Just another WordPress.com site

ΔΟΚΙΜΙΟ

Τ . Σ. Έλιοτ (2)

t s eliotΣτην αρχή ο Έλιοτ και  η σύζυγός του έμεναν στο διαμέρισμα του Bertrand Russell στο Λονδίνο, ενώ ο ποιητής προσπαθούσε σκληρά να εξασφαλίσει ένα εισόδημα, διδάσκοντας σε  σχολείο. Έγινε επίσης βοηθός φιλολογικού επιμελητή στο περιοδικό της πρωτοπορίας, Egoist. Το 1917  κατάφερε να βρει σταθερή εργασία στην Τράπεζα Lloyds, καθώς και την οικονομική ασφάλεια που χρειαζόταν για να στραφεί και πάλι στην ποίηση. Την ίδια χρονιά, κατάφερε να εκδώσει  το πρώτο του βιβλίο,  Prufrock and Other Observations, με την οικονομική υποστήριξη του Ezra και της Dorothy Pound.

Ο Pound διευκόλυνε επίσης την είσοδο του Έλιοτ στον κύκλο των βρετανών διανοουμένων και της διεθνούς πρωτοπορίας, όπου ο Έλιοτ γνωρίστηκε με τον μεγάλο ιρλανδό ποιητή William Butler Yeats, τον άγγλο ζωγράφο και μυθιστοριογράφο Wyndham Lewis κ. α.

Το 1920 εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, Poems. Με την συνεχή υποστήριξη και ενθάρρυνση του Pound, έβλεπε πια τον εαυτό του ως μέρος ενός πειραματικού κινήματος στη μοντέρνα λογοτεχνία. Αυτά τα καλά χρόνια όμως σκιάστηκαν από πολλά οικογενειακά προβλήματα. Ο θάνατος του πατέρα τού Έλιοτ, το 1919, γέμισε τον ποιητή με αισθήματα ενοχής, καθώς πίστευε ότι κάποια μέρα θα μπορούσε να γεφυρώσει το φάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, εξαιτίας του γάμου του και της εγκατάστασής του στην Αγγλία. Η σύζυγός του επίσης υπέφερε από προβλήματα υγείας τα οποία επιδεινώνονταν σταθερά. Το αποτέλεσμα ήταν ο νευρικός κλονισμός του Έλιοτ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Έλιοτ κατάφερε να ολοκληρώσει το  περίφημο ποιητικό του έργο Η Έρημη Χώρα, ένα έργο – σταθμό, όπου πέτυχε μια εκπληκτική ένταση στη γραφή του, εξαιτίας κυρίως της ικανότητάς του να παντρεύει ετερόκλητα στοιχεία σ’ ένα ρυθμικό σύνολο. Στη συγγραφή αυτού του μεγάλου έργου, ο Pound είχε παίξει άλλη μια φορά σημαντικό ρόλο με τις επισημάνσεις και τις διορθώσεις του. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και το όνομα του Έλιοτ βρέθηκε ανάμεσα σε αυτά των μεγαλύτερων μοντερνιστών. Μια άλλη επιτυχία ήταν  η πρόσκληση να διευθύνει ένα σημαντικό νέο λογοτεχνικό περιοδικό, το Criterion, του οποίου το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1922.

Το 1923, ωστόσο, τα προβλήματα υγείας της συζύγου του την έφεραν κοντά στο θάνατο και τον ίδιο κοντά σε έναν δεύτερο νευρικό κλονισμό. Αλλά και πάλι του χαμογέλασε η τύχη, όταν ο νέος εκδοτικός οίκος «Faber and Gwyer» («Faber and Faber») που  ζητούσε φιλολογικό επιμελητή, έκρινε τον Έλιοτ ως το κατάλληλο πρόσωπο.

Ταυτόχρονα, ο Έλιοτ είχε ανάγκη από θρησκευτική στήριξη. Έτσι στράφηκε προς την Αγγλικανική Εκκλησία, κάτι που διαφαίνεται στο ποίημά του «ΟΙ Κούφιοι άνθρωποι» (1925).  Ελάχιστοι περίμεναν αυτό που συνέβη τον Ιούνιο του 1927, τη βάπτιση του ποιητή στην Εκκλησία της Αγγλίας.  Προκλήθηκε «καταιγίδα». Επιπλέον, ο Έλιοτ άρχισε πλέον να ασχολείται κυρίως με θρησκευτικά θέματα. Ποιήματα όπως «Το ταξίδι των μάγων» (1927),  και «Ένα άσμα για τον Συμεών» (1928)  είναι στοχασμοί επάνω στην πνευματική πορεία, όπως και το πολύ σημαντικό «Η Τετάρτη των τεφρών» (1930).

Ο Έλιοτ ασχολήθηκε αρκετά και με το θέατρο. Τα θεατρικά του έργα, κάποιες φορές βασισμένα στον Αισχύλο  ή στον Ευριπίδη, είναι σημαντικά.

Το 1948 ο Έλιοτ τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ. Το 1950 το κύρος του ήταν τόσο μεγάλο, όσο παλαιότερων μεγάλων ποιητών όπως ο Samuel Taylor Coleridge.

Ο γάμος του, μετά το 1925,  πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ωστόσο, οι αγγλικανικές του πεποιθήσεις δεν του επέτρεπαν τη σκέψη διαζυγίου. Το 1938 η Vivien εισήχθη σε  ψυχιατρικό νοσοκομείο. Το 1947 πέθανε  και δέκα χρόνια αργότερα  ο Έλιοτ  παντρεύτηκε την Valerie Fletcher. Εν τω μεταξύ είχε εκδώσει τα περίφημα Τέσσερα Κουαρτέτα του (1943), με το μεγάλο στοχαστικό βάθος και τις βαριές φιλοσοφικές αποσκευές.

 Μετά τον πόλεμο ο Έλιοτ δεν έγραψε σημαντική ποίηση. Ωστόσο το έργο του παραμένει το έργο ενός  κορυφαίου ποιητή του εικοστού αιώνα.

Σ .   Η .


Τ. Σ. Έλιοτ (1)

 imagesΟ ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και φιλολογικός επιμελητής  Τ. Σ. Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 1888-1965) γεννήθηκε στο Σαιντ   Λούις   (Μιζούρι), σε μια εύπορη πολυμελή οικογένεια. Προετοιμάστηκε για το Χάρβαρντ, απ’ όπου απεφοίτησε με σπουδές στη συγκριτική φιλολογία. Στο Χάρβαρντ, επίσης, παρακολούθησε  ένα έτος μεταπτυχιακών σπουδών στην αγγλική φιλολογία.

Στη βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ ο Έλιοτ βρήκε ένα βιβλίο που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξή του. Ήταν το βιβλίο του Arthur Symons για τον Συμβολισμό (1895), μέσω το οποίου γνώρισε τo  ποιητικό έργο τού Jules Laforgue, με την κομψή ειρωνεία του, που του έδωσε μια κατεύθυνση στην ποίηση. Μέχρι το 1909-1910 η ποιητική του κλίση είχε επιβεβαιωθεί, με τη συμμετοχή του στην επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού του Χάρβαρντ, του Advocate.

Τον Μάιο του 1917 πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές ενός έτους στο Παρίσι,  όπου γνώρισε τον  Jean Verdenal, στον οποίο αφιέρωσε το πολύ γνωστό ποίημά του, «Το ερωτικό τραγούδι τού J. Alfred Prufrock».  Με την  παρέα τού  Verdenal, ο ποιητής έκανε την είσοδό του στην  έντονη πνευματική ζωή της πόλης. Στο Παρίσι ο Έλιοτ γνώρισε μορφές όπως ο Pablo Picasso  και ο  Henri Bergson.

Τα έτη 1910 και 1911 ο Έλιοτ αντέγραψε σε ένα ξεχωριστό σημειωματάριο τα ποιήματα που έμελλαν να τον κάνουν γνωστό, ποιήματα όπως τα «Προσωπογραφία γυναικός» και «Πρελούντια». Έχοντας αφομοιώσει στοιχεία από τους δραματικούς μονολόγους του Robert Browning και από την κομψότητα της ποίησης του συμβολισμού, κατάφερε να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό ιδίωμα, το οποίο ξάφνιασε όσους  συγχρόνους του διάβασαν τα ποιήματα αυτά από τα χειρόγραφα.

Το φθινόπωρο του 1911, ωστόσο, ο Έλιοτ ήταν εξίσου προσηλωμένος σε δύο κόσμους: της ποίησης και των ιδεών. Ως φοιτητής την εποχή που το  Χάρβαρντ διένυε τον  χρυσό φιλοσοφικό του αιώνα, είχε την τύχει να βρεθεί ανάμεσα σε μορφές  όπως ο William James και ο Bertrand Russell. Ταυτόχρονα, μελετούσε ανθρωπολογία και θρησκεία.

Τον Σεπτέμβριο του 1914 ο Ezra Pound διάβασε χειρόγραφα ποιήματα του Έλιοτ και εντυπωσιάστηκε. Έτσι ξεκίνησε μια συνεργασία που έμελλε να επηρεάσει σημαντικά την αγγλοαμερικανική ποίηση.

Την άνοιξη του 1915, στην Αγγλία, ο  ποιητής γνώρισε στην  Vivien Haigh-Wood. Γοητευμένος από  την αμεσότητα και την ειλικρίνεια της Vivien, τον Ιούνιο του 1915  την παντρεύτηκε.  Ο γάμος ήταν δυσάρεστη έκπληξη για τους γονείς του, ιδίως όταν έμαθαν  για τα προβλήματα υγείας της Vivien. Η Vivien αρνήθηκε να μπει στο πλοίο για την Αμερική εν καιρώ πολέμου, δεν έφυγαν, κι έτσι  ο Έλιοτ έγινε μέρος της  λονδρέζικης λογοτεχνικής ζωής.

Σ. Η.

{Συνεχίζεται}


Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου: Ίχνη…

INTERMEZZO

{απόσπασμα}

Με το πέρασμα του χρόνου, δεν είμαστε παρά ίχνη του πρότινου «είναι» μας, ολογράμματα στη μνήμη των ανθρώπων, όλοι κοινωνοί σε μια συλλογική μνήμη από παραστάσεις και πρόσωπα και σώματα, αναγνωρίσιμοι και υπαρκτοί χάρις σε αυτή και αενάως κυνηγώντες το άπιαστο είδωλο που ήμασταν ή θα μπορούσαμε να γίνουμε βάσει αυτής. «Ειδωλολατρεύοντες» ακόμη και μέσα στην ίδια την κατάνυξή μας, εκεί που το παρόν θα έπρεπε να μας συνεπαίρνει σε μυστηριακή συνάθροιση σωμάτων και ψυχών όντων και όχι απόντων….

Α ρ χ ο ν τ ο ύ λ α   Α λ ε ξ α ν δ ρ ο π ο ύ λ ο υ

.


Νικόλας Ευαντινός : Γιώργος Δουατζής — η απέραντη νεότητα του ποιητικώς ζειν

.

.

.

.

«…και κείνα τα χτυπήματα νεότητας στην πόρτα
να ρωτούν
ώς πότε οι μεταγγίσεις σε λευκό χαρτί…»

Στα αλήθεια δεν είναι πολλοί που θα μπορούσαν να γράψουν τέτοιους στίχους σκέφτομαι, αλλά ακόμα παραπέρα. Είναι πολύ λιγότεροι εκείνοι που θα τους υποστήριζαν με τη ζωή, τη στάση τους και την παρουσία τους. Ένα από αυτούς είναι ο Γιώργος Δουατζής. Όταν μου έκανε την τιμή να με καλέσει να μιλήσω για τον Τάσο Λειβαδίτη, σε ένα συνέδριο που ο ίδιος είχε την πρωτοβουλία και την ευθύνη της διοργάνωσης, ο τίτλος της ομιλίας μου [ήταν] «Η ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΩΣ ΖΕΙΝ». Μπορώ να πω με βεβαιότητα, κοινωνώντας το έργο του Δουατζή πως το νόημα αυτής μου της ομιλίας συναντά στο έπακρο τον πυρήνα του συνολικού του ποιητικού corpus. Γιατί αυτός ο πυρήνας είναι ο άνθρωπος που αγωνιά, ονειρεύεται, έχει περιέργεια, γνωρίζει και συνεχώς ανακαλύπτει, πληγώνεται, θυμώνει, αντιστέκεται, μάχεται, φωνάζει, απελπίζεται, εμπνέεται και εμπνέει. Είναι ο αδιάλειπτα και συνεχώς νέος άνθρωπος, ο μη έχων ηλικία, ο του θανάτου ανταγωνιστής και της ζωής ρουφηχτής. Και πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς αφού τέτοιος είναι και στη ζωή του ο Γιώργος Δουατζής.

Η ποίηση του Γιώργου Δουατζή είναι μια ποίηση που δεν υπηρετεί κάποιο καλλιτεχνικό όραμα, δεν αγκυλώνεται σε ιδεοληψίες, δεν ακολουθεί ατραπούς καταναγκαστικής πρωτοπορίας. Είναι ποίηση που κοινωνείται, μιλιέται και μοιράζεται ανάμεσα στους ανθρώπους απλά και αισθητηριακά, όπως άλλωστε απλή και αισθητηριακή είναι και η ίδια. Εδώ έγκειται άλλωστε και η «παραφωνία» του. Το έργο του Δουατζή δεν είναι υπόθεση των λίγων παροικούντων στην Ιερουσαλήμ των ποιητικών και φιλολογικών καφενείων. Είναι φωνή προς τα έξω, καθάρια και απέριττη όσο γίνεται. Έχει στόχο, προτάγματα, πιστεύω, αξίες. Είναι μια Ποίηση αμιγώς εξωστρεφής. Και αυτή ακριβώς είναι η «παραφωνία» του. Ο Δουατζής δεν απευθύνεται σε λίγους, δεν απευθύνεται σε πολλούς. Απευθύνεται σε όλους, νεκρούς και ζώντες. Κι όμως αυτή η δυναμική, η γεμάτη νεανικό σφρίγος ποιητική φωνή, πηγάζει από μια βαθιά και επίπονα σκαμμένη εσωτερικότητα. Ο ποιητικός λόγος του είναι ως τα μύχια ριζωμένος στην ανθρώπινη ύπαρξη, είναι απόσταγμα αναρίθμητων βουτιών στον πυθμένα του εαυτού. Θα λέγαμε έρχεται από βαθιά.

Αυτή η αμιγώς φιλοσοφική και υπαρξιακή ρίζα της γραφής του θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως θα την καθιστούσε ερμητική, πολύπλοκη, ρητορική. Όμως όχι εδώ –και εδώ έγκειται το χάρισμα των ποιημάτων του Δουατζή. Τα ποιητικά του έργα είναι δημιουργήματα της αφαίρεσης, της λιτότητας και της σύνοψης –ακόμα και στα μεγαλύτερα του ποιήματα όπως στο «Προς Δέκα Επιστολή». Ο Δουατζής δεν έχει περίσσιες λέξεις, ό,τι αφήνει στο χαρτί, μοιάζει να σώζεται από τον αμείλικτο έλεγχό του. Θα λέγαμε πως ξέρει να σβήνει, για αυτό και ξέρει να γράφει. Πεζότροπος, δίχως να πεζολογεί, ρεαλιστής δίχως να γίνεται κυνικός, λυρικός δίχως να γίνεται μελιστάλαχτος, ονειρικός δίχως να γίνεται ονειροπαρμένος ο λόγος του Δουατζή κρύβει την μεγάλη του δύναμη σε ένα καίριο χαρακτηριστικό: στην απεύθυνση. Ο τρόπος εκφοράς του λόγου είτε άμεσα είτε έμμεσα πάντα απευθύνεται κάπου, γεγονός που καθιστά τον αναγνώστη μέρος του ποιήματος. Είτε σε β’ πρόσωπο, είτε σε πρώτο ή και τρίτο τα ποιήματα του Δουατζή μοιάζουν με κομμάτια ποιητικών επιστολών, εξομολογήσεις και αποκαλύψεις ενός Υποκειμένου που ψάχνει πάντα την αναφορά του στον άλλο, στον διπλανό, στον νεκρό, στον μέλλοντα συνάνθρωπο. Έτσι η ποιητική γραφή του Δουατζή κερδίζει την ζωντάνια της όχι μέσω των στενών γλωσσικών μηχανισμών, αλλά του συνολικού ύφους, της γενικής ατμόσφαιρας που αυτή η ποιητική γλώσσα αποπνέει. Με άλλα λόγια είναι μια ποίηση που μας αφορά.

Όσον αφορά τώρα την ποιητική του θεματική, έχουμε συνηθίσει ως πολίτες της κανονικότητας να μιλάμε ξέχωρα για το «κοινό» και την πολιτική, για τον έρωτα, για τον θάνατο, ίσα ίσα να βοηθηθεί ο απάνθρωπα εξορθολογιστικός τρόπος με τον οποίο μας έμαθαν να ζούμε και να κατηγοριοποιούμε  τον βίο μας. Η αλήθεια όμως είναι πως είναι έρωτας το να επαναστατείς, νικάς τον θάνατο με το να ερωτεύεσαι, ο θάνατος μιας σχέσης ίσως είναι οδυνηρότερος από ένα αντίστοιχο φυσικό. Κινητήριος μοχλός των πάντων λοιπόν ο φλέγων άνθρωπος, αυτή η τρομακτική κινητήρια δύναμη στον κόσμο ικανή για το χειρότερο και το καλύτερο. Η ποίηση του Δουατζή έτσι αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Δεν έχει θεματικές. Μόνη της θεματική η ζωή σε όλες της τις διαστάσεις, κυρίως δε, όταν αυτή μας αποκαλύπτεται σαν θαύμα ή σαν πρόκληση, σαν ευλογία ή σαν πεδίο αγώνα, σαν δίψα και σαν ξεδίψασμα. Για τον Δουατζή ο ενεργός και με την ομορφιά παντοτινά ερωτευμένος άνθρωπος είναι το ζητούμενο. Από εκεί ξεκινά και έτσι μπορεί να υμνεί την γυναίκα, να κρίνει την Ιστορία, να οραματίζεται (σε μια εποχή που οι ποιητές δεν οραματίζονται, δεν κρίνουν, δεν υμνούν).

***

Στην τελευταία του συλλογή από τις εκδόσεις Καπόν, Σχεδίες, ο Δουατζής προσφέρει ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ποιητικού του τρόπου. Για τον ποιητή οι λέξεις είναι σχεδίες σε αγριεμένη θάλασσα. Έρχονται την κρισιμότερη στιγμή όταν το υποκείμενο χάνει την ταυτότητά του (όνομα και πρόσωπο) και όταν η πεισματική τους αντίσταση προκαλεί τον πόνο, το πένθος, το φόβο και την ικεσία κάποιων. Έρχονται σαν αποτέλεσμα λύτρωση και κάθαρσης όχι με αναίμακτο τρόπο. Γιατί οι λέξεις δεν μπορούν να σώσουν τα πάντα «…οι λέξεις, οι σχεδίες μου και οι ναυαγοί… »  όπως λέει και ο τελικός στίχος.

Αλλού («Άντρας σπουδαίος») ο ποιητής εκφέρει μια κρυστάλλινη άποψη ανατέμνοντας την Ιστορία, τέμνοντας το ατομικό με το συνολικό: « Τέλος παρηγοριόμουν πως οι μεγάλοι αγώνες δεν χρειάζονται σπουδαίους αλλά επί της ουσίας μόνους και μες στη σοφία της σιωπής ένιωθα πάντα χρήσιμος ως σκεπτόμενος ή αυτόχειρας». Ο διάλογος με την νεκρή πατρική φιγούρα, και ο βίος της σπουδαιότητας, οδηγεί εντέλει τον άντρα σε αυτήν την βαθιά παρηγορητική διαπίστωση σε ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

Ο ποιητής βιώνει στο ακέραιο την σιωπή της μοναξιάς του και αναρωτιέται «μονάχος πώς να αδειάσεις μια στείρα λύπη στο κενό;», είναι «μοναχικό εργαστήριο εργοστάσιο, βιοτεχνία, οικοτεχνία» που αναζητά και δεν αφήνεται στο κενό, «είναι μικρός εκδικητής στο όνομα των χιλιάδων που χάθηκαν», γιατί ακριβώς μπορεί να αφουγκράζεται τον «κάματο χιλιάδων καθημερινών θανάτων», παίρνει το μέρος της πόρνης γιατί εκείνη δεν έφταιξε για τις «δια βίου ανεπιτυχείς πρόβες να παίξουν τη ζωή τους» εκείνοι που θα την λιθοβολούσαν.

Στις Σχεδίες ο Δουατζής φαίνεται να μας αφήνει στο χαρτί ό,τι συγκράτησε η διαδικασία ανάβασής του από τα βάθη της σιωπής, της μοναχικότητας και της αυτοπαρατήρησης, δίχως αυτό να είναι εσωστρεφές. Ό,τι καταγράφει έχει την αναφορικότητά του στον έξω κόσμο, αυτόν που συνδιαμορφώνουμε όλοι με τις δικές μας προσωπικές εσωτερικές περιπλανήσεις: «…δεν τους καταδίωκε κανείς πλην ενός αόρατου εντός που χάθηκε κι αυτό στην άκαρπη έρευνα μιας στοιχειώδους δικαιολογίας για το πώς χάθηκαν ολόκληρες ζωές…».

***

Με την Πατρίδα των καιρών [2010, εκδόσεις Καπόν] ο Γ. Δουατζής μοιάζει με τον Νέστορα που ντύνεται τα άρματα του Αχιλλέα και παίρνει όλα τα ρίσκα που θα μπορούσε σε αυτή την στιγμή της πορείας του να πάρει, προκειμένου να είναι σύμφωνος — ως ποιητής και ως άνθρωπος — με την συνείδησή του. Αποτινάσσει την συνήθη εσωστρέφεια και ερμητικότητα της ποιητικής γλώσσας, ξεντύνεται την επίπλαστη στωικότητα  πολλών  πνευματικών καρεκλοκενταύρων, απομακρύνεται από την  δειλία των «σοβαρών» ταγών της δημιουργίας που προκαλούν μειδίαμα αηδίας με την σοβαροφάνειά τους, στέκεται στην μέση της κοιμώμενης «πιάτσας» και τραγουδά με τρόπο θρασύ, οργισμένο, και πολλές φορές τραχιά αντιλυρικό την Πατρίδα των καιρών μας.

Αφού θέτει την Ποίηση στο κοινωνικό μετερίζι «το ανάστημά σου μεγαλώνει Ποίηση όσο η κοινωνία βυθίζεται στην αποσύνθεση» ρωτάει ευθαρσώς και δίχως υπεκφυγές «Με πόσα κέρματα μετριέται η ψυχή σου/ η ανάσα σου, η υποτέλεια/ με πόσα αλήθεια κέρματα μετριέται;», αναρωτιέται «πόσα ποιήματα χρειάζονται/ για να στεγάσω τους αδύναμους// πόσα παραμύθια για να διώξω θεριά και δράκοντες αληθινούς //… πόσος πόνος για να κοιτάξουμε κατάματα το φως» και φωνάζει προς όλους μας πως βρισκόμαστε σε καιρό πολέμου: «Πόλεμος σου λέω/  βυθίζει τις ψυχές/ μολύνει το μυαλό/ σκοτώνει μέλλον και ελπίδα…».

Η Πατρίδα των καιρών είναι παιδί του καιρού της, γεννημένη από έναν έφηβο Νέστορα. Γαυγίζει, δεν μιλά, κραυγάζει, δεν τραγουδάει και υπάρχει ως ένας μεγάλος και δίκαιος καθρέφτης για όλους όσοι είναι πολίτες αυτής της χώρας. Με τους στίχους «Να ήξερες με πόσο/ λίγη αγάπη/ θα άλλαζε ο κόσμος…» ο Ποιητής μάς αποχαιρετά υπενθυμίζοντάς μας πάντα ως γεννήτρια δύναμη των όποιων κοινωνικών αλλαγών την ανθρωπινότητα. Άλλωστε όλα αρχίζουν από την δικιά μας εσωτερική επανάσταση.

***

Ο Γιώργος Δουατζής λοιπόν ως Ποιητής μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Γιατί αν κάποτε ρωτήσει κάποιος πού βρίσκονταν οι ποιητές τον καιρό της μεγάλης εσωτερικής Κρίσης των ανθρώπων, εκείνος θα είναι σε θέση να πει πως το ποιητικό του ήθος του υπαγόρευσε να κάνει το καθήκον του ως Ποιητής.  Έτσι μονάχα όποιος θέλει να λέγεται Ποιητής εν καιρώ πολέμου κερδίζει την αξιοπρέπεια του, πόσο μάλλον τώρα και εδώ, σε μια χώρα στην οποία  κυριαρχεί η σιγή του φόβου των βολεμένων, αλλά και η σιγή του πάθους των οργισμένων. Για τους πρώτους η Πατρίδα των καιρών είναι ενοχλητική. Για τους δεύτερους δεξαμενή δύναμης και ελπίδας για ό,τι πρόκειται να κάνουν…

Ν ι κ ό λ α ς  Ε υ α ν τ ι ν ό ς

.