Just another WordPress.com site

ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (ΑΝΔΡΕΑΣ)

Ανδρέας Εμπειρίκος : Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε

{Αφιέρωμα 3/3}

Ε π ι μ έ λ ε ι α :
Εύη Μαλλιαρού

 

 

Και το πολύ του Έρωτα κατάργησε τον Καιρό, κι ο Έρωτας κατάργησε τον Θάνατο

Κωστής Μοσκώφ, Η Σάρκα Σου Όλη

Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νικά
Θάναι η ποίησις  σ π ε ρ μ α τ ι κ ή
Απόλυτα ερωτική
Ή   δ ε ν  θ α  υ π ά ρ χ η

Ανδρέας Εμπειρίκος
«Μία ριξιά ζαριών…», Αι γενεαί πάσαι

 

ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ

 

Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ’ το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρειές καδένες.

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει μία μυριόστομη κραυγή ανθρώπων πνευστιώντων.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρής και να μας σώσης».

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Όμως δεν νοιάζεται καθόλου για όλου του κάτω κόσμου την βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του, και όλο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν σε στιγμές οχείας.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθής και να μας σώσης. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θάσαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη θα σου προσφέρουμε πλούσια ταγή και όλα τα πιο ακριβά μανάρια μας… Για δες!»

Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.

Ο Αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, υψώνει το κεφάλι του και αφήνει μέγα βέλασμα, που αντηχεί επάνω και πέρα απ’ τα φαράγγια σαν γέλιο λαγαρό, και μονομιάς, με πήδημα γοργό, σαν βέλος θεόρατο ή σαν διάττων, ακόμη πιο ψηλά πετιέται.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσης του κάμπου τα κατσίκια; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παρά πάνω, κάτι που, μα τον Θεό, δεν ήκμασε ποτέ κάτω στους κάμπους – έχεις εδώ την Λευτεριά!

Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ’ έκρυβε μέσα του, βαθιά, μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο  εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας , αι βάτοι αι φλεγόμεναι, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης, που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάη ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς τους κάμπους ! Τι να τους κάνης: Ο ήλιος εδώ, κάθε πρωί, σηκώνεται ανάμεσα στα κέρατά σου! Στα μάτια σου λάμπουν οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο άσβηστος του Δία, κάθε φορά που σπέρνεις εδώ, στα θηλυκά σου, την ένδοξη και απέθαντη γενιά σου!

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου, που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!

Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

Γλυφάδα, 12.7.1960

Από τη συλλογή  Οκτάνα,  Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 32-34

 

 

Marc Chagall : The Dance

 

 

ΟΙ  ΜΠΕΑΤΟΙ ή ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΕΩΣ  ΟΙ  ΑΓΙΟΙ

 

Απεκρίθησαν  Σιδράχ,  Μισάχ και   Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «…γνωστον έστω σοι,  βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σοι ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας,ου προσκυνούμεν».Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού … και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδράχ, Μισάχ και  Αβδεναγώ  εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην … Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου…Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα· και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου…ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον  Θεόν  εν  τη καμίνω…

ΔΑΝΙΗΛ

Ο Αζαρίας , ο Ανανίας και ο Μισαήλ , ο Κερουάκ , ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse , ο Arthur Rimbaud , ο Raymond Roussel , ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι , ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες , όπως

Ο William Blake

O Shelley

O Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ

Ο David Thoreau

O Henry Miller

Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman

Ο Έγελος

Ο Κίρκεγκαρντ

Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων

Ο Sigmund Freud

Ο Άγγελος Σικελιανός

Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης

Ο Μαρξ

Ο Λένιν

Ο Κροπότκιν

Ο Μπακούνιν

Ο Böhme

O Νiτσε

O Victor Hugo

O Μωάμεθ

Ο Ιησούς Χριστός

Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω – έκαστος στην ιδική του γλώσσα –- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των , άπαντες , εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν,  με λόγια που μεθερμηνευόμενα — όχι από τους ορθολογιστάς -– το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές –- τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα -– φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.

Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.

Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Αρκ! ω Αθανάση Διάκο!),  με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez sur les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των  δοχείων  που  τα  δυσώδη  απορρίμματα  περιέχουν  (lâchez  tout,  partez sur  les  routes),   απ’  τις  κραυγές  του  γλυκασμού  των  συνουσιαζομένων και από τους  στεναγμούς  της  ηδονής  των αυνανιζομένων, απ’ των  τρελών  τις  άναρθρες   φωνές και  απ’ των   βαρέων  καημών τις  στοναχές, ως  λάβα  ζεστή, ή  ως σάλπιγξ  μιας  αενάου  παρουσίας,  μα  προ  παντός  ως  σπέρμα,  ως  σπέρμα  ορμητικόν εν  ευφροσύνη  αναβλύζον,  αναπηδούν  και  ανέρχονται  στον  ουρανόν (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με  μάτια εστραμμένα  προς τα  επάνω, άκαυτοι  και  άφθαρτοι  εις  τον  αιώνα, μπεάτοι  και  προφητικοί (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και  τώρα  και  πάντα (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με συνοδείαν   των  αγγέλων,  και τώρα  και  πάντα, τον  ερχομό  και  την  ανάγκη (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) τον  ερχομό  και  την  ανάγκη  των  νέων  Παραδείσων  ψάλλουν!

Γραμμένο  στη  Γλυφάδα την πιο ζεστή  μέρα του  καλοκαιριού,  17.8.1963

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 36-38

 

 

 

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Ο  ποιητής  διαβάζει εδώ  την πρώτη εκδοχή του κειμένου, όπως εμφανίζεται στο  «ΕΠΙΜΕΤΡΟ», στο ίδιο βιβλίο (σελ.99-103), όπου επαναλαμβάνονται «ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ»  και «ΟΙ ΜΠΕΑΤΟΙ…» με βάση τα χειρόγραφα.

Claude Debussy

Tο απομεσήμερο ενός φαύνου

Advertisements

Ανδρέας Εμπειρίκος : Οι σερμαγιές του ονείρου

{Αφιέρωμα 2/3}

 

Επιμέλεια : Εύη  Μαλλιαρού  ~  Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

Η αγωγή των θρύλων

Τα καθέκαστα
Οι σερμαγιές του ονείρου
Τα τρεχαντήρια του πορθμού
Οι μεταναστεύσεις των πτωχών ανθρώπων
Τα λιμενικά  έργα  της φαινομενικής προόδου
Η ισχυρά παρόρμησις ενός μυστηριώδους υπνοβάτου
Που βιάζει τις κόρες του την μια μετά την άλλη
Κοντά στη λίμνη με τους λευκούς βουβάλους
Που πίνουν νερό και κατουράνε
Άπαντα ταύτα είναι πράγματα που λέγονται και εξιστορούνται.

Τα καύματα των τροπικών κάνουν  τον υπνοβάτη
Να νοσταλγή τα δροσερά λιμάνια
Εις τας παραμονάς εκρήξεως ενός πολέμου.

Η μεθόρμησις ενός πλοίου της καραντίνας
Διαταράσσει  τα νερά των λουομένων
Διαταράσσει το λίκνισμα πολλών ονείρων
Ονειροπόλων που ονειρεύονται την ευτυχία
Ως κάτι που γεννιέται από πούπουλα
Ή ως ήχον που παράγεται από χορδές
Μεγάλου αθροίσματος παρθενικών υμένων.

Αίφνης ο πόλεμος ξεσπά
Τα κύματα της λάβας του καλύπτουν
Τα τελεσίγραφα και τα ποτήρια
Τα πορνοστάσια τους ναούς και τις καμπάνες
Ενώ μια χορεύτρια χορεύει
Εις έρημον θέατρον γιομάτο από ψιθύρους
Των παλαιών καιρών των παλαιών ανθρώπων
Ενώπιον ενός μονάχα θεατού — του υπνοβάτου
Όστις με την ψυχήν στο στόμα του
Βλέπει τους ελιγμούς της
Βλέπει την λαμπηδόνα της  και την καρδιά της
Ως μέγα ωρολόγιον
Ή ως μέγα ρόδον που συστέλλεται και διαστέλλεται αενάως.

Ο πόλεμος εξακολουθεί
Επάνω από τις στέγες και τους πόλους
Επάνω από τους αετούς και τα μουστάκια
Επάνω από τα σκεύη και τους σπίνους
Μια βόμβα αεροπλάνου ισοδυναμεί
Με καύσιν πολλών βεγγαλικών εις πανηγύρεις
Δύο χέρια δύο μαστοί ένας γλουτός
Τρία μάτια ένα παιδί ένα μαντήλι δυο παιδιά
Ένα ηλιοτρόπιον μία καρρότσα και έξι πόδια
Εκσφενδονίζονται και ανθούν εις τον αέρα
Έπειτα πέφτουνε σε κήπον όπου κρύπτεται
Ένας αμνός φέρων στην ράχην του με προσοχήν
Ως ιερός μικρός ελέφας
Τας αμαρτίας του κόσμου.

Κ’ ενώ η χορεύτρια χορεύει ακόμη
Ο υπνοβάτης την παρατηρεί και αγωνιά
Σαν κάποιος που κρέμεται από μια λέξι
Μήπως χαθή η χορεύτρια που θα την πη
Μήπως δεν πη το «ναι» μήπως δεν ανεβάση
Τα στόρια του φορέματός της.
Ενώ αν πη το «ναι» τότε αμέσως θα την πάρη
Γυναίκα του μ’ ένα στεφάνι δάφνης νικηφόρου
Ενός στρατού που αποβιβάζεται με επιτελίδες
Μέσα στους κόλπους των επιτελίδων
Πριν καν φανή καλά-καλά το μεσημέρι
Μέσα στον πάταγο των βράχων που αιφνιδίως κυλούν
Στην θάλασσα με τα δελφίνια
Στην θάλασσα με τα θαλάσσια πουλιά
Στην θάλασσα όπου ο ζέφυρος φυσά
Την αύρα του επάνω από το κύμα.


 

 

 

Tierra del Fuego

Στον Νίκο Στάγκο

Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τους χυμούς της νεότητος
Δεν σταματούν οι κάμποι τα τρυγόνια
Γωνιές της γης και γίγαντες μέσα στα φύλλα
Της πιο μεγάλης περιοχής νωπών στρωμάτων
Της γης που την τρυπούν από καιρού εις καιρόν
Οι γεωργοί με τ’ άροτρά των
Με τα ρολόγια των σταματημένα
Μέσα στ’ αγιάζι της αυγής
Για να παραταθή η δροσιά της
Μέσα στ’ αγιάζι χειμαρρώδους εκκινήσεως
Αγέλης ίππων της νοτίου πάμπας
Της γης κάθε καλής συγκομιδής
Ενώ σιγά-σιγά ξυπνούν οι ώρες
Με πεκαρί μεσ’ στα παρθένα δάση
Με ποταμούς που διασχίζουν τις πραιρίες.

Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τα νερά της νεότητος
Τώρα χρειάζονται σχεδίες
Για να διαβούμε τα ποτάμια
Για να περάσουμε στις άλλες όχθες
Για να μετρήσουμε κάτω απ’ τη λάμψι του σταυρού του Νότου
Των άστρων τις αμέτρητες λεγεώνες
Ερχόμενοι σαν τις σταγόνες της βροχής
Για να ξυπνήσουμε γυμνώνοντας τα στήθη των
Τις βελουδένιες της Παταγονίας κόρες
Ν’ ανοίξουν έκθαμβες τις κόρες των ματιών των
Στους ιριδίζοντας ατμούς αυτής της χώρας
Που δεν την ξέρουν παρά λίγοι μόνον
Απόστολοι εμείς στο βάθος κάθε αποστολής
Ώσπου να φθάσουμε στην άκρη αυτής της γης
Σέρνοντας πίσω μας τις ξυπνημένες κόρες
Και σφίγγοντας στις παλάμες μας τα τρυφερά των στήθη
Σταθούμε εμείς οι του Βορρά μαντατοφόροι
Κραυγάζοντας κάτω από τους νότιους ουρανούς
Την ώρα της ανατολής την ώρα της πορφύρας
Tierra del Fuego χαίρε!

 

 

 

 

Ιωβηλαίον

Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι
Με καταστρώματα και βάρκες νοσταλγίας
Με ξέπλεκα πανιά και μούδες.

Του καπετάνιου η γυναίκα στη στεριά
Και ο καπετάνιος στο καράβι
Ποτέ δεν απαρνήθηκαν την θάλασσα
Την Θάλασσα την κόρη τους
Με τα μακριά μαλλιά και με τα φύκια.

Τώρα θα ταξιδέψουν για χατήρι της
Και το ταχυδρομείο θα μοιράση
Ρόδα τρεμάμενα από συγκίνηση
Στην συνοικία που σκοτώθηκε ο μνηστήρ της
Και με σφιγμένη την καρδιά θ’ ακούση
Η γειτονιά την περιπέτεια
Του καπετάνιου και της κόρης του
Διότι πάντοτε τα παραμύθια έχουν αλήθεια
Ιδίως αυτά που είναι πλεγμένα με κογχύλια
Και γοητεύουν τα παιδιά τους νέους και τους γέρους
Που έχουν ευαίσθητες ψυχές και ατσαλένια μπράτσα.

Χαριτωμένη κόρη
Ο πύργος που σε περιμένει
Έχει ετοιμάσει δυο κάμαρες για σένα
Με συντριβάνι από χρυσές κλωστές και ασημένιες χάντρες
Για να λουσθής όταν θα φθάσης
Μη το ξεχάσης μη το ξεχάσης
Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι
Για να γιορτάσης.

A ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες,φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης,  Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 50-52, 82-83, 84-85

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Από την συλλογή Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980


Ανδρέας Εμπειρίκος: Τα ακαταπάτητα

 

 {Αφιέρωμα σε τρεις συνέχειες}

 Επιμέλεια : Εύη Μαλλιαρού 

 

 Ζωγραφική : Νίκος Εγγονόπουλος 

 

 

Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν

Πολλές  γυναίκες ομοιάζουν
Με παλαιών χορών στροβίλους
Εις τους οποίους λικνιζόμενες μα φιλαρέσκειαν
Γυμνές έως την μέση στροβιλίζονται
Από την μνήμη των μέχρι την πρασιάν των κήπων
Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν
Κάτω απ’ τα φώτα που στα δέντρα λάμπουν
Και κοκκινίζουν τα παιδιά κοντά στις στέρνες
Με γεύσι μαστίχας στα φιλιά των
Και με τα χέρια των βαλμένα
Στα στήθη των χορευτριών
Και στα μαλλιά των.

 

Τα ακαταπάτητα

Αντίρροπον του κάθε δράματος η τρυφερά ανεμώνη
Σημαίνει το φανέρωμα κάποιας δικαιοσύνης
Κ’ αίφνης η θλάσις των λεπτοτέρων μίσχων
Ακεραιότης γίνεται αποκατάστασις πληρότης
Κάτι σαν κίνησις ανοδική και ευθύς μετά καθοδική
Κούνιας της ευφροσύνης
Κόρης που παλινδρομικώς εις την αιώραν της κινείται
Και δεν μονάζει το πρωί μήτε το βράδυ
Σε τέλματα κακίας ή μίσους.

Βάμμα χαράς στας παρειάς ροδίζει
Οι κώμοι του κόσμου τίποτε δεν σημαίνουν
Ας λένε και ας βάζουν στοιχήματα
Εξαίσια θάναι πάντοτε των ίππων η ορμή
Ιδίως προς το τέλος κάθε αγώνος
Και ας λέγει ας μανίζει το κοτσοπολιό
Τα κλήματα οπωσδήποτε θα κάνουν τα σταφύλια των
Και η χλόη πάντα θα ποτίζεται με σπέρμα.

 

       Αρμονία

Δεκάχρονο αγόρι που συλλογιέσαι
Σε θάμπωσαν τα σμαράγδια των κολεόπτερων
Σε πίκραναν οι σφήκες των προεστών
Που σε αγαπούν εντούτοις
Όταν δεν κράζει ο πετεινός στο κόκκινο ξημέρωμα
Του αντικρινού σπιτιού των ρόδων.

Γι’ αυτό θα προτιμούσα νάσουν ορμαθός κλειδιών
Τα μυστικά να τα γνωρίζεις όταν κι όπως θελης
Δεν είναι γραφτό στο μέτωπο να πέφτουν ήρωες από ζυμάρι της αυγής.

Ποιος ξέρει
Ίσως μια μέρα να ονειρευθής
Την τρισχαριτωμένη κόρη
Και μ΄ ένα καράβι ατρόμητο
Να ξεκινήσετε μαζί για τη μεγάλη περιπέτεια της ύλης.

Μην συλλογιέσαι λοιπόν μαύρα ή άσπρα ή γαλάζια
Της μοίρας τα γραφτά τα τρώνε τα ποντίκια
Κόκκινα και πράσινα θα σε δεχθή η μέρα
Και λαμπρά στολίδια μεσημέρια και πορφύρες
Θα σου προσφέρουν οι γυναίκες με τα φλεγόμενα μαλλιά
Τα στήθη τους θα σου προσφέρουν σαν λαστιχένιες κούπες
Για να πιεις το γάλα της ηδονής και της χαράς.

 

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης, Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 25, 49, 75

 

 

 Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο