώρα ζω
κι ανθίζω μες στην έκσταση.
Και τί να πω γι’ αυτήν που μου άρπαξε
τα πάντα μέχρι το τέλος της νεότητός μου
στρέφοντας σπάνια συμπονετικό το βλέμμα;
Πώς ίσως θα ‘πρεπε αυτήν να επαινέσω;
Καθώς που η μέρα ό,τι χαράζει,
μετρώντας τα καλά και τ’ άσχημά μου,
άγρυπνος έχω μείνει για χατίρι της,
να ενθυμούμαι τη μορφή της,
Τί γερακίσια όψη ακόμη δείχνει,
ενώ απ’ τα μύχια της καρδιάς μου
τόσο μεγάλη τρυφερότητα αναβλύζει
που από τα πόδια ως την κορφή με συγκλονίζει.

Μετάφραση : Σ ο φ ί α  Σ κ ο υ λ ι κ ά ρ η

 

ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΡΟΠΕΡΤΙΟ

Μπορούσε —τόσ’ είχεν αρχοντιά
η μακριά κυματιστή γραμμή
απ’ την κορφή ώς τα ωραία της γόνατα—
ώς τον αρχαίο βωμό
μέσα σ’ ιερές εικόνες να βαδίσει
στης Αθηνάς Παλλάδας το πλευρό
ή να ‘ναι θύμα λατρευτό κενταύρου
που με το άκρατο κρασί είχε μεθύσει.

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ασπρίζουν τα μαλλιά σου.
Των νεαρών δεν κόβεται η ανάσα
στο πέρασμά σου πια.
Κάποιος γεροχωριάτης ίσως να μουρμουρίζει μιαν ευχή
γιατί τον έσωσε απ’ του πόνου το κρεβάτι
η δική σου προσευχή.
Για χάρη σου –-αυτό όλων οι καρδιές το ‘χουνε μάθει,
όλων που πόνεσε η καρδιά για το απλό κορίτσι που ολόγιομη
γινότανε γυναίκα–, για χάρη σου
οι ουρανοί μακραίνουν της συντέλειας τη στιγμή,
για τη γαλήνη
που ένα πέρασμά σου στο δωμάτιο αφήνει.

Η ομορφιά σου θολές μόνο αναμνήσεις
φέρνει, αναμνήσεις μόνο.
Όταν οι γέροι πάψουν για σένα να μιλούν,
«Πες μου για τη γυναίκα αυτή», θα πει στο γέρο ο νιος
«που επίμονος ο ποιητής με πάθος τραγουδούσε
τώρα που ‘χει παγώσει το αίμα του ο καιρός».

Αναμνήσεις θολές, αναμνήσεις μόνο,
αλλά στον τάφο όλα, όλα αναβιώνουν.
Η σιγουριά πως τη γυναίκα αυτή θα δω
να στέκεται, να περπατά, να ακουμπά
με τις πρώτης θηλυκότητας τις χάρες,
με τη ζέση των ματιών μου των νεανικών,
μου φέρνει ασυνάρτητο, τρελού μουρμουρητό.

Είσαι πιο όμορφη απ’ όλες,
ένα ψεγάδι το σώμα σου είχε ωστόσο:
μικρά τα χέρια, κι όμορφα δεν ήταν,
και οι καρποί φοβούμαι πως θα κουραστούν
με κόπο να κωπηλατούν
σε κείνη την παράξενη, την ξέχειλη τη λίμνη,
όπου αψεγάδιαστα υπακούν στη θεία προσταγή
οι κωπηλάτες. Μην τα’ αλλάξεις
τα χέρια που εφίλησα,
για τη μοναδική τους χάρη, που ετίμησα.

Ο τελευταίος χτύπος ξεψυχά∙ μεσάνυχτα.
Τριγυρνώ —σε μια καρέκλα όλη μέρα—
σ’ όνειρα μέσα κι ομοιοκαταληξίες
μ’ αέρινες εικόνες κι ασυναρτησίες.
Αναμνήσεις θολές, αναμνήσεις μόνο.

Μετάφραση : Μ α ρ ί α  Σ ι δ η ρ ο π ο ύ λ ο υ

 

ΒΑΡΥΣ ΟΡΚΟΣ

Καθώς δεν κράτησες εκείνον τον βαρύ σου όρκο,
κάποιοι έγιναν φίλοι μου καλοί∙
ωστόσο, κάθε που κοιτάζω
το θάνατο κατάφατσα,
σαν ανεβαίνω την ψηλή σκάλα του ύπνου
ή σαν ανάβω πίνοντας κρασί,
το πρόσωπό σου συναντώ,
απρόσμενα.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ

Τόσον αλλόκοτη ήτανε η νύχτα ετούτη, ώστε μου εφάνη
ότι της κεφαλής μου οι τρίχες εσηκώθηκαν.
Από τη δύση του ηλίου ονειρεύομαι
γυναίκες γελαστές, ή ντροπαλές, ή παθιασμένες
μέσα σου μεταξιού ή της δαντέλας θρόισμα
να ανεβαίνουν κι η σκάλα μου να τρίζει. Για εκείνο
το τερατώδες πράγμα, όλες τις ρίμες μου είχαν διαβάσει,
για την αγάπη που επεστράφη μα δεν ανταπεδόθη.
Στην πόρτα εστάθηκαν, ανάμεσα
στο μέγα ξύλινο αναλόγιο και το τζάκι,
ώς να μπορώ ν’ ακούσω τις καρδιές τους να χτυπούνε.
Η πρώτη είναι πουτάνα, η δεύτερη παιδί
που άντρα δεν εκοίταξε ποτέ με πόθο,
κι η τρίτη, ίσως, βασίλισσα.

W. B. Y E A T S

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

W. B. Yeats, 70 Ερωτικά, Πρόλογος- Εισαγωγή – Σχολιασμός – Επιμέλεια: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Αθήνα, Εστία, 3η έκδοση, 2004


Γέητς : Για τη μητέρα Σελήνη

 

Η ανάρτηση αφιερώνεται στη Σιλένα

 

 

Στίχοι γραμμένοι με κατήφεια

Πότε ήταν η στερνή φορά που κοίταξα
τα στρογγυλά πράσινα μάτια, τα μακριά τρεμουλιαστά κορμιά
των σκοτεινών λεόπαρδων του φεγγαριού;
Όλες οι άγριες μάγισσες, αυτές οι τόσον ευγενείς κυρίες,
παρ’ όλα τα σκουπόξυλα και τα δάκρυά τους,
τα οργισμένα δάκρυά τους, έχουν φύγει.
Οι ιεροί κένταυροι των λόφων έχουνε χαθεί∙
δεν έχω τίποτ’ άλλο εχτός από τον πικραμένον ήλιο∙
εξόριστη μητέρα, ηρωική σελήνη χάθηκες πια
και τώρα που τα πενήντα μου έχω φτάσει
πρέπει ν’ αντέξω το δειλό τον ήλιο.

The Wild Swans at Cool, 1919

 

 

Βλέπω Φάσματα του Μίσους και της Ολόγιομης Καρδιάς…

(α π ό σ π α σ μ α)

Τα πόδια τους μακριά, λεπτά και ντελικάτα, τα μάτια θαλασσιά:
οι μαγικοί μονόκεροι,  στη ράχη κουβαλούν κυράδες.

Σφαλούνε οι κυράδες τα ονειροπόλα μάτια τους. Δεν είναι οι προφητείες,
αναμνήσεις από ημερολόγια της Βαβυλώνας,
που έκλεισαν τα μάτια των κυράδων —λίμνη το πνεύμα τους
όπου η πεθυμιά βουλιάζει απ’ το ίδιο της το βάρος.
Μόνο η γαλήνη μένει σαν οι καρδιές είναι γεμάτες
από την ίδια τους τη γλύκα, το κορμί από την ίδια του τη χάρη.

Οι συννεφόχρωμοι μονόκεροι, τα θαλασσιά τα μάτια,
τα βλέφαρα μισόκλειστα που τρεμοπαίζουν, ράκη από σύννεφο ή δαντέλα,
ή  μάτια που ο θυμός τα κάνει να γυαλίζουν, χέρια που η μανία ισχνά τα κάνει,
δίνουν τη θέση τους στο αδιάφορο πλήθος, δίνουν τη θέση τους
σε χάλκινα γεράκια. Μήτε η ρέμβη που ευφραίνει
μήτε το μίσος των μελλούμενων, μήτε η λύπη  για τα χαμένα—
τίποτα, μονάχα του νυχιού το άρπαγμα και του ματιού η ευαρέσκεια
και η κλαγγή αμέτρητων φτερών που έσβησαν τη σελήνη.

Από το ποίημα “Meditations in Time of Civil War” (viii), 1923, The Tower, 1928

W.   B.  Y E A T S
Μετάφραση για το πτερόεν: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

Η Συγκίνηση του Πλήθους

(α π ο σ π ά σ μ α τ α)

…Όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι έχουν καταλάβει πως δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλη τέχνη χωρίς τη … ζωή του μύθου … Υπάρχουν κάποιοι που καταλαβαίνουν ότι τα απλά πράγματα, τα πράγματα δίχως μυστήριο που ζουν στο άπλετο φως του μεσημεριού, έχουν τη φύση του ήλιου, και ότι τ’ αμυδρά πράγματα, τα πλούσια σε εικόνες, έχουν μέσα τους τη δύναμη της σελήνης. Δεν είναι αλήθεια πως οι Αιγύπτιοι το σκάλισαν σε σμάραγδο ότι όλα τα ζωντανά πράγματα έχουν τον ήλιο για πατέρα και τη σελήνη  για μητέρα; Και δεν έχει λεχθεί πως ο ιδιοφυής άνθρωπος παίρνει τα περισσότερα απ’ τη μητέρα του;

(1903)

William Butler Yeats, Μυθολογίες και Οράματα, εισαγωγή-μετάφραση-σχολιασμός  Σπύρος Ηλιόπουλος, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 1999

 

 

 

 

Η Λορίνα Μακένιτ τραγουδάει ποιήματα του Γέητς


Γέητς : Χορευτές

 



"All men are dancers" -W. B. Yeats 
K. Marshall : Dancing Girl

ΓΛΥΚΙΑ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ

Η κόρη πάει χορεύοντας εκεί
στη φυλλόσπαρτη, νιοθέριστη, απαλή
χλοερή απλωσιά του κήπου∙
ξέφυγε από νιότη πικρή
ξέφυγε από τη συντροφιά της
ή από το μαύρο σύννεφό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

Αν άνθρωποι ξένοι φανούν απ’ το σπίτι
για να την πάνε μακριά, μην πείτε
πως είν’ ευτυχισμένη όντας τρελή∙
πάρτε τους ευγενικά πιο κει,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της,
αφήστε τη να τελειώσει το χορό της.
Αχ, χορεύτρια, αχ, γλυκιά χορεύτρια!

 

Η  ΤΡΕΛΗ

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της
την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
με την ψυχή της τώρα χωρισμένη
και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού
και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι
με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,
είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι
ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙
την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θριάμβό της
εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια
έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:
«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

Μετάφραση : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   (Οκτ. 2011)

F. Perez : Tango in Paris

Η ΤΡΕΛΟ-ΤΖΕΝΗ ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟΥΣ ΧΟΡΕΥΤΕΣ

Χόρευε η φιλντισένια της θωριά
τη διαλεχτή της νιότη
μα σαν τα ολόμαυρα τής τύλιξε μαλλιά
γύρω από το λαιμό της —να κουνηθώ δεν τόλμησα—
κάτω απ’ τα βλέφαρά της τα μάτια της γλαρά,
θα τήνε πνίξει σκέφτηκα.
Ο έρωτας, του λιονταριού ‘ναι δόντι.

Κι όταν μαχαίρι έβγαλε
νεκρό να τον σωριάσει, παρότι
—είπαν μερικοί— να παίξει μόνο ήθελε,
να τον αφήσω, σκέφτηκα, στης μοίρας του το άχτι.
Καρδιάς καημός εχόρευε
μ’ αγάπης το γινάτι.
Ο έρωτας, του λιονταριού ‘ναι δόντι.

Πέθαν’ αυτός; Πέθαν’ αυτή;
Πάνε κι οι δυο τους, τ’ όντι;
Ποτέ δεν έδινα δεκάρα τσακιστή—
γι’ αυτούς, σταλιά εγώ δε νοιάζομαι:
Τα νιάτα να’ χω μόνο, το κορμί
τέτοιους χορούς για να μοιράζομαι.
Ο έρωτας, του λιονταριού ‘ναι δόντι.

W.  B.    Y  E  A  T  S

Μετάφραση : Μ α ρ ί α  Σ ι δ η ρ ο π ο ύ λ ο υ*

(*) W. B. Yeats, 70 Ερωτικά, επιμέλεια – σχολιασμός Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Αθήνα, Εστία, 3η  έκδοση, 2004.


Ο Ερωτικός Γέητς

 

 

 

Ε Ν Α Σ   Ν Υ Κ Τ Ι Ο Σ  Π Ο Ι Η Τ Η Σ

                                                                           

Man’s made of dreams and bones         

Ο William Buttler Yeats (1865-1939), γιος του  Ιρλανδού ζωγράφου John Buttler Yeats, και για έναν καιρό υποψήφιος ζωγράφος ο ίδιος, μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντική και προρραφαηλιτική*. Ο πατέρας του συνήθιζε να απαγγέλλει αποσπάσματα από τον  Blake, τον Shelley, τον Byron, τον προρραφαηλίτη ποιητή και ζωγράφο Dante Gabrielle Rossetti  (1828-1882) και άλλους.

Στον  Shelley  ο  νεαρός  Willie  βρήκε  το  πρότυπο  της  ιδανικής  γυναίκας,  της  «άνομης»  και «ανέστιας».   Στη  ζωγραφική  του  Rossetti,  μέσα  στα  «ουράνια  τα  μεταξωτά  και  χιλιοπλουμισμένα», την είδε όπως την περιγράφει στο ποίημα  «Περί τελείας καλλονής» και  υποκλίθηκε  μπροστά  της:  «Ω συννεφόχρωμα,  ωχρά  μου  βλέφαρα  κι  ονειροθαμπωμένα   μάτια»,  αυτοί  που  προσπαθούν  να  περιγράψουν  την  τέλεια  ομορφιά,  οι  ποιητές,

από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου […]
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

Μέσα στη θαυμαστή αβρότητα του χρώματος, τα μοντέλα του Rossetti ατένιζαν με «ονειροθαμπωμένα μάτια» και συχνά έμοιαζαν να βλέπουν οράματα. Ταυτόχρονα όμως ήταν «ολόγιομες γυναίκες», γήινες και αισθησιακές.

Στο μικρό δείγμα της ερωτικής ποίησης του Yeats που ακολουθεί, περιλαμβάνουμε ποιήματα από τις τρεις πρώτες συλλογές του: Crossways (1889), The Rose (1893) και The Wind among the Reeds (1899), δηλαδή συλλογές που δημοσιεύτηκαν όταν ο ποιητής ήταν από είκοσι τεσσάρων έως τριάντα τεσσάρων ετών.

Η  ενότητα που παρουσιάζουμε εδώ αποτελείται από «νύκτια» νεανικά ποιήματα: ποιήματα της γλυκόπικρης μελαγχολίας, με έντονα τα στοιχεία της ιρλανδικής παράδοσης και της λαϊκής μπαλάντας, με τον ονειρικό προρραφαηλιτικό διάκοσμο και την εναλλαγή «θαμπών» και «απροσδόκητων» λέξεων.  Επιπλέον, τα δέκα σύντομα ποιήματα που επιλέξαμε χαρακτηρίζονται από στοιχεία  που εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Ezra Pound (1885 – 1972) στο έργο του Yeats,  όπως το «σύντομο ποίημα που περιέχει μιαν εικόνα» (βλ. «Το ψάρι», πιο κάτω), καθώς και από την παθιασμένη ρομαντική μουσική, τον υπνωτικό κυματισμό της γλώσσας, που θαύμαζε ο James Joyce  (1882–1941), σ’ ένα τοπίο «υποθαλάσσιο» και εξαίσια μυστικό.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

[27/8/11: Για   α ν α γ ν ώ σ ε ις   κ α ι   τ ρ α γ ο ύ δ ι α   από τον Ερωτικό Γέητς, καθώς και μια σχετική σκηνή από την ταινία 84 Charing Cross Road (1987) που αναφέρεται στο ποίημα «Τα ουράνια τα μεταξωτά» (He Wishes for the Cloths of Heaven),  βλ. το πολύτιμο υλικό (βίντεο)  που μας έστειλε  σ τ α  σ χ ό λ ι ά  τ ο υ  ο συνεργάτης του ιστολογίου  Ν Ι Κ Ο Σ  Μ Ε Λ Ι Δ Η Σ.]

 

. . . . . . . . . . . .

(*) Οι Προρραφαηλίτες (ομάδα βρετανών ζωγράφων, ποιητών και κριτικών, ανάμεσά τους οι Dante Gabriel Rossetti, John Everett Millais, William Holman Hunt, James Collinson και Thomas Woolner) ίδρυσαν την αδελφότητά τους το 1848. Σκοπός τους ήταν η απόρριψη του μηχανιστικού μανιερισμού και του ακαδημαϊσμού των ζωγράφων που διαδέχτηκαν τον Ραφαήλ, κυρίως.

 

Ζωγραφική: Dante Gabrielle Rossetti

 

 

 

Κ Α Τ Ω   Σ Τ Ο Υ Σ   Κ Η Π Ο Υ Σ 

 

Κάτω στους κήπους στις ιτιές η αγάπη μου με βρήκε,
μες στις ιτιές το πόδι της λευκό σαν χιόνι είχε·
οι αγάπες έλεγε είν’ απλές, σαν φύλλα, δες, φυτρώνουν
μα στην τρελή μου νιότη εγώ δεν τη συμμεριζόμουν.

Σ’ έναν αγρό στον ποταμό ήρθε να μ’ ανταμώσει
πάνω στον ώμο μου λευκό το χέρι της ν’ απλώσει·
απλή ‘ναι μού ‘πε η ζωή, χορτάρι που φουντώνει
μα την τρελή είχα νιότη εγώ, και δάκρυ με βουρκώνει.

 

 

 

Ο  Φ Ο Β Ο Σ   Τ Ο Υ   Ε Ρ Ω Τ Α

 

Ένας φόβος ανείπωτος είναι
στην καρδιά κρυμμένος του έρωτα:
ο κόσμος που αγοράζει και πουλά,
τα σύννεφα ψηλά που ταξιδεύουν,
ο άνεμος υγρός και κρύος που φυσά,
το σκιερό δασάκι με τις φουντουκιές
όπου κυλούνε γκρίζα τα νερά,
τη μορφή που αγαπώ απειλούνε.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

Η  Θ Λ Ι Ψ Η  Τ Ο Υ  Ε Ρ Ω Τ Α

 

Κάποιου σπουργίτη το τιτίβισμα στη στέγη,
ο γαλατένιος ουρανός και το λαμπρό φεγγάρι,
κ’ εκείνη η έξοχη αρμονία των φύλλων, την εικόνα
και το θρήνο του ανθρώπου είχανε σβήσει.

Πρόβαλ’ ένα κορίτσι με θλιμμένα, άλικα χείλη,
το δακρυσμένο μεγαλείο του κόσμου έλεες πως ήταν,
άμοιρο σαν τον Οδυσσέα και τα καράβια στον αγώνα,
περήφανο όσο ο Πρίαμος την ώρα της σφαγής του.

Πρόβαλε. Τότε μονομιάς ο θόρυβος στη στέγη
και το φεγγάρι που σκαρφάλωνε στ’ άδεια τα ουράνια,
κι ο ολοφυρμός των φύλλων μόνο αυτό μπορούσαν:
του ανθρώπου την εικόνα και το θρήνο να συνθέσουν.

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου

 

 

Ο Ν Ε Ι Ρ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο Υ

 

Ονειρεύτηκα πως κάποια είχε πεθάνει, σε τόπο ξένο,
μακριά από χέρι φιλικό.
Πάνω απ’ το πρόσωπό της είχαν καρφώσει τα σανίδια
οι χωρικοί στον τόπο τον αλλόκοτο.
Δεν ήξεραν αν έπρεπε μόνη να την αφήσουν,
και πάνω έβαλαν στο χώμα που τη σκέπαζε
ένα σταυρό, φτιαγμένο από δυο κομμάτια ξύλο
και κυπαρίσσια φύτεψαν τριγύρω.
Κι εκεί, στων άστρων την αδιαφορία την αφήσαν
Μέχρι που σκάλισα τούτα τα λόγια:
Ήτανε πιο όμορφη απ’ την πρώτη σου αγάπη
Μα τώρα κάτω απ’ τα σανίδια βρίσκεται.

 

 

Τ Ο   Ψ Α Ρ Ι

 

Μπορεί στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη να κρύβεσαι
κάποιας χλωμής παλίρροιας, σαν η σελήνη έχει χαθεί,
όμως οι άνθρωποι στο μέλλον θα το μάθουν—
πώς έριχνα τα δίχτυα μου
και πώς εσύ αμέτρητες φορές πηδούσες
πάνω από τα μικρά, τ’ αργυρά νήματα,
και ότι ήσουνα σκληρή θα πουν,
και με πολλά λόγια, πικρά, για σένα θα μιλήσουν.

 

 

 

Ο   Π Ο Ι Η Τ Η Σ   Σ Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η   Τ Ο Υ

 

Με ταπεινά χέρια σου φέρνω
τα βιβλία των αναρίθμητων ονείρων μου
— λευκή γυναίκα που το πάθος έχει φθείρει
σαν την παλίρροια που τρώει την γκρίζαν άμμο—
και με καρδιά παλαιότερη απ’ το κέρας
το ξέχειλο από τη λευκή τη φλόγα του Καιρού.
Λευκή γυναίκα των αναρίθμητων ονείρων,
σου φέρνω τους περιπαθείς μου στίχους.

 

 

Σ Τ Ι Χ Ο Ι   Γ Ι Α   Τ Η Ν   Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η

 

Τα μαλλιά σου πιάσε με χρυσαφένιο χτένι,
κάθε ξεστρατισμένο βόστρυχο υπόταξε.
Πρόσταξα την καρδιά μου να σκαρώσει ετούτες
τις φτωχές γραμμές· και κόπιασ’ η καρδιά σκληρά πολύ
μέρες και μέρες να ζωγραφίζει αδιάκοπα μία θλιμμένη,
ωραία μορφή, μια χάρη, βγαλμένη από τις μάχες του παλιού καιρού.

Μόν’  ύψωσε το χέρι σου τ’ ωχρό, σαν το μαργαριτάρι,
πιάσε ψηλά τα μακριά μαλλιά σου, κι αναστέναξε·

κι όλες οι αντρικές καρδιές θε να χτυπήσουν ταραγμένες
και να καούν. Ο αφρός, σαν φως κεριών, πάνω στην άμμο τη θαμπή
και τ’ άστρα που ανεβαίνουν στο δροσοστάλαχτο ουρανό
ζούνε μονάχα με σκοπό το πέρασμά σου να φωτίζουν.

 

 

 

Π Ε Ρ Ι   Τ Ε Λ Ε Ι Α Σ   Κ Α Λ Λ Ο Ν Η Σ

 

Ω συννεφόχρωμα, ωχρά μου βλέφαρα κι ονειροθαμπωμένα μάτια,
οι ποιητές που μιαν ολόκληρη ζωή κοπιάζουν
να πλάσουνε μια τέλεια καλλονή στο στίχο,
από μιας γυναίκας τ’ ονειροπόλο βλέμμα ταπεινώνονται
κι από τη ράθυμη μελαγχολία των άστρων.
Γι’ αυτό θα υποκλιθεί η καρδιά μου, καθώς η δρόσος
ύπνο θα σταλάζει, ώσπου ο Θεός να κάψει τον Καιρό,
μπροστά στα ράθυμα τ’ αστέρια  και μπροστά σας.

 

 

Ε Υ Χ Ε Τ Α Ι  Τ Ο  Θ Α Ν Α Τ Ο  Τ Η Σ  Α Γ Α Π Η Μ Ε Ν Η Σ  Τ Ο Υ

 

Αν ήσουν παγωμένη και νεκρή
και αν το φως εχλόμιαζε στη Δύση,
θα ‘ρχόσουν προς τα ‘δω, θα ‘σκυβες το κεφάλι σου
και το κεφάλι εγώ θ’ ακούμπαγα στο στήθος σου.
Και τότε, λέω, λόγια τρυφερά πως θα ψιθύριζες
και θα με συγχωρούσες, γιατί θα ήσουνα νεκρή.
Μήτε θα σηκωνόσουνα να φύγεις βιαστική
αν κι από αγριοπούλι στη θέλησή σου κάτι έχεις.
Και θα ΄ξερες ότι στ’ αστέρια, στον ήλιο, στη σελήνη
Τυλιγμένα και δεμένα είν’ τα μαλλιά σου.
Είθε, αγαπημένη, κάτω από της προκυμαίας τα φύλλα
Να ήσουν ξαπλωμένη
Καθώς θα χλόμιαζαν τα φώτα ένα ένα.

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

 

Τ Α   Ο Υ Ρ Α Ν Ι Α   Τ Α   Μ Ε ΤΑ Ξ Ω Τ Α …

 

Τα ουράνια τα μεταξωτά και χιλιοπλουμισμένα,
που ‘ναι με μάλαμα από φως κι ασήμι δουλεμένα,
τα γαλάζια τα διάφανα  και τα βαθιά βαμμένα
με φως, νύχτα και μούχρωμα, δικά μου αν τα ‘χα ωστόσο,
θα ΄θελα κάτω από τα δυο σου πόδια να τ’ απλώσω.
Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,
για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου.
Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου …

Μετάφραση: Μελισσάνθη

 

 

  W.   B.    Y   E   A   T   S

 

. . . . . . . . . . . .

Από τα 70 Ερωτικά, επιμέλεια-σχολιαμός: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Εστία 2000


οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο

 

 

 

 

 

 

 

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς   γ ι α   τ ο  έ ρ γ ο  τ η ς   Χ α τ ζ η λ α ζ ά ρ ο υ  

 κ α ι  τ ρ ί α   π ο ι ή μ α τ ά   τ η ς

 

 

1

Η δεύτερη ανάρτηση ποιημάτων της Μ. Χατζηλαζάρου στο πτερόεν δεν είναι προϊόν εύκολου ενθουσιασμού. Στεκόμαστε με σεβασμό μπροστά σε ένα ποιητικό έργο που, για να εκφρασθούμε μετριοπαθώς, σαφώς αξίζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όσο έχει προσελκύσει. Σκοπεύουμε λοιπόν να διερευνήσουμε το έργο της  Μ. Χ. με τη βοήθεια ανθρώπων που του έχουν  αφιερώσει τον «καθιστικό τους μόχθο», και να επανέλθουμε σ’ αυτό με  αφιερώματα και  δοκίμια.

2

Ο  William Blake θα της αφιέρωνε κάποιους επιγραμματικούς του στίχους, όπως:

Στη σύζυγο θ’ αποζητούσα
Αυτό που βρίσκεις πάντα στις πουτάνες –
Τα δείγματα του Κορεσμένου πόθου,

  ή

Η Εγκράτεια σπέρνει άμμο
Στα ροδαλά τα μέλη, στα πύρινα μαλλιά,
Αλλ’ ο Κορεσμένος Πόθος
Καρπούς φυτεύει της ζωής, της ομορφιάς

(Στίχοι κι Αποσπάσματα, 1793-1810, μτφρ. Ελ. Βαρίκα, Σπ. Ηλιόπουλος)

Ο  D. H. Lawrence θα εκτιμούσε τον πληθωρικό, εκρηκτικό ποιητικό  λόγο μιας γυναίκας που δεν αυτο-ακρωτηριάστηκε για να χωρέσει στο καλούπι του «κόσμου»·  μιας ποιήτριας που ήξερε να χορεύει εκστατικά, επιθυμώντας να παρασύρει  πολιτείες ολάκερες στο «ανοιξιάτικό [της] διάβα», που ήξερε ότι είναι κομμάτι του ήλιου και κομμάτι της γης, και ότι το αίμα της είναι μέρος της θάλασσας (Αποκάλυψη,Apocalypse,1930) — το ακριβώς αντίθετο της ερωτικά και ψυχικά στερημένης Αγγλίδας, της Juliet, στην αρχή της νουβέλλας του Ήλιος (Sun,1928), πριν αυτή παραδώσει το γυμνό της σώμα στον θεραπευτικό ήλιο της Μεσογείου.

Και ο W. B. Yeats θα έβρισκε στην Μάτση Χατζηλαζάρου μια αυθεντική έκφραση του πνεύματος της αθυρόστομης «τρελο-Τζένης» του (Η Κυκλική Σκάλα, The Winding Stair and other poems, 1933) και των τελευταίων ποιημάτων του (Last Poems, 1938-1939): μια γυναίκα που διεκδικεί άφοβα ολόκληρο τον εαυτό της, και μια ποιήτρια που απεχθάνεται την υποκριτική «κοσμιότητα». Θα έβρισκε  σ’ αυτήν μια ηφαιστειακή ενέργεια για σαρκικό έρωτα αλλά και  ένα πάθος για πληρότητα, για ενότητα σώματος και ψυχής, Ανθρώπου και Κόσμου. Όπως λέει μια persona των ποιημάτων του:

Πρέπει να μάθει η ψυχή μου ν’ αγαπά
με μιαν αγάπη που στον κόρφο της ταιριάζει
κι όλα τα μέλη όπου το αίμα μου χτυπά
να ‘ν’ σάρκα ανθρώπινη, ψυχή που αναστενάζει.
Αν η ψυχή ξέρει να κοιτά
Και το κορμί ν’ αγγίζει είν’ καμωμένο
Πιότερο ποιό  είν’ ευλογημένο;

(«Της κυράς τραγούδι δεύτερο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

[…] αν τα μηριά μου ηδονικά θα ‘χει το χέρι του μαλάξει
Οι ουρανοί κι η φύση όλη βαθιά θα ‘χει στενάξει.

(«Της  κυράς τραγούδι τρίτο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

Όπως και στα τραγούδια της «τρελο-Τζένης» και  της «Κυράς», στον Yeats, το  τραγούδι στην Χατζηλαζάρου είναι για κάτι ευρύτερο από τον  έρωτα (το οποίο όμως ποτέ δεν τον ακυρώνει), κάτι εξόχως οικουμενικό. Στο Άτιτλο «Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι…», που παρουσιάζουμε πιο κάτω,  το τραγούδι αυτό

Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

Και στο Άτιτλο «Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα», ο χορός είναι

[…] τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου.

Σε ένα σημαντικό δοκίμιο  για  την ποίηση της Χατζηλαζάρου («Το πένθος ως μέσον αυτοπραγμάτωσης»), η Λαμπρίνα Μαραγκού θέτει το ζήτημα στη σωστή βάση:

«Συνηθίζεται να χρησιμοποιείται ο όρος “γυναικεία ποίηση” από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, χωρίς αυτό να διευκρινίζεται πλήρως. Πρόκειται για την ποίηση που δημιουργείται από γυναίκες ή που απευθύνεται μόνο σε γυναίκες; Δεν νομίζω να αξίζει απάντηση αυτό το ερώτημα καθώς από μόνο του καθίσταται άκυρο». (Ηλεκτρονικό περιοδικό critique <http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=125>).

Και συνεχίζει, συνοψίζοντας, κατά τη γνώμη μας, την ουσία του έργου της Χατζηλαζάρου:

«Την χαρακτηρίζουν μερικοί σαν γυναικεία ποιήτρια, προσδίδοντας της έτσι ένα εξιτήριο από την οικουμενική ποίηση, μια περιθωριοποιημένη ταυτότητα που στόχο της έχει να εξυπηρετεί τις ανάγκες των γυναικών. Άτοπος χαρακτηρισμός που ενέχει μια υποβάθμιση, και που σαφώς δεν αντιπροσωπεύει την Μ. Χ.  Κουβαλώντας ένα ενδιαφέρον παρελθόν με δυο αποτυχημένους γάμους, παντρεύεται τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ερωτεύεται τον Ανδρέα Καμπά, συζεί στο Παρίσι με τον ανιψιό  του Νταλί και με τον Καστοριάδη, διαμορφώνει την προσωπική της άποψη για τη ζωή μέσα από το φάσμα των χρωμάτων του έρωτα […] Κι αν αγάπη σημαίνει άγγιγμα, επαφή, τότε ο ορισμός που εμπεριέχεται σ’ όλα τα ποιήματά της […] βοηθά τον εραστή της ποίησης να συμμεριστεί  […] την ταύτιση του απόλυτου με το θείο όπου αυτομάτως γεννιέται η έλλειψη, η απουσία, η νοσταλγία, συναισθήματα που υπάρχουν γιατί έχει προηγηθεί η πληρότητα, η παρουσία, ο φωτεινός έρωτας […] Η  ερωτική προσμονή δηλώνεται στο έργο της μέσα από μια μεταφυσική ιδιοτυπία […]  Στόχος το ονειρικό, το άπιαστο που η ποιήτρια αναγνωρίζει  πως ακόμα κι αν διαφανεί δεν είναι η τελείωση…»

Πιστεύουμε ότι αν έπρεπε οπωσδήποτε να δοθεί κάποιος χαρακτηρισμός στην Μάτση Χατζηλαζάρου, αυτός θα ήταν «ερωτική ποιήτρια» με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Όπως σημειώνει η Λ. Μαραγκού, ο έρωτας στην ποίηση της Μ. Χ. είναι «ο έρωτας και το πάθος του καθένα, που λειτουργεί όμως οικουμενικά». Η ερωτική ποίηση της Μ. Χ. είναι τόσο οικουμενική, όσο ενδεχομένως δεν είναι η ερωτική ποίηση άλλων, γνωστών και μεγάλων.

3

Το ποίημα της Χατζηλαζάρου «Αραπιά», που παρουσιάζουμε πιο κάτω, ίσως προκαλέσει ερωτήματα. Ο τίτλος είναι αυτός του τραγουδιού του Τσιτσάνη «Αραπιά»  ή «Η μάγισσα της Αραπιάς».  (Αν και, καθώς  ανακαλεί το τραγούδι στη μνήμη της και ακούει τον απόηχο, η ποιήτρια παραποιεί ελαφρώς τους πρώτους στίχους  του, «Θα πάω εκεί στην Αραπιά / που μ’ έχουνε μιλήσει / για…» Η αθέλητη παραποίηση φαίνεται να είναι η πιθανότερη εκδοχή, αφού δεν αλλάζει μόνο το «θα» με το «θέλω να», που θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία.)  Εντύπωση προκαλεί το ότι, την ίδια εποχή, και κάποιος άλλος,  που παρέμεινε για πολύ  στη σκιά κι αυτός, είχε ενσωματώσει την «Αραπιά» στο έργο του.

Τα παρακάτω  αποσπάσματα από την σελίδα  Ιδωτική Οδός του Παναγιώτη Ανδριόπουλου («Το ρεμπέτικο  του  Σκαλκώτα», 9 Ιουνίου 2008 <http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html>), δίνουν ίσως μιαν  εξήγηση του λόγου/ των λόγων: 

«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε  μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται –λες– μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού “Θα πάω εκεί στην αραπιά”».

Ο φίλος «προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της “διάθεσης φυγής” — καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών». Μάταια όμως. «Του λόγου μου […] του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια […]».

Αυτά έλεγε  ο Μάνος Χατζιδάκις, στην πολύ γνωστή του  διάλεξη για το ρεμπέτικο  τον  Ιανουάριο του 1949.  Και τα έλεγε «Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (20-9-1949)… Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για 2 βιολιά, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο “Θα πάω εκεί στην Αραπιά”  του Βασίλη Τσιτσάνη».  Είναι φανερό ότι ο Χατζιδάκις αγνοούσε  «το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα», ένα αριστούργημα του εικοστού αιώνα, «είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε». Αναμφίβολα  δεν το γνώριζε και ο  ιδιαίτερα συντηρητικός μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος στην Καθημερινή (8-2-1949) «μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου “με την αιώνια, μεγάλη τέχνη”».

Και στην περίπτωση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, ο καθένας  μπορεί να κάνει τους δικούς του χρήσιμους  συνειρμούς  περί  σοβαροφάνειας,  «μεγάλης τέχνης» και «χυδαιότητας».

 

Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

 

 

 

Α  Ρ  Α  Π  Ι  Α

Ωχ! τη μάνα μου την καψερή, τη μάνα μου παρηγοριά
και βάλσαμο της νύχτας.
Απόψε δε χωράνε οι λύπες μου, ούτε μες στ’ απαλότερο φιλί.
«Θέλω να πάω στην Αραπιά
που μ’ έχουνε συστήσει
σε μια μεγάλη μάγισσα
τα μάγια να μου λύσει.»
Θέλω ν’ ακούσω πάλι τα βλέφαρά μου να γέρνουνε μπρος σ’ ένα όραμα ξανθό.
Θέλω να χορέψω, φούσκωμα και φύσημα τρυφερής κουρτίνας,
μην απελευθερωθεί από το παράθυρο.
Θέλω ν’ ανοίξω ένα πρωί με το φως, σαν το νούφαρο.
Είναι οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο.
Ναι, άπλωσα στον ήλιο ένα άγριο κυκλάμινο στην άκρη της ρεματιάς,
μια χειραψία φίλων συνοδοιπόρων και συναγωνιστών,
λίγα κρόσσια που πέφτουνε στο μέτωπο ενός Κρητικού,
τα γόνατα μιας κοπέλας όταν βγαίνει στη θάλασσα
τη βραχνή φωνή του έρωτα,
ένα αυλάκι αίμα μιας μάχης για τον ήλιο,
κι ένα ασημένιο κουτάλι λαμπερό,
στην άκρη των χειλιών του βρέθηκε ένα χθεσινό μου δάκρυ.

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι, τα δάκρυα στέρεψαν, τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε, σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή, ούτε δέντρου φυλλωσιά ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου, είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί, γιατί χάσαμε στη ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού.
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε) μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη, στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια, από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχεοειδές.
Ο αέρας θα παίρνει τις μυρουδιές μου και θα τις κρύβει
μες στις σκιές που ‘χουν τα βότσαλα.
Παλικάρια! Σιμώστε, καβαλήστε μας, είμαστε τ’ άσπρα σας άτια,
είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες.
Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές, και τους γιαλούς,
και τα στεγνά στοιβαγμένα φύκια, και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου.
Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.
Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

 

 Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

 Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία — τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
— μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι — ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός — και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ  (1914-1987)
[Αραπιά] «Δύο Διαφορετικά Ποιήματα», περ.  Τετράδιο Πρώτο (Αθήνα, Απρίλης 1945)  και  Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος 1944

[Translatum/ Ποίηση της Θεσσαλονίκης /Μάτση Χατζηλαζάρου. Βλ. Συνδέσμους στο πτερόεν  που αναφέρονται στην Χατζηλαζάρου]

 

 


Γέητς : Ο Γάτος και η Σελήνη

    

  

       

[Η μετάφραση αφιερώνεται στην μικρή
Σελήνη-Ρέα Πατρινού, για την οποία και
γράφτηκε στις 30 Ιου. 2011. -Σ.Η.]

 

 

 

 

 

 

 

 

Λεπτoμ. από πίνακα του H. Rousseau

 

Ο γάτος βγήκε στο σεργιάνι
και η σελήνη στριφογύρισε σα σβούρα∙
κι ο πιο στενός της συγγενής,
ο μουλωχτός ο γάτος, ύψωσε  το βλέμμα.
Ο  μαύρος Μιναλούς κοίταξε τη σελήνη
γιατί καθώς αλήτευε κι όλο θρηνούσε,
το παγερό της φως στον ουρανό
κέντρισε το γατίσιο του το αίμα.
Βολτάρει ο Μιναλούς μέσα στη χλόη
πατώντας με τη χάρη ενός γόη.
Χορεύεις Μιναλούς, χορεύεις;
Όταν δυο συγγενείς στενοί ανταμώνουν,
τί πιο καλό από ‘ναν εύθυμο χορό;
Κι  ίσως να μάθει κι η σελήνη,
βαριεστημένη από τις τόσες ρεβεράντζες,
κάποια καινούρια χορευτική φιγούρα.
Ο Μιναλούς γλιστράει μέσα  στη χλόη,
απ’ τό ‘να  φεγγαρόφωτο στο άλλο τρέχει
κι η ιερή σελήνη η πάνωθέ του
πως μπήκε σε καινούρια φάση γνέφει.
Να ξέρει τάχα ο Μιναλούς ότι οι κόρες των ματιών του
από τη μια αλλαγή στην άλλη  όλο περνάνε
και τώρα ολόγιομες πως θά ‘ναι,  και  ύστερα
μισές, ολόγιομες, μισές,  και πάλι έτσι;
Ο Μιναλούς γλιστράει μέσα στη χλόη
μόνος, σπουδαίος, μα και σοφός
Και  τ’ αλλαγμένα πάλι μάτια του υψώνει
Προς της σελήνης το  αλλαγμένο φως.

 

W. B. YEATS  (1865-1939)

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος