Just another WordPress.com site

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Σιλένα: Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές

Ζωγραφική : Pablo Picasso

.


. . .

Περιπλάνηση

.

Σαν μυρωδιά αναδύεται από τα μάτια της η θλίψη, ένα απλό σημείο συνάντησης της μνήμης με τις παλιές σκονισμένες εικόνες σχεδόν καπνισμένες, τόσο που κάνουν τα δάκρυα να κυλάνε.

Όπως και τα φώτα της πόλης  ύστερα από χειμωνιάτικη βροχή. Σαν γυαλί μοιάζουν τότε οι ασφάλτινοι δρόμοι, χωρίς ούτε μια υποψία οσμή βρεγμένης γης στη σάρκα τους, στριφογυρίζουν τόσο που τη ζαλίζουν και κάθεται τότε στο σκαλί μέχρι να περάσει η ζάλη.

Η οικονομική κρίση έκλεισε τους ανθρώπους στα σπίτια τους, σκέφτεται, τα φώτα αραίωσαν, ευτυχώς κι η ζάλη μαζί. Κι επιτέλους λίγα παιδιά ή μάλλον οι φωνές τους φτάνουν στ’ αυτιά της κι ανταμώνουν μια σταγόνα ήλιο κι ας βρέχει.

Οι μεγάλοι δεν μιλάνε πια, σωπάσαν εδώ και μήνες, κοιτάζουν σκυθρωποί κάτω μήπως και βρούνε πεταμένες ελπίδες ή κανένα χαμένο πορτοφόλι. Περπατάνε ανάμεσα σε μεθυσμένους που ξεχνάνε, γέρους που σφίγγουν το παλτό τους (προφύλαξη απ’ τους πορτοφολάδες, έτσι τους συμβούλεψαν να κάνουν, στις ειδήσεις των 6, των 9, των .. μέχρι εκεί, μετά τα βλέφαρα βαραίνουν), ανάμεσα σε αγίους που ξέπεσαν εδώ στη γη μα δεν διάλεξαν βλέπεις καλή εποχή, μες στην κρίση!

Ακόμη και τα μεγάλα όνειρα μίκρυναν κι ακούς τα βογκητά των ανθρώπων σε κάθε τους βήμα κι ας μην πονάνε, νομίζουν πως έτσι θα περάσει ξώφαλτσα η αρρώστια και θα τους προσπεράσει. Και ξεγελάνε τον καιρό, έτσι νομίζουν.

Όταν βραδιάζει κανείς δεν περπατάει στους δρόμους, φοβούνται, τους άστεγους, τους μόνους, τους εθισμένους στην πείνα και στον θάνατο.

Μόνο βρώμα και δυσωδία με τη βροχή να πέφτει πάνω σε σωρούς σκουπιδιών.

— Πάλι απεργία έχουν, η φωνή της περιπτερούς πάντα ενημερωμένη και εξυπηρετική.

Μόνο οι αίθουσες των κινηματογράφων έχουν ακόμα κόσμο. Ζεστές ανάσες, χαμογελαστά μάτια ή θλιμμένα χείλη, ανάλογα με την ταινία. Αχ, ταξίδεψαν κι απόψε τα μάτια κι η ψυχή για δυο ώρες, κάτι είναι κι αυτό.

Η μυρωδιά από τα ποπ κορν φτάνει στα ρουθούνια της και νιώθει μια γλυκιά λαιμαργία. Μπαίνει με γρήγορα βήματα στο φουαγιέ και ζητάει ποπ κορν ανυπόμονα. Μα τι απογοήτευση σαν ακούει πως μόλις τελείωσαν. Λυπάται, πολύ. Φεύγει.

Με βήματα αργά, κουρασμένα, κατηφορίζει προς το σπίτι. Δεν θέλει να μπει στο λεωφορείο. Θέλει να περπατήσει κάτω απ΄ τις χλωμές λάμπες του δρόμου, πλάι στα καῒκια που γεμίζουν το λιμάνι, κοιμισμένα κι ήσυχα, μαζεύουν δυνάμεις για το πρωινό ξύπνημα, το μεροκάματο.

Οι πρώτες εφημερίδες κρέμονται κιόλας στα περίπτερα, δεν θέλει να μάθει τα νέα, δεν υπάρχουν νέα. Μια απλή επανάληψη του χτες και τίποτα καλύτερο.

Σκοντάφτει σ’ ένα σπασμένο πλακάκι και πέφτει πάνω σ’ έναν περαστικό. Μουρμουρίζει ένα βιαστικό συγγνώμη και συνεχίζει να περπατάει.

Κουράστηκε. Κάθεται στο πρώτο παγκάκι που συναντάει και ανοίγει τις παλάμες.

Άρχισε πάλι να βρέχει βαριές σιωπές και νύχτα…

.

.

.

Σ ι λ έ ν α  18/1/2012

http://silena26.blogspot.com/2012/01/blog-post_18.html

.


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης : Δέσποινα αγρίας καλλονής

 .

.

.

John William Waterhouse: A Hamadryad

.

.

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ

.

     Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…

     Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.

     Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν  δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.

     Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.

     Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.

     Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.

.    

     Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.

     Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.

     Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.

     Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.

     Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.

     Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.

     Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.

     Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.

     Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.

.

     Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….

     Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.

     Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.

     Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»

     Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»

     Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:

     -Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…

.

     Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.

     Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….

.

     Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…

     Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.

     Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.

     Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:

     -Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.

                                                            (1901)

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς   Π α π α δ ι α μ ά ν τ η ς  (18511911)

Από την εξαιρετική σελίδα του  Ν ί κ ο υ   Σ α ρ α ν τ ά κ ο υ:

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_drus.html

.

.

Emile Bin : The Hamadryad

.

.

Μανόλης Πρατικάκης

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Τι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα.
Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ’ αυτό που τους αναλογεί.
Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία,
η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί.
Ή πάλι μετατρέπονται σε οικοτροφεία και ξενώνες
για της πλάσης τα στρουθιά – αληθινό περίττωμα η λέξη έξωση.
Στο παραμικρό αεράκι πιάνουν το τραγούδι.
Οταν τα πληγώσεις, δε βογκάνε˙ δεν τραβάνε τα πλούσια
μαλλιά τους. Δακρύζουνε κρυφά κι ακούν
οι ρίζες. Ομως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος
τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν
τον καρπό. Εκδικούνται το χέρι που τα καίει.
Ρίχνουν χώρια μες στις πλημμύρες.
Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα
θεία αφανίζουνε φυλές.

 .

Από: http://www.e-poema.eu/afieromatext.php?id=75&pid=

.

.

Υπό την Βασιλικήν Δρυν

Εκτεταμένα αποσπάσματα

Οπτικοποιημένη αφήγηση από την Ομάδα Ανάγνωσης της Σχολικής Βιβλιοθήκης του ΓΕ.Λ. Σκιάθου Αποτελείται από μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου Σκιάθου.

.

.

.


Η Σάρκα του Κόσμου και του Πάθους

 

 

 

 

Κ Ω Σ Τ Η  Σ    Μ Ο Σ Κ Ω Φ   :   Η   Σ Α Ρ Κ Α    Σ Ο Υ    Ο Λ Η     Κ Α Ι     Ε Ν Α    Π Ο Ι Η Μ Α

«Ταξίδι στο Λόγο, ταξίδι στον Καιρό και στην Ιστορία, ταξίδι στον Έρωτα και στον Άλλο, η Σάρκα Σου Όλη […]‘’Συμπαντικές εκρήξεις, τόσο εκκωφαντικές που δεν μπορεί να τις ακούσει κανείς’’ είναι οι καταγραφές σ’ αυτά τα κείμενα […] Ονειρικά τοπία σ’ ένα λόγο ελλειπτικό και κάποτε παραληρηματικό […], με τη χαρακτηριστική γραφή του Κωστή Μοσκώφ […]»

Βάνα Χαραλαμπίδου

 

Η    Σ  ά  ρ  κ  α      Σ  ο  υ      Ό  λ  η  

(α π ό σ π α σ μ α)


[Και το πολύ του Έρωτα κατάργησε τον Καιρό, κι ο Έρωτας κατάργησε το Θάνατο]

[Είμαστε ακόμα έγκλειστοι δίχως τον Άλλο]


[Ο Όσιος] έλεγε το Πιστεύω των πιστών με τον τρόπο των Σούφηδων που στο τάγμα τους, των Μελβελή Δερβίσηδων, ανήκε. Και στροβιλίζονταν ώσπου να βρει την έκσταση. Και ο Ολόκληρος του έδινε το χέρι να τον ανεβάσει –- προς ώρας έστω — στον Κήπο του Παραδείσου. Και έβλεπε τους μπαξέδες με τα ρόδα. Και τους μπαξέδες με τα γιασεμιά. Και τους μπαξέδες με τα γαρούφαλα. Στα χίλια και ένα χρώματά τους. Και αγαλλίαζε με τις εξήντα εννέα διαφορετικές ευωδίες. Και έβλεπε και τα ποτάμια που ρέουν γάλα. Και τα ποτάμια που ρέουν ανθόνερο — μαγιέτ ουάρντ. Και τα άλλα τα αργόσυρτα ποτάμια.

Εκείνα που ρέουν μέλι. Και Εσένα να κάθεσαι κάτω από τον πιο ψηλό φοίνικα. Και να περιμένεις.  Καταργώντας με την ένταση της αγάπης σου τον θάνατο. Και τους Αιώνες. Και να δίνεσαι στον σφοδρό έρωτα που ποιεί τη Σάρκα Πνοή. Και να γεύεσαι και τους εκατό τρόπους του Έρωτα —τις μυστικές διόδους της χοάνης. Και κατόπιν να μοιράζεις την αγάπη σου — ό,τι περισσεύει. Στα τρία δισεκατομμύρια των ζωντανών. Και στα εκατόν δέκα δισεκατομμύρια των πεθαμένων. Και στα ερπετά. Και στα όρνια. Και σε αυτούς που είναι γέροι. Και σε αυτούς που είναι άσχημοι. Και σε αυτούς που είναι ηλίθιοι και σε καταδιώκουν. Και στον κόσμο ολόκληρο. Όχι μόνο τον νυν αλλά και τον πριν και τον μέλλοντα κόσμο.  Και να σπέρνεις έτσι όλους τους σπόρους σου.  Αλλά και τη λάμψη της ψυχής. Και να πέφτεις στα πόδια του. «Εσένα Αγαπώ, Μόνο Εσένα». Και το Εσένα να γίνεται το Εμένα και το Εμείς — ο Ολόκληρος.

 

 

Τ α   δ ε λ φ ί ν ι α   π ή ρ α ν   α π ό   π ί σ ω   τ ο   φ ε γ γ ά ρ ι

~.~

Τα δελφίνια πήραν από πίσω το φεγγάρι
τραγουδούν πάνω στις κορφές των καταρτιών
– αύριο
θα πάω να βρω τη ματιά σου
εκεί που την άφησα στο ακρογιάλι…

«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα»,
η όψη σου σαν της Εκάτης χλομή,
να γυρεύω ολονυκτίς τα χείλη σου
και συ τον γιασεμί Ερμή…

Έρχεται, έρχεται η Διώνη
με το τσιτάκι της ν’ ανεμίζει στον Βαρδάρη
έρχεται, έρχεται ο Άδωνις
με φουσκωμένο το μπλουτζίν
με ανοικτό το μπλε πουκαμισάκι…
Πηδά χαρούμενη, σκοινάκι, η ψυχή τής Τσιμισκή…

 

 

Κ  ω  σ   τ  ή  ς     Μ  ο  σ  κ  ώ  φ  

 Από τη συλλογή Ποιήματα, εκδ. Καστανιώτη 1987

. . . . . . . . . . . .

Ο Κωστής Μοσκώφ (1939-1998) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Παρισίων.  Μορφωτικός σύμβουλος της Ελλάδας στο Κάιρο, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή. Ιστορικός, δοκιμιογράφος και ποιητής, δημοσίευσε, μεταξύ άλλων:  Η Κοινωνική Συνείδηση στην Ποίηση της Θεσσαλονίκης (1979), Η Πράξη και η Σιωπή: Τα όρια του έρωτα της ιστορίας – Δοκίμια ΙΙ (1983),  Εισαγωγικά στην Ιστορία του Κινήματος της Εργατικής Τάξης:  Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα (1985), Ποιήματα (1985 & 1987), Ανθολογία Αραβικής Ποίησης (1993), Ανθολογία Εβραϊκής Ποίησης (1997), Η Σάρκα Σου Όλη (1998).

 

 

Π  Η  Γ  Ε  Σ :

Κωστής  Μοσκώφ,  Η Σάρκα Σου Όλη, Εξάντας 1998, σελ. 7, 46-47.

Πηγή για το για το ποίημα:
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=20945.0