Just another WordPress.com site

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΤΑΣΟΣ

Τάσος Λειβαδίτης : Τὸ ἄγαλμα διηγόταν στὰ πουλιὰ τὸ ἀληθινὸ ταξίδι

.

.

Ζωγραφική : Giorgio de Chirico

.

Ὁ ἐπίλογος

Κι ἂν ἔφτασα τόσο μακριά, ἦταν γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν
κι ἄχ, πλανήθηκα πολὺ σὲ δρόμους, ἀκολουθώντας τοῦτο ἡ ἐκεῖνο, κληρονόμος μιᾶς ἀνεξήγητης ὥρας: τότε ποὺ ὅλα θὰ ἐξηγηθοῦν,
……χωρὶς λόγια ἢ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καν — ὅταν, τέλος, ξαναγύρισα ἡ πόλη εἶχε λεηλατηθεῖ, τὰ βαγόνια ἀναποδογυρισμένα,
……ἡ ἐξέγερση ἦταν πιὰ παρελθὸν κι ὅσοι ἀπομεναν ὄρθιοι πυροβολοῦσαν ἀκόμα
γιὰ ἕνα φτωχὸ ἔπαθλο στὰ ὑπαίθρια σκοπευτήρια
……καὶ τὸ βράδυ «τί ὥρα εἶναι;» ρωτᾷς, «ὀχτώ» σου ἀπαντᾶνε, μὲ τέτοιες ἄθλιες βεβαιότητες ζοῦμε
καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα — ἀφοῦ τὸ τέλειο ἔγκλημα ἔγινε
……ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ συμβεῖ. Ὅμως ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνυπόμονος
σὰν κάποιον ποὺ ἀνοίγει τὴν ὀμπρέλα του σὲ καιροὺς ξηρασίας (ἴσως γιατί δὲ θέλει νὰ ξεχάσει),
……ἢ κάποιον ποὺ ντύνεται γυναῖκα γιὰ νὰ πεῖ ἕνα ψέμα ἀκόμα παιδικὸ —
μὴ μ᾿ ἀδικεῖτε, λοιπόν, ἂν ἔκλεισα τὰ μάτια, ἦταν γιὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν κόσμο
……ἢ θυμόμουν τὰ χέρια τῆς μητέρας καθὼς ἔβαζαν τὴ σκοῦπα πίσω ἀπ᾿ τὴ χαλαρωμένη πόρτα
……— στερεώνοντας ἴσως κάτι πιὸ μακρινό,
……ἐνῷ τὸ κοιμητῆρι, ἀντίκρυ, θρόιζε ἁπαλά, σὰν τὸ σύντομο ἐπίλογο ἑνὸς μυστηρίου.

Τάσος Λειβαδίτης, «Ὁ ἐπίλογος», ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἀνακάλυψη, ἑνότητα, Ἐκκρεμότητες, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 362

.

.

Ταξίδι

Στὴ Λούλα, ποὺ δὲ θὰ τὸ διαβάσει

……Ζοῦσε τὴν τελευταία του ὥρα. Στὸ σταθμό, νύχτα, περίμενε τὸ τρένο, ποὺ θὰ ᾿πέφτε μπροστά του νὰ τελειώνει. Ἄξαφνα, ἀπὸ μιὰ παλιὰ ξεχασμένη παρόρμηση ἀνέβηκε στὴ γραμμὴ νὰ περπατήσει, ὅπως ἄλλοτε, ποὺ ἦταν ἕνα αἰώνιο παιδί. Τότε, μ᾿ ἔκπληξη, εἶδε τὴ μικρὴ πεθαμένη ἐξαδέλφη νὰ περπατάει στὴν ἄλλη γραμμή, ἀπλώνοντς του τὸ χέρι, γιὰ νὰ κρατηθοῦν, πιὸ στέρεα, πάνω ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο.
……Περπάτησαν ὥρα, χαμογελώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, κι ὅταν πέρασε τυφλὸ τὸ τρένο, βουίζοντας, τὰ δύο παιδιὰ χειροπιασμένα συνέχιζαν νὰ προχωρᾶνε πάνω στὶς ρᾶγες,
……ἐνῷ τὸ πτῶμα ἑνὸς ἄντρα κείτονταν πιὸ ἐκεῖ.

Τάσος Λειβαδίτης, «Ταξίδι», ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 34

.

Ὁ μουσικὸς

……Συχνὰ τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἔφτανα σὲ μιὰ ἄλλη πόλη, δὲν ὑπῆρχε παρὰ μόνο ἕνας γέρος, ποὺ ὀνειρευόταν κάποτε νὰ γίνει μουσικός, καὶ τώρα καθόταν μισόγυμνος μὲς στὴ βροχὴ – μὲ τὸ σακάκι του εἶχε σκεπάσει πάνω στὰ γόνατ του ἕνα παλιό, φανταστικὸ βιολί, «τὸ ἀκοῦς;» μοῦ λέει, «ναί, τοῦ λέω, πάντα τὸ ἄκουγα»,
……ἐνῷ στὸ βάθος τοῦ δρόμου τὸ ἄγαλμα διηγόταν στὰ πουλιὰ τὸ ἀληθινὸ ταξίδι.

Τάσος Λειβαδίτης, «Ὁ μουσικός», ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 40

Τ ά σ ο ς  Λ ε ι β α δ ί τ η ς (1921-1988)

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

.


Τάσος Λειβαδίτης : ἡ πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη

.

.

Ζωγραφική : Pan Yuliang

.

.

Καντάτα

Ἕνα περίεργο ἐπεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της. Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
— ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ της ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της.

Τ ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς

Από : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

.


Τάσος Λειβαδίτης : … ὀνειρεύτηκα πολὺ …Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω

.

Ἐπίλογος (Φυσάει)

Ἦταν ἕνας νέος ὠχρός. Καθόταν στὸ πεζοδρόμιο.
Χειμῶνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; τοῦ λέω.
Τὸν ἄλλον αἰῶνα, μοῦ λέει.

Ποῦ νὰ πάω

Ὅσο γιὰ μένα, ἔμεινα πάντα ἕνας πλανόδιος πωλητὴς ἀλλοτινῶν πραγμάτων,
ἀλλά… ἀλλὰ ποιὸς σήμερα ν᾿ ἀγοράσει ὀμπρέλες ἀπὸ ἀρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιὰ καὶ περιμένω νὰ κελαηδήσουν

Ἀλλὰ μιὰ μέρα δὲν ἄντεξα.
Ἐμένα μὲ γνωρίζετε, τοὺς λέω.
Ὄχι, μοῦ λένε.
Ἔτσι πῆρα τὴν ἐκδίκησή μου καὶ δὲ στερήθηκα ποτὲ τοὺς μακρινοὺς ἤχους.

Τραγουδάω, ὅπως τραγουδάει τὸ ποτάμι

Κι ὕστερα στὸ νοσοκομεῖο ποὺ μὲ πῆγαν βιαστικά…
Τί ἔχετε, μοῦ λένε.
Ἐγώ; Ἐγὼ τίποτα, τοὺς λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μᾶς μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.

Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.

Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,
νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.

Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορᾷ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ᾿χὰ μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.
Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί.

Sos, sos, sos, sos
Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,
δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου

Τ ά σ ο ς  Λ ε ι β α δ ί τ η ς  (1921-1988)

Από : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm

.

.


Τάσος Λειβαδίτης : Oλόκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδιάζει…


.

.

.

.


.


.

Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο πού…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ’ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ’ τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

.

Τ ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς  (1921-1988)

Από : http://tassosleivaditis.wordpress.com/2011/11/16/autos-pou-sopainei-tasos-leivaditis-poiima-poiimata-poiisi/#more-159

.

.

.

.


Τάσος Λειβαδίτης : Σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας μάς κλέβουν τη ζωή

.

.

.

George Grosz : Street Scene 

.

.

.

.

Αιώνας εμπορίου

.

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Χρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεόγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνιες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

 .

Τ ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ε ί τ η ς (19221988)

 .


Από το ιστολόγιο του φίλου Ιπτάμενου Ολλανδού, μέσω του οποίου γνωρίσαμε αυτό το ποίημα του Λειβαδίτη

Μόνο Ποίηση

http://monopoihmata.blogspot.com/2010/03/blog-post_14.html

 

.

.

 

.

.


Ποιήματα για τον Ποιητή και την Ποίηση


Marc Escher : Drawing Hands

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

C R E D O

( ω ς  ε ί θ ι σ τ α ι  ν α  λ έ μ ε  λ α τ ι ν ι σ τ ί )

Α
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού/ φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής / και επί γης /εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου/.
Β
Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.
Γ
Υποφέροντας άχραντα /ουσιαστικόν/ ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.
Δ
Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.
Ε
Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.
Ζ
Ο Ποιητής έχει τίποτα /βλέπε τους αναχωρήσαντες/.
Η
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: η τρέλα μ’ αρέσει. γελοιοποιεί την ύπαρξη. ας ανάψω απ’ τη μάνα μου.
Θ
Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ’ άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί. δε θα ’ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.
Ι
Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.
Κ
Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.
Λ
Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού. τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχος του.
Μ
Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.
Ν
Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.
Ξ
Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!
Ο
Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.
Π
Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.
Ρ
Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.
Σ
Είναι ουραγός της μητέρας.
Τ
Ανέσπερος από ηλικία.
Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.
Φ
Σε ανώτερη απελπισία.
Χ
Σε φαεινότερη πεμπτουσία.
Ψ
Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.
Ω
Συγχωρώντας τους πάντες.

Ο  π ο ι η τ ή ς  έ χ ε ι  έ ν α  β έ β α ι ο  δ ρ ό μ ο

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους–τόπους αγκάθια
τόπους–τόπους ωραία χαλιά
π’ ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μάς προσμένει.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Κ ρ ι τ ι κ ή  τ η ς  π ο ί η σ η ς

Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
βγήτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβήτε στις αμαξοστοιχίες
να δήτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίντε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομένο πρόσωπο
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβήτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετήστε
το μέλλον.

{προσθήκη 28/10} 

Ο  π ο ι η τ ή ς  I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο  π ο ι η τ ή ς  ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ὁ  π ο ι η τ ή ς

Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.

Τ ὸ  κ ε φ ά λ ι  τ ο ῦ  π ο ι η τ ῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό ῾βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

–Δεν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό ῾ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους

μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Σ τ ο ν  τ ά φ ο  μ ο υ

Όχι λουλούδια. Ένα φύλλο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα έτοιμο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα ανυπόμονο άσπρο χαρτί,
λαχταριστό άσπρο χαρτί.

Η   π ο ί η σ η   σ τ η  Δ ε υ τ έ ρ α  Π α ρ ο υ σ ί α

Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα μας λογαριαστεί.
Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα ‘ναι απ’ τα κυριότερα ελαφρυντικά μας.

Π ε ρ ί    π ο ι ή σ ε ω ς

«Κυτάχτε τώρα τον Κωστάκη!
Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει.
Τη μια μιμείται Καρυωτάκη,
την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη».
Ποιος αν του πω θα καταλάβει
πως ο Καβάφης κι ο Έλιοτ με μιμήθηκαν,
μονάχα που έτυχεν απλώς και μου προηγήθηκαν;

Π ρ ο ς    π ο ι η τ ή ν

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
Γιατί τις ηνώχλησες;

Η   π ο ί η σ η   ε ξ η γ ε ί

Εγώ άλλα φωνήεντα έχω,
Άλλα σύμφωνα,
Άλλες τελείες, άλλα θαυμαστικά, άλλα ερωτηματικά.

 

ΑΝΕΣΤΗΣ  ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 Ο  π ο ι η τ ή ς

Είχε ανεβεί στην πιο ψηλή κορφή
κι η φωνή του, λευκό πουλί στον ουρανό.
Στους πρόποδες μυρμήγκιαζε πλήθος αμέτρητο
άκουγαν τη φωνή κι ολοένα ανέβαιναν
μίκραινε ο κύκλος και κρατούσαν ξύλα
μαχαίρια κράταγαν και πέτρες  και πλησίαζαν
ακούγονταν κραυγές σκοτώστε τον
να πέφτουν άρχισαν μετά οι πρώτες πέτρες
λάμψαν στον ήλιο τα μαχαίρια
κατάλαβε το τέλος του.

Όμως η φωνή του,
λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους
και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια.

Marc Escher : Hand with Globe

 

 

Π   η   γ   έ   ς


Καρούζος:

<http://karouzosnikos-poems.blogspot.com/>

Λειβαδίτης

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

<http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,33301.msg159921.html#msg159921&gt;

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001 (και σε παλαιότερη ανάρτηση στο πτερόεν)

 Σαχτούρης:

<http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm&gt;

Μόντης:

Constantine E. Evangelides, “Costas Montis: The Cypriot Poet” [in] W. R. Schultz, ed., Perspectives on Language and Literature: Essays on Marios Byron Raizis, The  University of Athens, 2003.  

<http://anagnostria.blogspot.com/2008/03/blog-post.html>

<http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/lexi/152/6.html>

Ευαγγέλου

M. B. Raizis, Greek Poetry Translations, Athens, Efsathiadis, 1981.

 


Τάσος Λειβαδίτης : Μικρό Ερωτικό Ανθολόγιο


 

 


 
Marc
Chagall : La promenade

 

 

Α Υ Τ Ο  Τ Ο  Α Σ Τ Ε Ρ Ι   Ε Ι Ν Α Ι    Γ Ι Α  Ο Λ Ο Υ Σ  Μ Α Σ  (1952)

Ι

δώσ’ μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

Ανάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Τί θ’ απογίνουμε, αγαπημένη;

μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πώς να την αγγίξω;

ΙΙ

ένοιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει το σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.Κι ήταν σα νά ‘χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.

Σ’ εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών
ανθρώπων.

ΙΙΙ

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Μα και τί να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου
τόσο μεγάλα.

Ύστερα ερχόταν η βροχή. Μα έγραφα σ’ όλα τα χνωτισμένα
τζάμια τ’ όνομά σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στην κάμαρά μας. Κράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.

Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου
ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε
που μου χαμογελούσες.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες  να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Το παιδί μας, Μαρία, θα πρέπει να μοιάζει μ’ όλους τους ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.

ΙV

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά.

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Και τότε
όλα τα βράδια κι όλα τ’ άστρα κι όλα τα τραγούδια
θα ‘ναι δικά μας.

 

Marc Chagall : Lovers Flight

 

 

Ο Ι   Γ Υ Ν Α Ι Κ Ε Σ   Μ Ε   Τ’  Α Λ Ο Γ Ι Σ Ι Α   Μ Α Τ  Ι Α  (1958)

Και, να,
που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα
έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη αβεβαιότητα
του έρωτα.
 

Κ Α Ν Τ Α Τ Α  (1960)

Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θά ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη
ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

–σ’ αναζητάω
σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ ένα σπίτι πού  ‘πιασε φωτιά.

 

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α  (1958-1964)

Ο  α ι ώ ν ι ο ς   δ ι ά λ ο γ ο ς

Κι ο άντρας είπε: θά ‘θελα νά ‘μαι θεός. Κι η γυναίκα είπε:
θα γεννήσω σε λίγο.

Σ ε  π α λ ι ό  σ τ υ λ

Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,
τα πάντοτε έκπληκτα μάτια του Θεού.

 

 

Τ    ά   σ   ο   ς     Λ   ε   ι   β   α   δ   ί   τ   η   ς

 

 

. . . . . . . .

Από: Τάσου Λειβαδίτη, Απάνθισμα,  Κέδρος, 1997

Επιλογή  :  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Δ ο υ α τ ζ ή ς


 

T ά σ ο ς   Λ ε ι β α δ ί τ η ς – Μ ι α   γ υ ν α ί κ α

 


Ερωτικός Λειβαδίτης

Ερωτικοί στίχοι από την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη

«Πού είσαι» : ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, μουσική του Γιώργου  Τσαγκάρη. (Πρόταση του σχολιαστή του ιστολογίου Βασιλίδη.)


Η μουσική

 

 

 

Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου ταξιδεύει — πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει ο καθηγητής τού βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και μια περούκα μαδημένη — γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαιζε κάτι διαφορετικό — μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα ότι στο βάθος η μουσική δεν είθναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Σκιές από μακρινά φώτα , [στο] Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001

 

…………….

 

 

 


Οι μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε στον ύπνο

Από τα ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

 

 

 

Εφαρμοσμένος μαρξισμός

Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα κρύβω τα
λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιο άφοβα απ’ το παράθυρο
το φως του φεγγαριού.

Απάντηση

«Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μού λέει.

Ο ποιητής I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο ποιητής ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

Καθ’ ημέραν βίος

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
συμβιβασμοί —
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

 

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ  (1922-1988)

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001

 

——————————————–

 

 

Λειβαδείτης μελοποιημένος: «Αλλά τα βράδια»