Just another WordPress.com site

ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗ (ΚΕΡΑΣΙΑ ΧΡ.)

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : «Το θάνατο μιμούνται οι φασίστες…» — Οι μικρές λεπτομέρειες (6)

.

triplo01-endΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

.

Ο θάνατος σπαράζει τα πρόσωπα

κι επιβάλλει χαιρέκακα την ομοιομορφία

κακότροπα στο ίδιο καλούπι όλα τα υποτάσσει.

Το θάνατο μιμούνται οι φασίστες

κι όλες του ανθρώπου οι εξουσίες

σε κατατρών αν ξεστρατίσεις του ορισμού τους

αν δεν είσαι πρόθυμος προσκυνητής

ίδιος στα φερσίματα, στους τρόπους και στα όνειρα

σε κατατρών ώσπου να λιώσεις και να ταπεινωθείς

ώσπου ν’ ακινητήσεις στη μούχλα του τάφου σου.______________

.

 

 

ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ

.

Τι με ζηλεύεις και μου λες τι ψέματα μου λέγεις;

Το τίποτα δε γίνεσαι και δε μπορεί να είσαι

στο μνήμα μου θα κενωθώ ένας σωρός κριμάτων

κι αν οι παλιοί πληρώνανε της βάρκας τους τα ναύλα

κι ήταν γι’ αυτούς ο οβολός εξαγορά και χάρη

σε μένα τούτο δε μετρά για με δε λογαριάζει

τι είν’ ο Χάροντας εχθρός δε στρέχω να πληρώνω

τη λευτεριά μου αποζητώ και γι’ αυτήν παλεύω.

Κι αν χάσω εγώ τον πόλεμο κι αν συνθηκολογήσω

μαύρο νερό θα πάω να πιώ νερό του Κάτω Κόσμου

που ’χει τις μνήμες ζωντανές τους πόνους θεριεμένους

της Λήθης νάμα δε θα βρω παρηγοριά δε θα ’χω

μον’ θα θυμούμαι πάντοτε ως να σωθούν οι αιώνες

τις άρνησες και το κακό που έχω βαστημένο.

Ποιανού βολή ο οβολός ποιού πληρωμή και χάρη;

Ποιού χάρισμα το κλάμα μου του Χάροντα είμαι δώρο

κι αυτός πικρός και δε μιλεί σκληρός και δε λυγίζει

τις κλείδες του που έχασε σε μένα τις χαλκεύει

που συναινώ, που δέχομαι να είμαι νικημένη.

Πώς με ζηλεύεις και το λες τι ψέματα μου λέγεις;

Πώς με ζηλεύεις του Θεού που ψάχνω ένα χνάρι

μα του ΄Αδη ακούω στεναγμούς κι απ’ τις κλειστές αμπάρες

κερδίζω την απελπισιά προσκέφαλο το βράδυ

που έχω το Φως το Αληθινό και είμαι στο σκοτάδι.

Πώς με ζηλεύεις που πιστώ και είμαι μες στη γύμνια

εσύ το όριο ντύθηκες και μέσα κει ορίζεις

είσαι του κόσμου σου παιδί και ζεις ό,τι ανασαίνεις

εσύ μαλώνεις τους καιρούς μα εγώ καιρό δεν έχω

μήτε δρομάκι να σταθώ κι εκεί να περπατήσω

κι αντιμαχώ το θέλημα που μου τραβάει τα σπλάχνα

κι έχει τα θέλω του ανοιχτά σαν αγκαλιά απλωμένη

εσύ, μου λες, δεν καρτεράς μα εγώ «θέλω» δεν έχω

και προσδοκώ και καρτερώ το πάνω από μένα

γιατί είμαι ’γω ασήμαντη, μικρή και τιποτένια

τι αν ήταν όλη μου η ζωή αυτό το κάτι που είμαι

κρίμα θα ήταν η ζωή να πάει έτσι χαμένη…

Εσύ, μου λες, δεν καρτεράς Ζωή αντί θανάτου

σαν τίποτα στο τίποτα τα πάθη σου επιστρέφεις

τη μνήμη σου, τον κόπο σου, το γέλιο και το κλάμα.

Μα τι παλεύεις, τι πονάς ν’ αλλάξεις τους ανέμους

κι αν δεν το ξέρεις πολεμάς τον κόσμο που είν’ δικός σου.

Πώς με ζηλεύεις και το λες τι ψέματα μου λέγεις;

Στου Αχέροντα τ’ άγρια νερά δε νοιάζεσ’ αν θα πάμε

βρώμα και πιόμα ανέξοδο θαρρείς τον εαυτό σου

Κι αφού θωρείς το τίποτα και τίποτα δε νιώθεις

εσύ δεν έχεις να χαρείς, δεν έχει να πονέσεις

μα εγώ βαρκούλα θα γενώ γιομάτη από υποσχέσεις

γιομάτη από ψέματα, καημό και μοιρολόι

γιατί ήμουνα ο νικητής και έπεσα στο χώμα

γιατί ήμουν μέρος του Θεού και μέριασα στο σκότος.-

Μέγα Σάββατο, 18-4-2009

.

.

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

.

Της αγιότητος απέχουμε με χάρη

όχι από ταπείνωση,

τάχα, ν’ αρνηθούμε τους επαίνους

— σαν πονηροί πολύ αποδειχτήκαμε

μετά από ’κείνον το φαφλατά το Φαρισαίο –-

ούτε από αδεξιότητα

σαν άμαθοι των ασκήσεων και των κόπων,

αλλά από μιαν αλλόκοτη διαστροφή των νοημάτων

κι αποστρεφόμαστε καχύποπτοι,

μην είναι λάθος κείνο το «ατελεύτητος»;

Τι είδους ζωή θα είναι και μάλιστα ατελεύτητος

αν λείπουν οι στεναγμοί, οι πόνοι και τα δάκρυά μας;

 .

.

Η ΑΦΕΣΙΣ

 .

Ἄφες ἡμῖν θα πω

αλλά πώς να μετρήσω

αυτό το μικρότατο «ὡς»

εμπρός στο «καί ἡμεῖς ἀφίεμεν

τοῖς ὁφειλέταις ἡμῶν»;

Σα βελονιά στα δάχτυλα

της μάνας μου που λίγο

ξαφνιασμένη κοίταγε

τη μικρή πληγή

κι έπειτα σκεφτική

μας μπάλωνε τα ρούχα;

 .

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

.

Ποια η ζωή που έζησα

και τώρα αφήνω πίσω

ποια η ζωή που αρνήθηκα

σαν αίνιγμα να λύσω…

Αρνήθηκα του νικητή

την έπαρση, το κλέος

και κουβαλώ του ασκητή

το βάσανο σα χρέος.

Κι όσο να πεις επαίρομαι

που είμαι αποστάτης

κι αμέσως κει που χαίρομαι

φτηνός επαναστάτης

αρχίζουν να βρωμοκοπούν

τα άγια αθλήματά μου

τα έργα μου να θορυβούν

στα δύστυχα τ’ αυτιά μου.

Κι είμαι ξανά το γέννημα

που έβγαλε το χώμα

και μιας Πνοής το θέλημα

τη στέκει εδώ ακόμα.

Κι ως δίχως να ’χω αναπνοή

ετόλμησα και είπα

Θεέ μου, δος μου απαντοχή

ν’ αντέξει ετούτη η τσίπα

που ανασκιρτά πως χάνεται

και θέλει το δικό της

σκύβαλο άθλιο πιάνεται

ξανά στον εαυτό της.

Είδα κι απόειδα, δέχτηκα

δρόμος δεν είναι πια

γαγγραινιασμένη αφέθηκα

να εκθέσω χαρακιά.

Είμαι αυτό που έγινα

που ήμουν και θα είμαι

δαγκωματιά από έχιδνα

με βάνει εδώ να κείμαι

μα της αλήθειας μου το φως

με σκέπει και με ντύνει

στον Άδη Αδάμ δειλός, σκυφτός

Αναστημένος Ουρανός εγίνη.

7-2-2009

.

.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

.

Τι είν’ του Θεού το όνομα;

Ένα θέλω χωρίς το περήφανο «λ»

κι ένα κομμάτι απ’ το τρελός

χωρίς το τρεμούλιασμα των «τρ»

και πάλι και ξανά και πάντα

χωρίς το περήφανο «λ».

Κράτησα το έσχατο «ω[μέγα]»

γιατί μ’ ένα «ά[λφα]» στην αρχή του

περιέχει όλα τα νοήματα.

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.

Advertisements

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (5)

.

.

.

.

.

Συγκρατημένα στάθηκα στο φως

σα λέξη που δεν έπρεπε να ειπωθεί

κι όταν περήφανα άρθρωσα

τους δύσκολους ήχους

ταπεινώθηκα ανάμεσα

στην τελεία και την παύλα.

.

Η ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

.

Σαν τις παλιές φωτογραφίες κοιτώ

που ’χουν το κιτρινιάρικο το χρώμα της αρρώστιας

και του καιρού γεράματα με τσακισμένες άκρες

μακάβριες καθώς στέκουνε μνημούρια ξεχασμένα

με τα σβησμένα γράμματα στην πίσω τη μεριά τους

και τους παλιούς να μας κοιτούν χωρίς να μας γνωρίζουν

ποζάρουν κει στο κράτημα του χρόνου σαν εκπλήξεις

μικρών αναπνοών, η ακινησία τους τώρα

μιαν ακριβοδίκαιη διάταξη ψυχών

σαν τις παλιές φωτογραφίες κοιτώ

με συνεπαίρνουν κείνα τα πρόσωπα που κρύβονται

στο πίσω – πίσω μισοχαμένα σαν παραισθήσεις,

σα σκιές των μπροστινών τους, ανεπαίσθητα, δειλά

σαν υποψίες, που η ματιά βιαστική τα παρατά

μισοτελειωμένα, τυχαία, δεν ενδιαφέρουν

μια συγκυρία μοναχά τα στρίμωξε στο κάδρο

πώς βρέθηκαν εκεί, σα σύμπτωση και μόνο εμένα

συγκινούν τα πρόσωπα τα πίσω – πίσω, τα δειλά,

οι απόντες που δε διεκδίκησαν ποτέ,

σαν αντανάκλαση δική μου να ’ναι

15-1-201

.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ

.

Όταν θα ειπωθεί εκείνο το φοβερό «προ-»,

το «προτού» και το «πριν»

της σάρκας μου θα ακούσω την έκκληση

«ζήσε για μένα! για τις μέρες που χρωστώ

ενέχυρο στην αιωνιότητα,

ζήσε για μένα!»

Όταν θα ειπωθεί ο θάνατος σαν αίτημα

ενός κορμιού κουρασμένου

θα εννοήσω πως παρέμεινα μια υποψία

κάτω απ’ τα πραγματικά σχήματα τόσα χρόνια

μια υποψία και μια άρνηση κλειστή

σα μυστικό σε παιδικό δωμάτιο

Κι ονειρεύτηκα και φαντάστηκα με έξαψη

την ωραιότητα που δεν ήμουν, την τόλμη που δεν έγινα,

την αγαπημένη που λαχταρούσα να γίνω,

την ποθητή ολοκλήρωση σ’ ένα κορμί διαμελισμένο

να συναχτούν τα σκόρπια μέλη να γίνουν μιαν αλήθεια.

.

ΓΥΝΑΙΚΑ

.

Φύση γυναικεία που γερνάει

σαν τοπίο στη μέση του χειμώνα

διέτρεξε τόσα χρόνια στειρότητας

σα λήθαργος της γης κάτω απ’ το χιόνι

μα πριν συναντήσει το μαρασμό

στο μαύρο περίβλημα του σαπισμένου καρπού

ανοίγει ικετευτικά σαν επιθυμία

στο φως το πιο σκοτεινό της αντίο.

1-11-2010

.

ΟΙ ΓΡΙΕΣ

.

Μοιάζω, θαρρώ, με τις γριές

που στέκουν στο κατώφλι

παλιών σπιτιών με τη φθορά

συνομιλούν μονάχες

κι ως ακουμπούνε σταυρωτά

τα χέρια στην ποδιά τους

σιάζουν τις μνήμες τις γλυκές

απά στα γόνατά τους

ζαρώνοντας το μέτωπο

τραβούνε το μαντήλι

στ’ ασπρισμένα τους μαλλιά

και τις πικρές στιγμές τους.

Μοιάζω, θαρρώ, με τις γριές

που στέκουν και προσμένουν

μ’ ένα «Κύριε δόξα Σοι»

και μ’ ένα «Ἀμήν» στο στόμα

παλιώνοντας με τη σιωπή

των άδειων σπιτικών τους

το «αντίο» αναπέμπουνε

στον αναστεναγμό τους.

8-4-2010

.

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

.

Αφήνεις τίποτα άδειες σελίδες

ανάμεσα στις γραμμένες

για να ’ρθεί με τον καιρό της

η ιστορία να βάλει εκεί

τα κομμάτια της

που ακόμα δε βρήκαν

τις σωστές λέξεις

για να υπάρξουν.

Κι εσύ τα καρτεράς

σαν τα σαββατοκύριακα

ν’ αναπαυτούν στην αγκαλιά σου

οι αγαπημένες σου μικρές

εκκρεμότητες.

.

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

.

Με απασχολούν οι μικρές λεπτομέρειες

με κατατρώγουν με θαυμαστή επιμονή

Κι αν προσθέτουν χάρη και λεπτότητα,

αν υποτάσσουν την ασυναρτησία καλώς!

Μα αν λοξοκοιτούν ενοχικά στα κακόσχημα

κι εμμένουν πεισματικά στο ανόητο

τι βάσανο!

Χάριζέ μου, Κύριε, την ομορφιά

των μικρών λεπτομερειών

κι όχι τη ματαιότητά τους!

17-10-2010

 .

Ο ΚΑΗΜΟΣ ΜΟΥ

.

Έκλεισε γύρω μου ο τόπος

τα βουνά μου είναι οι ταράτσες

των γύρω κτιρίων

λογαριάζω το σκαρφάλωμα

στο απέναντι μπαλκόνι

όχι όπως κοινώς το θεωρούμε

ως διάρρηξη του ιδιωτικού

μα σαν αναρρίχηση

να κόψω, επιτέλους, εκείνο

το μοναχικό ανθάκι

που προκλητικά ξεπροβάλλει

ανάμεσα στα κάγκελα.

 .

ΣΑΝ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ

 .

Σαν αστερόσκονη θ’ αφήσω αυτόν τον τόπο

που ’χει αλλάξει κι είν’ αβάσταχτος, θαρρείς

μη λυπηθεί, ας μη μπει σ’ άδικο κόπο

ούτε να κλάψει, θέλω πια, κανείς!

Όταν την πόρτα πίσω μου θα κλείσω

δε θα φοβάμαι, δε θα λυπηθώ

γιατί ό,τι έχασα πιστά θ’ ακολουθήσω

όσα αγάπησα κι έχουν φύγει από καιρό…

Και πρόσωπα και μέρη, που δεν είναι

να σεργιανίσω, ν’ ανταμώσω, να τα ιδώ

όπως παλιώσαν οι καιροί μου, εδώ, κείμαι

αντεστραμμένη σ’ έναν θάνατον αργό.

Σαν αστερόσκονη θ’ αφήσω αυτόν τον κόσμο

δίχως παράπονο, χωρίς αντιμιλιά

μονάχα εσένα πικραμύγδαλο και δυόσμο

καθώς θα φεύγω, θα ’χω πάνω στην καρδιά.

4-1-2010

.

ΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

 .

Τυχεροί που γράφουν λίγα – λίγα ή πολλά – πολλά

κι εγώ που το σπίτι μου ονειρεύομαι λιτό σα βρισιά,

βαλμένο σε ευθείες αυστηρές σα χαστούκια,

καθέτους κι οριζοντίους εμπτυσμούς

κι εκείνες τις ειρωνείες τις σπαρτιάτικες,

ολοένα ανακαλύπτω περίτεχνα στρογγυλέματα και άκανθους

και τόσα φλύαρα τραγουδίσματα,

μια ψυχή καθόλου δωρική,

αλλά παιχνιδιάρα και κομπογιαννίτισσα και γύφτισσα…

.

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΑ ΜΝΗΜΗ

 .

Η μνήμη τρώει, ορέγεται και πάντα πεινασμένη

στα νιάτα πίσω ολόχαρη γυρνά και τραγουδά

και ’γω που γέρασα άδοξα στα γόνατα ριγμένη

στο πρώτο ξάφνιασμα γυρνώ με τόση ανεμελιά!

Τι να το κάνω το παρόν, γεμάτο από σοφία

πόσο σκληρά και άχρηστα χτυπά η λογική

στο θάνατό μου εμπρός δε στέκουν άλλα αστεία

ακράτητη στα όνειρα θα κάνω νέα αρχή!

.

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ

.

Τι μ’ ωφελεί να γράφω τα τραγούδια μου

τόσο το ξέρω, πως ποτέ δε θα ειπωθούνε

μακάριοι οι ποιητές, που νέοι φύγανε

και τον καημό τους πια δεν τον μετρούνε.

Κι είναι οι στίχοι αυτοί απ’ το μυαλό μου;

Ή κάποτε  τους διάβασα  μ’ αγάπη;

Κι αφού γυρίζω άπραγη και άτεχνη

δικό μου τούς εβάπτισα κομμάτι

όχι λογοκλοπώντας από πρόθεση

μα τελειωμένη καθώς έχω κάθε σκέψη

δεν ενθυμούμαι πλέον με βεβαιότητα

αν της καρδιάς μου είν’ τα λόγια ή αν τα ’χω κλέψει!

19-2-2009

.

ΟΙ ΑΤΕΧΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

.

Της ατεχνίας μας αιώνιοι εραστές

που δεν τις βρήκαμε τις ρίμες τις σωστές

– όσο κι αν προσπαθούμε – ,

σας θερμοπαρακαλούμε,

το χάχανό σας δώστε το με δόσεις,

όπως στων βιβλίων τις υποσημειώσεις

κάτω – κάτω «…ελάσσων γάλλος ποιητής»

αχ, κύριοι της κριτικής

τις γνώσεις σας, βέβαια, απλόχερα προσφέρετε

μα αυτό το «ελάσσων» αν δεν ξέρεις

σου φαίνεται κάπως σπουδαίο, όπως προφέρεται!

28-3-2009

.

Σα να μεγαλώνω μαζί με τον πόνο που ’χω μέσα μου

σαν ο πόνος να γεράζει μαζί μου.

Γίνεται δύστροπος και παράξενος.

Κακά γεράματα θα ’χω μαζί του.

.

ΤΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

.

Το σπίτι μου θυμάμαι

το συγύρισμα, το βόλεμα

πριν από κάθε αναχώρηση

να δείχνουν όλα καθώς πρέπει

στη θέση τους

με αρχοντιά βαλμένα

σα κουβέντες τρυφερές

που θα μαζέψουν τη σκόνη

των ημερών της απουσίας

στην ερημία και το σκοτάδι

εκεί θα μαζέψουν την καρτερία

των ήσυχων θλίψεων.

.

ΤΑ ΝΕΡΑ

.

Της βροχής τα νερά θαυμάζω

πώς ορμητικά χιμούν στην κάθε κατηφόρα

άμαθα όλα τα δοκιμάζουν αν κυλούν

μαζί τους αν ταιριάζουν

φίλια όλα και δικά τους

μα δε διακρίνεις η γη αν τα πάει

ή κείνα αν διαλέγουν…

Τέτοιο νερό δεν είμαι ’γω – ίσως κάποτε

τώρα είμαι θάλασσα που ξέρει τις άκριες της

την παλίρροια και την άμπωτη

τα σκοτεινά μου νερά και τ’ ανθισμένα μου κοράλλια,

τις ατόλλες και τα συντρίμματα,

τα ζωντανά μου και των πνιγμένων μου τα χοροστάσια

κι ό,τι δικό μου δικό μου.

Ερήμωσα τη ζωή μου

είμαι ο σπόρος που πέθανε

για να ζήσει

μούχλιασε για να βλαστήσει

κι επόνεσε πολύ.

.

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΟΥ ΒΗΜΑ

 .

Σαν να ’ν’ η άκρια του γκρεμού

το επόμενό μου βήμα

ένας χορός υψωτικός

του αιθέρα η ανασαιμιά

να μου χαρίζει του ουρανού

το γαλανό μου σχήμα

να γίνουμαι ένας αητός

με χρυσοκέντητα φτερά

στην απλωσιά του κόσμου

και της κρωξιάς μου η ιαχή

να βγάνει μέσα από τη γη

τι φύλαξ’ ο καιρός μου

σα τάμα, σαν αναπαμό

για ένα χαμένο γυρισμό

στα έγκατα που εντός μου

έχουν ανοίξει απ’ την αρχή

μία πανάρχαια πληγή

και είναι ο γδικιωμός μου.

Σαν να ’ ν’ στην άκρια του καιρού

το ανέσωστο το κρίμα

ένας χορός εκστατικός

κι ένας μακρόσυρτος αχός

το αρχαίο μου το ρήμα

της λευτεριάς η απαντοχή

ή του θανάτου το καρφί

ενός Λαβύρινθου κλειστού

να μου γυρνά το νήμα

μιας ανεξόφλητης ποινής

της πιο παλιάς διαδρομής

το επόμενό μου βήμα.

29 Μαΐου 2012

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (4)

.

.

.

ΙΟΥΝΙΟΣ

 

Καλώς που ήρθες Θεριστή

με τις μεγάλες ζέστες

να υψώσουν τα στάχυα

γερά το λαιμό τους

από δίψα για ουρανό

κι εσύ σκληρός σα λίβας

να κόψεις την περηφάνια τους.

 

.

.

 

ΙΟΥΛΙΟΣ

Διασχίσαμε τις κίτρινες απλωσιές

του θανάτου, αγαπημένοι νεκροί,

τα χέρια μας ξεράθηκαν

στέγνωσαν τα πρόσωπά μας

ώς και τ’ ασπράδι των ματιών μας

κίτρινο, σαν τ’ αγριόχορτα

τα έτοιμα να καούν.

 

Θα διατρέξουν αυτές τις ίδιες εκτάσεις

καρποφορώντας άλλοι

που δε θα τους μάθουμε ποτέ

ούτε κι εκείνοι θα μας θυμούνται

της απίστευτης μοναξιάς το εύρος

δε δύναμαι να περιγράψω.

 

 

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

 

Ήρθες εποχή του Μεγάλου Εσπερινού

των παρακλήσεων οι φωνές να υψωθούν

από τα σκότη να ξεκολλήσουν οι σάρκες

των αιωνίων βασάνων κραυγάζοντας

το Αλληλούια στο Φως.

 

Καλοκαίρι 2012

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (3)

.

.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

.

Νερά της Λήθης, της Στυγός

κι αναπαμού ταξίδι

τα κόμιστρα κι ο οβολός

σα λάθη πληρωμένα

εννιάστροφος, εννιάπλεχτος

συγκρατημός και χρέος

εκεί στα μαύρα ύδατα

σαν ορισμός αρχαίος

σαν όρκος που ξεχάστηκε

κι εκδίκηση προσμένει

κρατεί κλειστά τα βλέφαρα

τα χείλια κλειδωμένα

πλεύση πικρή κι ανείπωτη

σφιγμένη στο σουδάρι

που νά ’βρει όχθη γλυτωμού

νάρδο και ευωδία

σαν ιλασμός απλώνεται

σε υπόγεια Αχερουσία

πλεγμένο μες στα νούφαρα

πνιγμένο σα παιδάκι

λικνίζεται το ψέμα μας

ανθός και φυλλαράκι.

 3-1-2011

.

.

ΕΛΕΝΗ

.

Πώς βρέθηκα ένοχη;

Ποιος κριτής σκληρός

με καταδίκασε;

 

Τ’ όνομά μου έγραψε

την ιστορία μου

απ’ όταν μου δόθηκε.

 

Η άλωσις είμαι εγώ,

η ωραία άλωσις.

2011

.

 

ΕΚΑΒΗ

.

Δε θέλω παρηγοριές

θέλω να θρηνήσω

χωρίς περισπασμούς.

 

Κι αν λυπημένη φανώ

δε θέλω αδιακρισίες

και σχόλια επαινετικά,

 

πως τάχα άντεξα,

να λείπουν.

.

.

ΕΚΑΒΗ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ

.

Σαν κράτημα ανεπαίσθητο, σα λύπη, σαν αχός

και  θρήνος που σηκώνεται απ’ των γκρεμών τα βύθη

ανέμου μοιάζει βουητό ή λύκος μανιακός

κι ορμάει πάνω στα όνειρα, στην παιδική μας λήθη.

 

Τόση αφέλεια μάζεψε ο πρώτος μας καιρός

που άχρηστα τα χρόνια μας σαν πέπλος τα τυλίγει

του τέλους μας του άδοξου ο βέβαιος μαρασμός.

 

Τα πυρωμένα μάτια μου θα σβήσω με νερό

θαλασσινή θεά και σκύλα λυσσασμένη

τις νύχτες τις αφέγγαρες Πότνια θ’ αλυχτώ

στα δείπνα μου τ’ ανίερα αιματοβαμμένη.

 

Στα κάστρα μου τ’ απόρθητα, στα σκοτεινά μου δάση

ο χρόνος μου εστάθηκε σαν ιερή σιωπή

κύλισαν απ’ τα μάτια μου όλα όσα είχα χάσει

κι ήταν σα να ’φυγε μαζί μ’ αυτά η ζωή …

 

Κι αράχνιασαν τα μέλη μου, το στόμα, τα μαλλιά μου

έν’ άχαρο κι ακίνητο απόμεινα στοιχειό

κι ως μαύρισαν οι ορίζοντες, μαύρισε κι η καρδιά μου

που χτύπο – χτύπο μέτρησε για γη τον ουρανό.

 

Και λόγιασε στο πρόσωπο αυτό το πετρωμένο

σα μακρινό πια όνειρο και δανεισμένη γη

το λόγο τον αρχέγονο τόσο καλά ειπωμένο

σ’ ενός χορού το χτύπημα για ν’ αναμετρηθεί

 

με του θανάτου τη ριξιά σε τόπο μου χαμένο

που αλύπητα κι απρόσμενα στα στήθη θα δεχτεί.  

2012

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (2)

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich

.

.

 

.

Είμαι κείνο το σκοτεινό σημάδι

στην άκρια της ημέρας

μην τολμήσεις ν’ αναπαυτείς

στη δροσιά μου

του θανάτου είμαι το προοίμιο

μια άγρια αντίρρηση στο φως

μη στοχαστείς ν’ αναπαυτείς

στις υποσχέσεις μου

είμαι η αναίρεση.

.

.

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

.

Σαν κιούπι πήλινο, παλιό στη γη παραχωμένο

με την κοιλιά του ανοιχτή να χάσκει ένα στόμα

αντί νερό με χώμα γεμισμένο

σαν οιωνός αμφίσημος μου ’χει δοθεί  το σώμα.

 

Φριχτή κατάρα που άπλωσε σα μπέρτα τη σκιά της

με τύλιξε, κι ακίνητη σα κούκλα με κρατεί

με τράβηξε με τέντωσε, με δένει στα σκοινιά της

στην άκρια της ζωής να γέρνω θλιβερή.

 

Να ’χω τα μάτια μου ανοιχτά στο φως προσηλωμένα

και το ποδάρι μου το αργό χωμένο μες στη λάσπη

εγώ, η χοϊκή σπονδή με τους νεκρούς δεμένα

τα δώρα μου τα πρόσφερα όπως το είχα τάξει.

 

Λογάριασα το τι χρωστώ, τι το ’χω κρατημένο

για κοινωνιά κι αντίδωρο πληγή που όλο σαπίζει

και άφησε στο σώμα μου σημάδι χαραγμένο

που απόλυτα και αυθαίρετα σαν άρχοντας με ορίζει. 

.

29-11-2010

.

.

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

.

Ανάμεσο των φρυδιών

ένα κυπαρίσσι αναποφάσιστο

να ρίξει ή όχι μπόι τους θυμούς του

που ’ναι σαν τους χειμώνες μας

διστακτικοί κι ασυνεπείς.

 

Κι εγώ σέρνω το δάχτυλο συχνά

απάνω του

πώς στις μουτζούρες στο χαρτί

να ξεριζώσω τις ανεπιθύμητες

κείνες ρίζες

που μνημονεύουν τα σημάδια

και μαρτυρούν τις έννοιες μου

τις κεκοιμημένες

ανάμεσο των φρυδιών

.

31-12-2010

.

.

ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ

.

Πόσες γραμμές είναι η ζωή;

Σα μια σελίδα με τα κενά της σημεία

τις αδειανές σειρές της

είκοσι και βάλε χρόνια

και ξανά είκοσι αντικρυστά

να εφάπτονται σαν σώματα

ένα βιβλίο κλειστό μ’ ατσαλάκωτα φύλλα

που αναπαύονται το ’να πάνω στ’ άλλο

σα χέρια ακάματα και τρυφερά

ποιος θάνατος θα τα διαβάσει

όπως η γύφτισσα τις γραμμές της παλάμης

μιαν εξαπάτηση ή πρόβλεψη του μέλλοντος χρόνου

το «θα» χωρίς το σωστό ρήμα σιμά του

«ζήσεις» – «πεθάνεις» όλο μαντέματα κι αγυρτείες.

.

26-8-2010

.

.

 Κ ε ρ α σ ί α    Χ ρ.   Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (1)

Ζωγραφική : S. Dali

.

.

.

.

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ

.

Είμαι Χριστιανή

όχι από αγάπη

αλλά από μίσος

μισώ το θάνατο

και τη φθορά που σε κάνει

να τον επιθυμείς

μισώ το γήρας που έρχεται

όχι γιατί θα μαραθώ

αλλά γιατί θα θέλω να πεθάνω.

 

Κερασία Χρ. Γερογιάννη

.

.

.

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (8)

 

.

 

 

.

ΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ

 

Χαίρετε, οι ριγμένοι επί της Γης

οι ξένοι αυτού του κόσμου αναπαυθείτε

στους αγρούς των αιμάτων

ότι δούλοι πλέον δε λογίζεσθε.

 

Χαίρετε, οι καταραμένοι του Γολγοθά

αναστημένοι φέρετε τις πληγές

του μαρτυρίου σας εμπρός στο Σταυρό

γονυπετείς υποτάσσονται οι Νόμοι των αιώνων.

 

Χαίρετε, οι σκλαβωμένοι των σκληρών εποχών

ζυγιασμένα στο χέρι τριάντα αργύρια

κουδούνισαν χαρωπά την εξαγορά σας

«ἐπεί τιμή αἲματος ἐστί…».

 

 

 

 

 

Ο ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

 

Ποιανού το τύπωμα στη γη βαθαίνει τόσο

στης ερημιάς μας την αβέβαιη πορεία

των άδικων και ισχυρών το βήμα πόσο

τυραννικά επιβάλλει τη χλεύη ως σοφία.

 

Ποιανού ο λόγος είναι κάρφος και αγκάθι

στα μάτια τα αρπακτικά που νέμονται στη γη

λαόν απαίδευτον, απλόν και κατακάθι

Δικαιοσύνη μάθετε της γης οι ισχυροί.

 

Ποιανού ο θάνατος ενίκησε το σκότος

κι αναστημένη στάθηκεν η άδεια μας καρδιά

Ποιος των νεκρών Πρωτότοκος ορθρίζει Ήλιος Πρώτος

Κύριε, πρόσθες στους κακούς μύρια κακά!

 

29-1-2010

 

 

 

 

 

 

Ανάμεσα στα πικρά μου αντίφωνα

θα δεηθώ όλα τα υπέρ της αγωνίας μου

να συνάψω τις αντοχές και τις ευχαριστίες

κι αν όλα γύρω και μέσα δονούν

ένα θάνατο επαρκή

θ’ ανακηρύξω «Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος».

 

 

 

 

 

 

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Ι.

 

Τέλος πια οι φιλήσυχες αμφιβολίες

να μην ξεχνώ ποια είμαι

καμιά ταπείνωση πλέον

όταν του πολέμου ακούς το σάλπισμα.

 

Το κεφάλι σκύβεις μόνο για να προσευχηθείς

ως έτοιμος στο τέλος να δοθείς

καμιά υποχώρηση ντροπιαστικά ειρηνική.

 

Αυτό το χώμα που πατώ

κι αναλογεί στο πέλμα μου δικό μου ολότελα

κι αν με σκεπάσει

 

το σώμα μου πρόσφορο

σ’ αυτό ακριβώς θα δώσω.

Καμιά ενοχή πλέον

 

τι είμαι και τι όχι

ο χρόνος δε μας δόθηκε

για χασομέρια τέτοια.

 

Στις φλόγες σα ριχτείς δε θα σκεφτείς

θα δείξεις ξάστερα κι αντρίκια

ποιος είσαι και ποιος όχι.

 

 

ΙΙ.

 

Δεν έχουμε χρόνο ν’ αρνηθούμε αυτό που γίναμε.

Αυτό το φεγγάρι μας πολεμά

της ασημένιας λόγχης του το κέντρισμα

τ’ ακίνητα κορμιά μας σημαδεύει

αλύγιστοι σα θα σταθούμε εμπρός του

αμφίβολης νίκης νικητές

με την αλαζονεία αστραφτερή στο μάτι

όσο τ’ αντέχουμε θα κρατήσουμε.

 

Φέρτε τους καιρούς να μας χτυπήσουν

της μνήμης μας η πανοπλία ας θρύβεται

κι ας πέφτει σαν τα παλιά παιχνίδια

που τα ταλαιπωρήσαμε για χρόνια

και τα λησμονήσαμε κομματιασμένα

στα χώματα της αυλής μας

όσο τ’ αντέχουμε θα κρατήσουμε…

ένα σπασμένο γυαλάκι που κράτησε το φως μας,

 

το κοχύλι που βάψαμε κόκκινο

και κράτησε τη μυρωδιά του κύματος,

των μαλλιών το τσιμπιδάκι με τη μαρουδίτσα,

το παλιό μαντηλάκι κίτρινη σιγή διπλωμένη στο μπαούλο,

το τρύπιο πήλινο σταμνάκι που μέτρησε

τις βροχές και τους ήλιους στην ανοιχτή κοιλιά του,

τα μπαλάρια με το άχυρο που ευωδιάζαν τα όνειρά μας

την ξύλινη κασετίνα που μύριζε ξυσμένο μολύβι

 

τις αγκινάρες με τις αγκαθωτές περικεφαλαίες

που φύλαγαν στη σειρά με τα σπαθωτά τους φύλλα

τις πολεμίστρες της πεζούλας μας

τη συκιά που μας τάιζε γάλα και μέλι

τα ντάμια με τις κρικέλες στους τοίχους να περιμένουν

τις μικρές σιωπές που σκάβει το σαράκι στις ξυλοδεσιές

της σκεπής τις μαύρες πετρόπλακες που ’μάθαν

ν’ αγναντεύουν μαζί μας τον ορίζοντα

 

θα φυλάξουμε σαν πολύτιμο θησαυρό

τις θρυμματισμένες μνήμες μας

απ’ ό,τι ήμασταν και δεν ξέραμε

απ’ ό,τι γίναμε και πια δε θέλουμε

σαν αμφίσημο μειδίαμα, σα μάταιος στοχασμός

θα υποκλιθούμε στο χρόνο.

Φέρτε τους καιρούς να μας χτυπήσουν

εμείς θα κρατήσουμε

 

το πέρασμα το βιαστικό της πράσινης γκουστέρας

την ευγένεια της οχιάς που λιάστηκε πάνω στις πέτρες μας

γλείφοντας με τη γλώσσα της τη μυρωδιά των ονείρων μας

θυμάρι και απήγανο. Εμείς θα κρατήσουμε

το τριζοκόπημα του καλοκαιριού με τα τζιτζίκια,

τις μυστικές φωνούλες της νύχτας με τα τριζόνια,

τους ιστούς που τρεμίζουν από πλησμονή οι αραχνίτσες

στα χορταριασμένα δεσίματα των οστών μας.

 

 

ΙΙΙ.

 

Δεν έχουμε χρόνο ν’ αρνηθούμε

αυτό που είμαστε.

Κρατήσαμε τα χρόνια

στο πρόσωπό μας ακριβοδίκαια

τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο

μετρήσαμε τα σημάδια τους

κάθε πρωί ξυπνούσαμε με το βάρος

των εποχών στους ώμους μας

όσα χρόνια κι αν υπάρξουμε

θα κρατήσουμε,

πρέπει να κρατήσουμε…

όσα χρόνια κι αν περάσουν

όλα θα μας βαραίνουν το ίδιο…

όσες ημερομηνίες

κι αν λογαριάσουμε όλες

θα μας στοιχειώνουν το ίδιο

κρατάμε γυμνά ονόματα

για να στολίσουμε τις μέρες μας

δεν έχουμε χρόνο ν’ αρνηθούμε

αυτό που ζήσαμε

κι αν είμαστε έτσι ατέλειωτοι

σαν μνήμη διστακτική,

σαν ιστορία αναποφάσιστη

ποιο το τέλος μας αγνοώντας

δε μας παίρνει η ώρα

θα σωριαστούμε

σα μαρτυρίες ανάστασης.

 

14-5-2005

 

 

 

 

 

ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ

 

Οι επιθυμίες μου ιερές

σιμά – σιμά στο θέλημά Σου

Κύριε

το ατελές του προσώπου μου

τόσο τρυφερά αφημένο

εμπρός Σου.

 

Οι επιθυμίες μου ιερές

γιατί είμ’ εγώ

το Κατ’ Εικόνα Σου

 

ακόμη και η αμαρτία μου

ιερότητα εμπρός Σου

στρεβλή, αλλά πάντως ιερότητα.

 

Σου παραδίδω το μιαρό

και προσδοκώ το Αντίδωρον

της αγάπης Σου.

 

27-12-2009

 

 

 

 

 

ΧΑΙΡΕ

 

Χαίρε, η των δακρύων Εύα

η στενάζουσα το σκότος

αναδιπλωμένη στα έγκατα

της ταπεινώσεως.

 

Χαίρε, η της απελπισίας Ζωή

η καταβυθισμένη στη σιωπή

ότι αφουγκράζεσαι, άπνους,

από βάθους καρδίας

τα του θανάτου κλείθρα

συντετριμμένα.

 

Χαίρε, η αναστημένη γη

η αμαρτωλή αγία

της Επαγγελίας η δεξαμενή

το πρώτο άγγιγμα.

 

Χαίρε, η πρώτη προσκυνήτρια

του Φωτός

που πάτησε κραταιό

στη συντριβή της φύσης

ὅτι τά πάντα ποιεῖ καινά.

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ ΑΓΙΟΙ

 

Μακαρία η το όνειδος της μωρίας ενδεδυμένη

Μακαρία η της παραδοξότητας υμνωδός

Μακαρία η νικήτρια της εξουσίας, η ελεύθερη των νόμων

Μακαρία η πέρα των ορίων χαριτωμένη αμαρτωλή

Μακαρία η του Γολγοθά εσταυρωμένη,

 η του Τάφου αναστημένη,

   η τον μέλλοντα αιώνα προσδοκούσα

Μακαρία η τολμήσασα να σταθεί

απολύτως καλή και κακή επί του φοβερού βήματος

Μακαρία η προσφέρουσα «τά Σά ἐκ τῶν Σῶν»

Μακαρία η της αιωνίου ζωής γευσαμένη

Μακαρία η που μπορεί να πει το «Νῦν ἀπολύεις…».

 

 

 

 

 

 

«ΝỸΝ ΑΠΟΛỲΕΙΣ»

 

Αυτή είναι η ζωή μου

και την έζησα

μετρώντας τους δισταγμούς

και τις υποθέσεις. Αν…

Αν… Αν… ανείπωτο,

ανέκφραστο, ανώφελο

Όμως, αυτή είναι η ζωή μου

και την έζησα

διστάζοντας έως την δειλία

και τολμώντας έως την έπαρση

μα το γόνατό μου λύγισε

μόνον εμπρός Σου, Κύριε,

η περήφανη των ανέμων

η επηρμένη των φεγγαριών

η ναρκισσευόμενη

των αντικατοπτρισμών

εγώ, μόνον εμπρός Σου,

Κύριε και Θεέ μου

λυγάω και προσκυνώ.

 

6-12-2009

 

 

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

 

 

.

 


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (7)

.

Νίκος  Εγγονόπουλος : Θησέας και Μινώταυρος

.

Θησέας

.

Ονειρεύομαι τις εκδοχές μου

τις πιθανότητες των διαδρομών μου

σ’ έναν κλειστό λαβύρινθο επιλογών.

 

Είμαι η ιερή προσφορά

στη σιωπή τόσων χρόνων.

 

Ονειρεύομαι το φως του ανεκπλήρωτου

ίσως και δύναμαι

μπορεί να εκπληρώνω πάλι εν αγνοία μου

τον καθησυχασμό της υποταγής.

 

Είμαι η τροφή του βδελύγματος

στον σκοτεινό κόσμο της ερημώσεως.

 

Λυτρωτική μοναξιά ας με δάμασες

στα κατάβαθα της γης μου

ας με προετοίμασες στη σιωπή

σπόρι ετοιμόγεννο ν’ ανασαίνω

τη διακριτικότητα των ημερών μου.

 

Ονειρεύομαι τη νίκη

με τολμηρό χτύπημα

και με δύναμη απίστευτη

που μόνο στ’ όνειρο αντέχει.

 

Είμαι το ξετύλιγμα του έρωτα

ένα κουβάρι λυτρωτικών δυνατοτήτων.

 

Ονειρεύομαι την κατάργηση των αμφιβολιών

πώς να με τρομάξει πλέον η αλήθεια

χαμένος για χαμένος είμαι…

 

Είμαι η οριστική απόφαση της απελπισίας

έθεσα μεταξύ λευτεριάς και θανάτου

το διαχωριστικό ή.

 

Ονειρεύομαι έναν ποιητικό θάνατο

τόσα χρόνια κατατρεγμού

σκλήρυναν το πετσί μου

να μην το διαπερνά η λύπη.

 

Τίποτα δε μου χαρίστηκε

ούτε καν η αλαζονεία

κι αυτήν την κέρδισα με πόλεμο.

 

Είμαι η υπόσχεση της επιστροφής

ακόμα κι αν το ξέρω

σαν υποψία θ’ αρμενίσει

κακότροπα η μέθη της νίκης.

 

Θ’ αφήσει μεσίστιο το μαύρο πανί

να κόβει σα μαχαιριά το γαλάζιο

των τρυφερών απαντοχών.

 

Κι εσύ, Πατέρα μου, θα κυματίσεις

σα λευκός χαιρετισμός

στη ζωή που ονειρευόμουν.

 

Δε θα ’μαι εκεί να σε κρατήσω

θ’ ανασάνω μόνο τη θλίψη σου

σα βουητό στα γκρεμνά της εξορίας μου

εκεί, που με καλεί ακατάπαυστα το τέλος.

 

Είμαι η θυσία που ορίστηκε

απ’ τη γέννα της να υπάρχει

στον αδηφάγο κύκλο των εποχών

απαράλλαχτη σαν οδυρμός και κλάμα.

 

Σκύψτε τα κεφάλια σας οι δυνατοί

της φύτρας σας της βλάσφημης

το κέρδος θα ’ναι λίγο.

 

Δε στέκει αιώνια ο φόβος

με το σπαθί στο χέρι καταλύεται

από τους μελλοθάνατους

κερδίζεται η Ανάσταση.

 

10-12-2010

 

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (6)

.

Pieter Brueghel, the Elder : Tower of Babel

.

.

OYK ΕΓΝΩΚΑΣ ΜΕ

 

Ι. Η δίκη

.

Θα με δικάσει η επίγνωση των νοημάτων

κανένα ελαφρυντικό δε θα σταθεί σιμά μου

«δε γνώριζα» δε θα μπορώ να πω

θα καταδείξει το ψέμα μου αμέσως

αυτή η σκληρή γλώσσα των έργων μου.

 

Θα σταθώ γυμνή από δικαιολογίες

κι η συστολή θα σκεπάσει αδέξια

τον ηθικισμό μου.

 

Τι να προστατέψεις μέσα σε τόση βιαιότητα

ποια διακριτική αναφορά να διατηρήσεις

όταν συνθλίβεσαι ανάμεσα

σε τόσα απογυμνωμένα κορμιά

που σφαδάζουν το θάνατό τους;

 

 

 

ΙΙ. Οι χαμένες λέξεις

.

Ποιος ποιητής θα βρει τις χαμένες λέξεις

να περιγράψει τι βλέπει στους αιώνες

της εξορίας μας;

 

Ποια νοηματική γλώσσα θα βρεθεί

να καταλύσει το ψεύδος της δικαίωσης

να συνθέσει απ’ την αρχή τον διασπαρμό μας;

 

Πώς να σταθούμε γενναίοι εμπρός

στην τόση ενοχή

«δε φανερωθήκαμε» θα ισχυριστούμε

«γιατί φοβηθήκαμε»

ο πιο τολμηρός από μας ακολούθησε

τη νύχτα κι άπλωσε να πυρώσει

τα χέρια του στη φωτιά των διωκτών.

Σαν τον ρωτήσανε ποιος είναι

ψέλλισε «δεν ξέρω» και την ευθύνη δεν ανέλαβε…

 

Ποιος θα βρει τις χαμένες εκείνες λέξεις

οὐ μή ἀλέκτωρ φωνήσει: «Προ-δό-τη!».

 

Τι κι αν ο άρτος μοιράστηκε

στα χέρια μας

θα πνίξουμε στο αθώο αίμα

την ιερή στιγμή της αλήθειας μας

 

γιατί δεν υπάρχει χώρος εντός των τειχών

να σταθεί μια ενσάρκωση λευτεριάς

στη συντριβή

οφείλουμε να ηττηθούμε για να ζήσουμε

 

ο δρόμος προς τους Εμμαούς

υπάρχει ακόμα;

 

6-2-2011

 

 

ΙΙΙ. Βαβέλ

.

Ποιος ποιητής θα βρει τις χαμένες λέξεις

να περιγράψει τι βλέπει στους σωρούς

των ερειπίων;

 

Πώς θα ’ναι κιόλας το μεσονύχτι

των ωραίων ονείρων

και θα ξημερωθούμε μισοτελειωμένοι

πύργοι της Βαβέλ

όλο τειχιά και τάφρους ασυνεννοησίας.

 

Θα περιπλανηθούμε στη σύγχυση των γλωσσών

θα διανύσουμε τόσα εκτάρια μοναξιάς

για να πνιγεί στη θάλασσα η αλμύρα του κόπου μας.

 

 

 

ΙV. Πεντηκοστή

.

Ας κρατήσουμε μια δίκαιη μοιρασιά

στο σκοτεινό εγκλεισμό μας

ας συνηγορήσουν για μας

οι μνήμες εκείνων των συνάξεων

είμαστε η Εκκλησία η πρώτη και αιωνία

που ανακαλύπτει μια παλιά γλώσσα

που θα την εννοούν στις πλατείες

και τους ανοιχτούς δρόμους

σα ταίριασμα ακατάλυτο

φωνών και συμφωνιών.

 

Είμαστε ο Δήμος ο αιώνιος των ελευθέρων

θα σταθούν απέναντί μας έκπληκτοι

και μνησίκακοι

«πλήρεις μέθης είναι τούτοι!»,

θα καγχάσουν

ας εννοήσουν οι υπόλοιποι

αρκεί.

 

12-2-2011

 

—————————-

«γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί» ΠΡΑΞΕΙΣ Β΄, 13

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Αντίδωρον (5)

.

.

.

.

Iερά σφάγια

.

.

.

Πράξη Α΄


ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

 

«Οἱ λίθοι οὗτοι ἂρτοι γένωνται»

(Κατά Ματθαῖον Δ΄,4)

 

Είμαι η σπορά των ηφαιστείων

δε θα μπορούσα να μη δεθώ στην πέτρα

σα λάβα να μην κυλήσουν από μέσα μου

οι σπαραγμοί και οι αγωνίες.

Είμαι ο άρπαγας της πρώτης σκέψης

ο γενάρχης των δυνατοτήτων, ο άρτος,

ότι εμένα αναζητούν οι άνθρωποι πρώτ’ απ’ όλα

στη σκληρή τούτη γη της ανάγκης

ο προετοιμασμένος να υπάρξω κι ο ανεπίγνωστος.

 

 

 

 

Πράξη Β΄

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ


«ἐπί τό πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ»

(Κατά Ματθαῖον Δ΄,6)

 

Ξαπλώθηκα σφάγιο υποτακτικό σα νιογέννητο κατσικάκι

κι έγινα απ’ τα αίματα της μάνας μου ακόμα

το τάμα που κρέμασε η απελπισιά

στα τέμπλα των ανέμων και των καταιγίδων.

Απροετοίμαστη στάθηκα για την αγάπη.

Έγινα η φαρμακός και το αντίτιμο του αίματος

που δε θα πάψει να ρέει.

Δόθηκα να με προσκυνήσουν οι υποταγμένοι

που καρτερούν τα θαύματα για ν’ αντέξουν

επέβαλα τη δύναμή μου και θεράπευσα

χωρίς να ρωτήσω: «θέλεις να ζήσεις;»

 

 

 

 

Πράξη Γ΄

 

ΙΗΣΟΥΣ


«καί δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τάς βασιλείας τοῦ κόσμου καί την δόξαν αὐτῶν»

(Κατά Ματθαῖον Δ΄,8-9)

 

Είμαι το Σώμα και το Αίμα

θα μοιραστώ στους Μυστικούς Δείπνους των αιώνων

εμπρός στους άρχοντες θα σταθώ

«Ἲδε ὁ ἂνθρωπος!», θα καγχάσουν

«που τον δέσαμε εμείς οι ισχυροί…

ήρθε ξένος στην πόρτα μας και τον πλύναμε με το μίσος μας

ως δούλο τον εξαγοράσαμε

τον στεφανώσαμε με τ’ αγκάθια του κήπου μας

τον κόψαμε σαν το ψωμί στο τραπέζι μας, χορτασμένοι,

μυρίσαμε το αίμα του σαν το κρασί οι μεθυσμένοι…

«Σώσε τον εαυτό σου», θα μου πουν

«Εμείς αυτό θα κάναμε στη θέση σου!»

εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων…

.

.

.

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

Ανέκδοτη συλλογή Αντίδωρον

.

.