Just another WordPress.com site

ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ (ΣΠΥΡΟΣ)

Τ . Σ. Έλιοτ (2)

t s eliotΣτην αρχή ο Έλιοτ και  η σύζυγός του έμεναν στο διαμέρισμα του Bertrand Russell στο Λονδίνο, ενώ ο ποιητής προσπαθούσε σκληρά να εξασφαλίσει ένα εισόδημα, διδάσκοντας σε  σχολείο. Έγινε επίσης βοηθός φιλολογικού επιμελητή στο περιοδικό της πρωτοπορίας, Egoist. Το 1917  κατάφερε να βρει σταθερή εργασία στην Τράπεζα Lloyds, καθώς και την οικονομική ασφάλεια που χρειαζόταν για να στραφεί και πάλι στην ποίηση. Την ίδια χρονιά, κατάφερε να εκδώσει  το πρώτο του βιβλίο,  Prufrock and Other Observations, με την οικονομική υποστήριξη του Ezra και της Dorothy Pound.

Ο Pound διευκόλυνε επίσης την είσοδο του Έλιοτ στον κύκλο των βρετανών διανοουμένων και της διεθνούς πρωτοπορίας, όπου ο Έλιοτ γνωρίστηκε με τον μεγάλο ιρλανδό ποιητή William Butler Yeats, τον άγγλο ζωγράφο και μυθιστοριογράφο Wyndham Lewis κ. α.

Το 1920 εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, Poems. Με την συνεχή υποστήριξη και ενθάρρυνση του Pound, έβλεπε πια τον εαυτό του ως μέρος ενός πειραματικού κινήματος στη μοντέρνα λογοτεχνία. Αυτά τα καλά χρόνια όμως σκιάστηκαν από πολλά οικογενειακά προβλήματα. Ο θάνατος του πατέρα τού Έλιοτ, το 1919, γέμισε τον ποιητή με αισθήματα ενοχής, καθώς πίστευε ότι κάποια μέρα θα μπορούσε να γεφυρώσει το φάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, εξαιτίας του γάμου του και της εγκατάστασής του στην Αγγλία. Η σύζυγός του επίσης υπέφερε από προβλήματα υγείας τα οποία επιδεινώνονταν σταθερά. Το αποτέλεσμα ήταν ο νευρικός κλονισμός του Έλιοτ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Έλιοτ κατάφερε να ολοκληρώσει το  περίφημο ποιητικό του έργο Η Έρημη Χώρα, ένα έργο – σταθμό, όπου πέτυχε μια εκπληκτική ένταση στη γραφή του, εξαιτίας κυρίως της ικανότητάς του να παντρεύει ετερόκλητα στοιχεία σ’ ένα ρυθμικό σύνολο. Στη συγγραφή αυτού του μεγάλου έργου, ο Pound είχε παίξει άλλη μια φορά σημαντικό ρόλο με τις επισημάνσεις και τις διορθώσεις του. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και το όνομα του Έλιοτ βρέθηκε ανάμεσα σε αυτά των μεγαλύτερων μοντερνιστών. Μια άλλη επιτυχία ήταν  η πρόσκληση να διευθύνει ένα σημαντικό νέο λογοτεχνικό περιοδικό, το Criterion, του οποίου το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1922.

Το 1923, ωστόσο, τα προβλήματα υγείας της συζύγου του την έφεραν κοντά στο θάνατο και τον ίδιο κοντά σε έναν δεύτερο νευρικό κλονισμό. Αλλά και πάλι του χαμογέλασε η τύχη, όταν ο νέος εκδοτικός οίκος «Faber and Gwyer» («Faber and Faber») που  ζητούσε φιλολογικό επιμελητή, έκρινε τον Έλιοτ ως το κατάλληλο πρόσωπο.

Ταυτόχρονα, ο Έλιοτ είχε ανάγκη από θρησκευτική στήριξη. Έτσι στράφηκε προς την Αγγλικανική Εκκλησία, κάτι που διαφαίνεται στο ποίημά του «ΟΙ Κούφιοι άνθρωποι» (1925).  Ελάχιστοι περίμεναν αυτό που συνέβη τον Ιούνιο του 1927, τη βάπτιση του ποιητή στην Εκκλησία της Αγγλίας.  Προκλήθηκε «καταιγίδα». Επιπλέον, ο Έλιοτ άρχισε πλέον να ασχολείται κυρίως με θρησκευτικά θέματα. Ποιήματα όπως «Το ταξίδι των μάγων» (1927),  και «Ένα άσμα για τον Συμεών» (1928)  είναι στοχασμοί επάνω στην πνευματική πορεία, όπως και το πολύ σημαντικό «Η Τετάρτη των τεφρών» (1930).

Ο Έλιοτ ασχολήθηκε αρκετά και με το θέατρο. Τα θεατρικά του έργα, κάποιες φορές βασισμένα στον Αισχύλο  ή στον Ευριπίδη, είναι σημαντικά.

Το 1948 ο Έλιοτ τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ. Το 1950 το κύρος του ήταν τόσο μεγάλο, όσο παλαιότερων μεγάλων ποιητών όπως ο Samuel Taylor Coleridge.

Ο γάμος του, μετά το 1925,  πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ωστόσο, οι αγγλικανικές του πεποιθήσεις δεν του επέτρεπαν τη σκέψη διαζυγίου. Το 1938 η Vivien εισήχθη σε  ψυχιατρικό νοσοκομείο. Το 1947 πέθανε  και δέκα χρόνια αργότερα  ο Έλιοτ  παντρεύτηκε την Valerie Fletcher. Εν τω μεταξύ είχε εκδώσει τα περίφημα Τέσσερα Κουαρτέτα του (1943), με το μεγάλο στοχαστικό βάθος και τις βαριές φιλοσοφικές αποσκευές.

 Μετά τον πόλεμο ο Έλιοτ δεν έγραψε σημαντική ποίηση. Ωστόσο το έργο του παραμένει το έργο ενός  κορυφαίου ποιητή του εικοστού αιώνα.

Σ .   Η .

Advertisements

Τ. Σ. Έλιοτ (1)

 imagesΟ ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και φιλολογικός επιμελητής  Τ. Σ. Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 1888-1965) γεννήθηκε στο Σαιντ   Λούις   (Μιζούρι), σε μια εύπορη πολυμελή οικογένεια. Προετοιμάστηκε για το Χάρβαρντ, απ’ όπου απεφοίτησε με σπουδές στη συγκριτική φιλολογία. Στο Χάρβαρντ, επίσης, παρακολούθησε  ένα έτος μεταπτυχιακών σπουδών στην αγγλική φιλολογία.

Στη βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ ο Έλιοτ βρήκε ένα βιβλίο που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξή του. Ήταν το βιβλίο του Arthur Symons για τον Συμβολισμό (1895), μέσω το οποίου γνώρισε τo  ποιητικό έργο τού Jules Laforgue, με την κομψή ειρωνεία του, που του έδωσε μια κατεύθυνση στην ποίηση. Μέχρι το 1909-1910 η ποιητική του κλίση είχε επιβεβαιωθεί, με τη συμμετοχή του στην επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού του Χάρβαρντ, του Advocate.

Τον Μάιο του 1917 πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές ενός έτους στο Παρίσι,  όπου γνώρισε τον  Jean Verdenal, στον οποίο αφιέρωσε το πολύ γνωστό ποίημά του, «Το ερωτικό τραγούδι τού J. Alfred Prufrock».  Με την  παρέα τού  Verdenal, ο ποιητής έκανε την είσοδό του στην  έντονη πνευματική ζωή της πόλης. Στο Παρίσι ο Έλιοτ γνώρισε μορφές όπως ο Pablo Picasso  και ο  Henri Bergson.

Τα έτη 1910 και 1911 ο Έλιοτ αντέγραψε σε ένα ξεχωριστό σημειωματάριο τα ποιήματα που έμελλαν να τον κάνουν γνωστό, ποιήματα όπως τα «Προσωπογραφία γυναικός» και «Πρελούντια». Έχοντας αφομοιώσει στοιχεία από τους δραματικούς μονολόγους του Robert Browning και από την κομψότητα της ποίησης του συμβολισμού, κατάφερε να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό ιδίωμα, το οποίο ξάφνιασε όσους  συγχρόνους του διάβασαν τα ποιήματα αυτά από τα χειρόγραφα.

Το φθινόπωρο του 1911, ωστόσο, ο Έλιοτ ήταν εξίσου προσηλωμένος σε δύο κόσμους: της ποίησης και των ιδεών. Ως φοιτητής την εποχή που το  Χάρβαρντ διένυε τον  χρυσό φιλοσοφικό του αιώνα, είχε την τύχει να βρεθεί ανάμεσα σε μορφές  όπως ο William James και ο Bertrand Russell. Ταυτόχρονα, μελετούσε ανθρωπολογία και θρησκεία.

Τον Σεπτέμβριο του 1914 ο Ezra Pound διάβασε χειρόγραφα ποιήματα του Έλιοτ και εντυπωσιάστηκε. Έτσι ξεκίνησε μια συνεργασία που έμελλε να επηρεάσει σημαντικά την αγγλοαμερικανική ποίηση.

Την άνοιξη του 1915, στην Αγγλία, ο  ποιητής γνώρισε στην  Vivien Haigh-Wood. Γοητευμένος από  την αμεσότητα και την ειλικρίνεια της Vivien, τον Ιούνιο του 1915  την παντρεύτηκε.  Ο γάμος ήταν δυσάρεστη έκπληξη για τους γονείς του, ιδίως όταν έμαθαν  για τα προβλήματα υγείας της Vivien. Η Vivien αρνήθηκε να μπει στο πλοίο για την Αμερική εν καιρώ πολέμου, δεν έφυγαν, κι έτσι  ο Έλιοτ έγινε μέρος της  λονδρέζικης λογοτεχνικής ζωής.

Σ. Η.

{Συνεχίζεται}


Σπύρος Ηλιόπουλος : Στη λιακάδα

 

.

 

 

.

Να είμαι…

.

γεμάτο κρύο νερό

ένα σταμνί

ευτυχισμένο

στη λιακάδα

.

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

(1976)

.


Jorge Luis Borges : Ένα ποίημα, τρεις μεταφράσεις

.

.

.

Everness

Sólo una cosa no hay. Es el olvido.
Dios, que salva el metal, salva la escoria
y cifra en su profética memoria
las lunas que serán y las que han sido

Ya todo está. Los miles de reflejos
que entre los dos crepúsculos del día
tu rostro fue dejando en los espejos
y los que irá dejando todavía.

Y todo es una parte del diverso
cristal de esa memoria, el universo;
no tienen fin sus arduos corredores

y las puertas se cierran a tu paso;
sólo del otro lado del ocaso
verás los Arquetipos y Esplendores.

J o r g e  L  u  i  s   B  o  r  g  e  s

 http://www.lamaquinadeltiempo.com/poemas/borges01.htm

.

Everness

One thing does not exist: Oblivion.
God saves the metal and the dross, his key
Ciphers in his prophetic memory
The moons to come, and moons of evenings gone.

All there: reflections in the looking-glass
-Between the two huge twilights of the day-
That your face has gone leaving where you pass,
And those it will go leaving on your way.

And everything is part of that diverse
Crystal of memory, the universe;
Unending are the mazes it engenders

Of doors that seal themselves as you walk through;
Only from sunset’s farther side shall you
Behold at last the Archetypes and Splendors.

Translated by   A.  Z.  F o r e m a n

(From Spanish)

http://poemsintranslation.blogspot.com/2011/01/borges-everness-from-spanish.html

.

Everness

Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.

Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν’ αφήσει.

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης – του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι

κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ’ αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.

Mτφρ.  Δ η μ ή τ ρ η ς  Κ α λ ο κ ύ ρ η ς

http://poihshkaipoihtes.blogspot.com/2012/02/everness.html

.

Everness

Μόνο  ένα πράγμα δεν υπάρχει: Η λησμονιά.
Σώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά ο Θεός
και στην προφητική του μνήμη εναποθέτει Αυτός
τα παλαιά φεγγάρια μαζί με τα μελλοντικά.

Όλα είν’ εδώ:   Είδωλα  μυριάδες
που απ’ την  αυγή ώς το  σούρουπο   θ’ αφήσει
το πρόσωπό σου   στους καθρέφτες
κι αυτά που ακόμα μέλλει να  σκορπίσει.

Κι  είν’ όλα τούτα μέρος  του πολύμορφου  παντός
και του κρυστάλλου αυτής της μνήμης– του σύμπαντος∙
τους  πολυδαίδαλους διαδρόμους δε θα τους εξαντλήσεις

κλείνουν οι πόρτες μόλις τις περάσεις∙
μόνο  απ’ την άλλη τη μεριά του δειλινού σαν φτάσεις
τους Αρχετύπους  και τις Λάμψεις θ’ αντικρίσεις.

Μτφρ.  Σ π ύ ρ o ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   2012

(Μετάφραση από τα ισπανικά*)

*Με την πολύτιμη συνεργασία της Ξένιας Κακάκη

.



Σπύρος Ηλιόπουλος : Δύο ποιήματα

.

Φώτης Αγγουλές

.

.

Είχε πια γίνει ποιητής

.

Καλός στα γράμματα ο Φώτης Αγγουλές

λιγάκι άτακτος μονάχα

Την έβγαλε ή δεν την έβγαλε τη δεύτερη δημοτικού;

Γιατί μια μέρα που ο δάσκαλος τον φώναξε στον πίνακα

πήδηξε απ’  το παράθυρο

πέταξε σαν  πουλί

κι όλο του στήναν ξόβεργες

οι γνωστικοί

οι φρόνιμοι

οι χωροφύλακες

κι όλο τον έκλειναν σε κάγκελα και σε κλουβιά

Αλλά ετούτος πια

ονειρευτής

δεν τους φοβότανε και δε μετανοούσε

Είχε πια γίνει ποιητής

το φτωχοπούλι

με γιασεμιά

στεφανωμένος

 

.

 

Η φωνή

.

Άγρια δάση

νυχτερινά

πουλιών φωλιές

πάνω μισό

φεγγάρι

 

Μεγάλο αντάτζιο

η φωνή

και τραγουδά

ν’ ανέβει πιο ψηλά

η ψυχή

το ταπεινό

σφαχτάρι

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς  2011

.


Σπύρος Ηλιόπουλος / Ξένια Κακάκη : Πτερόεν / Alado

.

.

.

Marc Chagall: Above the Town

.

.

.

.

Π τ ε ρ ό ε ν

                                  [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

.

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

.

.

A l a d o

.

Vamos entonces
a aquellos paisajes que, ¿recuerdas?,
se desbordaban ante nuestros ojos los amaneceres de los placeres
dentro de vuelos divinos de aves insólitas
en los contrapuntos de las voces de blancos cisnes cantores
mientras se escabullían de las ventanas abiertas de nuestra alma
y equilibraban en lo alto, en el cielo infinito,
como ahora, esta hora bendita
que, dentro de una visión, te emergiste preciosa
en el patio de mi recuerdo.

Ven conmigo y vístete de
alas de ave exótica para elevarnos tan alto
hasta obsequiar al Mundo y a las cosas
y a los ídolos viejos y olvidados
aquel aspecto libre de nuestro tiempo de infancia
aquella Revelación primera y extraña.

Y luego, al atardecer,
volemos, mujer alada, otra vez
aleteando abrazados hacia la Luz
en nuestra última órbita alegre
en una danza doble y eterna
de una transformada mariposa.

.

Poema: S p i r o s  I l i ó p u l o s

Traducción al español:  X e n i a  K a k a k i

.

.

.


W. B. Yeats : Σίγουρα κάποια αποκάλυψη σιμώνει

.

.

William Blake: Nebuchadnezzar

.

 

 .

THE SECOND COMING

 .

Turning and turning in the widening gyre

The falcon cannot hear the falconer;

Things fall apart; the centre cannot hold;

Mere anarchy is loosed upon the world,

The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere

The ceremony of innocence is drowned;

The best lack all conviction, while the worst

Are full of passionate intensity.

 .

Surely some revelation is at hand;

Surely the Second Coming is at hand.

The Second Coming! Hardly are those words out

When a vast image out of Spiritus Mundi

Troubles my sight: somewhere in the sands of the desert

A shape with lion body and the head of a man,

A gaze blank and pitiless as the sun,

Is moving its slow thighs, while all about it

Reel shadows of the indignant desert birds.

The darkness drops again; but now I know

That twenty centuries of stony sleep

Were vexed to nightmare by a rocking cradle,

And what rough beast, its hour come round at last,

Slouches towards Bethlehem to be born?

.

.

 .

Η  ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

Γυρίζοντας, διαγράφοντας ολοένα πιο μεγάλους κύκλους

Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια τον γερακάρη∙

Τα πάντα διαλύονται, το κέντρο δεν κρατάει,

Ωμή αναρχία τώρα λύνεται στον κόσμο,

Απ’ το αίμα θολός λύνεται ο ποταμός, και παντού

Η τελετή της αθωότητας πνίγεται∙

Οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση καμιά, ενώ οι χειρότεροι

Ωθούνται από την ένταση του πάθους.

.

Σίγουρα κάποια αποκάλυψη σιμώνει∙

Σίγουρα η Δευτέρα Παρουσία πλησιάζει.

Η Δευτέρα Παρουσία! Μόλις που βγαίνει αυτός ο λόγος

Και  μια τεράστια εικόνα βγαλμένη απ’ τη Συλλογική

Ψυχή

Την όρασή μου θολώνει. Κάπου στην  άμμο της ερήμου

Μορφή με σώμα λιονταριού κι ανθρώπου κεφαλή,

Με άδειο  βλέμμα  κι άσπλαχνο σαν τον ήλιο,

Σαλεύει με μηρούς αργούς, ενώ παντού τριγύρω

Μ’ οργή στριφογυρνούν σκιές πουλιών.

Έρχεται πάλι το σκοτάδι, μα τώρα ξέρω

Πως είκοσι αιώνες πέτρινου ύπνου

Τους  κέντρισ’ εφιάλτης που εκπορεύτηκε από λίκνο.

Και ποιό ανήσυχο θεριό,  τώρα που ‘φτασ΄ η ώρα του,

Βαριά βαδίζει κατά τη Βηθλεέμ να γεννηθεί;

.

.

W.  B.  Y e a t s  (1865-1939)

Νέα μετάφραση: Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς 

(4.12.2012)

 

.

.

.

Pablo Picasso: Guernica

.

.

.

The Second Coming

.

.

.

.


Σπύρος Ηλιόπουλος : Πτερόεν

 

Σήμερα, 5 Δεκεμβρίου 2011, συμπληρώνονται πέντε μήνες από την  πρώτη ανάρτηση στο παρόν ιστολόγιο : Ήταν το ποίημα από το οποίο πήρε την ονομασία του το πτερόεν. Γι’  αυτή τη μικρή επέτειο, και με καρδιά γεμάτη από την ανταπόκριση που βρήκε το ιστολόγιο, επαναλαμβάνω το εν λόγω ποίημα μαζί με άλλο ένα δικό μου ερωτικό, που  παρουσιάστηκε σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις.  -Σ. Η.

 

William Bouguereau : L’ Amour et Psyche

 

Πτερόεν

                                                               [στην Αφροδίτη Αλεξανδροπούλου]

Πάμε λοιπόν
σε κείνα τα τοπία, που –θυμάσαι;–
ξεχείλιζαν στα μάτια μας οι ανατολές των ηδονών
μέσα σε ουράνιες πτήσεις παράξενων πτηνών
στις αντιστίξεις των φωνών πάλλευκων αγριόκυκνων
σαν ξέφευγαν απ’ της ψυχής μας τα ορθάνοιχτα παράθυρα
και ζυγιαζόντουσαν ψηλά, στο άπειρο στερέωμα,
σαν τώρα, τούτη τη βλογημένην ώρα
που, μες σ’ ένα όραμα, πανέμορφη αναδύθηκες
στης θύμησής μου το αίθριο.

Κι έλα και φόρεσε μαζί μου
εξωτικού πτηνού φτερά, τόσο ψηλά ν’ ανυψωθούμε
ώς να χαρίσουμε στον Κόσμο και τα πράγματα
και στα παλιά, λησμονημένα μας ινδάλματα
κείνη τη λεύτερη, των παιδικών μας χρόνων όψη
κείνη την πρώτη κι αλλοπρόσαλλη Αποκάλυψη.

Κι έπειτα, με το δείλι,
ας πετάξουμε, πτερόεσσα, και πάλι
φτεροκοπώντας αγκαλιά μέσα στο Φως
στην τελευταία μας χαρούμενη τροχιά
σ’ ένα διπλό κι ατέρμονα χορό
μιας μεταμορφωμένης πεταλούδας.

 

Κόκκινο σάλι

Πάνω απ’ τα καταπράσινα
στιλπνά φύλλα του ιβίσκου
η πρωινή σελήνη ολόγιομη, ολόγυμνη
κολυμπά, λες αιώνια, ξανά
στο απαλό σιέλ
τ’ ουρανού.

Αποβραδίς  ξεχάστηκε
απρόσεχτα ριγμένο
στου αίθριου το λευκό ανάκλιντρο
του έρωτα το  άλικο σάλι, κατακόκκινο
μονάχο τραγικά, ξεχασμένο να πάλλεται
μέσα στης  νύχτας τις  ασύστολες   πνοές
πάλι ξυπνώντας  μεσονύχτιες  ηδονές,
που,  μετά του ύπνου τη στοργή,
τώρα κανείς πια δεν ρωτά
γιατί παντοτινά  μέσα  στη λήθη
εγκαταλείφθηκαν:

μα έτσι τυχαία ριγμένο
καλεί σιωπηλά τους ωραίους θεούς
με το βλέμμα  το  απέραντ’   ατάραχο
ν’ αγαπήσουν ξανά κι εξαρχής
το αιφνίδιο, και πρόσκαιρο, κι άναρχο.

 

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 


Στη Νύχτα Που Έρχεται ~ Αφιέρωμα στη Μελισσάνθη

 

 

 

Επιμέλεια: Σπύρος Ηλιόπουλος – Εύη Μαλλιαρού

Δεδομένου του χαρακτήρα του, το πτερόεν  καθυστέρησε αρκετά να κάνει αφιέρωμα στη μεγάλη ποιήτρια που φαίνεται ότι, μέχρι και σήμερα, οι περισσότεροι την γνωρίζουν κυρίως  ως εξαιρετική μεταφράστρια, αγνοώντας το μεγάλο της ποιητικό έργο, ή θεωρώντας το ήσσονος σημασίας. (Αν και η έκδοση του βιβλίου της Οδοιπορικό∙Ποιήματα 1930-1984, 1986,  β΄ έκδοση 2000, από τον Καστανιώτη, διευκόλυνε σημαντικά τη γνωριμία με την Μελισσάνθη.)

Στα εισαγωγικά κείμενα που ακολουθούν, δίνεται μια γενική εικόνα της ζωής και του έργου της με έμφαση στο στοιχείο της μεταφυσικής αγωνίας, της αγωνίας μιας ποιήτριας που δυσκολευόταν να ζήσει στον κόσμο της «πυκνής ύλης»: «Είμαι/ ένα μεγάλο βραδυκίνητο ζώο/ προκατακλυσμιαίο./ Αποστρέφομαι το ίδιο μου το χνώτο/την καθημερινή μου τροφή/ το μαύρο μου δύσοσμο αίμα/ το δισυπόστατο σχήμα μου./ Δεν ξέρω πώς να οικονομήσω/ τ’ αδέξια μέλη μου/ το δυσκίνητο σώμα μου/ το κουβαλώ άδοξα σαν ένα ξένο φορτίο…»1). Το στοιχείο αυτό της αγωνίας και οι συνακόλουθες «αντιφάσεις», η κίνηση ανάμεσα στα ύψη της κατάφασης  («είμαι γέννα Θεού») και τα αβυσσαλέα βάθη της αμφιβολίας («όλο η ψυχή μου ανεβοκατεβαίνει»2),  είναι  το κριτήριο για την επιλογή των ποιημάτων που παρουσιάζονται εδώ. Ωστόσο δεν  υπάρχει πραγματική αντίφαση: Σε ένα όραμα του Κόσμου που μας φέρνει στον νου τον Μπλέηκ και τον Γέητς, «αδερφικά τ’ αντίθετα είναι αγκαλιασμένα»3

Είναι ενδιαφέρον πάντως ότι η «εσωτερική» ποιήτρια των συλλογών Ανθρώπινο Σχήμα και Το Φράγμα της Σιωπής,  μπορεί εξίσου καλά να γράφει για τον κόσμο της «πυκνής ύλης»,  για την Επανάσταση («του δούλου ανασηκώνονται οι τετράγωνοι ώμοι/ πέφτουν οι θόλοι κι οι κολώνες του ναού…»4 ), τον καταναλωτισμό ( Στις κεντρικές διαβάσεις οι πυκνώσεις τού πλαγκτού/ωθούνται προς τις χαίνουσες εισόδους των σουπερμάρκετ/ —τα χαίνοντα στόματα από αδηφάγα κήτη/ εκβρασμένα σε καίρια σημεία της πρωτεύουσας,/ Υπερμεγέθη θηλαστικά που αναμηρυκάζουν/ το εισερχόμενο και εξερχόμενο πλήθος— …» ) ή τον καπιταλισμό («Οι πλάστιγγες του χρυσού/ ανεβοκατέβαιναν στον ίδιο τρελό ρυθμό/ με τις κυλιόμενες των σουπερμάρκετ./ […] Ωσότου […] ακούστηκεν ο απαίσιος τριγμός στον άξονα του πλανήτη»5 ).

Η ποίηση της Μελισσάνθης, ακόμη και η πιο δύσκολη,  μιλάει από μόνη της∙ ο αναγνώστης δεν έχει ανάγκη από μεσάζοντες ή  από μια  βιβλιοθήκη παραπλεύρως, όπως συχνά συμβαίνει με την περίπτωση του Τ. Σ. Έλιοτ, λ.χ. Πιστεύουμε ωστόσο ότι, δεδομένου του πλούσιου αρχέτυπου συμβολισμού της ποίησης αυτής,  η αναλυτική ψυχολογία του Καρλ Γιουνγκ, την οποία η ποιήτρια γνώρισε το 19566 είναι ένα καλό «κλειδί» για όσους θελήσουν να εμβαθύνουν  στο έργο της, κάτι που είχε αντιληφθεί η Σοφία Άντζακα (βλ. Ενδεικτική Βιβλιογραφία) όταν έγραψε για την πνευματική και ποιητική πορεία της Μελισσάνθης.7

Τέλος, παρατηρήσεις ως προς τυχόν ελλείψεις του αφιερώματος είναι ιδιαίτερα  ευπρόσδεκτες.

Σ. Η.- Ε. Μ.

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς

1. «Ναυτία», συλλογή  Τα Νέα Ποιήματα 1974-1984.

2. «Αφθαρσία» και «Κύκλοι», συλλογή Προφητείες, 1931.

3. «Ο Θεός Είναι Η Σιωπή», Η Εποχή του Ύπνου και της Αγρυπνίας, 1950.

4.  «Επανάσταση»,  Φλεγόμενη Βάτος, 1935.

5.  «Πρωτεύουσα 1980» και «Η Μεγάλη Ληστεία Του Αιώνα», Τα Νέα Ποιήματα 1974-1984.

6.  «Πώς είδα την ποίησή μου όταν διάβασα Γουνγκ για πρώτη φορά το 1956» [στίχοι και ζωγραφική],  χειρόγραφα (1931-1973), Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)

7. Αυτό δεν αποτελεί κρίση για το αποτέλεσμα που πέτυχε η Σ. Α.


ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

Β ι ο γ ρ α φ ι κ ό

Η Μελισσάνθη ([1910-1990]πραγματικό όνομα Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών αντίστοιχα και φοίτησε στην προπολεμική Δημοσιογραφική Σχολή Αθηνών. Ασχολήθηκε επίσης με την αγγλική γλώσσα, τη μουσική, τη ζωγραφική και το χορό. Εργάστηκε ως καθηγήτρια γαλλικών σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία και ως δημοσιογράφος. Το 1932 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ν. Σκανδαλάκη, δικηγόρο, πολιτικό και συγγραφέα φιλοσοφικών πραγματειών. […] Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Φωνές εντόμου και το 1931 κυκλοφόρησε τη λιθογραφημένη ποιητική συλλογή Προφητείες, η οποία αποτέλεσε το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς. Η ποίηση της Μελισσάνθης τοποθετείται στο χώρο του υπαρξισμού και της μεταφυσικής αγωνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών. Ασχολήθηκε επίσης με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις λογοτεχνικές μεταφράσεις. Τιμήθηκε με τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), την Εύφημο Μνεία Βραβείου Παλαμά, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), το Παράσημο Χρυσούς Σταυρός Τάγματος Εποποιίας, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, το Βραβείο Μεταφραστών, το Μετάλλιο Δήμου Πειραιώς και το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μελισσάνθης  βλ. Τον όρθρον τον ερχόμενον · Αφιέρωμα στην Μελισσάνθη. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α, 1985, Ζήρας Αλεξ., «Μελισσάνθη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Μελισσάνθη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

Ε ν δ ε ι κ τ ι κ ή  Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ί α

• Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα, Αγγελάκης Ανδρέας, Αγγέλου Αθανάσιος, Αθανασιάδης-Νόβας Γεωργ., Αλεξίου Έλλη, Άντζακα Σοφία, Αυγέρης Μάρκος, Βεργή Έλσα, Βρεττάκος Νικηφόρος, Γεωργουσόπουλος Κώστας, Γλέζος Πέτρος, Ζερβού Ιωάννα, Ζήρας Αλέξης, Θέμελης Γιώργος, Ιωάννου Γιώργος, Κακναβάτος Έκτωρ, Καρέλλη Ζωή, Κλάρας Μπάμπης, Κόρφης Τάσος, Κοτζιάς Αλέξανδρος, Λαμπαδαρίδου-Πόθου Μαρία, Μερακλής Μιχάλης, Μιχαηλίδης Κώστας, Μουντές Ματθαίος, Μπεκατώρος Στέφανος, Νάκου Λιλίκα, Νεγρεπόντης Γιάννης, Πάσχος Π.Β., Πέγκλη Γιολάντα, Πλατής Ε.Ν., Ποντιακός Ηλίας, Σταύρου Τατιάνα, Στεργιόπουλος Κώστας, Φράιερ Κίμων, Φωσκαρίνης Θάνος, Χάρης Πέτρος, Τον όρθρον τον ερχόμενον · Αφιέρωμα στην Μελισσάνθη. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α, 1985

• Άντζακα Σοφία, Η πνευματική και ποιητική πορεία της Μελισσάνθης. Αθήνα, 1974.
• Αργυρίου Αλεξ., «Μελισσάνθη», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.226-228 (της εισαγωγής) και 392-394. Αθήνα, Σοκόλης, 1979.
• Αυγέρης Μάρκος, «Μελισσάνθη», Καινούργια Εποχή, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1963, σ.106-107.
• Βαρίκας Βάσος, «Νέες ποιητικές συλλογές. Μελισσάνθης: Ανθρώπινο σχήμα – Τάσου Πορφύρη: Νεμέρτσκα» και «Φωνές εκ βαθέων. Μελισσάνθη: Εκλογή», Συγγραφείς και κείμενα Α΄· 1961-1965, σ.72-74 και 289-292. Αθήνα, Ερμής, 1975 (πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα, 4/2/1962 και 20/6/1965).
• Ζήρας Αλεξ., «Μελισσάνθη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.
• Ησαΐα Νανά, «Η μεταφυσική στάση στην εποχή μας», Η λέξη 67, 9/1987, σ. 679-682.
• Θέμελης Γιώργος, Η νεώτερη ποίησή μας ΙΙ, σ.126-136. Αθήνα, Βάκων, 1967.
• Καραντώνης Αντρέας, «Μελισσάνθη», Η ποίησή μας μετά τον Σεφέρη, σ.231-234. Αθήνα, Δωδώνη, 1976.
• Καρβέλης Τάκης, «Μελισσάνθης: Τα Ποιήματα (1930-1974)», Διαβάζω 1, 1-2/1976, σ.51-52.
• Καρέλλη Ζωή, «Ο τρομαγμένος λόγος του σύγχρονου ανθρώπου», Η λέξη  67, 9/1987, σ.676-677.
• Μαλακάσης Μιλτιάδης, «Η ποιήτρια», Κύκλος, 2/1932, σ.160.
• Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Μελισσάνθη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Παράσχος Κλέων, «Ήβης Κούγια (Μελισσάνθης): Φωνές εντόμου», Νέα Εστία, 1/7/1930.
• Παράσχος Κλέων, «Ήβης Κούγια (Μελισσάνθης): Προφητείες», Νέα Εστία 11, ετ.Στ΄, 1η/5/1932, αρ.129, σ.497-499.
• Παράσχος Κλέων, «Δυο νέες ποιήτριες», Θεατής, 19/3/1932.
• Πεντζίκης Γαβριήλ Ν., Ανθολογημένη ποίηση Β’, σ.446. Αθήνα, 1980.
• Σαραντάρης Γιώργος, «Μελισσάνθη», Καθημερινή, 24/4/1939, 15/5/1939 και 18/7/1939.
• «Σ’ αυτό το φως τ’ αμφίβολο της μέρας και της νύχτας · Η Μελισσάνθη μιλάει στον Θάνο Φωσκαρίνη», Διαβάζω 234, 7/3/1990, σ.67-72.
• «Σε β΄ πρόσωπο· Μια συνομιλία της Μελισσάνθης με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η λέξη 67, 9/1987, σ.735-737.
• Σκίπης Σωτήρης, «Της Συντάξεως: Μια νέα ελληνίς μεγάλη ποιήτρια», Εργασία, 20/2/1932, σ.229.
• Σκίπης Σωτήρης, Μαλακάσης Μιλτιάδης, Λοβέρδος Σπύρος, Γρυπάρης Ιωάννης, Αθανασιάδης-Νόβας, Ξενόπουλος Γρηγόριος, Χορν Παντελής, Ζεβός Ι., “Έρευνα περί της αξίας του ποιητικού έργου της Ήβης Κούγια», Εργασία, 27/2/1932, σ.257, 5/3/1932, σ.203, 12/3/1932, σ.325, 18/3/1932, σ.355.
• Σταύρου Τατιάνα, «Η Μελισσάνθη», Ελληνίς, 2/1937, σ.53.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Από τη θρησκευτική στην υπαρξιακή αγωνία», Εποχές 33, 1/1966, σ.63-66.
• Ταρσούλη Αθηνά, «Μελισσάνθη», Ελληνίδες ποιήτριες, σ.176-194. Αθήνα, 1951.
• Φράιερ Κίμων, Σύγχρονη ελληνική ποίηση, σ.156-160. Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Χριστιανόπουλος Ντίνος, «Η κριτική του βιβλίου (Η εποχή του Ύπνου και της Αγρύπνιας)», Νέα Αλήθεια, 18/8/1952.
• Χωρεάνθη Ελένη, «Μέσα κι έξω απ’ το φράγμα της σιωπής», Διαβάζω 169, 3/6/1987, σ.58-61.

Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι. Π ο ί η σ η
Φωνές εντόμου· Ποιήματα. Αθήνα, Αντωνόπουλος, 1930.
Προφητείες. Αθήνα, 1931.
Η Φλεγόμενη βάτος. Αθήνα, 1935.
Γυρισμός του Ασώτου. Αθήνα, 1936.
Ωσαννά και Οραματισμός. Αθήνα, Αντωνόπουλος, 1939.
Λυρική Εξομολόγηση · Φωτόδραμα. Αθήνα, 1945.
Η εποχή του Ύπνου και της Αγρύπνιας. Αθήνα, 1950.
Ανθρώπινο Σχήμα· Ποιήματα. Αθήνα, Δίφρος, 1961.
Το Φράγμα της Σιωπής. Αθήνα, Δίφρος, 1965.
• Εκλογή· Ποιήματα. Αθήνα, 1965.
Μικρή εκλογή 1930-1961. Αθήνα, 1970.
Εκλογή 1961-1965. Αθήνα, 1970.
Εκλογή 1961-1977. Αθήνα, 1979.
Τα Νέα Ποιήματα 1974-1982. Αθήνα, Πρόσπερος, 1982.

ΙΙ. Δ ο κ ί μ ι ο
Νύξεις· Επιμέλεια εκδόσεως Ντενίζ Ρωντά – Τυπογραφικές διορθώσεις Μαίρη Ρωντά. Αθήνα, Ρωντάς, 1985.

ΙΙΙ. Π α ι δ ι κ ή   λ ο γ ο τ ε χ ν  ί α
Ο μικρός αδελφός · Θέατρο. Αθήνα, 1960.
Με τους αρχαίους θεούς · Παιδικές ιστορίες. Αθήνα, Ευρωεκδοτική, 1985.

ΙV.  Μ ε τ α φ ρ ά σ ε ι ς
• Γκαρνιέ Πιερ, Εκλογή. Αθήνα, Δίφρος,1965.
• Ντίκινσον Έμιλυ, Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Η μικρή Εγνατία, 1980.
• Βαλερύ Πωλ, Χορός και Ψυχή· Πρόλογος – Μετάφραση Μελισσάνθης. Αθήνα, Διάττων, 1988.

[Μετέφρασε επίσης ποιήματα των Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, Ρόμπερτ Φροστ, Τ. Σ. Έλιοτ και Μπέρτολτ Μπρεχτ, μεταξύ άλλων]

V.   Σ υ γ κ ε ν τ ρ ω τ ι κ έ ς   ε κ δ ό σ ε ι ς
Εκλογή. 1930-1950. Αθήνα, 1965.
Τα Ποιήματα της Μελισσάνθης (1930-1974). Αθήνα, Οι εκδόσεις των Φίλων, 1975.
Οδοιπορικό · Ποιήματα 1930-1984. Αθήνα, 1986.

Πηγή:  ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=268

 √[…] Απ’ όλες τις  μορφές της τέχνης που σπούδασε, γύρεψε να εκφραστεί με τη πιο λυρική μορφή του λόγου, τη ποίηση. Μόνο που και σ’ αυτό το είδος της τέχνης θέλησε να πρωτοτυπήσει. Δεν θέλησε ν’ ακολουθήσει τις άλλες ποιήτριες και να χύσει στους στίχους τον πλούτο της γυναικείας ευαισθησίας και τρυφερότητας. Προτίμησε να δώσει στα ποιήματά της βαθιά και ταραγμένη διανοητικότητα.

Ήτανε πνευματική ποιήτρια συμβολικής νοοτροπίας, ευαίσθητη κι ανήσυχη μπρος στα φαινόμενα της ζωής, σε τρόπο που επειδή δε βρίσκει σαφείς απαντήσεις στις μύχιες σκέψεις της για τη ζωή και το θάνατο, ζητά την εξιλέωση και τη σωτηρία, στην ικεσία, στη δέηση —κάποτε και στη προσευχή. Κι όταν νομίζει πως τα οράματά τους δεν της έδωσαν τη ψυχική γαλήνη, εγκαταλείπει την εγκαρτέρηση κι ο στίχος γίνεται σκληρός, αρνητικός και σατιρικός[…]

Η ιδέα του θανάτου ήταν ο κεντρικός πυρήνας της υποστασιακής και με συμβολικό διάκοσμο, ποίησή της ακόμα και στα τελευταία τραγούδια της. […]

Πηγή: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=955

«Έγινα ποιήτρια για να σπαταλήσω τη συλλογή μου»

…στην ηλικία των δέκα μου χρόνων δοκίμασα το πάθος του συλλέκτη για τα είδη γραφικής ύλης. Είχα συγκεντρώσει ένα μικρό θησαυρό από κόλλες διαγωνισμού, χαρακωμένες κι αχαράκωτες, τετράδια, κοντυλοφόρους, γομολάστιχες κ.τ.λ. κι ένοιωθα τη χαρά του συλλέκτη να τον βλέπω να μεγαλώνει. Ωσότου κάποια μέρα την ώρα που καμάρωνα τ’ αποκτήματά μου, ένιωσα οξύτατα το αίσθημα της ματαιότητας να μου διαπερνά την καρδιά. Θα πέθαινα κάποιαν απρόβλεπτη στιγμή κι ο θησαυρός μου θα έμενε αχρησιμοποίητος σαν μια ειρωνεία. Προς τι λοιπόν αυτή η φροντίδα της συσσώρευσης; Έτσι βάλθηκα να τον σπαταλήσω το γρηγορότερο.

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

Πηγή: http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2008/07/52.html

[…] Το «τερατώδες» της εποχής μας είναι γέννημα της χρησιμοθηρικής μας αντίληψης του κόσμου, ταυτόσημης με το πνεύμα της εκμετάλλευσης. Και, να, λοιπόν, που σε μιαν εποχή πέρα για πέρα χρησιμοθηρική, ψυχρά ωφελιμιστική κι απάνθρωπη, οι νέοι άνθρωποι στον τόπο μας, αρχίζουν ν’ αποζητούν αυτό που φαίνεται  το  λ ι γ ώ τ ε ρ ο  χ ρ ή σ ι μ ο : Την Ποίηση και τον Ποιητή. Μέσα σ’ έναν κόσμο οικοδομημένον πάνω στην  υλική δύναμη, ο ποιητής σήμερα, μαθαίνει ξαφνικά, ότι τον χρειάζονται. Που σημαίνει ότι ο νέος άνθρωπος θέλει να ξαναδεί τον Κόσμο από την αρχή με το καθαρό του βλέμμα, δηλαδή το βλέμμα του Ποιητή.

Ξαναμαθαίνοντας οι άνθρωποι να κοιτάζουν τα πράγματα και αλλήλους με τα μάτια του Ποιητή, ίσως τότε, μπορέσουν ν’ αποκαταστήσουν τον Κόσμο στην πρωταρχική του ομορφιά και ιερότητα.

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

(«Αντί Προλόγου», Οδοιπορικό : Ποιήματα 1930-1984, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτης, β΄έκδοση, 2000. Όλα τα κείμενα της Μελισσάνθης στο παρόν αφιέρωμα προέρχονται από αυτήν την έκδοση.)

 

 Paul Delvaux : Le somnambule de Saint-Idesbald

 

 13 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1931-1984)


Σφαγείο

Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
Κι ο Θεός αίμα διψά και κρέας πεινά
Δεν ζούμε ως τ’ ουρανού τα πετεινά
Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
«Κ ι  ά ξ ι ο ν  ε σ τ ί  τ ο  ε σ φ α γ μ έ ν ο  α ρ ν ί ο!…»
Ψάλλουνε των αγγέλων τα ωσαννά
Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
Κι ο θεός τις ίδιες σάρκες του πεινά.

Κύκλοι

 Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
που αδιάκοπα, η ψυχή μου, θ’ ανεβαίνει
—σε ύψη και βάθη αβυσσαλέα χαμένη—
μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
σε κύκλους δαντικούς και δαχτυλίδι
Τις δυο της άκρες τόξο ουράνιο δένει
Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
που όλο η ψυχή μου ανεβοκατεβαίνει.

Αφθαρσία

Μα ναι, όλα μού το λένε, ότι είμαι γέννα
Θεού. Τα πάθη μου—αφθαρσίας σπόρος—
νόμος στο σύμπαν, της θυσίας ο φόρος
κι αυτός μου λέει, πως θεϊκή είμαι γέννα
Του απείρου ο πόθος κλαίει μες στον υμένα
του εγώ μου και του κόσμου ο στενός χώρος
όλα μού λένε, πως θεϊκή είμαι γέννα
και στους αιώνες μέσα πέφτω σπόρος.

Προφητείες, 1931

Ο Θεός Είναι Η Σιωπή

Υπάρχει γύρω μας και γύρω από τα πράγματα όλα
μια σιωπή μεγάλη
—είναι ο καμπύλος και βαθύς χώρος—που μας κρατάει
στους κόλπους της σαν μια μητέρα
Μετράει του κόσμου κάθε χτυποκάρδι
τους μυστικούς ψίθυρους, τις φωνές
όλα τα βήματα ακροάζεται
—Βήματα, βήματα, ομιλίες
από αναμέτρητες νύχτες κι αιώνες
που πέρασαν ή θα ‘ρθουν (τί σημαίνει;)
Χωρούνε, προχωρούνε, ολοένα κατεβαίνουν βουῒζοντας
καθώς το ρέμα που κατέβασε η νεροποντή—

Βαθιά στο στήθος μας είναι η Σιωπή κρυμμένη
σαν ένα ιερό εκκλησίας
Μες στην καρδιά μας η Σιωπή αγρυπνά σαν μια μητέρα
μας περιμένει πάντοτε σε κάθε κρίσιμη ώρα
Γιατί η Σιωπή είναι η οδός του αιώνιου Γυρισμού
κι ο δρόμος της Σιωπής περνάει μέσα απ’ την καρδιά μας

Ο Θεός είναι Σιωπή που υποβαστάζει
τους θόλους τ’ ουρανού και του Άδη τους πυλώνες
Μέσα της επιστρέφουν όλα, ως επιστρέφει
στη γη η βροχή, στο πέλαγο το ρέμα
Του χρόνου τα δυο αντίθετα ποτάμια
μες στης Σιωπής τον προαιώνιο χώρο
σμίγουν— με το νερό η φωτιά
κοιμάται φιλιωμένη — στου λιονταριού τα πόδια η ελαφίνα
κάθεται — στο λαιμό τού ρύσσου το άσπρο αρνάκι
Κι αδερφικά τ’ αντίθετα είναι αγκαλιασμένα

Γιατί ο Θεός είναι η Σιωπή
και η Αγάπη που τα περιέχει όλα.

Η Εποχή του Ύπνου και της Αγρυπνίας/1950

Όταν Ξυπνήσουμε

   «Εαυτών τε και αλλήλων
     οίει αν τι εωρακέναι άλλο
     πλην τας σκιάς»
                     Πλάτων Ζ’ Πολ.

Εμείς, τώρα, δεν είμαστε εμείς
Είμαστε οι σκιές μας
οι άλλοι μας, λείπουμε ακόμα απ’ την ημέρα
Καβαλλικεύουμε τον άνεμο
και φτάνουμε στο κρύο φεγγάρι
Καβαλλικεύουμε την καταχνιά
και φτάνουμε στα μεσάνυχτα.
Μια καταχνιά σαν το βαμβάκι
να πνίγει την περπατησιά του το ένοχο φεγγάρι
να πιάνει με μια ξόβεργα την ώρα
και να σταματάει ο χρόνος
να σταματά το σήμα του κινδύνου
μπρος απ’ την άβυσσο.

Εμείς, δεν είμαστε εμείς
Είμαστε οι τύψεις μας
Κόβουμε ένα λουλούδι
και στα χέρια μας μένει καπνός
Πιάνουμε ένα χέρι, λυώνει σαν χιόνι
Ζυγώνουμε τη φωτιά και εξατμίζεται

Θερίζουμε άνεμο, τρώμε άνεμο

Κι ο άνεμος μας φέρνει, μας παίρνει

Μεσάνυχτα περνούμε το φαράγγι
Μια βλάστηση από φυλλωσιές και ύπνο
άγρια χλωρίδα, σαρκοβόρα δέντρα
κι όνειρα σκοτεινά

Ανθρώπινο Σχήμα/ 1961


Paul Delvaux : L’ echo ou le mystere de la route

        

Στη  Νύχτα  Που  Έρχεται…

Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη
Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα. Οι άνεμοι, τα νερά
παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα
πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες
Μα πάντα αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα
Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος
—κανείς δε ξέρει πότε κι από που ξεκινά—
μας ρίχνει κάτω μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.
Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο —να πει μια τρίλια του
στη νύχτα που έρχεται— ένα πουλί.

Κυκλικό

Ρωτάω το νερό—τί είμαι;
Νερό που χάνεται μέσα στη γη και πάει

Ρωτάω το χώμα—τί είμαι;
Χώμα που κρύβει τ΄ απογυμνωμένα οστά

Ρωτάω τον αέρα—τί είμαι;
Αέρας, φωνή που μάταια μάχεται
με τη σιωπή και με το χιόνι

Ρωτάω τη φωτιά—τί είμαι;
Φωτιά που κατατρώει με  και δεν σβήνει

Ρωτάω τον ουρανό—τί είμαι;
Ουρανός, δροσιά της  κόλασής μου.

Το «Άλλοθι»

Όταν πέθανα —πάει τώρα καιρός με θάψαν
σε μια φανταστική χρονολογία. Ύστερα
κρέμασαν στον τοίχο μια μεγέθυνση φωτογραφίας
από τα παιδικά μου χρόνια
Όλο έλεγα να τους το σκάσω, να γυρίσω πίσω
να βάλω τα πράγματα σε κάποια τάξη
να σκίσω μερικά χαρτιά,  κυρίως
να κρεμάσω όλα τα πεταμένα ρούχα.
—Αυτή η μανία με την τάξη είναι σωστό μαρτύριο
Τάχατε, πώς να βρήκαν το δωμάτιο, ύστερα από την εκφορά;

Κάποια φορά γύρισα στα κλεφτά
Το καρνέ μου από τότε στο τραπέζι επάνω
με δυο στήλες επείγοντα γραμμένα
από την προτεραία το βράδυ: «Να σολιάσω
τα καλοκαιρινά μου». Αλήθεια
πώς πέρασε τόσο ο καιρός! Είμαστε τώρα πια
στα μέσα του φθινοπώρου. «ν’ αγοράσω
Καρφιά». Αδύνατον να θυμηθώ
τί ήθελα τόσο να στεριώσω, τότε
«Να κάνω τηλεφώνημα του Β».
(να μη με περιμέναν στη συγκέντρωση. Φυγομαχία;
Θα ‘ταν ίσως καλύτερα να πήγαινα)
Κι όμως δεν πήγα. Ήρθαν αυτοί στην εκφορά
Είχα ένα τέλειο «άλλοθι».
Κι αν έλειψε κανείς τους
θα το ‘μαθε αργότερα απ’ τους άλλους.
«Ν’ αλλάξει ο υδραυλικός τη βρύση». Ακόμα στάει
Ποιος ξέρει με τη διαρροή πόσο ν’ ανέβηκε ο λογαριασμός
Κι όμως, τούτος ο ήχος τλοτ… τλοτ… τλοτ…
είναι ο μόνος ήχος που ‘χει μέσα μου απομείνει
Θαρρείς, ότι με συνεχίζει ακόμα
καθώς μετράει την απουσία μου, από τότε
Ωστόσο, είδηση κανείς δεν πήρε
ότι έχω φύγει —ίσως, μονάχα
οι αντικρινοί μου γείτονες— Ήρθαν
και μου έφεραν ωραιότατα γαρύφαλλα
Μιλούσαν με το βλέμμα καρφωμένο
στη φωτογραφία του τοίχου (ώστε, λοιπόν
δεν είχαν καταλάβει ακόμα τίποτε!)
Υπάρχουν άλλωστε  πολλές φωτογραφίες
καθένας τους διαλέγει όποια του αρέσει
Ξεγλίστρησα μπρος απ’ τα μάτια τους
(γιατί φοβόμουν πάντα να μην τους τρομάξω)
«Εσείς, δεν είστε εκεί;»
τους άκουσα να λένε απ’ την κουζίνα
μιλώντας πάντα στη φωτογραφία και
τονίζοντας παράξενα τα λόγια τους
σαν να υπήρχε κάποιο υπονοούμενο
(ή έτσι να μου φάνηκε). Μα, όπως ξανάμπαινα
με τον καφέ στο δίσκο, απάντησα χωρίς να θέλω
—«Ναι, όπως βλέπετε, έχω φύγει από καιρό»
Και πάλι δεν με κοίταξαν (ποιος μίλησε
για τις παραδρομές τις γλώσσας, δεν θυμάμαι
Κι όσο για τ΄ ατυχήματα, θα ‘ταν περίεργο
να σπάζεις ξαφνικά τη ραχοκοκκαλιά σου
για να ξεφύγεις μιαν απόφαση). Είχαν σηκωθεί
Μπορεί να τρόμαξαν κι από τον πάταγο της πόρτας
—ένα ψυχρό ρεύμα όπως φύσηξε—
Και φεύγοντας∙
«Αλήθεια, αν πάτε φέτος εξοχή
μην παραλείψετε να μας αφήσετε μια διεύθυνση
Να μη σας χάσουμε!»

Το Φράγμα της Σιωπής/ 1965

 

Paul Delvaux : Paysage aux lanternes

 

Η Ώρα Είναι Κρίσιμη

Λέμε∙ η ώρα είναι κρίσιμη
έφτασε η στιγμή που «οι νεκροί ακούσονται»
Να σηκωθούμε και να βγούμε έξω
ακολουθώντας δίχως πόδια
το φως της φεγγαροδροσιάς.
Μας δένει ακόμα στη γητειά της
η πανάρχαιη θλίψη
και σ’  ένα γνέψιμο από φάντασμα αγαπημένο
γλιστράει η προσοχή μας, χάνεται
καθώς διαβαίνουμε την άβυσσο
και ξαναπέφτουμε στα βάραθρα
του ύπνου.

Υπόθεση Αστυνομικού Διηγήματος

Η κλίση μου είναι τ’ αστυνομικά διηγήματα.
Μετράω, λόγου χάρη, τις κλίσεις του τηλεφώνου
λέω— σήμερα, χτες, προχτές κανείς.
Μένω άφωνος, άφαντος, είμαι ο Κανείς.
Λοιπόν, ιδού το αίνιγμα; Αν δεν υπάρχει ο άλλος;
Πώς υπάρχω; Πώς βρέθηκα;
— σ’ άλλους τάχατε χρόνους, σ’ άλλους καιρούς —
Η ιστορία βρίθει από ψευδείς μαρτυρίες
Από πλαστοπροσωπείες και φόνους φανταστικούς.
Αλλά υπάρχουν και τα τεκμήρια
— μισά στο ναι, μισά στο όχι—
Πριν λίγες μέρες, λόγου χάρη, το τηλέφωνο χτυπούσε.
Υπήρχε αυτός που άκουγε από δω
υπήρχε κι ο άλλος που ακατάληπτα σιωπούσε
απ’ την άλλην άκρη του σύρματος.
Μια συρμή από αίμα ή μελάνι μένει ακόμα
στο πάτωμα. Τεκμήριο ότι το έγκλημα έχει γίνει
ή ότι δεν έγινε. Εδώ, αρχίζει το μεγάλο μυστήριο.
Υπάρχει ή δεν υπάρχει το πτώμα;
Υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Άλλος
απ’ την άλλην άκρη του σύμπαντος;
— θέλω να πω του σύρματος —
Τότε, είμαι ή δεν είμαι μόνος; Κι ο φόνος
είναι αληθινός ή φανταστικός;

Όμως πού, πότε, πώς, ποιος σκότωσε ποιον;

Μες Στων Τυμπάνων Τη Βοή

Ίσως, να διακρίνουν οι νεκροί
τ’ ανομολόγητά μας κίνητρα
κι ακινητούν, παγώνουν από φρίκη
σαν εννοήσουν έξαφνα ότι υπάρχει
τόσος κρυμμένος φόνος στο τυφλό μας βλέμμα
Μας βλέπουν να χανόμαστε μες στους καπνούς
μιας κίνησης παράλογης κι αδιέξοδης
κουφούς από το θόρυβο της μάταιης
κι άσκοπης φλυαρίας.
Τόσο είναι αφανείς εκείνοι, τόσο άσημοι
με τη σιμή τους μύτη, το άσαρκο κρανίο
Τόσο είμαστε μεις περήφανοι μες στην
εγκόσμια λαμπρότητά μας
Πώς γίνεται να μας τρομάζουν έτσι
στη μέση άξαφνα του συμποσίου!

Ίσως, γιατί μες στων τυμπάνων τη βοή
Μας ξεκουφαίνει η σιωπή τους.


Paul Delvaux : Chrysis

 

Τον Όρθρον Τον Ερχόμενον

Δελφινιών κολύμπι στ’ ανοιχτά. Κι νύχτα
μ’ ενύπνιο μοναδικό το μέγα θήραμα των αλιέων
ο Ιχθύς που σπαρταράει καθημαγμένος
στις σιδερένιες του Άδου σιαγόνες.
Θάλασσα αστρόβλητη, ενάλιος ουρανός
πλαγκτόν που εισρέει μέσα απ’ το αδηφάγο
στόμα στη σκοτεινιά των σπλάχνων
Ακινητεί σε γλυκασμό το Αρχαίο Κήτος
ρέει το γάλα της ηδύτητας στον ουρανίσκο του
χορταίνει ειρηνικά την «Βρώσιν την αδιάβρωτον
μαζί μ’ όλα τα καταβροχθισμένα κόκκαλά μες
διάβροχα απ’ την αρμύρα ωκεανών δακρύων
γενεών και γενεών. Γλυμένα από το κύμα
σε φλάουτα ουρανικά, να ορθρίζουμε τώρα
μέσα στο κήτος του Ιωνά
τον όρθρον τον Ερχόμενον.

Aurus Nostrum

Και ιδού μας τώρα εις χείρας του Μεγάλου Αλχημιστή
Μας συνθλίβει εις το τριβείον των μακρόχρονων θλίψεων
μας συμπιέζει κάτω από το βάρος
των εκατό ατμοσφαιρών
μας εισάγει στον άμβυκα των τελικών μεταστοιχειώσεων
Οσότου μέσα από αναρίθμητες αποστάξεις
ο ανερχόμενος διαυγής χυμός—στο σταυρικό σημείον
της εαρινής ισημερίας—σημάνει
την κρατεράν Ανάστασιν!

Τα Νέα Ποιήματα/1974-1984

Μ  ε  λ  ι  σ  σ  ά  ν  θ  η

 

 

 

Γουστάβος  Μάλερ, 3η Συμφωνία, “Misterioso

O Mensch! Gib Acht!
O Man! Take heed!

Was spricht die tiefe Mitternacht?
What says the deep midnight?

«Ich schlief, ich schlief—,
«I slept, I slept—,

aus tiefem Traum bin ich erwacht:—
from a deep dream have I awoken:—

Die Welt ist tief,
the world is deep,

und tiefer als der Tag gedacht.
and deeper than the day has thought.

Tief ist ihr Weh—,
Deep is its pain—,

Lust—tiefer noch als Herzeleid.
joy—deeper still than heartache.

Weh spricht: Vergeh!
Pain says: Pass away!

Doch all’ Lust will Ewigkeit—,
But all joy seeks eternity—,

—will tiefe, tiefe Ewigkeit!»
—seeks deep, deep eternity!»

{Text from Friedrich Nietzsche’s «Also sprach Zarathustra»}

 

Γουστάβος  Μάλερ, 2η Συμφωνία, «της Αναστάσεως»


Σπύρος Ηλιόπουλος : Οι τελευταίοι μονόκεροι

 

 

 

Ταΐστε τους λουλούδια

Λευκούς  μονόκερους αν δείτε
με  μάτια θαλασσιά
και πόδια μακριά και ντελικάτα
τις νύχτες να χορεύουν
στη σιγαλιά των άστρων

ή αν σε κάποια ερημική ακρογιαλιά τους βρείτε
μοναχικές κυρίες να συντροφεύουν
μ’  ỏνειροθαμπωμένα μάτια
και ξέπλεκα μαλλιά
ταΐστε τους λουλούδια αν μπορείτε

και  να μην πείτε
ότι μονόκεροι
πια τώρα  δεν υπάρχουν
κι ίσως ποτέ, ποτέ να μην υπήρξαν

1982

Jake Baddeley : The Unicorn’s Bride

 

Έγκλειστος

Είναι παράξενες ώρες
που η θαμπή της ζωής του τύρβη
τα πήγαιν’ έλα
τα πόσο κάνει τούτο ή το άλλο
χάνονται
κι αλλάζει  αλλόκοτα το φως στο δωμάτιο
όταν ξυπνάει ξαφνιασμένος  από λήθαργο
μεσημεριάτικο κυριακάτικο
και πέφτει το σούρουπο κιόλας
και τα σούρτα φέρτα
τα πάω για τσιγάρα
δεν έχουν νόημα κανένα
σαν τις αχτίδες του πρωινού ήλιου
στο πάτωμα
δεν έχουνε πια σημασία.
Εκείνες τις  ώρες
σαν υπνοβάτης γυρνά
απ΄ το χολ  στην κουζίνα
άσκοπα κι  αφηρημένα
μα ενδόμυχα ίσως ελπίζοντας
μες στο ψυγείο του νά ‘βρει
ένδοξη μοίρα  ή φοβερή
τις σκοτεινές λεοπαρδάλεις της σελήνης
ή τους ανήσυχους μάγους τού Γουίλυ
και μένει μετέωρος
ανάμεσα χολ και κουζίνα
φιλντισένιους μονόκερους
να ονειρεύεται.
Είναι παράξενες ώρες

1988

Unknown Artist : Unicorn in Captivity

 

Κούφιο  φεγγάρι

Θυμάσαι τότε που ζήλευες τον ήλιο
γιατί  τα φιλιά του ήταν πιο καυτά απ’ τα δικά σου
έλεγες και γελούσες
Τότε που μού  ‘σφιγγες τα χέρια με λαχτάρα
ή και με κάποια τρυφερή  απόγνωση
και κυνηγούσες τη ματιά μου
στο φεγγάρι
και πέρα μακριά
εκεί που ξένοιαστοι έτρεχαν
οι μονόκεροι των άστρων
Τώρα κι ο ήλιος μ’ αποφεύγει
Τα χέρια μου γροθιές
στις τσέπες
τις χειραψίες φοβούνται
Το βλέμμα μου βαθιά φυλακισμένο
μες στις κόχες
Γιατί αρρώστησαν τα όνειρα
χάθηκαν οι μονόκεροι
και κρύφτηκαν οι ποιητές
στα καταφύγια
Κι εσύ καλή μου έχεις τώρα για καρδιά
ένα κούφιο φεγγάρι.

 1999

Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

 

Η κόρη κι ο μονόκερως