Just another WordPress.com site

ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΝΙΚΟΣ)

Dante Alighieri : Πικρό ψωμί

.

.

Από τη «Θεία Κωμωδία»

.

θε να σου αποδείξω

τι πικρό είναι το ξένο το ψωμί

κι’ ακόμα

πώς σακατεύεται βαρειά

το γόνα

ν’ ανεβοκατεβαίνη ξένες σκάλες

.

D a n t e   A l i g h i e r i

Μτφρ. Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

 

Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Αθήνα, Ίκαρος 1978, σελ. 212.

.

Advertisements

John Donne : Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου …

.

.

Ο Βρυκόλακας

.

Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου, κακούργα, θα παραδώσω την  ψυχή,

Συ θα πιστέψεις πως μ’ έχεις πια για καλά ξεφορτωθεί,

Και μένα και τα πείσματά μου.

Όμως τότε θάναι που θάρχεται η σκια μου να σε βασανίζη μέσα στο κρεββάτι,

Και θα σε βλέπη, ψεύτικια παρθένα, πεσμένη σε χειρότερη αγκαλιά.

Η καντήλα σου τα’ αργοπεθαίνη και θα τρεμοσβύνη,

Κι’ ο άντρας, όπου θα σε νέμεται, ξεθεωμένος,

Βάζοντας με νου του, αν τυχόν τονέ σκουντήσεις ή του δώσεις τσιμπιές για να ξυπνήση,

Πως ζητάς κι’ άλλο,

Θα καμωθή πως δεν σε κατάλαβε και θα γυρίση απ’ αλλού,

Κι’ εσύ, έρημη και σκότεινη, θα νοιώσης την εγκατάλειψή σου,

Κρύος ιδρώτας θα σε περιχύνη σαν τον κρύο τον υδράργυρο :

Μα την αλήθεια, συ θάσαι πιο πραγματικός βρυκόλακας απ’ ό,τι θάμαι γω.

Κι’ αυτά όπου φυλάγω για τότε να σου πω, δε σου τα λέω από σήμερα,

Μήπως και το σκεφής κι αλλάξης τρόπους. Τώρα όπου πια δε σ’ αγαπώ,

Τόχω καλλίτερο να σε δω κάποτες να λυώνης όλο πίκρα,

Παρά να χρεωστώ και το παραμικρό στις απειλές μου.

 

J o h n   D o n n e

Μτφρ. Ν ί κ ο ς  Εγ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

 

Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Αθήνα, Ίκαρος 1978, σελ. 208-09.

.

.

.

.

.


Νίκος Εγγονόπουλος : Του Δίκιου και της Λευτεριάς

.

Ζωγραφική : Ν. Εγγονόπουλος

.

Ένα οργισμένο ποίημα της κατοχής

 

Οι Κούροι που ορθώνονταν στα ελληνικά ακρογιάλια

Μην πείτε πως αφήσανε τούτο τον έρμο τόπο.

Αυτή η γης, η μαύρη γης, η χιλιοπικραμένη,

Ποτέ της δε σταμάτησε να βγάζη παλληκάρια.

Κι’ αν χύνουμε τα δάκρυα, κλαίγουμε το χαμό τους,

Και η χαρά μας ειν’ τρανή που είχαμε τέτοι’ αδέρφια.

Ποιος θε να κλάψη το χαμό τόσων παλληκαριώνε;

Εγώ θα κλάψω και θα πω το τι άξιζε ο καθένας.

Αλλ’ όμως τώρα τραγουδώ το Μήσο Αστερίου,

Που είταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη,

Στην αντρειά, στη λεβεντιά, πρώτος μέσα στους πρώτους,

Του Δίκιου και της Λευτεριάς τ’ άξιο παλληκάρι.

Μεγάλη ωσάν τα βουνά είτανε η καρδιά του,

Κι’ η σκέψη του είταν ψηλή ωσάν τα κυπαρίσσια.

Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία,

Και με τα χέρια λεύτερα μουντζώστε τους φασίστες.

Οι άτιμοι ωμόσανε, στη νύχτα που τους ζώνει,

Τον Κόσμο να σκλαβώσουνε, ν’ απλώσουν τα σκοτάδια.

Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,

Όλοι μαζί να ψάλλουμε της Εργατιάς τη Νίκη:

Και να ο Μήτσος έρχεται, πάνω στη γης βαδίζει.

Το πρόσωπό του είν’ χλωμό, έχει πικρό τ’ αχείλι,

Όμως πάντα στα μάτια του η καλωσύνη λάμπει.

Αυτός που μόνο Πίστεψε, που είταν όλος Αγάπη,

Για δέστε πως μας έτεινε τα ματωμένα χέρια,

Στα ξεσκισμένα στήθεια του απάνω να μας σφίξει.

 

Στον τοίχο που τον έσουρναν, τυφλό, ναν τον σκοτώσουν,

Στο μέρος όπου ακούμπησε το ευγενικό κορμί του,

Οι πέτρες δάκρυα στάζουνε και σκούζουν στοιχειωμένες.

Κι’ ένας αετός, ρωμηός αετός, όλο εκεί πετάει,

Και των φτερών του τη σκιά ρίχνει στο μαύρο τόπο,

Κι’ όλο βογγά, ξερνά χολή, και όλο βλαστημάει.

 

Ν ί κ ο ς   Ε γ  γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Ίκαρος, Αθήνα 1978, σελ. 134-137

.


Νίκος Εγγονόπουλος : ο Θεόφιλος κάποτες

Γιάννης Τσαρούχης : Ο Θεόφιλος μεταμφιεσμένος ως Μέγας Αλέξανδρος

 

 

Μπαλλάντα της Ψηλής Σκάλας

Σε κάθε πόλη, συνήθιζε να λέη ο ποιη-
τής Aπολλιναίρ, υπάρχουν, οπωσδήποτε,
και μερικοί αθάνατοι. Δυνατόν να είσαστε
σεις, κύριε, μεταξύ αυτών, ή, ακόμα,
κι’ εσείς, κύριε. Δεν ξέρω. Πάντως για
ένα είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω : ότι
υπάρχουν. Δεν αποκλείεται ελάχιστοι.
Όμως υ π ά ρ χ ο υ ν.

ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε
σε μια ψηλή σκάλα
— αυτόπτες μάρτυρες το λεν —
ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώση
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς του ηρωικής

αλητόπαιδες
— αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γεράσαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι’ επεθάναν
ευυπόληπτοι και
«φιλήσυχοι αστοί» —
αλητόπαιδες — ξαναλέω —
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε
την σκάλα την ψηλή

κι’ ως γκρεμοτσακιζόντανε
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν’ ελεεινός σακάτης
θέλεις κι’ ακόμη
λιώμα
στο χώμα
να βρεθή

αλλ’ — ω του θαύματος ! —
προσεγειώθη
απόλυτα σώος κι’ αβλαβής
(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)

μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ’ την κορφή ώς τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη — είτανε λεν χλωμός —
σαν τη Σελήνη φωτεινό
— αυτά τα δυο αστέρια
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής —

και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη
είχ’ έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια

α θ ά ν α τ ο ς
— πιθανόν μαζί με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του
Γεώργιο ντε Kήρυκο
και με τον Mπεναρόγια —
ανάμεσα σε τόσους
και τόσους
και τόσους Bολιώτες
που εζήσανε και πριν
και κατά τη διάρκεια
κι ύστερα
από του
τραβήγματος της ψηλής της σκάλας

Ν ί κ ο ς   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (1907-1985)

http://oasigr.5.forumer.com/a/_post745.html


Νίκος Εγγονόπουλος : η αγάπη που τη νύχτα παγιδεύει

.

Το 2007, εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου, και με αναφορά στην καμπάνια για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου), το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου παρουσίασε μια επιλογή από χαρακτηριστικούς στίχους του μεγάλου Έλληνα ποιητή και ζωγράφου.

(Βλ. και:  http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=resource&cresrc=825&cnode=145)

Από την επιλογή εκείνη διαλέγουμε τους, κατά τη γνώμη μας,  πιο «πεμπτουσιακούς» στίχους για τη σημερινή  ανάρτηση.

.

.

 

.

.

 .

.

[…] ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:

το άνομο ψωμί δεν ωφελεί

υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

 «Ποίημα-απομίμησις πολλών ψαλμών… », ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

[…] πέστε μου πόσοι νοσταλγοί

ζήτησαν να γυρίσουν

κι’ όμως στο τέλος δεν το έπραξαν

μη ξανανοσταλγήσουν

«Ου δύναταί τις δυσί κυρίοις δουλεύειν… », ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

[…]  Όλοι μου φωνάζουν:

παραδόσου!

Αλλά εγώ δεν παραδίδομαι. Αρκούμαι να παραδίδω μαθήματα Αγγλικής γλώσσης δις, ή και τρις ακόμη της εβδομάδος, εις τας θνησιγενείς ραπτομηχανάς των επάλξεων. […]

«Παράδοσις», ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ, 1938

.

[…] Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; […]

«Περί ύψους», ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

[…] «Μίρκο Κράλη, τι ζητάς;

εδώ δεν είναι παίξε γέλασε:

εδώ είναι Μπαλκάνια»

«Όρνεον 1748», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

Μιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας

λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε,

άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.

«Ο εραστής», ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

 […] από καιρό τώρα

–και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα–

είθισται

να δολοφονούν

τους ποιητάς

«Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα… », ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

[…] στρατηγέ

τι ζητούσες στη Λάρισα

συ

ένας

Υδραίος;

ΜΠΟΛΙΒΑΡ, 1944

.

 […] Θύματα εξιλαστήρια της αγάπης, της νύχτας ασκητικοί στρατοκόποι, της αυγής υπερήφανοι περπατητές, ανάφτε το θαλασσινό φανάρι. Ποιος έχει τακάτι, τίνος το λέει στ’ αλήθεια η καρδιά, ας ερθή. Μην χρονοτριβούμε άδικα σε μάταιες ανασκοπήσεις του παρελθόντος. Οι καιροί είναι αβέβαιοι. […]

«Δυαδικός αυτοματισμός», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] Τώρα η ψυχή μας ποθεί την γαλήνην. Τώρα η ψυχή μας ποθεί την χαρά. Έστω και αν απαιτείται δι’ αυτό, ακόμη και για μίαν μόνη στιγμή ή της αύριον ή της χθες, η εξωμήτριος κύησις του φόβου μέσ’ στα επιρριπτάρια της αθανασίας. […]

 «Γοτθική πικρία», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] οι φωτεινές σου παλάμες τους ορίζοντες σμίγουν

η φωνή σου θωπεύει τη δροσιά που απλώνει η δύσις

το κορμί σου δονεί στα θερμά παρακάλια της νύχτας

και στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά;

«Το έβδομο τραγούδι της αγάπης», Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] είν’ η αγάπη: η αγάπη που τη νύχτα παγιδεύει

χύνει τ’ αστέρια όλα στον κόρφο τον κρυφό

που διώχνει μακρυά τα βότσαλα (τα ξερά ξύλα)

μη βρης ποτέ το δρόμο μακρυνό […]

«Το γράμμα», ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

[…]    Συνθλίβω ανάμεσα στις ευγενικές μου παλάμες το ρόδι της χαράς. Ανοίγω το κλουβί των πουλιών να πετάξουν, ελεύθερα, μέσα στη νύχτα.

         Από το νεροχύτη ξεπετιέται ένας άγγελος.

         Εγώ τον καλωσορίζω, του προσφέρω γραμματόσημα, σύκα, δορές λεόντων, φιλιά. […]

«Η μνήμη», ΕΝ ΕΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, 1957

.

η βυθοκόρος

των ονείρων

λειτουργεί

μόνον

με την προσθήκη

των λέξεων

«τρυγόνα μου περήφανη» […]

«Συνέπεια», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

[…] γιατί

–παρ’ όλες τις πικρίες που τονέ ποτίζουνε–

ο ποιητής

την άρνηση του θάνατου φέρνει μαζύ του

κι’ ακόμη

είν’ αυτός τούτος

του θανάτου η άρνηση […]

«Ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής», ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

.

στα μέρη της Πόλης φυτρώνει ένα πουλί που οι εντόπιοι το

λεν «μαγνόλια»

«Επεισόδιο», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

[…] την χαράν ή την λύπην;

την χαρά

την λύπην ή την ανίαν;

την λύπη

τον άνθρωπο ή τον πόθο;

τον πόθο

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς;

ν’ αγαπώ

«Το γλωσσάριο των ανθέων», ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948

.

[…] είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε δάση

το κάθε δέντρο τους είν’ κι’ ένα μήνυμα του πάθους

σαν μέσ’ σ’ αυτά τα δάση

μας πλανέψουνε

τα βήματά μας

και χαθούμε

τότες είν’

ακριβώς

που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας

και ζούμε […]

«Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π’ αγαπούμε», ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948

.

[…] ο δρόμος προς

την αγάπη

είναι νυχτερινός

πηγαίνει ψηλά

και φτάνει

εκεί όπου

το μπλε

του κοβαλτίου

κι’ ακόμη και το κίτρινο

–του καδμίου–

δεν είναι πια τα χρώματα

με τα οποία

βάφω

τις ζωγραφιές μου […]

«Στα όρη της Μυουπόλεως I», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

θαν την τσακίσω εγώ

τη νοσταλγία σου

θα μαχαιρώσω

τη μυστική σου

χαρά

με τ’ άσπρα μου

πουλιά

που ζουν

και φτερουγίζουν

μέσα

στα

μάτια σου

«Μια(ν) Οβρηοπούλα που μ’ ασημένιο χτένι εδιαλυζούντανε… », Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, 1946

.

[…] αν ήτανε δυνατό

ν’ αντικαταστήσω

τα ιερά σάβανα

της φωνής μου

με την αγάπη

που έχει

μια μεταφυσική μουσική κόρη

για τις μαύρες ομπρέλλες της βροχής

ίσως τότες

μόνο τότες

θα μπορούσα να πω

τα φευγαλέα οράματα

της χαράς

που είδα κάποτες […]

«Το καράβι του δάσους», ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ, 1938

.

[…] πρέπει όλα να ειπωθούν

πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως

για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια

τις δυο ασήμαντες

άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:

το «πάντοτε» και το «ποτές»

και ναν το πάρουμε τελειωτικά

απόφαση:

η σάρκα –ναι– είν’ πρόθυμη

όμως το πνεύμα

φορές φορές

–ωιμέ–

είν’ ασθενές […]

         «Μάλλον ή ήττον», ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ,1978

.

[…] αρέσει στον ποιητή

ν’ απομονώνεται

σε μιαν υπερήφανη

–και γαλάζια–

μοναξιά

εκεί

σ’ αυτό το έρμο

ακροθαλάσσι

είναι π’ ανάφτουν τη

νύχτα τα

φανάρια

που παραπλανούν

τους ναυτικούς

εκεί γίνεται η

σκέψις

μια φλογισμένη ρόδα

που κυλάει

στον ορίζοντα […]

«Το σκυροκονίαμα των ηρωικών παρθένων», ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1939

.

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (1907-1985)

.

Και εδώ το εξαιρετικό, «ακαριαίο» βίντεο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου,  για όσους/ες δεν είχαν την ευκαιρία να το απολαύσουν:

.

.

.


Νίκος Εγγονόπουλος : Για τους ελεύθερους

Η ανάρτηση αφιερώνεται
στον   Γιώργο    Κεντρωτή

.

 


ΜΠΟΛΙΒÁΡ,

έ ν α  ε λ λ η ν ι κ ό  π ο ί η μ α

αποσπάσματα

.

.

.

 

 

ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’ un home vaut tout l’ or d’ un païs

.

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,

Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,

Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι, κι’ οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια

Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,

Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,

Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι’  οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,

Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,

Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,

Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’  ολόφωτο μέσ’ στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,

Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού:   π ρ ο ς  τ’  ά σ τ ρ α.

.

.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,

Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο συγκίνηση

Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

.

.

Θησεύς και Μινώταυρος.

.

.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας τον άλλο για κατάλληλο καιρό,

Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα, ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,

Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλον τον κόσμο.

Κι αυτά όχι για το ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα, κι’  άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,

Παρά γιατί σταθήκανε μεσ’ στους αιώνες, κι’ οι δυο τους, μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι, γενναίοι και δυνατοί.

.

.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη τι λέω, κανείς;

Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι’  αυτά που λέω τώρα για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;

Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,

Παρόμοια σύμβολα.

Αλλ’  ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι’ υπερβολές, κι’ απελπισίες.

Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προορισμένη μόνο για τους αιώνες.

(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια, λίγα, πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντι­ μεθαύριο,

Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινήση η Γης να κυλάει άδεια, κι’ άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,

Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,

Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιος ήμουν, σκεφτόμενοι

Πως υπήρξα κάποτες, τί λόγια είπα, τί ύμνους έψαλα.

Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,

Κι’  οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,

Αέναα, άκούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου).

.

.

Ας επανέλθουμε όμως στον Σiμωνα Μπολιβάρ.

.

.

.

.

.

Μ π ο λ ι β ά ρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα ένα λουλούδι μεσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.

Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μεσ’  στην καρδιά σου, μεσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στo βλέμμα σου.

Η χέρα σου ήτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.

Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,

Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,

Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,

Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,

Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζεις σα ρημοκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,

Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική. […]

.

.

Μ π ο λ ι β ά ρ !  Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε,

Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.

Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,

Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,

Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οvτoυράς, της Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενε­ζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη,του Ισημερινού,

Ακόμη και του Μεξικού.

Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.

Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω — έτσι ήτανε, λεν, ο Μπολιβάρ — και παρακολουθώ

Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

.

.

Είδες γιά πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φώς το δικό σου,

Μ π ο λ ι β ά ρ, γιατί ώς νάρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.

Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!

Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.

Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,

Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.

Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,

Ο πλούτος της Αργεντινής.

Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

.

.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,

Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,

Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας. […]

.

.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

.

.

.

Όμως, πόσοι και πόσοι δε σ’ επιβουλευτήκαν, Μ π ο λ ι β ά ρ,

Πόσα «ντολάπια» και δε σού ‘στησαν να πέσης, να χαθής,

Ένας προ πάντων, ένας παλιάνθρωπος, ένα σκουλήκι, ένας Φιλιππουπολίτης.

Αλλά συ τίποτα, ατράνταχτος σαν πύργος στέκουσαν, όρθιος, στου Ακογκάγκουα μπρος τον τρόμο,

Μια φοβερή ξυλάρα εκράταγες, και την εκράδαινες πάνω απ’ την κεφαλή σου.

Οι φαλακροί κόνδωρες σκιάζουνταν, που δεν τους τρόμαξε της μάχης το κακό και το ντουμάνι, και σε κοπάδια αγριεμένα πέταγαν,

Κι’ οι προβατογκαμήλες γκρεμιοτσακίζουντάνε στις πλαγιές, σέρνοντας, καθώς πέφταν, σύννεφο το χώμα και λιθάρια.

Κι’ οι εχθροί σου μέσα στα μαύρα Τάρταρα εχάνοντο, λουφάζαν. […]

.

.

Κι’ εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,

Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.

Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη : τη στιγμή,

Της Μάχης της μεγάλης που είτανε  γ ι’  α υ τ ό ν α   μ ό ν ο,

Κι’ όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος  στρατός κι’ εχθρός, ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος κι’ εξιλαστήριο θύμα.

(Και ως του Κύριλλου Λουκάρεως το πνεύμα το υπέροχο μέσα του στέκονταν,

Πώς τις ξεγέλαγε, γαλήνιος, των Ισουϊτώνε και του ελεεινού Φιλιππουπολίτη τις απαίσιες πλεχτάνες!)

.

.

Κι’ αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας  Μ π ο λ ι β ά ρ ! που σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,

Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη, πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.

.

.

.

ε  π  ί  κ  λ  η  σ  ι  ς

 

Μ π ο λ ι β ά ρ ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί,

Του Αντωνίου Οικονόμου — που τόσο άδικα τον σφάξαν — και του Πασβαντζόγλου αδελφός,

Τ’ όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ρομπεσπιέρ ξαναζεί στο μέτωπό σου.

Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.

Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν  είτανε απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι ο γυιός σου. […]

.

.

.

.

.

.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ :

Μετά  την  επικράτησιν  της  νοτιοαμερικανικής  επαναστάσεως  στήθηκε στ’  Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντικότα του ήρωος,  ο  προκαλούμενος   θόρυβος   είτανε  τόσο   μεγάλος,   εκκωφαντικός,  που  στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν  και,  δια  καταλλήλων  ενεργειών,  επέτυχαν  την  κατεδάφιση  του  μνημείου.

.

.

.

ΥΜΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΤΗΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

(Εδώ  ακούγονται  μακρυνές  μουσικές  που  παίζουν,  μ’  άφθαστη  μελαγχολία,  νοσταλγικά λαϊκά  τραγούδια  και  χορούς  της  Νοτίου Αμερικής,  κατά προτίμησιν  σε  ρυθμό  sardane).

 

σ τ ρ α τ η γ έ

τ ί    ζ η τ ο ύ σ ε ς    σ τ η   Λ ά ρ ι σ α

σ υ

έ ν α ς

Υ δ ρ α ί ο ς;

 

 

Ν ί κ ο ς   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Μπολιβάρ (1944) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 143-157

.

.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος διαβάζει:

Μπολιβάρ

Νίκος Μαμαγκάκης:

Μπολιβάρ

 Δημιουργία βίντεο: Γώργος Κεντρωτής

Μια σπάνια εκτέλεση


Νίκος Εγγονόπουλος : Αγκαλιασμένοι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

ΚΛΕΛΙΑ

ή μάλλον

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΙΙ

 

Μην κλαις — μην κλαις καλή —

τις μέρες που πέρασαν :

είτανε — να το ξέρης — δώρο των θεών

 

η γη σιγά

και πριν ακόμη ο ήλιος που τόσο αγαπάμε σβήση

— και δεν σκοπεύει πια για μας να ξαναβγή —

θε να σε πάρω

— για να προχωρήσουμε —

απ’ το λεπτό χεράκι

 

βλέπεις εκείνο το μνημείο

εκεί πέρα

θ’ ανοίξουμε την πόρτα

και θα μπούμε :

εκεί θε να σε πάρω αγκαλιά

κι’ αγκαλιασμένοι έτσι μια για πάντα

θα χαθούμε

μεσ’ στης Δευτέρας Παρουσίας

τα πολύχρωμα

γυαλιά

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς (1907-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (1957) : Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 320-321

 


Νίκος Εγγονόπουλος : Κι έτσι να φύγω μακριά

Ο  Μ υ σ τ ι κ ό ς  Π ο ι η τ ή ς

hommage à raveL

η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ’ στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι’ ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι
και πίσω απ’ τα βιβλία
και μέσ’ στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι της
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ’ στ’ άσπρα ντυμένη
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ’ άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι’ έλεγα να χαθώ κι’ εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π’ ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ’ ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι’ έτσι να φύγω
μακριά
απ’ την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ’ στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (1907-1985)

Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938): Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004, σελ. 57-59

M a u r i c e   R a v e l  (1875-1937)


Νίκος Εγγονόπουλος : Σε τούτο το δωμάτιο …

 

Ν. Εγγονόπουλος : Η επιστροφή των πουλιών

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
παρέδωσε το πνεύμα
η ωραία αθηναία κόρη
ξαπλωμένη στα μεταξωτά χιράμια
— τα ξανθά μαλλιά ξέπλεκα γύρω στην κερένια κεφαλή —
ενώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
ακούγονταν
οι καμπάνες της Αγια-Σωτήρας
που βάραγαν
εσπερινό
ως την επομένη ξημέρωνε
η εορτή
του προφήτη Σαμουήλ

σ’ αυτό μέσα το δωμάτιο
συνουσιάστηκαν τα δυο φοβερά τέρατα
κι’ ευφραίνονταν
μ’ αγκομαχητά κι’ άγρια γρυλίσματα
κι’ αγριοφωνάρες
λες και βουργάροι υλοτόμοι
τα βάλανε με θεόρατα ελάτια
ή μάλλον
( κ α λ ύ τ ε ρ ο )
να εγκρεμιζόντουσαν
βουνά

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
η γηραιά δέσποινα
πέρασε χρόνια και χρόνια
ανίας :
κουνούσε ανεπαίσθητα τα τρεμάμενα χέρια
προσπαθώντας στο σκοτεινιασμένο
και θολό μυαλό
να ξαναφέρη εικόνας των παλαιών της μεγαλείων
ίσαμε τη μέρα
που με βηματάκια αργά
ξεκίνησε— την εξεκίνησαν —
για το γεροκομείο

μέσα εδώ εγεννηθήκαν τρία παιδιά
— γόνοι τιμίας κι’ ευυπολύπτου οικογενείας —
που χάθηκαν
— τόπο δεν έπιασε κανένας τους —
ο ένας πήγε στην Αμερική
ο  άλλος πέθανε κακήν κακώς — μπεκρής —
κι’ ο τρίτος είναι κάπου ακόμη
φαροφύλακας

εδώ — ναι εδώ μέσα : σε τούτο το δωμάτιο —
σκότωσε χέρι άτιμο εκείνο
τον παλληκαρά
«να τιμωρήση — λέει — εν τω προσώπω του την αναρχία»
κι’ έγειρ’ η λεύκα και σωριάστηκε χαμαί
και κείνη η μουντή κηλίδα
του πατώματος
κει πέρα στη γωνιά
είναι το αίμα που ποτάμι χύνονταν απ’ την πληγή
και τίποτα ποτέ
δεν είταν δυνατό
να τηνέ καθαρίση απ’ τα σανίδια

όμως αρκεί ώς εδώ : τί πάω να κάμω ;
πόσο δε θάτανε κοπιαστικό
ίσως κι’ αδύνατο
πάντως ατέλειωτο
και μάταιο ακόμη κι’ ανιαρό
να σημειώσω τώρα με τόση λεπτομέρεια
την ιστορία την ατέλειωτη
αυτού του δωματίου

(άλλοτε έμπαζαν κρεββάτια
άλλοτε τάβγαζαν
άλλοτε κει ήταν σκρίνιο
ύστερα ντουλάπα
έπειτα κασσσέλα
άλλοτε στα παράθυρα είχανε βαρειά παραπετάσματα
άλλοτε τα τζάμια έμεναν γυμνά με μόνα τα παντζούρια
σε κείνη τη γωνιά μια είχανε τα εικονίσματα
άλλες φορές παντού κρέμονταν κάντρα)

να : άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε
κι’ άλλοι — πολλοί— εδώ μέσα γεννηθήκαν
κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα
και τί δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί
φωνές οδύνης
και φωνές χαράς
είδανε και βαφτίσια
μουγκές απελπισιές
και στεφανώματα

(θα το ξεχνούσα : και πιάνο εδώ μέσα αντήχησε παίζοντας αβρά τη Romance du Mal-Aimé)

έζησα κι’ εγώ — ο γράφων — μέσ’ σε τούτο το δωμάτιο
χρόνια πολλά — φτωχά — κι’ ως πάντα
κι’ εδώ γιομάτος πάθος ασχολήθηκα
με τη ζωγραφική την ποίηση
τη γλυπτική
αλλά και τη φιλοσοφία και τον έρωτα
κι’ έμεινα ώρες καθισμένος
—  να καπνίζω  —
σε κει δα το παράθυρο
κυττάζοντας
άλλοτε τον ουρανό
κι’ άλλοτε το δρόμο

και τώρα πρέπει — φευ — κι’ εγώ να φεύγω
—  δεν αποκλείεται άλλωστε να μου μέλλονται καλύτερα —

πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο

Burges, 1956

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (19o7-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957

Από την ανεκτίμητη έκδοση του  Γ ι ώ ρ γ ο υ   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο υ  και του   Κ ω σ τ ή   Ν ι κ ο λ ά κ η, Ποιήματα που αγαπήσαμε : Από τους ανανεωτές της παράδοσης μέχρι και τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 92-95.

 

 


 

Ο Νίκος Εγγονόπουλος διαβάζει το ποίημά του

«Ενοικιάζεται»

Ο  Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει το ποίημα

του Νίκου Εγγονόπουλου «Ενοικιάζεται»


Πέντε ερωτικά του Νίκου Εγγονόπουλου

Ν. Εγγονόπουλος : Εραστές

 

ΠΟΙΗΜΑ  ΠΟΥ  ΤΟΥ  ΛΕΙΠΕΙ Η ΧΑΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ

ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΠΟΘΟΥ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗΣ

αφού το θέλεις
γυναίκα αρμονική κι’  ωραία
έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού ετοποθέτησες απλά κι’ ευγενικά
     μιαν άσπρη ζωντανή γαρδένια
ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
μέσα στο παλιό — ιταλικό μου φαίνεται — βάζο με παραστάσεις
      γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
έλα
πέσε στα χέρια μου
και χάρισέ μου
— αφού το θέλεις —
τη θλίψη του πρασίνου βλέμματός σου
την βαθειά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακρυά
      μαλλιά σου
τη σποδό του υπέροχου σώματός σου

 

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική

η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —

η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

 

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα  ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα  στις ώρες μας  τις πιο κρυφές

 

ΤΟ ΧΕΡΙ

εις Ανδρέαν Εμπειρίκον

ωραίο δίχτυ
που έπλεξεν η
κόρη
η κόρη-τέκτων
ορθή ως
στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
φιλόξενο
ωσάν καλός θεός
ισχυρό
σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
της χαράς
ωραίο δίχτυ
που έβαψε
με το χρώμα των ματιών της
και μύρωσε
με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
η κόρη που εστέκονταν
ορθή
εις το παράθυρο του Αναπλιού

ωραίο δίχτυ
ωραία κόρη
ωραίο παράθυρο που φώτιζες
μέσα στη νύχτα
τ’ Αναπλιού
ωραίο παράθυρο που φώναζες
ωραία κόρη που φώτιζες
ωραίο δίχτυ
μέσα στο χρώμα
τ’ Αναπλιού
ωραίο δίχτυ
γύρω τρογύρω
εις τον λαιμό μου
είτανε
κόρη
τα ωραία μαλλιά
σου
καθώς τα έπλεκες
εις το παράθυρο
μέσα στο φως

ωραία νύχτα
μέσα στο
βλέμμα σου
είτανε κόρη
καθώς τη ζήσαμε
τρελλοί από έρωτα
γυμνοί θεόγυμνοι
τρελλοί από έρωτα
— μια νύχτα έρωτος —
μέσα στο
δίχτυ
του Αναπλιού

Η επιστροφή των πουλιών (1946)

 

Η ΝΕΑ ΛΑΟΥΡΑ

οι τεράστιοι θησαυροί
— για τους οποίους τόσα θρυλούνται —
της πτωχής
περιγιαλούς
κόρης
είναι
τα μόνα
χείλη της
τα μόνα
ηδύγευστα χείλη της

πόσο μου λείπουν και πόσο τα νοσταλγώ
— και τα δοξάζω —
σα βρίσκομαι μακρυά
να περιπλανιέμαι
σε τούτα τ’ άχαρα
τ’ απίστευτα ταξείδια
που κάθε τόσο
επιχειρώ

κι’ όμως πόσο τα χαίρομαι
— και τα δοξάζω —
σα βρίσκομαι
κοντά
της

είναι   η   ζ ω ή

βγαίνει και παίρνει γύρα
σοκάκια
και μαχαλάδες
και με λυγμούς
με φωνάζει
και με ζητά

έλα
μην κάνεις έτσι
είμαστε Έλληνες
συ είσαι
— τι θαύμα! —
μια κόρη
Ελληνίς

όταν κοιμούμαι
τα λουλούδια της αμασχάλης σου
έρχονται
και μου θωπεύουν
όλο το κορμί
και σαν ζωγραφίζω
τότε
έρχονται
τα μάτια σου
τα ωραία
στην άκρια του χρωστήρα μου
και σεργιανίζουν
πάνω
σ’ όλη την επιφάνεια
του μουσαμά

για να ξέρης :
σ’ έχω κάνει αθάνατη

Ελευσίς (1948)

 

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2004

 

 

και εφ’ όλης της ύλης…

Νίκος Εγγονόπουλος, «Η Ύδρα των πουλιών»

Η επιστροφή των πουλιών (1946)