Just another WordPress.com site

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Κερασία Χρ. Γερογιάννη : «Το θάνατο μιμούνται οι φασίστες…» — Οι μικρές λεπτομέρειες (6)

.

triplo01-endΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

.

Ο θάνατος σπαράζει τα πρόσωπα

κι επιβάλλει χαιρέκακα την ομοιομορφία

κακότροπα στο ίδιο καλούπι όλα τα υποτάσσει.

Το θάνατο μιμούνται οι φασίστες

κι όλες του ανθρώπου οι εξουσίες

σε κατατρών αν ξεστρατίσεις του ορισμού τους

αν δεν είσαι πρόθυμος προσκυνητής

ίδιος στα φερσίματα, στους τρόπους και στα όνειρα

σε κατατρών ώσπου να λιώσεις και να ταπεινωθείς

ώσπου ν’ ακινητήσεις στη μούχλα του τάφου σου.______________

.

 

 

ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ

.

Τι με ζηλεύεις και μου λες τι ψέματα μου λέγεις;

Το τίποτα δε γίνεσαι και δε μπορεί να είσαι

στο μνήμα μου θα κενωθώ ένας σωρός κριμάτων

κι αν οι παλιοί πληρώνανε της βάρκας τους τα ναύλα

κι ήταν γι’ αυτούς ο οβολός εξαγορά και χάρη

σε μένα τούτο δε μετρά για με δε λογαριάζει

τι είν’ ο Χάροντας εχθρός δε στρέχω να πληρώνω

τη λευτεριά μου αποζητώ και γι’ αυτήν παλεύω.

Κι αν χάσω εγώ τον πόλεμο κι αν συνθηκολογήσω

μαύρο νερό θα πάω να πιώ νερό του Κάτω Κόσμου

που ’χει τις μνήμες ζωντανές τους πόνους θεριεμένους

της Λήθης νάμα δε θα βρω παρηγοριά δε θα ’χω

μον’ θα θυμούμαι πάντοτε ως να σωθούν οι αιώνες

τις άρνησες και το κακό που έχω βαστημένο.

Ποιανού βολή ο οβολός ποιού πληρωμή και χάρη;

Ποιού χάρισμα το κλάμα μου του Χάροντα είμαι δώρο

κι αυτός πικρός και δε μιλεί σκληρός και δε λυγίζει

τις κλείδες του που έχασε σε μένα τις χαλκεύει

που συναινώ, που δέχομαι να είμαι νικημένη.

Πώς με ζηλεύεις και το λες τι ψέματα μου λέγεις;

Πώς με ζηλεύεις του Θεού που ψάχνω ένα χνάρι

μα του ΄Αδη ακούω στεναγμούς κι απ’ τις κλειστές αμπάρες

κερδίζω την απελπισιά προσκέφαλο το βράδυ

που έχω το Φως το Αληθινό και είμαι στο σκοτάδι.

Πώς με ζηλεύεις που πιστώ και είμαι μες στη γύμνια

εσύ το όριο ντύθηκες και μέσα κει ορίζεις

είσαι του κόσμου σου παιδί και ζεις ό,τι ανασαίνεις

εσύ μαλώνεις τους καιρούς μα εγώ καιρό δεν έχω

μήτε δρομάκι να σταθώ κι εκεί να περπατήσω

κι αντιμαχώ το θέλημα που μου τραβάει τα σπλάχνα

κι έχει τα θέλω του ανοιχτά σαν αγκαλιά απλωμένη

εσύ, μου λες, δεν καρτεράς μα εγώ «θέλω» δεν έχω

και προσδοκώ και καρτερώ το πάνω από μένα

γιατί είμαι ’γω ασήμαντη, μικρή και τιποτένια

τι αν ήταν όλη μου η ζωή αυτό το κάτι που είμαι

κρίμα θα ήταν η ζωή να πάει έτσι χαμένη…

Εσύ, μου λες, δεν καρτεράς Ζωή αντί θανάτου

σαν τίποτα στο τίποτα τα πάθη σου επιστρέφεις

τη μνήμη σου, τον κόπο σου, το γέλιο και το κλάμα.

Μα τι παλεύεις, τι πονάς ν’ αλλάξεις τους ανέμους

κι αν δεν το ξέρεις πολεμάς τον κόσμο που είν’ δικός σου.

Πώς με ζηλεύεις και το λες τι ψέματα μου λέγεις;

Στου Αχέροντα τ’ άγρια νερά δε νοιάζεσ’ αν θα πάμε

βρώμα και πιόμα ανέξοδο θαρρείς τον εαυτό σου

Κι αφού θωρείς το τίποτα και τίποτα δε νιώθεις

εσύ δεν έχεις να χαρείς, δεν έχει να πονέσεις

μα εγώ βαρκούλα θα γενώ γιομάτη από υποσχέσεις

γιομάτη από ψέματα, καημό και μοιρολόι

γιατί ήμουνα ο νικητής και έπεσα στο χώμα

γιατί ήμουν μέρος του Θεού και μέριασα στο σκότος.-

Μέγα Σάββατο, 18-4-2009

.

.

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

.

Της αγιότητος απέχουμε με χάρη

όχι από ταπείνωση,

τάχα, ν’ αρνηθούμε τους επαίνους

— σαν πονηροί πολύ αποδειχτήκαμε

μετά από ’κείνον το φαφλατά το Φαρισαίο –-

ούτε από αδεξιότητα

σαν άμαθοι των ασκήσεων και των κόπων,

αλλά από μιαν αλλόκοτη διαστροφή των νοημάτων

κι αποστρεφόμαστε καχύποπτοι,

μην είναι λάθος κείνο το «ατελεύτητος»;

Τι είδους ζωή θα είναι και μάλιστα ατελεύτητος

αν λείπουν οι στεναγμοί, οι πόνοι και τα δάκρυά μας;

 .

.

Η ΑΦΕΣΙΣ

 .

Ἄφες ἡμῖν θα πω

αλλά πώς να μετρήσω

αυτό το μικρότατο «ὡς»

εμπρός στο «καί ἡμεῖς ἀφίεμεν

τοῖς ὁφειλέταις ἡμῶν»;

Σα βελονιά στα δάχτυλα

της μάνας μου που λίγο

ξαφνιασμένη κοίταγε

τη μικρή πληγή

κι έπειτα σκεφτική

μας μπάλωνε τα ρούχα;

 .

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

.

Ποια η ζωή που έζησα

και τώρα αφήνω πίσω

ποια η ζωή που αρνήθηκα

σαν αίνιγμα να λύσω…

Αρνήθηκα του νικητή

την έπαρση, το κλέος

και κουβαλώ του ασκητή

το βάσανο σα χρέος.

Κι όσο να πεις επαίρομαι

που είμαι αποστάτης

κι αμέσως κει που χαίρομαι

φτηνός επαναστάτης

αρχίζουν να βρωμοκοπούν

τα άγια αθλήματά μου

τα έργα μου να θορυβούν

στα δύστυχα τ’ αυτιά μου.

Κι είμαι ξανά το γέννημα

που έβγαλε το χώμα

και μιας Πνοής το θέλημα

τη στέκει εδώ ακόμα.

Κι ως δίχως να ’χω αναπνοή

ετόλμησα και είπα

Θεέ μου, δος μου απαντοχή

ν’ αντέξει ετούτη η τσίπα

που ανασκιρτά πως χάνεται

και θέλει το δικό της

σκύβαλο άθλιο πιάνεται

ξανά στον εαυτό της.

Είδα κι απόειδα, δέχτηκα

δρόμος δεν είναι πια

γαγγραινιασμένη αφέθηκα

να εκθέσω χαρακιά.

Είμαι αυτό που έγινα

που ήμουν και θα είμαι

δαγκωματιά από έχιδνα

με βάνει εδώ να κείμαι

μα της αλήθειας μου το φως

με σκέπει και με ντύνει

στον Άδη Αδάμ δειλός, σκυφτός

Αναστημένος Ουρανός εγίνη.

7-2-2009

.

.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

.

Τι είν’ του Θεού το όνομα;

Ένα θέλω χωρίς το περήφανο «λ»

κι ένα κομμάτι απ’ το τρελός

χωρίς το τρεμούλιασμα των «τρ»

και πάλι και ξανά και πάντα

χωρίς το περήφανο «λ».

Κράτησα το έσχατο «ω[μέγα]»

γιατί μ’ ένα «ά[λφα]» στην αρχή του

περιέχει όλα τα νοήματα.

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (5)

.

.

.

.

.

Συγκρατημένα στάθηκα στο φως

σα λέξη που δεν έπρεπε να ειπωθεί

κι όταν περήφανα άρθρωσα

τους δύσκολους ήχους

ταπεινώθηκα ανάμεσα

στην τελεία και την παύλα.

.

Η ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

.

Σαν τις παλιές φωτογραφίες κοιτώ

που ’χουν το κιτρινιάρικο το χρώμα της αρρώστιας

και του καιρού γεράματα με τσακισμένες άκρες

μακάβριες καθώς στέκουνε μνημούρια ξεχασμένα

με τα σβησμένα γράμματα στην πίσω τη μεριά τους

και τους παλιούς να μας κοιτούν χωρίς να μας γνωρίζουν

ποζάρουν κει στο κράτημα του χρόνου σαν εκπλήξεις

μικρών αναπνοών, η ακινησία τους τώρα

μιαν ακριβοδίκαιη διάταξη ψυχών

σαν τις παλιές φωτογραφίες κοιτώ

με συνεπαίρνουν κείνα τα πρόσωπα που κρύβονται

στο πίσω – πίσω μισοχαμένα σαν παραισθήσεις,

σα σκιές των μπροστινών τους, ανεπαίσθητα, δειλά

σαν υποψίες, που η ματιά βιαστική τα παρατά

μισοτελειωμένα, τυχαία, δεν ενδιαφέρουν

μια συγκυρία μοναχά τα στρίμωξε στο κάδρο

πώς βρέθηκαν εκεί, σα σύμπτωση και μόνο εμένα

συγκινούν τα πρόσωπα τα πίσω – πίσω, τα δειλά,

οι απόντες που δε διεκδίκησαν ποτέ,

σαν αντανάκλαση δική μου να ’ναι

15-1-201

.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ

.

Όταν θα ειπωθεί εκείνο το φοβερό «προ-»,

το «προτού» και το «πριν»

της σάρκας μου θα ακούσω την έκκληση

«ζήσε για μένα! για τις μέρες που χρωστώ

ενέχυρο στην αιωνιότητα,

ζήσε για μένα!»

Όταν θα ειπωθεί ο θάνατος σαν αίτημα

ενός κορμιού κουρασμένου

θα εννοήσω πως παρέμεινα μια υποψία

κάτω απ’ τα πραγματικά σχήματα τόσα χρόνια

μια υποψία και μια άρνηση κλειστή

σα μυστικό σε παιδικό δωμάτιο

Κι ονειρεύτηκα και φαντάστηκα με έξαψη

την ωραιότητα που δεν ήμουν, την τόλμη που δεν έγινα,

την αγαπημένη που λαχταρούσα να γίνω,

την ποθητή ολοκλήρωση σ’ ένα κορμί διαμελισμένο

να συναχτούν τα σκόρπια μέλη να γίνουν μιαν αλήθεια.

.

ΓΥΝΑΙΚΑ

.

Φύση γυναικεία που γερνάει

σαν τοπίο στη μέση του χειμώνα

διέτρεξε τόσα χρόνια στειρότητας

σα λήθαργος της γης κάτω απ’ το χιόνι

μα πριν συναντήσει το μαρασμό

στο μαύρο περίβλημα του σαπισμένου καρπού

ανοίγει ικετευτικά σαν επιθυμία

στο φως το πιο σκοτεινό της αντίο.

1-11-2010

.

ΟΙ ΓΡΙΕΣ

.

Μοιάζω, θαρρώ, με τις γριές

που στέκουν στο κατώφλι

παλιών σπιτιών με τη φθορά

συνομιλούν μονάχες

κι ως ακουμπούνε σταυρωτά

τα χέρια στην ποδιά τους

σιάζουν τις μνήμες τις γλυκές

απά στα γόνατά τους

ζαρώνοντας το μέτωπο

τραβούνε το μαντήλι

στ’ ασπρισμένα τους μαλλιά

και τις πικρές στιγμές τους.

Μοιάζω, θαρρώ, με τις γριές

που στέκουν και προσμένουν

μ’ ένα «Κύριε δόξα Σοι»

και μ’ ένα «Ἀμήν» στο στόμα

παλιώνοντας με τη σιωπή

των άδειων σπιτικών τους

το «αντίο» αναπέμπουνε

στον αναστεναγμό τους.

8-4-2010

.

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

.

Αφήνεις τίποτα άδειες σελίδες

ανάμεσα στις γραμμένες

για να ’ρθεί με τον καιρό της

η ιστορία να βάλει εκεί

τα κομμάτια της

που ακόμα δε βρήκαν

τις σωστές λέξεις

για να υπάρξουν.

Κι εσύ τα καρτεράς

σαν τα σαββατοκύριακα

ν’ αναπαυτούν στην αγκαλιά σου

οι αγαπημένες σου μικρές

εκκρεμότητες.

.

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

.

Με απασχολούν οι μικρές λεπτομέρειες

με κατατρώγουν με θαυμαστή επιμονή

Κι αν προσθέτουν χάρη και λεπτότητα,

αν υποτάσσουν την ασυναρτησία καλώς!

Μα αν λοξοκοιτούν ενοχικά στα κακόσχημα

κι εμμένουν πεισματικά στο ανόητο

τι βάσανο!

Χάριζέ μου, Κύριε, την ομορφιά

των μικρών λεπτομερειών

κι όχι τη ματαιότητά τους!

17-10-2010

 .

Ο ΚΑΗΜΟΣ ΜΟΥ

.

Έκλεισε γύρω μου ο τόπος

τα βουνά μου είναι οι ταράτσες

των γύρω κτιρίων

λογαριάζω το σκαρφάλωμα

στο απέναντι μπαλκόνι

όχι όπως κοινώς το θεωρούμε

ως διάρρηξη του ιδιωτικού

μα σαν αναρρίχηση

να κόψω, επιτέλους, εκείνο

το μοναχικό ανθάκι

που προκλητικά ξεπροβάλλει

ανάμεσα στα κάγκελα.

 .

ΣΑΝ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ

 .

Σαν αστερόσκονη θ’ αφήσω αυτόν τον τόπο

που ’χει αλλάξει κι είν’ αβάσταχτος, θαρρείς

μη λυπηθεί, ας μη μπει σ’ άδικο κόπο

ούτε να κλάψει, θέλω πια, κανείς!

Όταν την πόρτα πίσω μου θα κλείσω

δε θα φοβάμαι, δε θα λυπηθώ

γιατί ό,τι έχασα πιστά θ’ ακολουθήσω

όσα αγάπησα κι έχουν φύγει από καιρό…

Και πρόσωπα και μέρη, που δεν είναι

να σεργιανίσω, ν’ ανταμώσω, να τα ιδώ

όπως παλιώσαν οι καιροί μου, εδώ, κείμαι

αντεστραμμένη σ’ έναν θάνατον αργό.

Σαν αστερόσκονη θ’ αφήσω αυτόν τον κόσμο

δίχως παράπονο, χωρίς αντιμιλιά

μονάχα εσένα πικραμύγδαλο και δυόσμο

καθώς θα φεύγω, θα ’χω πάνω στην καρδιά.

4-1-2010

.

ΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

 .

Τυχεροί που γράφουν λίγα – λίγα ή πολλά – πολλά

κι εγώ που το σπίτι μου ονειρεύομαι λιτό σα βρισιά,

βαλμένο σε ευθείες αυστηρές σα χαστούκια,

καθέτους κι οριζοντίους εμπτυσμούς

κι εκείνες τις ειρωνείες τις σπαρτιάτικες,

ολοένα ανακαλύπτω περίτεχνα στρογγυλέματα και άκανθους

και τόσα φλύαρα τραγουδίσματα,

μια ψυχή καθόλου δωρική,

αλλά παιχνιδιάρα και κομπογιαννίτισσα και γύφτισσα…

.

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΑ ΜΝΗΜΗ

 .

Η μνήμη τρώει, ορέγεται και πάντα πεινασμένη

στα νιάτα πίσω ολόχαρη γυρνά και τραγουδά

και ’γω που γέρασα άδοξα στα γόνατα ριγμένη

στο πρώτο ξάφνιασμα γυρνώ με τόση ανεμελιά!

Τι να το κάνω το παρόν, γεμάτο από σοφία

πόσο σκληρά και άχρηστα χτυπά η λογική

στο θάνατό μου εμπρός δε στέκουν άλλα αστεία

ακράτητη στα όνειρα θα κάνω νέα αρχή!

.

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ

.

Τι μ’ ωφελεί να γράφω τα τραγούδια μου

τόσο το ξέρω, πως ποτέ δε θα ειπωθούνε

μακάριοι οι ποιητές, που νέοι φύγανε

και τον καημό τους πια δεν τον μετρούνε.

Κι είναι οι στίχοι αυτοί απ’ το μυαλό μου;

Ή κάποτε  τους διάβασα  μ’ αγάπη;

Κι αφού γυρίζω άπραγη και άτεχνη

δικό μου τούς εβάπτισα κομμάτι

όχι λογοκλοπώντας από πρόθεση

μα τελειωμένη καθώς έχω κάθε σκέψη

δεν ενθυμούμαι πλέον με βεβαιότητα

αν της καρδιάς μου είν’ τα λόγια ή αν τα ’χω κλέψει!

19-2-2009

.

ΟΙ ΑΤΕΧΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

.

Της ατεχνίας μας αιώνιοι εραστές

που δεν τις βρήκαμε τις ρίμες τις σωστές

– όσο κι αν προσπαθούμε – ,

σας θερμοπαρακαλούμε,

το χάχανό σας δώστε το με δόσεις,

όπως στων βιβλίων τις υποσημειώσεις

κάτω – κάτω «…ελάσσων γάλλος ποιητής»

αχ, κύριοι της κριτικής

τις γνώσεις σας, βέβαια, απλόχερα προσφέρετε

μα αυτό το «ελάσσων» αν δεν ξέρεις

σου φαίνεται κάπως σπουδαίο, όπως προφέρεται!

28-3-2009

.

Σα να μεγαλώνω μαζί με τον πόνο που ’χω μέσα μου

σαν ο πόνος να γεράζει μαζί μου.

Γίνεται δύστροπος και παράξενος.

Κακά γεράματα θα ’χω μαζί του.

.

ΤΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

.

Το σπίτι μου θυμάμαι

το συγύρισμα, το βόλεμα

πριν από κάθε αναχώρηση

να δείχνουν όλα καθώς πρέπει

στη θέση τους

με αρχοντιά βαλμένα

σα κουβέντες τρυφερές

που θα μαζέψουν τη σκόνη

των ημερών της απουσίας

στην ερημία και το σκοτάδι

εκεί θα μαζέψουν την καρτερία

των ήσυχων θλίψεων.

.

ΤΑ ΝΕΡΑ

.

Της βροχής τα νερά θαυμάζω

πώς ορμητικά χιμούν στην κάθε κατηφόρα

άμαθα όλα τα δοκιμάζουν αν κυλούν

μαζί τους αν ταιριάζουν

φίλια όλα και δικά τους

μα δε διακρίνεις η γη αν τα πάει

ή κείνα αν διαλέγουν…

Τέτοιο νερό δεν είμαι ’γω – ίσως κάποτε

τώρα είμαι θάλασσα που ξέρει τις άκριες της

την παλίρροια και την άμπωτη

τα σκοτεινά μου νερά και τ’ ανθισμένα μου κοράλλια,

τις ατόλλες και τα συντρίμματα,

τα ζωντανά μου και των πνιγμένων μου τα χοροστάσια

κι ό,τι δικό μου δικό μου.

Ερήμωσα τη ζωή μου

είμαι ο σπόρος που πέθανε

για να ζήσει

μούχλιασε για να βλαστήσει

κι επόνεσε πολύ.

.

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΟΥ ΒΗΜΑ

 .

Σαν να ’ν’ η άκρια του γκρεμού

το επόμενό μου βήμα

ένας χορός υψωτικός

του αιθέρα η ανασαιμιά

να μου χαρίζει του ουρανού

το γαλανό μου σχήμα

να γίνουμαι ένας αητός

με χρυσοκέντητα φτερά

στην απλωσιά του κόσμου

και της κρωξιάς μου η ιαχή

να βγάνει μέσα από τη γη

τι φύλαξ’ ο καιρός μου

σα τάμα, σαν αναπαμό

για ένα χαμένο γυρισμό

στα έγκατα που εντός μου

έχουν ανοίξει απ’ την αρχή

μία πανάρχαια πληγή

και είναι ο γδικιωμός μου.

Σαν να ’ ν’ στην άκρια του καιρού

το ανέσωστο το κρίμα

ένας χορός εκστατικός

κι ένας μακρόσυρτος αχός

το αρχαίο μου το ρήμα

της λευτεριάς η απαντοχή

ή του θανάτου το καρφί

ενός Λαβύρινθου κλειστού

να μου γυρνά το νήμα

μιας ανεξόφλητης ποινής

της πιο παλιάς διαδρομής

το επόμενό μου βήμα.

29 Μαΐου 2012

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (4)

.

.

.

ΙΟΥΝΙΟΣ

 

Καλώς που ήρθες Θεριστή

με τις μεγάλες ζέστες

να υψώσουν τα στάχυα

γερά το λαιμό τους

από δίψα για ουρανό

κι εσύ σκληρός σα λίβας

να κόψεις την περηφάνια τους.

 

.

.

 

ΙΟΥΛΙΟΣ

Διασχίσαμε τις κίτρινες απλωσιές

του θανάτου, αγαπημένοι νεκροί,

τα χέρια μας ξεράθηκαν

στέγνωσαν τα πρόσωπά μας

ώς και τ’ ασπράδι των ματιών μας

κίτρινο, σαν τ’ αγριόχορτα

τα έτοιμα να καούν.

 

Θα διατρέξουν αυτές τις ίδιες εκτάσεις

καρποφορώντας άλλοι

που δε θα τους μάθουμε ποτέ

ούτε κι εκείνοι θα μας θυμούνται

της απίστευτης μοναξιάς το εύρος

δε δύναμαι να περιγράψω.

 

 

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

 

Ήρθες εποχή του Μεγάλου Εσπερινού

των παρακλήσεων οι φωνές να υψωθούν

από τα σκότη να ξεκολλήσουν οι σάρκες

των αιωνίων βασάνων κραυγάζοντας

το Αλληλούια στο Φως.

 

Καλοκαίρι 2012

Κ ε ρ α σ ί α   Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (3)

.

.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

.

Νερά της Λήθης, της Στυγός

κι αναπαμού ταξίδι

τα κόμιστρα κι ο οβολός

σα λάθη πληρωμένα

εννιάστροφος, εννιάπλεχτος

συγκρατημός και χρέος

εκεί στα μαύρα ύδατα

σαν ορισμός αρχαίος

σαν όρκος που ξεχάστηκε

κι εκδίκηση προσμένει

κρατεί κλειστά τα βλέφαρα

τα χείλια κλειδωμένα

πλεύση πικρή κι ανείπωτη

σφιγμένη στο σουδάρι

που νά ’βρει όχθη γλυτωμού

νάρδο και ευωδία

σαν ιλασμός απλώνεται

σε υπόγεια Αχερουσία

πλεγμένο μες στα νούφαρα

πνιγμένο σα παιδάκι

λικνίζεται το ψέμα μας

ανθός και φυλλαράκι.

 3-1-2011

.

.

ΕΛΕΝΗ

.

Πώς βρέθηκα ένοχη;

Ποιος κριτής σκληρός

με καταδίκασε;

 

Τ’ όνομά μου έγραψε

την ιστορία μου

απ’ όταν μου δόθηκε.

 

Η άλωσις είμαι εγώ,

η ωραία άλωσις.

2011

.

 

ΕΚΑΒΗ

.

Δε θέλω παρηγοριές

θέλω να θρηνήσω

χωρίς περισπασμούς.

 

Κι αν λυπημένη φανώ

δε θέλω αδιακρισίες

και σχόλια επαινετικά,

 

πως τάχα άντεξα,

να λείπουν.

.

.

ΕΚΑΒΗ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ

.

Σαν κράτημα ανεπαίσθητο, σα λύπη, σαν αχός

και  θρήνος που σηκώνεται απ’ των γκρεμών τα βύθη

ανέμου μοιάζει βουητό ή λύκος μανιακός

κι ορμάει πάνω στα όνειρα, στην παιδική μας λήθη.

 

Τόση αφέλεια μάζεψε ο πρώτος μας καιρός

που άχρηστα τα χρόνια μας σαν πέπλος τα τυλίγει

του τέλους μας του άδοξου ο βέβαιος μαρασμός.

 

Τα πυρωμένα μάτια μου θα σβήσω με νερό

θαλασσινή θεά και σκύλα λυσσασμένη

τις νύχτες τις αφέγγαρες Πότνια θ’ αλυχτώ

στα δείπνα μου τ’ ανίερα αιματοβαμμένη.

 

Στα κάστρα μου τ’ απόρθητα, στα σκοτεινά μου δάση

ο χρόνος μου εστάθηκε σαν ιερή σιωπή

κύλισαν απ’ τα μάτια μου όλα όσα είχα χάσει

κι ήταν σα να ’φυγε μαζί μ’ αυτά η ζωή …

 

Κι αράχνιασαν τα μέλη μου, το στόμα, τα μαλλιά μου

έν’ άχαρο κι ακίνητο απόμεινα στοιχειό

κι ως μαύρισαν οι ορίζοντες, μαύρισε κι η καρδιά μου

που χτύπο – χτύπο μέτρησε για γη τον ουρανό.

 

Και λόγιασε στο πρόσωπο αυτό το πετρωμένο

σα μακρινό πια όνειρο και δανεισμένη γη

το λόγο τον αρχέγονο τόσο καλά ειπωμένο

σ’ ενός χορού το χτύπημα για ν’ αναμετρηθεί

 

με του θανάτου τη ριξιά σε τόπο μου χαμένο

που αλύπητα κι απρόσμενα στα στήθη θα δεχτεί.  

2012

.

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (2)

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich

.

.

 

.

Είμαι κείνο το σκοτεινό σημάδι

στην άκρια της ημέρας

μην τολμήσεις ν’ αναπαυτείς

στη δροσιά μου

του θανάτου είμαι το προοίμιο

μια άγρια αντίρρηση στο φως

μη στοχαστείς ν’ αναπαυτείς

στις υποσχέσεις μου

είμαι η αναίρεση.

.

.

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

.

Σαν κιούπι πήλινο, παλιό στη γη παραχωμένο

με την κοιλιά του ανοιχτή να χάσκει ένα στόμα

αντί νερό με χώμα γεμισμένο

σαν οιωνός αμφίσημος μου ’χει δοθεί  το σώμα.

 

Φριχτή κατάρα που άπλωσε σα μπέρτα τη σκιά της

με τύλιξε, κι ακίνητη σα κούκλα με κρατεί

με τράβηξε με τέντωσε, με δένει στα σκοινιά της

στην άκρια της ζωής να γέρνω θλιβερή.

 

Να ’χω τα μάτια μου ανοιχτά στο φως προσηλωμένα

και το ποδάρι μου το αργό χωμένο μες στη λάσπη

εγώ, η χοϊκή σπονδή με τους νεκρούς δεμένα

τα δώρα μου τα πρόσφερα όπως το είχα τάξει.

 

Λογάριασα το τι χρωστώ, τι το ’χω κρατημένο

για κοινωνιά κι αντίδωρο πληγή που όλο σαπίζει

και άφησε στο σώμα μου σημάδι χαραγμένο

που απόλυτα και αυθαίρετα σαν άρχοντας με ορίζει. 

.

29-11-2010

.

.

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

.

Ανάμεσο των φρυδιών

ένα κυπαρίσσι αναποφάσιστο

να ρίξει ή όχι μπόι τους θυμούς του

που ’ναι σαν τους χειμώνες μας

διστακτικοί κι ασυνεπείς.

 

Κι εγώ σέρνω το δάχτυλο συχνά

απάνω του

πώς στις μουτζούρες στο χαρτί

να ξεριζώσω τις ανεπιθύμητες

κείνες ρίζες

που μνημονεύουν τα σημάδια

και μαρτυρούν τις έννοιες μου

τις κεκοιμημένες

ανάμεσο των φρυδιών

.

31-12-2010

.

.

ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ

.

Πόσες γραμμές είναι η ζωή;

Σα μια σελίδα με τα κενά της σημεία

τις αδειανές σειρές της

είκοσι και βάλε χρόνια

και ξανά είκοσι αντικρυστά

να εφάπτονται σαν σώματα

ένα βιβλίο κλειστό μ’ ατσαλάκωτα φύλλα

που αναπαύονται το ’να πάνω στ’ άλλο

σα χέρια ακάματα και τρυφερά

ποιος θάνατος θα τα διαβάσει

όπως η γύφτισσα τις γραμμές της παλάμης

μιαν εξαπάτηση ή πρόβλεψη του μέλλοντος χρόνου

το «θα» χωρίς το σωστό ρήμα σιμά του

«ζήσεις» – «πεθάνεις» όλο μαντέματα κι αγυρτείες.

.

26-8-2010

.

.

 Κ ε ρ α σ ί α    Χ ρ.   Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

.


Κερασία Χρ. Γερογιάννη : Οι μικρές λεπτομέρειες (1)

Ζωγραφική : S. Dali

.

.

.

.

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ

.

Είμαι Χριστιανή

όχι από αγάπη

αλλά από μίσος

μισώ το θάνατο

και τη φθορά που σε κάνει

να τον επιθυμείς

μισώ το γήρας που έρχεται

όχι γιατί θα μαραθώ

αλλά γιατί θα θέλω να πεθάνω.

 

Κερασία Χρ. Γερογιάννη

.

.

.

.


Νανά Τοκατλή : Δύο ανέκδοτα ποιήματα

Η   Ν α ν ά    Τ ο κ α τ λ ή  γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τελείωσε με υποτροφία το Γυμνάσιο στις ΗΠΑ.  Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στο εργαστήριο του Γ. Μαυροϊδη και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη. Έλαβε διετή υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας. Έχει στο ενεργητικό της 17 ατομικές εκθέσεις  και συμμετοχή σε πολλές ομαδικές. Έργα της φιλοξενούνται, εξάλλου, στη συλλογή της Σερβικής Ραδιοτηλεόρασης στο Βελιγράδι, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στο Μουσείο Βορρέ, στη συλλογή Ζ. Πορταλάκη και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, στη Γερμανία και στην Αυστρία.

Η  Ν. Τ. έχει εκδώσει: To the counter-point (ποιήματα στην αγγλική γλώσσα), Πορεία, Αθήνα 2003, Άγγελοι και άλλες μικρές ιστορίες, Καλλιέπεια, Αθήνα 2008, Η Κυκλική Συμφωνία: Ποιήματα, Αθήνα 2011. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Το  π τ ε ρ ό ε ν φιλοξενεί  για τρίτη  φορά  ποιήματα της  Ν. Τ.

.

Ά λ μ π ο υ μ

ένιωσα τα δάκρυα προσωρινά,
η θλίψη όμως θρόνιασε στη ψυχή
σαν είδα κείνες τις εικόνες:

κείνα τα κάρα με μπόγους,
γεμάτους απομεινάρια
νοικοκυριού και ζωής
ανθρώπων τρομαγμένων,
κ’ έπειτα έκεινη  μπροστά σε μια σκηνή
φτιαγμένη από σεντόνια,
αποστεωμένη στη γη να κάθεται
μ’ ένα παιδί στο κάθε της πλευρό.

Και νάτη  χρόνια αργότερα
αρχόντισσα και πάλι,
με την πείνα στης μνήμης το κουτί
και το βλέμμα της νοσταλγίας,
πάντα προς τα «κει», πίσω στο «τότε»,
στη λίστα με τις απώλειες,
έμεινε ο λογαριασμός ανοιχτός,
αφανής κατέτρωγε συθέμελα.
Βλέπω πως τ’ άδικο
αργά οι γενιές κατάπιαν,
πως την λήθη αγάπησε η πολιτική,
και πόσο εύπλαστη είναι η ιστορία.

Που είναι οι μακάριοι;
οι άρχοντες της ζωής;
στη μνήμη μου απομένουν
οι απλόχερες πράξεις της:
μοίρασμα, συμπόνια και στοργή.

18  5  12

.

Κ α ρ α β ά ν σ ε ρ ά ι

Λεπτά τούβλα στη σειρά
γύριζαν στις γωνίες,
κέντημα οροφής
για τόξα, θόλους και καμάρες,
και στο ταβάνι γάντζος
για να φέγγει η λάμπα
σαν έγερνε ο ήλιος,
και ηρεμούν τα ζώα στην αυλή
με άφθονη τροφή
και καθαρό νερό,
πληροφορίες ανταλλάσσονταν,
ανθρώπινες κουβέντες,
πάλι την άλλη μέρα
να ξεκινά ο δρόμος προς τη Δύση,
τις πεδιάδες και
τα ορεινά περάσματα,
τους μελλούμενους σταθμούς,
για να φθάσουν φορτωμένα σοφία
τα εμπορεύματα
στη Πόλη, στη Δαμασκό,
στη Βενετία.

1  6  12

.

Ν α ν ά  Τ ο κ α τ λ ή


Νικηφόρος Βρεττάκος : Εἶπα καὶ ἔγραψα, «Ἀγαπῶ»

.

.

Ὁ Ἀγρὸς τῶν λέξεων

Ὅπως ἡ μέλισσα γύρω ἀπὸ ἕνα ἄγριο
λουλούδι, ὅμοια κ’ ἐγώ. Τριγυρίζω
διαρκῶς γύρω ἀπ’ τὴ λέξη.

Εὐχαριστῶ τὶς μακριὲς σειρὲς
τῶν προγόνων, ποὺ δούλεψαν τὴ φωνή,
τὴν τεμαχίσαν σὲ κρίκους, τὴν κάμαν
νοήματα, τὴ σφυρηλάτησαν ὅπως
τὸ χρυσάφι οἱ μεταλλουργοὶ κ’ ἔγινε
Ὅμηροι, Αἰσχύλοι, Εὐαγγέλια
κι ἄλλα κοσμήματα.

Μὲ τὸ νῆμα
τῶν λέξεων, αὐτὸν τὸ χρυσὸ
τοῦ χρυσοῦ, ποὺ βγαίνει ἀπ’ τὰ βάθη
τῆς καρδιᾶς μου, συνδέομαι, συμμετέχω
στὸν κόσμο.
Σκεφτεῖτε:
Εἶπα καὶ ἔγραψα, «Ἀγαπῶ».

 

Ν ι κ η φ ό ρ ο ς  Β ρ ε τ τ ά κ ο ς

 

Πηγή : http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/vrettakos_agros.html


Νίκος Γρηγοριάδης : Δὲν εἶναι ποὺ…

Salvador Dali : The Meditative Rose

.

Τὸ  μυστικὸ ἄνθος

.

Δὲν εἶναι ποὺ δὲν ἔχεις τί νὰ πεῖς / μᾶλλον / κάποιο μυστικὸ ἄνθος / ἄρχισε νὰ ὡριμάζει / στὴ σιωπή σου.

.

 Ν ί κ ο ς   Γ ρ η γ ο ρ ι ά δ η ς

.

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη, νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ,
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

Πηγή : http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/grigoriadis_anthos.html

.


Ἀναστάσης Βιστωνίτης : Τὸ ποίημα δὲν εἶναι …

.

{Χωρίς τίτλο}

Τὸ ποίημα δὲν εἶναι σὰν τὰ φύλλα
ποὺ ὁ ἄνεμος σέρνει στοὺς δρόμους.
Δὲν εἶναι ἡ ἀκίνητη θάλασσα,
τὸ ἀραγμένο καράβι.
Δὲν εἶναι ὁ γαλάζιος οὐρανὸς
καὶ ἡ καθαρὴ ἀτμόσφαιρα.

Τὸ ποίημα εἶναι ἕνα καρφὶ
στὴν καρδιὰ τοῦ κόσμου.
Ἕνα φωτεινὸ μαχαῖρι
μπηγμένο κάθετα στὶς πόλεις.
Τὸ ποίημα εἶναι σπαραγμός.
Κομμάτι γυαλιστερὸ μέταλλο,
πάγος, σκοτεινὴ πληγή,
τὸ ποίημα εἶναι σκληρό,
–πολυεδρικὸ διαμάντι.
Συμπαγές– λαξευμένο μάρμαρο.
Ὁρμητικό– Ἀσιατικὸς ποταμός.
Τὸ ποίημα δὲν εἶναι φωνή,
πέρασμα πουλιοῦ.
Εἶναι πυροβολισμὸς
στὸν ὁρίζοντα καὶ τὴν ἱστορία.
Τὸ ποίημα δὲν εἶναι ἄνθος ποὺ μαραίνεται.
Εἶναι βαλσαμωμένος πόνος.

Ἀ ν α σ τ ά σ η ς  Β ι σ τ ω ν ί τ η ς  

.

Πηγή : http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/vistonitis_noname.html


Κ. Π. Καβάφης – W. B. Yeats: Για τις ψυχές των γερόντων

.

.

.

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.

.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.–
Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε — για λίγο — να μη νοιώθεται η πληγή.

.

Η ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται –κωμικοτραγικές–
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

 Κ.  Π.  Κ α β ά φ η ς

.

.

.

.

Sailing to Byzantium

That is no country for old men. The young
In one another’s arms, birds in the trees
— Those dying generations —  at their song,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
Whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
Monuments of unageing intellect.

An aged man is but a paltry thing,
A tattered coat upon a stick, unless
Soul clap its hands and sing, and louder sing
For every tatter in its mortal dress,
Nor is there singing school but studying
Monuments of its own magnificence;
And therefore I have sailed the seas and come
To the holy city of Byzantium.

O sages standing in God’s holy fire
As in the gold mosaic of a wall,
Come from the holy fire, perne in a gyre,
And be the singing-masters of my soul.
Consume my heart away; sick with desire
And fastened to a dying animal
It knows not what it is; and gather me
Into the artifice of eternity.

Once out of nature I shall never take
My bodily form from any natural thing,
But such a form as Grecian goldsmiths make
Of hammered gold and gold enamelling
To keep a drowsy Emperor awake;
Or set upon a golden bough to sing
To lords and ladies of Byzantium
Of what is past, or passing, or to come.

W. B. Y e a t s

.

Ο Τσαρούχης απαγγέλλει Καβάφη


Κ. Π. Καβάφης : Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ…

.

.

.

Ας φρόντιζαν

.

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

.

Κ.  Π.  Κ α β ά φ η ς

Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984


Κυριάκος Α. Κυτούδης : Αχ και να ’ξερα …

.

Paul Delvaux : L’ echo ou le mystere de la route

.

.

Εγώ το εγώ

.

Σαν ξυλάρμενο είμαι καράβι

με δίχως πανιά και με δίχως κατάρτια

και τα ξάρτια, σπασμένα ρημάδια

και αφήσαν σημάδια

στην καρδιά,

στην ψυχή και στα όνειρα.

Αχ και να ‘ξερα αλήθεια πολύ πιο νωρίς

τον πόνο που έχει η αλμύρα

η λήθη στα όνειρα που έχει

απλά όταν δεν σε προσέχει κανείς ουρανός

και κανένας Θεός μια αγάπη για σένα δεν έχει

κι είναι τόσο απλό…

πώς να δώσεις αυτό που δεν έχεις

πώς να πεις πως δεν αντέχεις

τον πόνο, τη θλίψη, ακόμα και την προσμονή

όταν,

όταν πια δεν γνωρίζεις κείνες τις λέξεις

και πως να επιλέξεις αλήθεια

από πού θα ζητήσεις βοήθεια

κι είναι τόσο απλό…

εγώ,

εγώ το λάθος

εγώ το πάθος

εγώ η λήθη

εγώ το εγώ.

.

Κ υ ρ ι ά κ ο ς   Α.   Κ υ τ ο ύ δ η ς

Καθηγητής ποίησης της Internatioal Art Academy

.


Κυριάκος Α. Κυτούδης : τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο

.

Ζωγραφική : Dante Gabriel Rossetti

.

.

Ο κόσμος των ονείρων μου

 

.

Πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου.

 

Τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο

πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας.

 

Πώς να περιγράψω Θεέ μου μια αλικόπλαστη μορφή

γιασεμομύριστο φιλί πώς να το ζωγραφίσω

πως δείχνεις άραγε με χρώματα, μια όμορφη ζωή.

 

Κι αν έχω κάνει με παιδιά ροδόχτιστη αυλή

κι αν στην ποδιά μας έχουμε φεγγαροκέντητες ελπίδες

πως δείχνεις των αγγέλων εκείνο το φιλί

που τραγουδά την άνοιξη πάντα μ’ ακροστιχίδες.

 

Με λέξεις πώς να γράψεις για ηλιόχαρη αυγή

και πώς να περιγράψεις μια αηδονούσα καλημέρα

δυοσμοσταλιά σαν πέφτει απ’ τη βροχή.

 

Πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας

τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο.

 

Πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου.

 

.

Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Α.  Κ υ τ ο ύ δ η ς

Καθηγητής ποίησης της Internatioal Art Academy

.

.

 


Κυριάκος Α. Κυτούδης : Φεγγάρια

.

Ζωγραφική : René  Magritte

.

.

.

.

.

ΧΑΪΚΟΥ

.

Ξύπνησε ο γαρμπής

και τρόμαξε ο σιρόκος

κι άντε να τον βρεις.

 

Κοιτάς τα χιόνια

να δεις τάχα πως λιώνουν

να δεις τα χρόνια.

 

Είναι αβέρτο

μονάχο το φεγγάρι

σύρε και φέρτο.

 

Αραξοβόλι

ψάχνουνε οι αγγέλοι

μα κι οι διαβόλοι.

 

Τώρα σιμώνει

Κυριακή, μέρα γιορτής

κι αυτή ζυμώνει.

 

.

 

ΑΠΕΡΑΝΤΟ  ΦΙΛΙ

 

Χίλια φεγγάρια πέσαν χάμω στην αυλή

γίναν γαρίφαλα πουλιά γίνανε δυόσμος

κι η γειτονιά έγιν’ απέραντο φιλί.

 

Πρώτη φορά γνωρίσανε τέτοια χλιδή

κι όλο μαζεύονταν συνέχεια ο κόσμος

χίλια φεγγάρια πέσαν χάμω στην αυλή.

 

Λες κι είχε πέσει του παράδεισου κλειδί

κι εξαφανίστηκε απ’ τη γη ο κάτω κόσμος

κι η γειτονιά έγιν’ απέραντο φιλί.

 

Πήρανε όλα ένα χρώμα σταφυλί

μεθυστικό κρασί μοιάζαν φιλιά και δυόσμος

χίλια φεγγάρια πέσαν χάμω στην αυλή

κι η γειτονιά έγιν’ απέραντο φιλί.

.

.

Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Α.  Κ υ τ ο ύ δ η ς

Καθηγητής ποίησης της Internatioal Art Academy

.

.


Στέλιος Γεράνης : Αὐτὸν ποὺ ἐντός μου κατοικεῖ δὲν τὸν γνωρίζω

Rene Magritte : The Son of Man


Ομολογία ενοχής

Χωρὶς νὰ ὑπάρχει στὰ χαρτιὰ μιὰ καταδίκη εἰς θάνατον
περιπλανῶμαι σὰν φυγόδικος ἀπὸ τὴν πρώτη μου στιγμή.

Ὅλοι μοῦ λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
γιατί σπανίως ἐννοοῦν τὰ πάμπολλά μου ἐγκλήματα.
Πὼς εἶμαι δήμιος, ἀσφαλῶς, δὲν τὸ πιστεύουν.
Μὰ ἐγὼ φοβᾶμαι. Γιατί• καλῶς γνωρίζω
πόσες ὡραῖες μου πράξεις καρατόμησα•
πόσες φορὲς κλάδεψα τοὺς βλαστοὺς μου•
πόσες φορὲς συναντήθηκα μὲ τὸν ἄλλο μου δαίμονα
κ’ ἔστριψα
στὴ μικρὴ
σκοτεινὴ
πάροδο.

Ὅλοι μοῦ λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
γιατί δὲ βλέπουν
τὰ κρεμασμένα
στοὺς τοίχους
ὁμοιώματα•
τὰ συνετὰ καὶ δίκαια ἔργα μου δὲ βλέπουν
ἔτσι καθὼς περνοῦν σκυφτὰ
τὶς πύλες τῶν φερέτρων μου.

Ὅταν χτυπάει ὁ ἄνεμος τὴν πόρτα μου
τρομάζω: Τώρα —λέω— ἔρχονται νὰ μὲ συλλάβουν•
ἔρχονται νὰ μὲ ὑποχρεώσουν καὶ πάλι ν’ ἀρνηθῶ•
νὰ πῶ: Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὸν ποὺ ἐντός μου κατοικεῖ
δὲν τὸν γνωρίζω.

Ὅλοι μου λὲν πὼς εἶμαι ἀθῶος
καὶ πὼς μπορῶ ἡσύχως ν’ ἀναπαύομαι•
νὰ περπατῶ ἀνενόχλητος στοὺς δρόμους•
γιὰ τοὺς κοινοὺς κακούργους μὲ ἀπέχθεια νὰ μιλῶ
καὶ ν’ ἀποσύρομαι χωρὶς
τὴν ἐντροπὴ τοῦ ἐνόχου.

Μὰ ἐγὼ δὲν ἀναπαύομαι. Τὶς νύχτες
μὲ κυκλώνουν οἱ σκιές. Ἄγρια φαντάσματα
καραδοκοῦν πίσω ἀπ’ τὶς πόρτες μου.
Καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι ὁ διαυγής•
ὁ καθαρὸς καὶ ἀμόλυντος δὲν εἶμαι•
κι ἂς μὴν ὑπάρχει στὰ χαρτιὰ
μιά καταδίκη
εἰς θάνατον.

Σ τ έ λ ι ο ς  Γ ε ρ ά ν η ς

 

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη,  νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ.,
Ἀθῆναι,  Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., 2000.

 

Πηγή :

 

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/geranis_omologia.html


Ὄλγα Βότση : μὲς στ’ ἄχραντα φορέματα νὰ τυλιχτεῖς

.

.

Ζωγραφική : René Magritte

.

.

.

Ἡ αἰωνιότητα

.

Ἄφηνε πάντα τὰ δάχτυλά σου ἀνοιχτὰ
νὰ μπαίνει ἡ αἰωνιότητα σὰ γύρη φωτός.
Πάνω στ’ ἀλύγιστα χέρια σου, σὰ σὲ βράχια σκληρά,
ἄφηνε νὰ τσιμπᾶνε τὰ χρυσὰ πουλιά της,
ποὺ θέλουνε στ’ ἄγνωστο κορμί σου νὰ περπατήσουν.

Ὕψωσε τὰ βαριά σου τὰ βλέφαρα
στὶς ἄλλες ζῶνες ἐκεῖνες τὶς ἅγιες. Τὸ δάκρυ χόρτασες,
τὸν πόνον ὅλο τὸν διάτρεξες.

Σήκω νὰ ἐρευνήσεις τοὺς ἄγνωστους τούτους τόπους,
ὅπου βέλη πιὰ δὲν ὑπάρχουνε, οὔτε πληγές.
Σπεῦσε στὶς κρυστάλλινες βρύσες νὰ συναντήσεις,
τὰ πελώρια δάση τοῦ ἐλέους τὰ μυστικά,
κι ἃς εἶναι μέσα ἀπὸ τῆς ψυχῆς σου τιναγμένα τὸ θόλο,
κι ἃς εἶναι ἀπὸ τὸν ἀπελπισμὸ τῆς κραυγῆς σου.
Γιατί πολὺ τὸ πόθησες
μὲς στ’ ἄχραντα φορέματα νὰ τυλιχτεῖς,
γιατί πολὺ τὸ θέλησες
τὴ μουσικὴ μόνο τοῦ φωτὸς στ’ αὐτιά σου ν’ ἀκούσεις.

Ὄ λ γ α   Β ό τ σ η

 

Πηγή:

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/votsi_aioniotita.html

.


Αλεξάνδρα Μπακονίκα : τα φωτεινά και τα χαρούμενα


.

Ζωγραφική : S. Dali

.

.

Οι αποσκευές μου

.

Απανθρωπιές και τραγωδίες
δεν μου είναι άγνωστες.
Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.
Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.
Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις
τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές
για δοκιμασίες που άντεξα.
Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ
και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.
Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
–που τόσο σπάνια συμβαίνει–
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Από τη συλλογή Θείο κορμί (1994)

Πηγή :

http://greekpoems.wordpress.com/2012/04/02/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B1/#more-1355

.

 


Σπύρος Ηλιόπουλος : Στη λιακάδα

 

.

 

 

.

Να είμαι…

.

γεμάτο κρύο νερό

ένα σταμνί

ευτυχισμένο

στη λιακάδα

.

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

(1976)

.


Ανδρέας Τσιάκος : Με συντροφιά τη μοναξιά του κόσμου – τρία ανέκδοτα ποιήματα

.

Paul Delvaux: L’ echo ou le mystere de la route

.

.

.

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

.

Σε λίγο καιρό,

αυτό το θαυμάσιο γέλιο

θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ

–σ’ ένα Γαλάζιο Δούναβη–

πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,

με ύψιλον κεφαλαίο,

δίνει στους επόμενους τη σιγουριά

πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο

εξίσου δυνατό με την ζωή.

.

.

 

ΗΡΘΑ ΕΔΩ

.

Ήρθα εδώ,

για ν’ ανατείλω από το φώς

που δίνει

η δεύτερη σκιά των πραγμάτων.

 

Προσωρινός διασκεδαστής του σύμπαντος

προσπαθώ να φέρω εις πέρας

το νούμερο που χειροκροτεί

ο γελαστός ηλικιωμένος

στα πίσω καθίσματα της ιστορίας.

 

Μοναδικός μου τρόμος

είναι να μην ξέρω για ποιόν ν’ αρρωστήσω.

 

.

ΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

(Αυτή η μελαγχολία

δεν ταιριάζει σε κανένα!)

Ενοχλητικές φοβίες.

Ο θάνατος που σε κάνει να μετανοείς.

–Πότε θα φύγεις για πάντα πατέρα;–

Οι δυστυχισμένοι,

οι κοπιαστικές δουλειές,

οι αναχωρήσεις που σου ξεσκίζουν τη καρδιά.

 

Τα κουρασμένα λόγια

τραμπαλίζουν στο κρεβάτι μου,

προσθέτουν το απέραντο

τεμαχίζοντας τις απαγορευμένες αγάπες.

 

Κι αυτός εκεί ο διαβάτης των νεκρών πεζοδρομίων,

γιατί εξακολουθεί να παίζει κρυφτό

στην εύθραυστη από καιρό,

εθνική οδό της μνήνης μου;

.

.

Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς

.

Ο  Ανδρέας  Τσιάκος  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ.


Μίλτος Σαχτούρης : …υπάρχουν ακόμα …

 

.

Οι απομείναντες 

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

.

Μ ί λ τ ο ς   Σ α χ τ ο ύ ρ η ς

 Aπό τη συλλογή Χρωμοτραύματα (1980)

 

Πηγή:

http://greekpoems.wordpress.com/2012/04/04/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82/#more-1361

 


Γιάννης Ρίτσος : Γιὰ τὴν κόρη του

.

Ζωγραφική : Edward Burne-Jones

.

.

Πρωϊνὸ ἄστρο

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν στὸν ὕπνο σου.

Κοιμήσου κοριτσάκι.
Εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πρέπει νὰ μεγαλώσεις.

Εἶναι μακρὺς
μακρὺς
μακρὺς ὁ δρόμος.

Τὸ παιδί μου κοιμήθηκε
κι ἐγὼ τραγουδάω…

Δύσκολα εἶναι, κοριτσάκι,
στὴν ἀρχή.

Τί νὰ πεῖς, δὲν ξέρεις.
Δύσκολα εἶναι στὴν ἀρχή.

Γιατὶ δὲν εἶναι, κοριτσάκι,
νὰ μάθεις μόνο
ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει.

Εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου,
εἶναι νὰ φτιάχνεις, κοριτσάκι,
τὴν εὐτυχία τοῦ κόσμου.

Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις.

Νὰ τὸ θυμᾶσαι, κοριτσάκι.

.

Γ ι ά ν ν η ς   Ρ ί τ σ ο ς

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/

.


Ανέστης Εὐαγγέλου : τὰ μάτια σου πονεμένα μὲ θωροῦν

 

 

 

 

Σὰν τὰ παλιὰ εἰκονίσματα Ι

Σὰν τὰ παλιὰ εἰκονίσματα ποὺ ἀνάμεσα
ἀπ’ τὰ φθαρμένα χρώματα καὶ τὸ λιωμένο ξύλο
ἀπ’ τὴν πικρὴν ἁρπάγη τοῦ καιροῦ
κρατᾶν ἀκόμα ἀπείραχτα τὰ μάτια
καὶ βουρκωμένα σὲ θωροῦν, σοφὰ
ἀπὸ πολλὴ ἐπίγνωση μὲς τὴ σιωπή τους
ἀπὸ πολλὴν ἀκινησία καὶ ἀπὸ μόνωση —
ἔτσι μεσ’ ἀπὸ τὸν καιρό μου ἔρχεσαι τώρα
καὶ τὰ μάτια σου πονεμένα μὲ θωροῦν.

 

 

Σὰν τὰ παλιὰ εἰκονίσματα ΙΙ

Σὰν τὰ παλιὰ εἰκονίσματα ποὺ τὰ φυλάγουν
στὸ ἱερὸ βαθιά, στὴν πλέον
ἀπόκρυφη γωνιά του, καὶ μὲ ἄκρα
προσοχὴ τὰ πλησιάζουν καὶ τὰ προσκυνοῦν
καὶ τὰ προσέχουν σὰν τὰ μάτια τους
κι ἐκεῖνα κρατᾶνε μιὰ δροσιὰ παράξενη
κι εὐωδιάζουν τὸ ξύλο καὶ τὰ χρώματά τους–
σὰν τὰ παλιὰ εἰκονίσματα σὲ πῆρα
καὶ στὸ στῆθος μου σ΄ἔκρυψα βαθιά.

 

 

Α ν έ σ τ η ς   Ε υ α γ γ έ λ ο υ

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/evangelou_eikonismata1.html

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/evangelou_eikonismata2.html


Αικατερίνη Τεμπέλη : τ’ άσπρα σεντόνια

Hotel des Rouges

Αν κάτι έχω ζηλέψει στη ζωή μου, αυτό είναι τ’ άσπρα σεντόνια. Τα κολλαρισμένα άσπρα σεντόνια των ξενοδοχείων, που κοιμούνται πάνω τους τόσοι άνθρωποι, κλαίνε, γελάνε, κάνουν έρωτα, διαβάζουν, πεθαίνουν, κι όμως… Όταν πας εσύ, ο νέος πελάτης, σε υποδέχονται άσπιλα. Κουβαλούν κάτι απ’ τη σιωπή που σεργιανάει σ’ όλα τα ξενοδοχεία Γ΄ θέσης, κάτι απ’ τους γέρους κυρίους που σε κοιτούν υποψιασμένοι στη ρεσεψιόν, κάτι απ’ τα παλιωμένα έπιπλα με το γδαρμένο, τόπους-τόπους, ξύλο…

Το ξέρεις καλά πως κάτι κουβαλούν, αλλά στο δέρμα σου φαντάζουν τόσο αθώα, τόσο καινούργια, τόσο άπιαστα. Σέρνεις τα δάχτυλα πάνω τους και αισθάνεσαι την ικανοποίηση του να δημιουργείς πτυχές. Σε κυριεύει η ψευδαίσθηση ότι εσύ πρώτος θα τα τσαλακώσεις. Κι όμως, όταν φύγεις, καλά το ξέρεις, θα μπουν στο πλυντήριο, θα σιδερωθούν και θα επιστρέψουν στο ίδιο κρεβάτι, το ίδιο αθώα, όπως σου παρουσιάστηκαν και σένα.

Ζηλεύω που δεν είμαι ένα άσπρο σεντόνι ξενοδοχείου. Ζηλεύω που δεν μπορώ να ξεγράψω –τόσο εύκολα όπως αυτά–, τους ανθρώπους που κοιμούνται στην αγκαλιά μου, τους ανθρώπους που με τσαλακώνουν αλλά κι αυτούς που με χαϊδεύουν στοργικά κι ακουμπούν πάνω μου ξένοιαστα.

Θα ‘θελα να μην έχω μνήμη. Να κυλιέμαι σε μυρωδιές, γεύσεις, χρώματα, ήχους και να ‘μαι ευτυχισμένος. Κι ύστερα να κοιμάμαι αθώος, τον ύπνο ενός μικρού παιδιού και να ξυπνώ ξανά tabula rasa. Όχι τόσο, γιατί το παρόν είναι οδυνηρό, όσο γιατί το παρελθόν είναι αξεπέραστο.

Αλήθεια, ποιος ηλίθιος είπε, ότι ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές; Ο χρόνος μολύνει τις πληγές, ξανά και ξανά, έτσι που να αισθάνεσαι πως γεννήθηκες μαζί τους, πως θέριεψες μαζί τους και πως θα πεθάνεις μαζί τους. Αυτό το τελευταίο είναι που δεν αντέχεται. Κοιτιέσαι στον καθρέφτη, μετράς τις πρώτες άσπρες τρίχες, τις πρώτες αχνές ρυτίδες και τις ίδιες παλιές πληγές.

Λες θα σπάσω τον καθρέφτη, θα λυτρωθώ βλέποντας τα κομματάκια του γυαλιού να χοροπηδάνε δαιμονισμένα εδώ κι εκεί, κι ύστερα θα χορέψω ξυπόλητος ένα ζεϊμπέκικο, έτσι για την πάρτη μου και θα ξοφλήσω τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Χα! Aπό δω πήγαν κι άλλοι. Δεν βαριέσαι όμως… Πήγαν και ξαναπήγαν. Σιγά μην φτάνανε στο τέρμα.

Hotel des Rouges… Ένα κλαδί αγγίζει το μπαλκόνι μου. Γραπώνομαι πάνω του με μια πείνα πρωτόγνωρη. Χαζεύω τ’ αυτοκίνητα που τρέχουν δαιμονισμένα, το βουητό των περιστατικών, τα μπαλκόνια με τ’ απλωμένα ρούχα, τα λευκά σεντόνια… Κρατάω την ανάσα μου και θυμάμαι. Γίνομαι ένα με κείνο το ξερό κλαδί. Κολλάω πάνω του. Επιχειρώ τη Λήθη. Ταξίδι στο κέντρο της Μιλτιάδου…

Α ι κ α τ ε ρ ί ν η  Τ ε μ π έ λ η

Πηγή

http://greekpoems.wordpress.com/2012/03/20/hotel-des-rouges-aikaterini-tempeli-poiima-poiisi/