Just another WordPress.com site


Τζον Κητς : Η ωραία κι άπονη κυρά


Frank Dicksee : La belle dame sans merci


La Belle Dame Sans Merci

A Ballad


O what can ail thee, knight-at-arms,
Alone and palely loitering?
The sedge has wither’d from the lake,
And no birds sing.


O what can ail thee, knight-at-arms!
So haggard and so woe-begone?
The squirrel’s granary is full,
And the harvest’s done.


I see a lily on thy brow
With anguish moist and fever dew,
And on thy cheeks a fading rose
Fast withereth too.


I met a lady in the meads,
Full beautiful—a faery’s child,
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.


I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She look’d at me as she did love,
And made sweet moan.


I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long,
For sidelong would she bend, and sing
A faery’s song.


She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew,
And sure in language strange she said—
“I love thee true.”


She took me to her elfin grot,
And there she wept, and sigh’d fill sore,
And there I shut her wild wild eyes
With kisses four.


And there she lulled me asleep,
And there I dream’d—Ah! woe betide!
The latest dream I ever dream’d
On the cold hill’s side.


I saw pale kings and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
They cried—“La Belle Dame sans Merci
Hath thee in thrall!”


I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill’s side.


And this is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is wither’d from the lake,
And no birds sing.


Arthur Hughes : La belle dame sans merci


 La belle dame sans merci

Ω καβαλλιέρε εσύ χλωμέ,
Μόνος τι νάχεις και γυρνάς;
Για κοίταξε, μαράθηκαν
Της λίμνης τα χορτάρια
Και τα πουλιά δεν κελαϊδούν.
Πώς είσαι τόσο σκυθρωπός
Κι αφανισμένος απ’ τη λύπη;
Γεμίσαν οι κρυψώνες
Των ήσκιουρων σιτάρι
Κι ο θερισμός ετέλειωσε.
Στο μέτωπό σου βλέπω υγρό,
Με τη δροσιά του πυρετού
Της αγωνίας το κρίνο,
Και βλέπω πως θα ξεραθή
Στα μάγουλά σου απάνου
Το τριαντάφυλλο, που αχνό
Μαραίνεται ολοένα.
Μες τα λιβάδια αντάμωσα
Μια ωραία, πολύ ωραία,
Την κόρη κάποιας μάγισσας,
Είχεν ολόμαυρα μαλλιά
Κι αέρινα τα πόδια
Κι είχε δυο μάτια μαγικά.
Κι εγώ λουλούδια εταίριαξα
Στεφάνι των μαλλιώ της,
Βραχιόλι της ανθόπλεξα
Κι ευωδιαστή μια ζώνη
Κι έστρεψε και με κοίταξε
Και σαν να μ’ αγαπούσε
Μου στέναξε γλυκά.
Στο γοργονάλαφρο άτι μου
Την έβαλα καβάλλα
Και τίποτε περσότερο
Δεν είδα όλη τη μέρα,
Γιατί γυρνούσε αντίπλευρα,
Και τραγουδούσε μόνον
Ένα τραγούδι μαγικό.
Ρίζες στερνά μου μάζευε
Γλυκύτατες στη γέψη,
Και μέλι μου έφερνε άγριο,
Και σε μια γλώσσα αλλόκοτη,
Μώλεε (πιστεύω), σ’ αγαπώ.
Στη μαγική μ’ οδήγησε
Σπηλιά της, και με πόνο
Σε κλάψες αναλύθηκε
Και στεναγμούς, κι εγώ
Με τέσσαρα φιλήματα
Της σφάλισα τα μάτια.
Κι εκείνη μ’ αποκοίμησεν
Εκεί, κι αλλοίμονό μου!
Νειρεύτηκα, κι ήταν αυτό,
Το τελευταίο μου όνειρο,
Στου κρύου λόφου το πλευρό.
Χλωμούς ρηγάδες γύρω μου,
Χλωμά βασιλοπαίδια,
Χλωμούς καθώς ο θάνατος
Είδα πολεμιστάδες,
Να μου φωνάζουν: η άπονη
Σ’ έχει πιασμένο σκλάβο.-
Τα πεθαμένα χείλη τους
Τάβλεπα στο σκοτάδι
Με αυτό το απαίσιο μήνυμα
Ν’ ανοίγουνε πλατειά,
Και ξύπνησα και βρέθηκα
Στου κρύου λόφου την πλαγιά.
Γι’ αυτό γυρνώ τώρα χλωμός
Και μόνος, μολονόπου
Της λίμνης εμαράθηκαν
Τα χόρτα, και στα δέντρα
Δεν κελαϊδούν πουλιά.

J o h n   K e a t s  ( 1795 — 1821 )

John Keats, «La belle dame sans merci», στον τόμο:

Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ποιήματα, Αθήνα, εκδ. Ι. Ν. Σιδέρη, χ.χ., σελ. 114-117.

Εδώ από:


Frank Cadogan Cowper : La belle dame sans merci


John Keats – Charles Villiers Stanford