Just another WordPress.com site

ΕΛΙΟΤ (ELIOT, T.S.)

Εύη Μαλλιαρού — Τρίπτυχο

Εύη ΜαλλιαρούΠιπίνου και Πατησίων γωνία, λίγο πριν από το φανάρι, τους είδα όλους μαζί να γελάνε.  Με την καρδιά τους, έτσι φαινόταν.  Μου ήρθε να γελάσω και εγώ, παρασυρμένη, δευτερόλεπτα πριν                  ανακαλύψω την αιτία του τόσο απροσδόκητου κεφιού:  δυο νεαροί, πεζοί, όρθιοι δίπλα σε αμάξι με οδηγό άλλον ένα νεαρό, φώναζαν σε κάποιον σκυμμένο πάνω από το παρμπρίζ, «ψιτ, κάν’ τα καλά!».  Ήταν ένας μελαμψός μετανάστης με το πρόσωπο φωτισμένο απ’ το ασπριδερό χαμόγελό του, που έμοιαζε προϊόν υπόκωφου γέλιου.  Η συμμετοχή του στο αστείο έμοιαζε πηγαία, καθώς συνέχισε να καθαρίζει το παρμπρίζ του αυτοκινήτου με το νεαρό οδηγό, επιδεικνύοντας ακόμα πιο έντονο ζήλο στην «χιουμοριστική» προτροπή.

Οι τρεις νεαροί ήταν Έλληνες.  Το «χιούμορ» τους, τόσο μα τόσο γνωστά ελληνικό, παρεϊστικο.  Υπερβατικό σχεδόν, καθώς η αιματηρή πράξη της γωνίας 3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου, λίγες μέρες πριν, είχε περάσει στο ασυνείδητο, μπροστά στον τραγέλαφο των αυτοσχέδιων «συνεργείων καθαρισμού παρμπρίζ».

Ευθύς, ο νους μου κινήθηκε από εκείνες τις ανεπαίσθητες ηλεκτρικές συνάψεις, τις οποίες ο εντολέας-θυμικό πρόσταξε ως σκέψη-αστραπή:

Να το λοιπόν το σημάδι, η αντιστοιχία, η αντίθεση μέσα σε μια στιγμή–οι τρεις αλλοδαποί, εξαθλιωμένοι εκπρόσωποι του παγκοσμιοποιημένου εγκλήματος, σφαγείς του άτυχου Έλληνα από τη μία, οι τρεις Έλληνες «χιουμορίστες», πειραχτήρια του δύστυχου αλλοδαπού από την άλλη.

Ένα έγκλημα συντελείται, αλλά ταυτόχρονα αναιρείται συμμετρικά στον χωροχρόνο  Η συγκυρία, η μοίρα, η αντικατάσταση.  Πάντα υπάρχει η αντικατάσταση στα φαινόμενα.  Και ο θάνατος φαινόμενο που αντικαθίσταται από το φαινόμενο της ζωής, τα δευτερόλεπτα της επιθανάτιας σπαραχτικής κραυγής, από τα δευτερόλεπτα αυθόρμητου (;) και  φαινομενικά ζωοδόχου γέλιου…

Συνέχισα να περπατώ μέσα στο εκτυφλωτικό, λευκό φως του πρωινού.  Μια συγκίνηση με πλημμύρισε και τότε θυμήθηκα, ένα ταυτό-χρονο σχεδόν πρωινό έντονου περπατήματος, όντας φοιτήτρια στη Νέα Υόρκη, για να προλάβω το σεμινάριο του T.S.Eliot.  Στο σπίτι μετά ανέτρεξα στα άπαντά του.  Εντόπισα το ποιήμα «Ash Wednesday»*. Ως περισυλλογή και σκέψη του εδώ και τώρα, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να χαθεί, παραθέτω κομμάτι του εδώ:

Because I know that time is always time        
And place is always and only place
And what is actual is actual only for one time
And only for one place
I rejoice that things are as they are and
I renounce the blessèd face
And renounce the voice
Because I cannot hope to turn again
Consequently I rejoice, having to construct something
Upon which to rejoice

And pray to God to have mercy upon us
And pray that I may forget
These matters that with myself I too much discuss
Too much explain
Because I do not hope to turn again
Let these words answer
For what is done, not to be done again
May the judgement not be too heavy upon us

Because these wings are no longer wings to fly
But merely vans to beat the air
The air which is now thoroughly small and dry
Smaller and dryer than the will
Teach us to care and not to care Teach us to sit still.

Pray for us sinners now and at the hour of our death
Pray for us now and at the hour of our death.

 Ε ύ η   Μ α λ λ ι α ρ ο ύ

*Ημέρα μετάνοιας, νηστείας και προσευχής για το λυτρωμό της ψυχής στη Δυτική Εκκλησία

Advertisements

Τ . Σ. Έλιοτ (2)

t s eliotΣτην αρχή ο Έλιοτ και  η σύζυγός του έμεναν στο διαμέρισμα του Bertrand Russell στο Λονδίνο, ενώ ο ποιητής προσπαθούσε σκληρά να εξασφαλίσει ένα εισόδημα, διδάσκοντας σε  σχολείο. Έγινε επίσης βοηθός φιλολογικού επιμελητή στο περιοδικό της πρωτοπορίας, Egoist. Το 1917  κατάφερε να βρει σταθερή εργασία στην Τράπεζα Lloyds, καθώς και την οικονομική ασφάλεια που χρειαζόταν για να στραφεί και πάλι στην ποίηση. Την ίδια χρονιά, κατάφερε να εκδώσει  το πρώτο του βιβλίο,  Prufrock and Other Observations, με την οικονομική υποστήριξη του Ezra και της Dorothy Pound.

Ο Pound διευκόλυνε επίσης την είσοδο του Έλιοτ στον κύκλο των βρετανών διανοουμένων και της διεθνούς πρωτοπορίας, όπου ο Έλιοτ γνωρίστηκε με τον μεγάλο ιρλανδό ποιητή William Butler Yeats, τον άγγλο ζωγράφο και μυθιστοριογράφο Wyndham Lewis κ. α.

Το 1920 εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, Poems. Με την συνεχή υποστήριξη και ενθάρρυνση του Pound, έβλεπε πια τον εαυτό του ως μέρος ενός πειραματικού κινήματος στη μοντέρνα λογοτεχνία. Αυτά τα καλά χρόνια όμως σκιάστηκαν από πολλά οικογενειακά προβλήματα. Ο θάνατος του πατέρα τού Έλιοτ, το 1919, γέμισε τον ποιητή με αισθήματα ενοχής, καθώς πίστευε ότι κάποια μέρα θα μπορούσε να γεφυρώσει το φάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, εξαιτίας του γάμου του και της εγκατάστασής του στην Αγγλία. Η σύζυγός του επίσης υπέφερε από προβλήματα υγείας τα οποία επιδεινώνονταν σταθερά. Το αποτέλεσμα ήταν ο νευρικός κλονισμός του Έλιοτ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Έλιοτ κατάφερε να ολοκληρώσει το  περίφημο ποιητικό του έργο Η Έρημη Χώρα, ένα έργο – σταθμό, όπου πέτυχε μια εκπληκτική ένταση στη γραφή του, εξαιτίας κυρίως της ικανότητάς του να παντρεύει ετερόκλητα στοιχεία σ’ ένα ρυθμικό σύνολο. Στη συγγραφή αυτού του μεγάλου έργου, ο Pound είχε παίξει άλλη μια φορά σημαντικό ρόλο με τις επισημάνσεις και τις διορθώσεις του. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και το όνομα του Έλιοτ βρέθηκε ανάμεσα σε αυτά των μεγαλύτερων μοντερνιστών. Μια άλλη επιτυχία ήταν  η πρόσκληση να διευθύνει ένα σημαντικό νέο λογοτεχνικό περιοδικό, το Criterion, του οποίου το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1922.

Το 1923, ωστόσο, τα προβλήματα υγείας της συζύγου του την έφεραν κοντά στο θάνατο και τον ίδιο κοντά σε έναν δεύτερο νευρικό κλονισμό. Αλλά και πάλι του χαμογέλασε η τύχη, όταν ο νέος εκδοτικός οίκος «Faber and Gwyer» («Faber and Faber») που  ζητούσε φιλολογικό επιμελητή, έκρινε τον Έλιοτ ως το κατάλληλο πρόσωπο.

Ταυτόχρονα, ο Έλιοτ είχε ανάγκη από θρησκευτική στήριξη. Έτσι στράφηκε προς την Αγγλικανική Εκκλησία, κάτι που διαφαίνεται στο ποίημά του «ΟΙ Κούφιοι άνθρωποι» (1925).  Ελάχιστοι περίμεναν αυτό που συνέβη τον Ιούνιο του 1927, τη βάπτιση του ποιητή στην Εκκλησία της Αγγλίας.  Προκλήθηκε «καταιγίδα». Επιπλέον, ο Έλιοτ άρχισε πλέον να ασχολείται κυρίως με θρησκευτικά θέματα. Ποιήματα όπως «Το ταξίδι των μάγων» (1927),  και «Ένα άσμα για τον Συμεών» (1928)  είναι στοχασμοί επάνω στην πνευματική πορεία, όπως και το πολύ σημαντικό «Η Τετάρτη των τεφρών» (1930).

Ο Έλιοτ ασχολήθηκε αρκετά και με το θέατρο. Τα θεατρικά του έργα, κάποιες φορές βασισμένα στον Αισχύλο  ή στον Ευριπίδη, είναι σημαντικά.

Το 1948 ο Έλιοτ τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ. Το 1950 το κύρος του ήταν τόσο μεγάλο, όσο παλαιότερων μεγάλων ποιητών όπως ο Samuel Taylor Coleridge.

Ο γάμος του, μετά το 1925,  πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ωστόσο, οι αγγλικανικές του πεποιθήσεις δεν του επέτρεπαν τη σκέψη διαζυγίου. Το 1938 η Vivien εισήχθη σε  ψυχιατρικό νοσοκομείο. Το 1947 πέθανε  και δέκα χρόνια αργότερα  ο Έλιοτ  παντρεύτηκε την Valerie Fletcher. Εν τω μεταξύ είχε εκδώσει τα περίφημα Τέσσερα Κουαρτέτα του (1943), με το μεγάλο στοχαστικό βάθος και τις βαριές φιλοσοφικές αποσκευές.

 Μετά τον πόλεμο ο Έλιοτ δεν έγραψε σημαντική ποίηση. Ωστόσο το έργο του παραμένει το έργο ενός  κορυφαίου ποιητή του εικοστού αιώνα.

Σ .   Η .


Τ. Σ. Έλιοτ (1)

 imagesΟ ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και φιλολογικός επιμελητής  Τ. Σ. Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 1888-1965) γεννήθηκε στο Σαιντ   Λούις   (Μιζούρι), σε μια εύπορη πολυμελή οικογένεια. Προετοιμάστηκε για το Χάρβαρντ, απ’ όπου απεφοίτησε με σπουδές στη συγκριτική φιλολογία. Στο Χάρβαρντ, επίσης, παρακολούθησε  ένα έτος μεταπτυχιακών σπουδών στην αγγλική φιλολογία.

Στη βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ ο Έλιοτ βρήκε ένα βιβλίο που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξή του. Ήταν το βιβλίο του Arthur Symons για τον Συμβολισμό (1895), μέσω το οποίου γνώρισε τo  ποιητικό έργο τού Jules Laforgue, με την κομψή ειρωνεία του, που του έδωσε μια κατεύθυνση στην ποίηση. Μέχρι το 1909-1910 η ποιητική του κλίση είχε επιβεβαιωθεί, με τη συμμετοχή του στην επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού του Χάρβαρντ, του Advocate.

Τον Μάιο του 1917 πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές ενός έτους στο Παρίσι,  όπου γνώρισε τον  Jean Verdenal, στον οποίο αφιέρωσε το πολύ γνωστό ποίημά του, «Το ερωτικό τραγούδι τού J. Alfred Prufrock».  Με την  παρέα τού  Verdenal, ο ποιητής έκανε την είσοδό του στην  έντονη πνευματική ζωή της πόλης. Στο Παρίσι ο Έλιοτ γνώρισε μορφές όπως ο Pablo Picasso  και ο  Henri Bergson.

Τα έτη 1910 και 1911 ο Έλιοτ αντέγραψε σε ένα ξεχωριστό σημειωματάριο τα ποιήματα που έμελλαν να τον κάνουν γνωστό, ποιήματα όπως τα «Προσωπογραφία γυναικός» και «Πρελούντια». Έχοντας αφομοιώσει στοιχεία από τους δραματικούς μονολόγους του Robert Browning και από την κομψότητα της ποίησης του συμβολισμού, κατάφερε να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό ιδίωμα, το οποίο ξάφνιασε όσους  συγχρόνους του διάβασαν τα ποιήματα αυτά από τα χειρόγραφα.

Το φθινόπωρο του 1911, ωστόσο, ο Έλιοτ ήταν εξίσου προσηλωμένος σε δύο κόσμους: της ποίησης και των ιδεών. Ως φοιτητής την εποχή που το  Χάρβαρντ διένυε τον  χρυσό φιλοσοφικό του αιώνα, είχε την τύχει να βρεθεί ανάμεσα σε μορφές  όπως ο William James και ο Bertrand Russell. Ταυτόχρονα, μελετούσε ανθρωπολογία και θρησκεία.

Τον Σεπτέμβριο του 1914 ο Ezra Pound διάβασε χειρόγραφα ποιήματα του Έλιοτ και εντυπωσιάστηκε. Έτσι ξεκίνησε μια συνεργασία που έμελλε να επηρεάσει σημαντικά την αγγλοαμερικανική ποίηση.

Την άνοιξη του 1915, στην Αγγλία, ο  ποιητής γνώρισε στην  Vivien Haigh-Wood. Γοητευμένος από  την αμεσότητα και την ειλικρίνεια της Vivien, τον Ιούνιο του 1915  την παντρεύτηκε.  Ο γάμος ήταν δυσάρεστη έκπληξη για τους γονείς του, ιδίως όταν έμαθαν  για τα προβλήματα υγείας της Vivien. Η Vivien αρνήθηκε να μπει στο πλοίο για την Αμερική εν καιρώ πολέμου, δεν έφυγαν, κι έτσι  ο Έλιοτ έγινε μέρος της  λονδρέζικης λογοτεχνικής ζωής.

Σ. Η.

{Συνεχίζεται}


Ο φτερωτός ιπποπόταμος


Φωτογραφια : Nick Brandt

 

 

Τ. Σ. Έλιοτ

Ο ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ


Ο ιπποπόταμος βαρύς
μες στα νερά τσαλαβουτά.
μ’ όλο που μοιάζει συμπαγής
είναι από σάρκα και οστά.

Η σάρκα έχει αδυναμία
και κρίσεις νευρικές παθαίνει,
ενώ του Χριστού η Εκκλησία
πάνω σε βράχο είναι χτισμένη.

Ο ιπποπόταμος συχνά
το στραβό παίρνει μονοπάτι.
Η Εκκλησία δεν ξεχνά
ποτέ τους τόκους της να εισπράττει.

Ο ιπποπόταμος ψηλά
το μάνγκο δεν μπορεί να φτάσει.
Η Εκκλησία τρώει πολλά
φρούτα απ’ τα μάκρη της θαλάσσης.

Του ιπποπόταμου η φωνή
βραχνή είναι όταν ζευγαρώνει,
μα η Εκκλησία εξυμνεί
το Θεό, σαν τη φωνήν υψώνει.

Ο ιπποπόταμος στον ύπνο
το ρίχνει, κυνηγάει μετά.
Η Εκκλησία μετά το δείπνο
κοιμάται με ροχαλητά.

Ο ιπποπόταμος φτερά
βγάζει, στα ουράνια φτερουγίζει.
Χορός αγγέλων με χαρά
το θείο θαύμα χαιρετίζει.

Το αίμα του Αμνού θα τον ξεπλύνει,
στον ουρανό θα θρονιαστεί
και θ’ αποπνέει αγιοσύνη,
Μια λύρα κρούοντας χρυσή.

Λευκός ως χιόνι θε να γίνει
απ’ των παρθένων τα φιλιά,
ενώ η Εκκλησία θα μείνει
κάτω στη γη, μες στη βρωμιά.

T.   S.   E  l  i  o  t
Από τα  Ποιήματα, 1920

 

Μετάφραση :  Γ.  Ν ί κ α ς
T.S. Eliot, Ποιήματα, Αθήνα, Εστία, β΄έκδοση, 1996