Just another WordPress.com site

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (ΚΩΣΤΑΣ)

Σαρλ Μπωντλαίρ : Μελαγχολία ~ Spleen (III)

Ζωγραφική : Boleslas Biegas

.

Spleen

Quand le ciel bas et lourd pèse comme un couvercle
Sur l’esprit gémissant en proie aux longs ennuis,
Et que de l’horizon embrassant tout le cercle
II nous verse un jour noir plus triste que les nuits;

.
Quand la terre est changée en un cachot humide,
Où l’Espérance, comme une chauve-souris,
S’en va battant les murs de son aile timide
Et se cognant la tête à des plafonds pourris;

.
Quand la pluie étalant ses immenses traînées
D’une vaste prison imite les barreaux,
Et qu’un peuple muet d’infâmes araignées
Vient tendre ses filets au fond de nos cerveaux,

.
Des cloches tout à coup sautent avec furie
Et lancent vers le ciel un affreux hurlement,
Ainsi que des esprits errants et sans patrie
Qui se mettent à geindre opiniâtrement.

.
— Et de longs corbillards, sans tambours ni musique,
Défilent lentement dans mon âme; l’Espoir,
Vaincu, pleure, et l’Angoisse atroce, despotique,
Sur mon crâne incliné plante son drapeau noir.

— C h a r l e s   B a u d e l a i r e

Πρωτότυπο από:
http://fleursdumal.org/poem/161

.

Spleen

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί

.
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,

.
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.

.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

— Μετάφραση: Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς

.

Spleen

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ’ άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ’ ανάκτορα του φθίνει.

Μα και τ’ αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου•
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που ‘χει κρινένιαν άρμα
κ’ οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.

Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν’ αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.

—Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ η ς   Σ η μ η ρ ι ώ τ η ς

.

Spleen

Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ’ ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια

ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
ούτ’ ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
στ’ αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπο του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα

τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελος του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
να βγάλει απ’ το είναι του την χαλασμένη ουσία

κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
που στα στερνά του οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου άρρωστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του

— Μετάφραση : Ν ί κ ο ς   Φ ω κ ά ς

Οι  ελληνικές μεταφράσεις από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου:
http://www.sarantakos.com/language/par-spleen.html

.

Spleen

I’m like the King of some damp, rainy clime,
Grown impotent and old before my time,
Who scorns the bows and scrapings of his teachers
And bores himself with hounds and all such creatures.
Naught can amuse him, falcon, steed, or chase:
No, not the mortal plight of his whole race
Dying before his balcony. The tune,
Sung to this tyrant by his pet buffoon,
Irks him. His couch seems far more like a grave.
Even the girls, for whom all kings seem brave,
Can think no toilet up, nor shameless rig,
To draw a smirk from this funereal prig.
The sage who makes him gold, could never find
The baser element that rots his mind.
Even those blood-baths the old Romans knew
And later thugs have imitated too,
Can’t warm this skeleton to deeds of slaughter,
Whose only blood is Lethe’s cold, green water.

—Trans.  R o y   C a m p b e l l

.

When the Low, Heavy Sky

When the low, heavy sky weighs like the giant lid
Of a great pot upon the spirit crushed by care,
And from the whole horizon encircling us is shed
A day blacker than night, and thicker with despair;

.
When Earth becomes a dungeon, where the timid bat
Called Confidence, against the damp and slippery walls
Goes beating his blind wings, goes feebly bumping at
The rotted, moldy ceiling, and the plaster falls;

.
When, dark and dropping straight, the long lines of the rain
Like prison-bars outside the window cage us in;
And silently, about the caught and helpless brain,
We feel the spider walk, and test the web, and spin;

.
Then all the bells at once ring out in furious clang,
Bombarding heaven with howling, horrible to hear,
Like lost and wandering souls, that whine in shrill harangue
Their obstinate complaints to an unlistening ear.

.
— And a long line of hearses, with neither dirge nor drums,
Begins to cross my soul. Weeping, with steps that lag,
Hope walks in chains; and Anguish, after long wars, becomes
Tyrant at last, and plants on me his inky flag.

.
— Trans. E d n a   S t.  V i n c e n t   M i l l a y

Οι αγγλικές μεταφράσεις από:
http://fleursdumal.org/poem/161

Advertisements

Από τα ερωτικά του Καρυωτάκη


 

Ελένη Μωρατου, Ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης

 

 

Α γ ά π η

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

1918

Μ υ γ δ α λ ι ά

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει∙
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τήνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει∙
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

1918∙ Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων, 1919

Α φ ι έ ρ ω μ α

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·
τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο εχαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει·
εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρόισμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

Νηπενθή, 1921

Ο ι  α γ ά π ε ς

Θα ‘ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ»,  θα μου πουν, «δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

«Τα χρυσά πού ‘ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε.»

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

 

Τ η ς   θ ά λ α σ σ α ς   ν ε ρ ά ι δ α

Από τα βράχι’ ανάμεσα πετιέται ‘να κεφάλι
και βλέμματα ολόγυρα σκορπάει φοβισμένα.
Εγώ, κρυμμένος κάπου κει στο έρημ’ ακρογιάλι,
το βλέπω —σαν σε όνειρο— με μάτια λιγωμένα.

Ένα κορμί παρθενικό, γυμνό αργοπροβάλλει
κι απλώνεται ηδονικά σε κύματ’  αφρισμένα∙
ο ήλιος εσκυθρώπιασε μπροστά σε τόσα κάλλη,
τα κάλλη τ’ απολλώνεια και τα φωτολουσμένα.

Ανατριχιάζ’ η θάλασσα στο θείο άγγιγμά τους,
τα κυματάκια απαλά με χάρη τ’ αγκαλιάζουν
κι αχτίδες τα χαϊδεύουνε χρυσές στο πέρασμά τους.

Θεότρελος, ο δύστυχος, βουτιέμαι μες στο κύμα,
τα μάτια της τα θεϊκά με φόβο με κοιτάζουν
και χάνεται στη θάλασσα… Ήταν νεράιδα … Κρίμα!

 

Ν υ χ τ ε ρ ι ν ό

Απόψε σε φαντάζομαι λευκότερη απ’ τα κρίνα
μες στο σκοτάδι το πηχτό. Σαν κάποια αγνή θεότη
στο μαύρο φόντο της νυχτιάς λαμποκοπάς. Μ’ αχτίνα
μοιάζεις που ο Φοίβος φεύγοντας λησμόνησε στα σκότη.

Ναι, σε θωρώ. Απ’ τον ουρανό ξεφεύγουνε τα’ αστέρια
και σαν πετράδια ατίμητα στολίζουν τα μαλλιά σου.
Ο Γαλαξίας άσπρο φως στα μάγουλα, στα χέρια
σου χύνει∙  μες στο γάλα του βουτά την ομορφιά σου.

Να και τα μαύρα μάτια σου! Τα βλέπω: σιγανοίγουν
εκεί ψηλά στη σκοτεινιά, μεγάλα, ογρά, θλιμμένα∙
σαν δυο ποτάμια φωτερά τα δυο ποτάμια σμίγουν:
εσύ κοιτάζεις μένανε κι εγώ κοιτάζω εσένα.

Από το στόμα σου φωνή δε βγαίνει, μα μου κραίνεις.
Τα δακρυσμένα μάτια σου: «Τραγουδιστή», μου λένε,
«μην τραγουδάς, κι είναι κοντά η μέρα που πεθαίνεις».
Αυτά μου λεν τα μάτια σου, τα μάτια σου που κλαίνε.

 

 

Α γ α π η μ έ ν η

Ι

Βρεθήκαμε μονάχοι στο μπαλκόνι∙
μας έσπρωξε κει πάνου αυτή η φροντίδα
που τα πουλιά στα δέντρα ζευγαρώνει.
Ολόφωτη στα σκοτεινά την είδα.

Η νύχτα με τη νύχτα των ματιών της
παράβγαινε —μα,  μάταια— στη μαυρίλα∙
κάθε άστρο μπρος στ΄ αστέρια των ματιών της
τρεμόσβηνε σαν άλαδη καντήλα.

Τα μάτια της τα μάργαρα… Η ματιά της
εβύθιζε, πλατιά και γοργοφτέρα,
στα τρίπαχα σκοτάδια τη φωτιά της
κι επέταγε όλο πέρα κι όλο πέρα,

Σε κόσμους ονειρόβγαλτους, σε μάκρη
ανείδωτα. Στο δροσομάγουλό της
εκύλησε  διαμάντινο ένα δάκρυ
και πρόδωσε το μαύρο στοχασμό της.

Εδάκρυσα. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε δειλή, κομματιασμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;):
«Ω, πάψε πια, μην κλαις, αγαπημένη».

ΙΙ

Σε πέπλο συνεφένιο τυλιγμένο
εφάνηκε —κι ακλούθησε με χάρη
το δρόμο του τον ωριοχαραγμένο
μ’ αστέρια κι απ’ αστέρια —το φεγγάρι.

Οι αχτίδες του που παίζουν στο σκοτάδι
σιμά της σαν περνούνε, απαλαφήνουν
στη σάρκα της ζεστό ένα φωτοχάδι
και στα μαλλιά χρυσόσκονη της χύνουν.

Τα σκότια πια βαριά δεν την τυλίγουν
και κρούσταλο το δάκρυ της δε βρέχει
το μάγουλο∙ οι ματιές μας γλυκοσμίγουν
κι η σκέψη μας μακριά τώρα δεν τρέχει.

Μια δύναμη γιγάντινη τραβάει
και φέρνει το ένα στ’ άλλο τα κορμιά μας,
τα χείλια μας μια δύναμη κολλάει,
μια δύναμη πληθαίνει τα φιλιά μας.

Ξημέρωνε. Τρεμάμενη η φωνή μου
ακούστηκε μες στα φιλιά πνιγμένη
(την άκουσε, την άκουσε η καλή μου;)
«Ω, φίλα, φίλα, φίλα, αγαπημένη».

Ελεγεία και Σάτιρες, 1927

 

Κ ώ σ τ α ς   Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς

 

 


Τραγούδια από τον Καρυωτάκη

 
 

Πλάτωνος ~ Γιαννάτου  Καρυωτάκης : 13  τραγούδια

Από χρονικής πλευράς, πρόκειται για την πρώτη δισκογραφική δουλειά της Λένας Πλάτωνος η οποία επρόκειτο να κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 1981. Ωστόσο, ο τότε διευθυντής της εταιρείας Αλέκος Πατσιφάς ενημέρωσε την ερμηνεύτρια του άλμπουμ Σαβίνα Γιαννάτου ότι θα προτιμούσε αμφότερες να μη ξεκινήσουν την πορεία τους στο βινύλιο με κάτι τόσο «βαρύ», αλλά με κάτι πιο σύγχρονο. Έτσι, μπήκαν οι βάσεις για το «Σαμποτάζ» με στίχους της Μαριαννίνας Κριεζή…

Πλάτωνος και Γιαννάτου είχαν συνεργαστεί στην περίφημη κι αξέχαστη ραδιοφωνική εκπομπή για παιδιά «Εδώ Λιλιπούπολη», η οποία ακουγόταν για αρκετά χρόνια όταν διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Έτσι, αποφάσισαν να ηχογραφήσουν 13 ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη τα οποία τελικώς κυκλοφόρησαν σε δίσκο τον Απρίλιο του 1982.

Η μελαγχολία που διέκρινε όλο το έργο του ποιητή αποτυπώνεται στη μουσική σύνθεση και στην ενορχήστρωση της Λένας Πλάτωνος, η οποία είναι λιτή και λιγάκι «μουντή». Βιολί, βιόλα, κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, τσέλο, πιάνο, ντραμς και κιθάρα είναι τα όργανα που συμμετέχουν, δίνοντας ένα σκουρόχρωμο τόνο σε τούτη τη δουλειά, ο οποίος ωστόσο ταιριάζει απολύτως στο πνεύμα και το ύφος του Καρυωτάκη.

Η ερμηνεία της Γιαννάτου είναι μοναδική και φανερώνει ήδη από τα πρώτα της βήματα ότι πρόκειται περί μιας εξαιρετικής περίπτωσης. Τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι και σήμερα δικαίωσαν απολύτως εκείνες τις ελπίδες των πρώτων ετών και πλέον η ερμηνεύτρια δικαίως συγκαταλέγεται μέσα στις κορυφαίες όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά και στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα!

Να σημειώσουμε ότι το «Μόνο» είχε μελοποιήσει πρώτος ο Γιάννης Σπανός το 1968 στην «Ανθολογία Β’» όπου το τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος, ενώ το «Βράδυ» ερμήνευσε το Νοέμβριο του 1983 και η Δήμητρα Γαλάνη στο δίσκο της «Ατέλειωτος δρόμος».

Παραγωγός του άλμπουμ ήταν ο Γιώργος Μητρόπουλος, η ηχογράφηση έγινε στο στούντιο PDR με ηχολήπτη τον Νώντα Αντωνόπουλο και το remixing από τον Πάνο Δράκο.

Τα τραγούδια του δίσκου
  1. Βράδυ
  2. Χαμόγελο
  3. Άνοιξη
  4. Νύχτα
  5. Σε παλιό συμφοιτητή
  6. Παιδικό
  7. Το φεγγαράκι απόψε
  8. Σα δέσμη από τριαντάφυλλα
  9. Τα γράμματά σου
  10. Κριτική
  11. Η πεδιάς και το νεκροταφείον
  12. Πεθαίνοντας
  13. Μόνο

 

Πηγή : ΑΡΩΜΑ ΒΙΝΥΛΙΟΥ : ΤΑΣΟΣ ΚΡΙΤΣΙΩΛΗΣ

http://vinylmaniac.madblog.gr/note/2336/%CE%9B%CE%95%CE%9D%CE%91-%CE%A0%CE%9B%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%A3-

 

 

Giorgio de Chirico:

Mystery and Melancholy of a Street

 

 

Χαμόγελο

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί  έ π ρ ε π ε  να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές  έ ρ χ ο ν τ α ι.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι∙
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη∙
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.

Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της∙ τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

1918

Τα γράμματά σου

Τα γράμματά σου τά ‘χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε σου τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.

Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια…

Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!

Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι∙ δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του Θανάτου.

 

Παιδικό

Τώρα η βραδιά,
γλυκιά που φτάνει,
θα μου γλυκάνει
και την καρδιά.

Τ’ αστέρια εκεί
θα δω, θα νιώσω
οι άνθρωποι πόσο
είναι κακοί.

Κλαίοντας θα πω:
«Άστρα μου, αστράκια
τ’ άλλα παιδάκια
θα τ’ αγαπώ.

»Ας με χτυπούν
πάντα κι ακόμα.
Θα ‘μαι το χώμα
που το πατούν.

»Άστρα, καθώς
άστρο και κρίνο,
έτσι θα γίνω
τώρα καλός.»

(1922)

Βράδυ

Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
—μια ιαχή μακρυσμένη—
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τρένο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη …

1927

[Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα …]

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
Στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

1927 




Giorgio de Chirico: The Silent Statue