Just another WordPress.com site

ΕΛΥΤΗΣ (ΟΔΥΣΣΕΑΣ)

Paul Éluard : Μ’ έναν έρωτα στο στόμα

.

.

Φωτογραφία της δεκαετίας του 1920

.

 

 

[ Ν Α   Κ Ο Ι Μ Α Σ Α Ι ]

.

Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
Μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα μαλλιά
Στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
Στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
Μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
Πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
Γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

Και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

.

Μετάφραση: Ο δ υ σ σ έ α ς   Ε λ ύ τ η ς
Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Αθήνα, Ίκαρος, 1976, σελ. 72.

.

.

.

Η   Ε Κ Σ Τ Α Σ Η

.

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το παιδί μπρος στη φωτιά
Χαμογελώντας μόλις κι έχοντας στα μάτια δάκρυ
Μπροστά σε τούτο το τοπίο που όλα σκιρτούνε μέσα μου
Όπως θολώνουνε καθρέφτες και καθρέφτες λάμπουνε
Δυό γυμνά αντανακλώντας σώματα εποχή την εποχή

Χίλιες έχω να χαθώ δικαιολογίες
Στη γης αυτήν επάνω τη δίχως δρόμους
Στον ουρανό αυτό από κάτω τον χωρίς ορίζοντα
Δικαιολογίες καλές που χτες τις αγνοούσα
Και που δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω
Καλά κλειδιά βλεμμάτων κλειδιά κορίτσια των αυτών κλειδιών
Μπροστά σε τούτο το τοπίο όπου δική μου είναι η φύση

Εμπρός στη φωτιά η πρώτη φωτιά
Δικαιολογία καλή λόγος κυρίαρχος
Αστέρι γνωστό και αναντίλεκτο
Και στη γης επάνω και στον ουρανό από κάτω
Έξω απ’ την καρδιά μου και στην καρδιά μου εντός
Μπουμπούκι δεύτερο πρώτο φύλλο πράσινο
Που με τα φτερά της το σκεπάζει η θάλασσα
Κι ο ήλιος στο τετέλεσται που βγαίνει από μέσα μας

Είμαι μπροστά στο γυναικείο αυτό τοπίο
Σαν το κλαδί μες στη φωτιά.

.

.

.

Μ Ε   Ε Σ Ε Ν Α

.

Κρατώ τον δρόμο σαν ποτήρι
Γεμάτο φως μαγευτικό
Γεμάτο λόγια ανάλαφρα
Αλλά και γέλια άνευ λόγου
Ο πι’ όμορφος της γης καρπός

Διαβάτες πλήρως ψάθινοι
Πουλιά γαλάζιας απουσίας
Στενό κορίτσι και χλωμό
Το τρώνε πάντα οι έγνοιες
Και πάντα μπρός μου βγαίνει να το

Μικρό κορίτσι που ’ν’ μικρό και αρχαίο
Μου δικαιώνει τα όνειρά μου
Ενδίδει και στους πόθους μου
Και μνήμες αφυπνίζει παιδικές
Στο κύμα το χρυσό του δρόμου.

.

.

.

Μ Ε Τ Α Ξ Υ   Σ Ε Λ Η Ν Η Σ   Κ Α Ι   Η Λ Ι Ο Υ

.

Σ’ το λέω, πασίχαρη εσύ και φωτεινή,
Η γύμνια σου μού γλείφει εδώ τα παιδικά μου μάτια
Η έκσταση των τρισόλβιων κυνηγών οφείλεται
Στ’ ότι εκάμαν ν’ αβγατίσει θήραμα τελείως διάφανο
Που διαστέλλεται χωρίς νερό σε ανθοδοχείο μέσα
Σαν σπόρος στη σκιά ενός χαλικοβότσαλου.

Γυμνή σε θωρώ και αραβούργημα εδείχτης που υμνεί
Των ωρών ο δείχτης στην κάθε του κάθετη στροφή
Κι ο ήλιος απλώνει να λιαστούν πέρα ώς πέρα μέσα στην ημέρα
Των ηδονών μου οι αχτίδες που έγιναν μεμιάς πλεξίδες.

.

P a u l   É l u a r d  (1895 1952)
Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς   Κ ε ν τ ρ ω τ ή ς

 

Από: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/search/label/ELUARD

.

.

Φωτογραφία : Alfred Cheney Johnston

.

.

.

.

.


Την οργή των νεκρών να φοβάστε

Οδυσσέας  Ελύτης

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

(1959)
{αποσπάσματα}
Κολάζ : Οδ. Ελύτης


 

 

 

ΤΑ ΠΑΘΗ

Α΄

{…} Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα

παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.

Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω

Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα! {…}

 

 

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

 Γ΄

Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ’ άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.

Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.

Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.

Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε

την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή

και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε

και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.

Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ’ την όψη μου

  ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ!


 

            

           

           ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

              ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΊΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

{…} Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ‘ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε οποίον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στον Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά — μακριά μέσα στο μέλλον του — που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.

Πάνω σ’ εκείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σιρίτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ‘χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.

 

 

 

η΄

{…}  Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει

το χέρι που μονάχα

  Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους

             ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

 

 ΙΑ’

{} Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.

Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.

Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.

 

 

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

 {} Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβου νε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.

-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.

-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.

-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.

 



 

 

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.

-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.

-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.

-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ‘ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ‘χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ‘ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

 

 

 


 


Σαχτούρης : «… δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς»

«Ο  Μ ί λ τ ο ς  Σ α χ τ ο ύ ρ η ς  [29 Ιουλίου 1919- 29 Μαρτίου 2005] ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μεταπολεμικούς ποιητές […] Σε ηλικία πέντε ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του μόνιμα στην Αθήνα. Με προτροπή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του και ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Η πρώτη του επαφή με την ποίηση ήταν την Άνοιξη του 1941. Το 1943 γνωρίστηκε με τον  Ο δ υ σ σ έ α   Ε λ ύ τ η  και  τον   Ν ί κ ο   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο  με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή “Η Λησμονημένη”. Το 1948 εξέδωσε τις “Παραλογαίς” και ακολούθησαν και άλλες πολλές, με αποκορύφωμα το “Με τo πρόσωπο στον τοίχο”, 1952,  το οποίο εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 άρχισαν οι κριτικοί να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματά του Σαχτούρη. Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία. Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα.

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό δεν αφομοιώθηκε σε αυτόν και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ως ένας ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίηση του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία.

Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής».

Πηγή:

 http://en-texnon.blogspot.com/2010/07/1919-2005.html

 

 

«… ένας δημιουργός του κλειστού χώρου, θεληματικά αταξίδευτος, μοναχικός…»

«…χωρίς να αρνείται το ρόλο που έπαιξε το κίνημα [του υπερρεαλισμού] στην ποίησή του, προτιμά να μην τη χαρακτηρίζει υπερρεαλιστική αλλά  ιδιότυπα δραματική και λυρική. Η επιλογή δύο θετικών συμβόλων, όπως ο ουρανός και το άσπρο, φανερώνουν μια συμφιλίωση με την ιδέα του θανάτου και αποδεικνύουν ότι δεν αντιμετωπίζεται από τον ποιητή εχθρικά, ακριβώς το αντίθετο:

Μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
Θα φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
Θα ’χω το σπίτι μου πάνα σ’ ένα σύννεφο
Θ ’ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο».

«Η ζωγραφική έκφραση διέπει τα περισσότερα ποιήματα του Σαχτούρη-αναφέρει η Πηγή Κουτσογιαννοπούλου. Ο τρόπος γραφής του μας παραπέμπει σε μια σειρά από εικόνες, δηλωτικές τις ιδέας και του μηνύματος του. Ο ίδιος ο ποιητής μιλάει για ζωγραφισμένη ποίηση. Στο ποίημα ‘‘Τα δώρα’’, ο πίνακας αποτελείται από δύο επίπεδα: τη γη με τον αιμόφυρτο ποιητή να δέχεται δώρα, το χαμόγελο, το κοχύλι, το σφυρί. Στο σταυρό καρφώνεται ο ποιητής και καρφώνει τα πόδια των περαστικών, οι οποίοι δακρυσμένοι κοιτάζουν τον ουρανό ‘’γη της επαγγελίας’’. Και στον ουρανό, ο τεχνοκρατικός πολιτισμός δημιουργεί τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια προβλήματα:

ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό»

Πηγή:

http://culture.ana-mpa.gr/view5.php?id=5044

 

 

 

René Magritte : Homesickness

 

 

Τ Ε Σ Σ Ε Ρ Α   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

 

σ τ ε ρ ο σ κ ο π ε ί ο

 

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς

Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς

Νὰ πεθάνουν

Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι

ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

 

 

René Magritte : On the Threshold of Liberty

 

 

Τ ὰ   δ ῶ ρ α

 

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

 

 

 

René Magritte : The Liberator

 

 

 Ο ὐ ρ α ν ό ς

 

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του

Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

[Ἀπό τή συλλογή Ἡ πληγωμένη Ἂνοιξη ]

 

 

 

 

René Magritte : The Blank Page

(Λεπτομέρεια)

 

 

 

Ὁ   γ γ λ ο ς   ζ ω γ ρ ά φ ο ς   κ α ί  π ο ι η τ ή ς

 D a n t e  G a b r i e l  R o s s e t t i  γ ρ ά φ ε ι   

 μ έ   τ ό    χ έ ρ ι    μ ο υ    ἓ ν α    π ο ί η μ α

 

Ἄκου!
Σοῦ ἔλεγα τότε τὴν ἀλήθεια
τὴν ἤξερα τότε τὴν ἀλήθεια

– Ὄχι, μοῦ ἔλεγες
τὰ πουλιὰ φυτρώνουν
τὰ γουρούνια πετᾶνε
τὰ λουλούδια περπατᾶνε
οἱ ἄνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σοῦ ἔδειχνα ἕνα πουλὶ
ἔλεγες – Εἶναι λουλούδι
σοῦ ἔδειχνα ἕνα λουλούδι
ὄχι, ἔλεγες – Εἶναι πουλὶ

κι οἱ ἄνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα ἐγὼ βλέπω τὸ φεγγάρι
αὐτὸ τὸ σπασμένο σπαστικὸ
παιδὶ
ποὺ ὁ Ἰούλιος Βὲρν
ἔλεγε κάποτε:
– Οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸ κατοικήσουν
βλέπω
αὐτὸ τὸ μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
ποὺ ρίχνουν κάθε μέρα μὲ κρότο
πάνω του πρόκες
κι ἐπιμένουνε
νὰ τ᾿ ὀνομάζουν

ΓΗ

ἴσως νὰ εἶχες δίκιο τότε

γι᾿ αὐτὸ μπόρεσες καὶ ἔζησες
γι᾿ αὐτὸ μπόρεσα καὶ ἔζησα

ΑΥΓΗ

 

 

 

[Από τή συλλογή Χρωμοτραύματα]

Άλλες πηγές:

Ποιήματα 1945-1971, εκδόσεις Κέδρος 1977
http://www.sarantakos.com/kibwtos/s-sahtouris.html

 


 

Παραθέτουμε στο πρωτότυπο ένα  ποίημα του  W a l t  W h i t m a n  (1819-1892) με παρόμοια θεματική :

W h e n   I  H e a r d   t h e   L e a r n ’ d  A s t r o n o m e r

When I heard the learn’d astronomer;
When the proofs, the figures, were ranged in columns before me;
When I was shown the charts and the diagrams, to add, divide, and measure them;
When I, sitting, heard the astronomer, where he lectured with much applause in the

lecture-room,
How soon, unaccountable, I became tired and sick;
Till rising and gliding out, I wander’d off by myself,
In the mystical moist night-air, and from time to time,
Look’d up in perfect silence at the stars.

 

 

Μίλτος Σαχτούρης

Αποσπάσματα από την εκπομπή ”Περισκόπιο” της ΕΤ1

O Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη

Σαχτούρης – Σπανός


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 68 other followers