Just another WordPress.com site

ΜΑΛΛΙΑΡΟΥ (ΕΥΗ)

Εύη Μαλλιαρού — Τρίπτυχο

Εύη ΜαλλιαρούΠιπίνου και Πατησίων γωνία, λίγο πριν από το φανάρι, τους είδα όλους μαζί να γελάνε.  Με την καρδιά τους, έτσι φαινόταν.  Μου ήρθε να γελάσω και εγώ, παρασυρμένη, δευτερόλεπτα πριν                  ανακαλύψω την αιτία του τόσο απροσδόκητου κεφιού:  δυο νεαροί, πεζοί, όρθιοι δίπλα σε αμάξι με οδηγό άλλον ένα νεαρό, φώναζαν σε κάποιον σκυμμένο πάνω από το παρμπρίζ, «ψιτ, κάν’ τα καλά!».  Ήταν ένας μελαμψός μετανάστης με το πρόσωπο φωτισμένο απ’ το ασπριδερό χαμόγελό του, που έμοιαζε προϊόν υπόκωφου γέλιου.  Η συμμετοχή του στο αστείο έμοιαζε πηγαία, καθώς συνέχισε να καθαρίζει το παρμπρίζ του αυτοκινήτου με το νεαρό οδηγό, επιδεικνύοντας ακόμα πιο έντονο ζήλο στην «χιουμοριστική» προτροπή.

Οι τρεις νεαροί ήταν Έλληνες.  Το «χιούμορ» τους, τόσο μα τόσο γνωστά ελληνικό, παρεϊστικο.  Υπερβατικό σχεδόν, καθώς η αιματηρή πράξη της γωνίας 3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου, λίγες μέρες πριν, είχε περάσει στο ασυνείδητο, μπροστά στον τραγέλαφο των αυτοσχέδιων «συνεργείων καθαρισμού παρμπρίζ».

Ευθύς, ο νους μου κινήθηκε από εκείνες τις ανεπαίσθητες ηλεκτρικές συνάψεις, τις οποίες ο εντολέας-θυμικό πρόσταξε ως σκέψη-αστραπή:

Να το λοιπόν το σημάδι, η αντιστοιχία, η αντίθεση μέσα σε μια στιγμή–οι τρεις αλλοδαποί, εξαθλιωμένοι εκπρόσωποι του παγκοσμιοποιημένου εγκλήματος, σφαγείς του άτυχου Έλληνα από τη μία, οι τρεις Έλληνες «χιουμορίστες», πειραχτήρια του δύστυχου αλλοδαπού από την άλλη.

Ένα έγκλημα συντελείται, αλλά ταυτόχρονα αναιρείται συμμετρικά στον χωροχρόνο  Η συγκυρία, η μοίρα, η αντικατάσταση.  Πάντα υπάρχει η αντικατάσταση στα φαινόμενα.  Και ο θάνατος φαινόμενο που αντικαθίσταται από το φαινόμενο της ζωής, τα δευτερόλεπτα της επιθανάτιας σπαραχτικής κραυγής, από τα δευτερόλεπτα αυθόρμητου (;) και  φαινομενικά ζωοδόχου γέλιου…

Συνέχισα να περπατώ μέσα στο εκτυφλωτικό, λευκό φως του πρωινού.  Μια συγκίνηση με πλημμύρισε και τότε θυμήθηκα, ένα ταυτό-χρονο σχεδόν πρωινό έντονου περπατήματος, όντας φοιτήτρια στη Νέα Υόρκη, για να προλάβω το σεμινάριο του T.S.Eliot.  Στο σπίτι μετά ανέτρεξα στα άπαντά του.  Εντόπισα το ποιήμα «Ash Wednesday»*. Ως περισυλλογή και σκέψη του εδώ και τώρα, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να χαθεί, παραθέτω κομμάτι του εδώ:

Because I know that time is always time        
And place is always and only place
And what is actual is actual only for one time
And only for one place
I rejoice that things are as they are and
I renounce the blessèd face
And renounce the voice
Because I cannot hope to turn again
Consequently I rejoice, having to construct something
Upon which to rejoice

And pray to God to have mercy upon us
And pray that I may forget
These matters that with myself I too much discuss
Too much explain
Because I do not hope to turn again
Let these words answer
For what is done, not to be done again
May the judgement not be too heavy upon us

Because these wings are no longer wings to fly
But merely vans to beat the air
The air which is now thoroughly small and dry
Smaller and dryer than the will
Teach us to care and not to care Teach us to sit still.

Pray for us sinners now and at the hour of our death
Pray for us now and at the hour of our death.

 Ε ύ η   Μ α λ λ ι α ρ ο ύ

*Ημέρα μετάνοιας, νηστείας και προσευχής για το λυτρωμό της ψυχής στη Δυτική Εκκλησία

Advertisements

Ανδρέας Εμπειρίκος : Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε

{Αφιέρωμα 3/3}

Ε π ι μ έ λ ε ι α :
Εύη Μαλλιαρού

 

 

Και το πολύ του Έρωτα κατάργησε τον Καιρό, κι ο Έρωτας κατάργησε τον Θάνατο

Κωστής Μοσκώφ, Η Σάρκα Σου Όλη

Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νικά
Θάναι η ποίησις  σ π ε ρ μ α τ ι κ ή
Απόλυτα ερωτική
Ή   δ ε ν  θ α  υ π ά ρ χ η

Ανδρέας Εμπειρίκος
«Μία ριξιά ζαριών…», Αι γενεαί πάσαι

 

ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ

 

Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάζει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού, ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ’ το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω εκτείνεται ο κάμπος με τα λερά μαγνάδια του και τις βαρειές καδένες.

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Από τον κάμπο ανεβαίνει μία μυριόστομη κραυγή ανθρώπων πνευστιώντων.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να χαρής και να μας σώσης».

Ο αίγαγρος κοιτάζει και αφουγκράζεται. Όμως δεν νοιάζεται καθόλου για όλου του κάτω κόσμου την βοή και την αντάρα. Στέκει στητός στα πόδια του, και όλο μυρίζει τον αέρα, σηκώνοντας τα χείλη του σαν σε στιγμές οχείας.

«Αίγαγρε! Αίγαγρε! Έλα σε μας για να ευφρανθής και να μας σώσης. Θα σε λατρέψουμε ως Θεό. Θα κτίσουμε ναούς για σένα. Θάσαι ο τράγος ο χρυσός! Και ακόμη θα σου προσφέρουμε πλούσια ταγή και όλα τα πιο ακριβά μανάρια μας… Για δες!»

Και λέγοντας οι άνθρωποι του κάμπου έσπρωχναν προς το βουνό ένα κοπάδι από μικρές κατσίκες σπάνιες, από ράτσα.

Ο Αίγαγρος στέκει ακίνητος και οσμίζεται ακόμη τον αέρα. Έπειτα, ξαφνικά, υψώνει το κεφάλι του και αφήνει μέγα βέλασμα, που αντηχεί επάνω και πέρα απ’ τα φαράγγια σαν γέλιο λαγαρό, και μονομιάς, με πήδημα γοργό, σαν βέλος θεόρατο ή σαν διάττων, ακόμη πιο ψηλά πετιέται.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε! Γιατί να σου φαντάξουν τα λόγια του κάμπου και οι φωνές του; Γιατί να προτιμήσης του κάμπου τα κατσίκια; Έχεις ό,τι χρειάζεσαι εδώ και για βοσκή και για οχείες και κάτι παρά πάνω, κάτι που, μα τον Θεό, δεν ήκμασε ποτέ κάτω στους κάμπους – έχεις εδώ την Λευτεριά!

Τα κρύσταλλα που μαζώχθηκαν και φτιάξαν τον Κρυστάλλη, ο Διονύσιος Σολωμός ο Μουσηγέτης, ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και πρωτοψάλτης Κάλβος, ο Περικλής Γιαννόπουλος που ελληνικά τα ήθελε όλα κ’ έκρυβε μέσα του, βαθιά, μια φλογερή ψυχή Σαβοναρόλα, ο μέγας ταγός ο Δελφικός, ο Αρχάγγελος Σικελιανός που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα, ο  εκ του Ευξείνου ποιητής ο Βάρναλης ο Κώστας , αι βάτοι αι φλεγόμεναι, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Νικήτας Ράντος, ο Οδυσσεύς Ελύτης, που την ψυχή του βάφτισε στα ιωνικά νερά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, ο εκ Λευκάδος ποιητής, αυγερινός και αποσπερίτης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτοί και λίγοι άλλοι, αυτοί που πήραν τα βουνά, να μην τους φάη ο κάμπος, δοξολογούν τον οίστρο σου και το πυκνό σου σπέρμα, γιε του Πανός και μιας ζαρκάδας Αφροδίτης.

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς τους κάμπους ! Τι να τους κάνης: Ο ήλιος εδώ, κάθε πρωί, σηκώνεται ανάμεσα στα κέρατά σου! Στα μάτια σου λάμπουν οι αστραπές του Ιεχωβά και ο ίμερος ο άσβηστος του Δία, κάθε φορά που σπέρνεις εδώ, στα θηλυκά σου, την ένδοξη και απέθαντη γενιά σου!

Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν θα πας στους κάμπους! Γεια και χαρά σου, που πατάς τα νυχοπόδαρά σου στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!

Είπα και ελάλησα, Αίγαγρε, και αμαρτίαν ουκ έχω.

Γλυφάδα, 12.7.1960

Από τη συλλογή  Οκτάνα,  Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 32-34

 

 

Marc Chagall : The Dance

 

 

ΟΙ  ΜΠΕΑΤΟΙ ή ΤΗΣ ΜΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΕΩΣ  ΟΙ  ΑΓΙΟΙ

 

Απεκρίθησαν  Σιδράχ,  Μισάχ και   Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «…γνωστον έστω σοι,  βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σοι ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας,ου προσκυνούμεν».Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού … και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδράχ, Μισάχ και  Αβδεναγώ  εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην … Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου…Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα· και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου…ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον  Θεόν  εν  τη καμίνω…

ΔΑΝΙΗΛ

Ο Αζαρίας , ο Ανανίας και ο Μισαήλ , ο Κερουάκ , ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse , ο Arthur Rimbaud , ο Raymond Roussel , ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι , ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες , όπως

Ο William Blake

O Shelley

O Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ

Ο David Thoreau

O Henry Miller

Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman

Ο Έγελος

Ο Κίρκεγκαρντ

Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων

Ο Sigmund Freud

Ο Άγγελος Σικελιανός

Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης

Ο Μαρξ

Ο Λένιν

Ο Κροπότκιν

Ο Μπακούνιν

Ο Böhme

O Νiτσε

O Victor Hugo

O Μωάμεθ

Ο Ιησούς Χριστός

Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω – έκαστος στην ιδική του γλώσσα –- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των , άπαντες , εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν,  με λόγια που μεθερμηνευόμενα — όχι από τους ορθολογιστάς -– το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές –- τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα -– φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.

Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.

Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Αρκ! ω Αθανάση Διάκο!),  με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez sur les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των  δοχείων  που  τα  δυσώδη  απορρίμματα  περιέχουν  (lâchez  tout,  partez sur  les  routes),   απ’  τις  κραυγές  του  γλυκασμού  των  συνουσιαζομένων και από τους  στεναγμούς  της  ηδονής  των αυνανιζομένων, απ’ των  τρελών  τις  άναρθρες   φωνές και  απ’ των   βαρέων  καημών τις  στοναχές, ως  λάβα  ζεστή, ή  ως σάλπιγξ  μιας  αενάου  παρουσίας,  μα  προ  παντός  ως  σπέρμα,  ως  σπέρμα  ορμητικόν εν  ευφροσύνη  αναβλύζον,  αναπηδούν  και  ανέρχονται  στον  ουρανόν (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με  μάτια εστραμμένα  προς τα  επάνω, άκαυτοι  και  άφθαρτοι  εις  τον  αιώνα, μπεάτοι  και  προφητικοί (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και  τώρα  και  πάντα (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) με συνοδείαν   των  αγγέλων,  και τώρα  και  πάντα, τον  ερχομό  και  την  ανάγκη (Αλληλούϊα! Αλληλούϊα!) τον  ερχομό  και  την  ανάγκη  των  νέων  Παραδείσων  ψάλλουν!

Γραμμένο  στη  Γλυφάδα την πιο ζεστή  μέρα του  καλοκαιριού,  17.8.1963

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980, σελ. 36-38

 

 

 

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Ο  ποιητής  διαβάζει εδώ  την πρώτη εκδοχή του κειμένου, όπως εμφανίζεται στο  «ΕΠΙΜΕΤΡΟ», στο ίδιο βιβλίο (σελ.99-103), όπου επαναλαμβάνονται «ΤΟΥ ΑΙΓΑΓΡΟΥ»  και «ΟΙ ΜΠΕΑΤΟΙ…» με βάση τα χειρόγραφα.

Claude Debussy

Tο απομεσήμερο ενός φαύνου


Ανδρέας Εμπειρίκος : Οι σερμαγιές του ονείρου

{Αφιέρωμα 2/3}

 

Επιμέλεια : Εύη  Μαλλιαρού  ~  Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

Η αγωγή των θρύλων

Τα καθέκαστα
Οι σερμαγιές του ονείρου
Τα τρεχαντήρια του πορθμού
Οι μεταναστεύσεις των πτωχών ανθρώπων
Τα λιμενικά  έργα  της φαινομενικής προόδου
Η ισχυρά παρόρμησις ενός μυστηριώδους υπνοβάτου
Που βιάζει τις κόρες του την μια μετά την άλλη
Κοντά στη λίμνη με τους λευκούς βουβάλους
Που πίνουν νερό και κατουράνε
Άπαντα ταύτα είναι πράγματα που λέγονται και εξιστορούνται.

Τα καύματα των τροπικών κάνουν  τον υπνοβάτη
Να νοσταλγή τα δροσερά λιμάνια
Εις τας παραμονάς εκρήξεως ενός πολέμου.

Η μεθόρμησις ενός πλοίου της καραντίνας
Διαταράσσει  τα νερά των λουομένων
Διαταράσσει το λίκνισμα πολλών ονείρων
Ονειροπόλων που ονειρεύονται την ευτυχία
Ως κάτι που γεννιέται από πούπουλα
Ή ως ήχον που παράγεται από χορδές
Μεγάλου αθροίσματος παρθενικών υμένων.

Αίφνης ο πόλεμος ξεσπά
Τα κύματα της λάβας του καλύπτουν
Τα τελεσίγραφα και τα ποτήρια
Τα πορνοστάσια τους ναούς και τις καμπάνες
Ενώ μια χορεύτρια χορεύει
Εις έρημον θέατρον γιομάτο από ψιθύρους
Των παλαιών καιρών των παλαιών ανθρώπων
Ενώπιον ενός μονάχα θεατού — του υπνοβάτου
Όστις με την ψυχήν στο στόμα του
Βλέπει τους ελιγμούς της
Βλέπει την λαμπηδόνα της  και την καρδιά της
Ως μέγα ωρολόγιον
Ή ως μέγα ρόδον που συστέλλεται και διαστέλλεται αενάως.

Ο πόλεμος εξακολουθεί
Επάνω από τις στέγες και τους πόλους
Επάνω από τους αετούς και τα μουστάκια
Επάνω από τα σκεύη και τους σπίνους
Μια βόμβα αεροπλάνου ισοδυναμεί
Με καύσιν πολλών βεγγαλικών εις πανηγύρεις
Δύο χέρια δύο μαστοί ένας γλουτός
Τρία μάτια ένα παιδί ένα μαντήλι δυο παιδιά
Ένα ηλιοτρόπιον μία καρρότσα και έξι πόδια
Εκσφενδονίζονται και ανθούν εις τον αέρα
Έπειτα πέφτουνε σε κήπον όπου κρύπτεται
Ένας αμνός φέρων στην ράχην του με προσοχήν
Ως ιερός μικρός ελέφας
Τας αμαρτίας του κόσμου.

Κ’ ενώ η χορεύτρια χορεύει ακόμη
Ο υπνοβάτης την παρατηρεί και αγωνιά
Σαν κάποιος που κρέμεται από μια λέξι
Μήπως χαθή η χορεύτρια που θα την πη
Μήπως δεν πη το «ναι» μήπως δεν ανεβάση
Τα στόρια του φορέματός της.
Ενώ αν πη το «ναι» τότε αμέσως θα την πάρη
Γυναίκα του μ’ ένα στεφάνι δάφνης νικηφόρου
Ενός στρατού που αποβιβάζεται με επιτελίδες
Μέσα στους κόλπους των επιτελίδων
Πριν καν φανή καλά-καλά το μεσημέρι
Μέσα στον πάταγο των βράχων που αιφνιδίως κυλούν
Στην θάλασσα με τα δελφίνια
Στην θάλασσα με τα θαλάσσια πουλιά
Στην θάλασσα όπου ο ζέφυρος φυσά
Την αύρα του επάνω από το κύμα.


 

 

 

Tierra del Fuego

Στον Νίκο Στάγκο

Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τους χυμούς της νεότητος
Δεν σταματούν οι κάμποι τα τρυγόνια
Γωνιές της γης και γίγαντες μέσα στα φύλλα
Της πιο μεγάλης περιοχής νωπών στρωμάτων
Της γης που την τρυπούν από καιρού εις καιρόν
Οι γεωργοί με τ’ άροτρά των
Με τα ρολόγια των σταματημένα
Μέσα στ’ αγιάζι της αυγής
Για να παραταθή η δροσιά της
Μέσα στ’ αγιάζι χειμαρρώδους εκκινήσεως
Αγέλης ίππων της νοτίου πάμπας
Της γης κάθε καλής συγκομιδής
Ενώ σιγά-σιγά ξυπνούν οι ώρες
Με πεκαρί μεσ’ στα παρθένα δάση
Με ποταμούς που διασχίζουν τις πραιρίες.

Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τα νερά της νεότητος
Τώρα χρειάζονται σχεδίες
Για να διαβούμε τα ποτάμια
Για να περάσουμε στις άλλες όχθες
Για να μετρήσουμε κάτω απ’ τη λάμψι του σταυρού του Νότου
Των άστρων τις αμέτρητες λεγεώνες
Ερχόμενοι σαν τις σταγόνες της βροχής
Για να ξυπνήσουμε γυμνώνοντας τα στήθη των
Τις βελουδένιες της Παταγονίας κόρες
Ν’ ανοίξουν έκθαμβες τις κόρες των ματιών των
Στους ιριδίζοντας ατμούς αυτής της χώρας
Που δεν την ξέρουν παρά λίγοι μόνον
Απόστολοι εμείς στο βάθος κάθε αποστολής
Ώσπου να φθάσουμε στην άκρη αυτής της γης
Σέρνοντας πίσω μας τις ξυπνημένες κόρες
Και σφίγγοντας στις παλάμες μας τα τρυφερά των στήθη
Σταθούμε εμείς οι του Βορρά μαντατοφόροι
Κραυγάζοντας κάτω από τους νότιους ουρανούς
Την ώρα της ανατολής την ώρα της πορφύρας
Tierra del Fuego χαίρε!

 

 

 

 

Ιωβηλαίον

Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι
Με καταστρώματα και βάρκες νοσταλγίας
Με ξέπλεκα πανιά και μούδες.

Του καπετάνιου η γυναίκα στη στεριά
Και ο καπετάνιος στο καράβι
Ποτέ δεν απαρνήθηκαν την θάλασσα
Την Θάλασσα την κόρη τους
Με τα μακριά μαλλιά και με τα φύκια.

Τώρα θα ταξιδέψουν για χατήρι της
Και το ταχυδρομείο θα μοιράση
Ρόδα τρεμάμενα από συγκίνηση
Στην συνοικία που σκοτώθηκε ο μνηστήρ της
Και με σφιγμένη την καρδιά θ’ ακούση
Η γειτονιά την περιπέτεια
Του καπετάνιου και της κόρης του
Διότι πάντοτε τα παραμύθια έχουν αλήθεια
Ιδίως αυτά που είναι πλεγμένα με κογχύλια
Και γοητεύουν τα παιδιά τους νέους και τους γέρους
Που έχουν ευαίσθητες ψυχές και ατσαλένια μπράτσα.

Χαριτωμένη κόρη
Ο πύργος που σε περιμένει
Έχει ετοιμάσει δυο κάμαρες για σένα
Με συντριβάνι από χρυσές κλωστές και ασημένιες χάντρες
Για να λουσθής όταν θα φθάσης
Μη το ξεχάσης μη το ξεχάσης
Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι
Για να γιορτάσης.

A ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες,φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης,  Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 50-52, 82-83, 84-85

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο

Από την συλλογή Οκτάνα, Αθήνα, Ίκαρος, 1980


Ανδρέας Εμπειρίκος: Τα ακαταπάτητα

 

 {Αφιέρωμα σε τρεις συνέχειες}

 Επιμέλεια : Εύη Μαλλιαρού 

 

 Ζωγραφική : Νίκος Εγγονόπουλος 

 

 

Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν

Πολλές  γυναίκες ομοιάζουν
Με παλαιών χορών στροβίλους
Εις τους οποίους λικνιζόμενες μα φιλαρέσκειαν
Γυμνές έως την μέση στροβιλίζονται
Από την μνήμη των μέχρι την πρασιάν των κήπων
Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν
Κάτω απ’ τα φώτα που στα δέντρα λάμπουν
Και κοκκινίζουν τα παιδιά κοντά στις στέρνες
Με γεύσι μαστίχας στα φιλιά των
Και με τα χέρια των βαλμένα
Στα στήθη των χορευτριών
Και στα μαλλιά των.

 

Τα ακαταπάτητα

Αντίρροπον του κάθε δράματος η τρυφερά ανεμώνη
Σημαίνει το φανέρωμα κάποιας δικαιοσύνης
Κ’ αίφνης η θλάσις των λεπτοτέρων μίσχων
Ακεραιότης γίνεται αποκατάστασις πληρότης
Κάτι σαν κίνησις ανοδική και ευθύς μετά καθοδική
Κούνιας της ευφροσύνης
Κόρης που παλινδρομικώς εις την αιώραν της κινείται
Και δεν μονάζει το πρωί μήτε το βράδυ
Σε τέλματα κακίας ή μίσους.

Βάμμα χαράς στας παρειάς ροδίζει
Οι κώμοι του κόσμου τίποτε δεν σημαίνουν
Ας λένε και ας βάζουν στοιχήματα
Εξαίσια θάναι πάντοτε των ίππων η ορμή
Ιδίως προς το τέλος κάθε αγώνος
Και ας λέγει ας μανίζει το κοτσοπολιό
Τα κλήματα οπωσδήποτε θα κάνουν τα σταφύλια των
Και η χλόη πάντα θα ποτίζεται με σπέρμα.

 

       Αρμονία

Δεκάχρονο αγόρι που συλλογιέσαι
Σε θάμπωσαν τα σμαράγδια των κολεόπτερων
Σε πίκραναν οι σφήκες των προεστών
Που σε αγαπούν εντούτοις
Όταν δεν κράζει ο πετεινός στο κόκκινο ξημέρωμα
Του αντικρινού σπιτιού των ρόδων.

Γι’ αυτό θα προτιμούσα νάσουν ορμαθός κλειδιών
Τα μυστικά να τα γνωρίζεις όταν κι όπως θελης
Δεν είναι γραφτό στο μέτωπο να πέφτουν ήρωες από ζυμάρι της αυγής.

Ποιος ξέρει
Ίσως μια μέρα να ονειρευθής
Την τρισχαριτωμένη κόρη
Και μ΄ ένα καράβι ατρόμητο
Να ξεκινήσετε μαζί για τη μεγάλη περιπέτεια της ύλης.

Μην συλλογιέσαι λοιπόν μαύρα ή άσπρα ή γαλάζια
Της μοίρας τα γραφτά τα τρώνε τα ποντίκια
Κόκκινα και πράσινα θα σε δεχθή η μέρα
Και λαμπρά στολίδια μεσημέρια και πορφύρες
Θα σου προσφέρουν οι γυναίκες με τα φλεγόμενα μαλλιά
Τα στήθη τους θα σου προσφέρουν σαν λαστιχένιες κούπες
Για να πιεις το γάλα της ηδονής και της χαράς.

 

Α ν δ ρ έ α ς  Ε μ π ε ι ρ ί κ ο ς

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, φιλολογική επιμέλεια Γιώργης  Γιατρομανωλάκης, Αθήνα, Άγρα, 1984, σελ. 25, 49, 75

 

 

 Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο


Στη Νύχτα Που Έρχεται ~ Αφιέρωμα στη Μελισσάνθη

 

 

 

Επιμέλεια: Σπύρος Ηλιόπουλος – Εύη Μαλλιαρού

Δεδομένου του χαρακτήρα του, το πτερόεν  καθυστέρησε αρκετά να κάνει αφιέρωμα στη μεγάλη ποιήτρια που φαίνεται ότι, μέχρι και σήμερα, οι περισσότεροι την γνωρίζουν κυρίως  ως εξαιρετική μεταφράστρια, αγνοώντας το μεγάλο της ποιητικό έργο, ή θεωρώντας το ήσσονος σημασίας. (Αν και η έκδοση του βιβλίου της Οδοιπορικό∙Ποιήματα 1930-1984, 1986,  β΄ έκδοση 2000, από τον Καστανιώτη, διευκόλυνε σημαντικά τη γνωριμία με την Μελισσάνθη.)

Στα εισαγωγικά κείμενα που ακολουθούν, δίνεται μια γενική εικόνα της ζωής και του έργου της με έμφαση στο στοιχείο της μεταφυσικής αγωνίας, της αγωνίας μιας ποιήτριας που δυσκολευόταν να ζήσει στον κόσμο της «πυκνής ύλης»: «Είμαι/ ένα μεγάλο βραδυκίνητο ζώο/ προκατακλυσμιαίο./ Αποστρέφομαι το ίδιο μου το χνώτο/την καθημερινή μου τροφή/ το μαύρο μου δύσοσμο αίμα/ το δισυπόστατο σχήμα μου./ Δεν ξέρω πώς να οικονομήσω/ τ’ αδέξια μέλη μου/ το δυσκίνητο σώμα μου/ το κουβαλώ άδοξα σαν ένα ξένο φορτίο…»1). Το στοιχείο αυτό της αγωνίας και οι συνακόλουθες «αντιφάσεις», η κίνηση ανάμεσα στα ύψη της κατάφασης  («είμαι γέννα Θεού») και τα αβυσσαλέα βάθη της αμφιβολίας («όλο η ψυχή μου ανεβοκατεβαίνει»2),  είναι  το κριτήριο για την επιλογή των ποιημάτων που παρουσιάζονται εδώ. Ωστόσο δεν  υπάρχει πραγματική αντίφαση: Σε ένα όραμα του Κόσμου που μας φέρνει στον νου τον Μπλέηκ και τον Γέητς, «αδερφικά τ’ αντίθετα είναι αγκαλιασμένα»3

Είναι ενδιαφέρον πάντως ότι η «εσωτερική» ποιήτρια των συλλογών Ανθρώπινο Σχήμα και Το Φράγμα της Σιωπής,  μπορεί εξίσου καλά να γράφει για τον κόσμο της «πυκνής ύλης»,  για την Επανάσταση («του δούλου ανασηκώνονται οι τετράγωνοι ώμοι/ πέφτουν οι θόλοι κι οι κολώνες του ναού…»4 ), τον καταναλωτισμό ( Στις κεντρικές διαβάσεις οι πυκνώσεις τού πλαγκτού/ωθούνται προς τις χαίνουσες εισόδους των σουπερμάρκετ/ —τα χαίνοντα στόματα από αδηφάγα κήτη/ εκβρασμένα σε καίρια σημεία της πρωτεύουσας,/ Υπερμεγέθη θηλαστικά που αναμηρυκάζουν/ το εισερχόμενο και εξερχόμενο πλήθος— …» ) ή τον καπιταλισμό («Οι πλάστιγγες του χρυσού/ ανεβοκατέβαιναν στον ίδιο τρελό ρυθμό/ με τις κυλιόμενες των σουπερμάρκετ./ […] Ωσότου […] ακούστηκεν ο απαίσιος τριγμός στον άξονα του πλανήτη»5 ).

Η ποίηση της Μελισσάνθης, ακόμη και η πιο δύσκολη,  μιλάει από μόνη της∙ ο αναγνώστης δεν έχει ανάγκη από μεσάζοντες ή  από μια  βιβλιοθήκη παραπλεύρως, όπως συχνά συμβαίνει με την περίπτωση του Τ. Σ. Έλιοτ, λ.χ. Πιστεύουμε ωστόσο ότι, δεδομένου του πλούσιου αρχέτυπου συμβολισμού της ποίησης αυτής,  η αναλυτική ψυχολογία του Καρλ Γιουνγκ, την οποία η ποιήτρια γνώρισε το 19566 είναι ένα καλό «κλειδί» για όσους θελήσουν να εμβαθύνουν  στο έργο της, κάτι που είχε αντιληφθεί η Σοφία Άντζακα (βλ. Ενδεικτική Βιβλιογραφία) όταν έγραψε για την πνευματική και ποιητική πορεία της Μελισσάνθης.7

Τέλος, παρατηρήσεις ως προς τυχόν ελλείψεις του αφιερώματος είναι ιδιαίτερα  ευπρόσδεκτες.

Σ. Η.- Ε. Μ.

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς

1. «Ναυτία», συλλογή  Τα Νέα Ποιήματα 1974-1984.

2. «Αφθαρσία» και «Κύκλοι», συλλογή Προφητείες, 1931.

3. «Ο Θεός Είναι Η Σιωπή», Η Εποχή του Ύπνου και της Αγρυπνίας, 1950.

4.  «Επανάσταση»,  Φλεγόμενη Βάτος, 1935.

5.  «Πρωτεύουσα 1980» και «Η Μεγάλη Ληστεία Του Αιώνα», Τα Νέα Ποιήματα 1974-1984.

6.  «Πώς είδα την ποίησή μου όταν διάβασα Γουνγκ για πρώτη φορά το 1956» [στίχοι και ζωγραφική],  χειρόγραφα (1931-1973), Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)

7. Αυτό δεν αποτελεί κρίση για το αποτέλεσμα που πέτυχε η Σ. Α.


ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

Β ι ο γ ρ α φ ι κ ό

Η Μελισσάνθη ([1910-1990]πραγματικό όνομα Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών αντίστοιχα και φοίτησε στην προπολεμική Δημοσιογραφική Σχολή Αθηνών. Ασχολήθηκε επίσης με την αγγλική γλώσσα, τη μουσική, τη ζωγραφική και το χορό. Εργάστηκε ως καθηγήτρια γαλλικών σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία και ως δημοσιογράφος. Το 1932 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ν. Σκανδαλάκη, δικηγόρο, πολιτικό και συγγραφέα φιλοσοφικών πραγματειών. […] Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Φωνές εντόμου και το 1931 κυκλοφόρησε τη λιθογραφημένη ποιητική συλλογή Προφητείες, η οποία αποτέλεσε το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς. Η ποίηση της Μελισσάνθης τοποθετείται στο χώρο του υπαρξισμού και της μεταφυσικής αγωνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών. Ασχολήθηκε επίσης με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις λογοτεχνικές μεταφράσεις. Τιμήθηκε με τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), την Εύφημο Μνεία Βραβείου Παλαμά, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), το Παράσημο Χρυσούς Σταυρός Τάγματος Εποποιίας, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, το Βραβείο Μεταφραστών, το Μετάλλιο Δήμου Πειραιώς και το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μελισσάνθης  βλ. Τον όρθρον τον ερχόμενον · Αφιέρωμα στην Μελισσάνθη. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α, 1985, Ζήρας Αλεξ., «Μελισσάνθη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Μελισσάνθη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

Ε ν δ ε ι κ τ ι κ ή  Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ί α

• Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα, Αγγελάκης Ανδρέας, Αγγέλου Αθανάσιος, Αθανασιάδης-Νόβας Γεωργ., Αλεξίου Έλλη, Άντζακα Σοφία, Αυγέρης Μάρκος, Βεργή Έλσα, Βρεττάκος Νικηφόρος, Γεωργουσόπουλος Κώστας, Γλέζος Πέτρος, Ζερβού Ιωάννα, Ζήρας Αλέξης, Θέμελης Γιώργος, Ιωάννου Γιώργος, Κακναβάτος Έκτωρ, Καρέλλη Ζωή, Κλάρας Μπάμπης, Κόρφης Τάσος, Κοτζιάς Αλέξανδρος, Λαμπαδαρίδου-Πόθου Μαρία, Μερακλής Μιχάλης, Μιχαηλίδης Κώστας, Μουντές Ματθαίος, Μπεκατώρος Στέφανος, Νάκου Λιλίκα, Νεγρεπόντης Γιάννης, Πάσχος Π.Β., Πέγκλη Γιολάντα, Πλατής Ε.Ν., Ποντιακός Ηλίας, Σταύρου Τατιάνα, Στεργιόπουλος Κώστας, Φράιερ Κίμων, Φωσκαρίνης Θάνος, Χάρης Πέτρος, Τον όρθρον τον ερχόμενον · Αφιέρωμα στην Μελισσάνθη. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α, 1985

• Άντζακα Σοφία, Η πνευματική και ποιητική πορεία της Μελισσάνθης. Αθήνα, 1974.
• Αργυρίου Αλεξ., «Μελισσάνθη», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.226-228 (της εισαγωγής) και 392-394. Αθήνα, Σοκόλης, 1979.
• Αυγέρης Μάρκος, «Μελισσάνθη», Καινούργια Εποχή, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1963, σ.106-107.
• Βαρίκας Βάσος, «Νέες ποιητικές συλλογές. Μελισσάνθης: Ανθρώπινο σχήμα – Τάσου Πορφύρη: Νεμέρτσκα» και «Φωνές εκ βαθέων. Μελισσάνθη: Εκλογή», Συγγραφείς και κείμενα Α΄· 1961-1965, σ.72-74 και 289-292. Αθήνα, Ερμής, 1975 (πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα, 4/2/1962 και 20/6/1965).
• Ζήρας Αλεξ., «Μελισσάνθη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.
• Ησαΐα Νανά, «Η μεταφυσική στάση στην εποχή μας», Η λέξη 67, 9/1987, σ. 679-682.
• Θέμελης Γιώργος, Η νεώτερη ποίησή μας ΙΙ, σ.126-136. Αθήνα, Βάκων, 1967.
• Καραντώνης Αντρέας, «Μελισσάνθη», Η ποίησή μας μετά τον Σεφέρη, σ.231-234. Αθήνα, Δωδώνη, 1976.
• Καρβέλης Τάκης, «Μελισσάνθης: Τα Ποιήματα (1930-1974)», Διαβάζω 1, 1-2/1976, σ.51-52.
• Καρέλλη Ζωή, «Ο τρομαγμένος λόγος του σύγχρονου ανθρώπου», Η λέξη  67, 9/1987, σ.676-677.
• Μαλακάσης Μιλτιάδης, «Η ποιήτρια», Κύκλος, 2/1932, σ.160.
• Μαυροειδή – Παπαδάκη Σοφία, «Μελισσάνθη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Παράσχος Κλέων, «Ήβης Κούγια (Μελισσάνθης): Φωνές εντόμου», Νέα Εστία, 1/7/1930.
• Παράσχος Κλέων, «Ήβης Κούγια (Μελισσάνθης): Προφητείες», Νέα Εστία 11, ετ.Στ΄, 1η/5/1932, αρ.129, σ.497-499.
• Παράσχος Κλέων, «Δυο νέες ποιήτριες», Θεατής, 19/3/1932.
• Πεντζίκης Γαβριήλ Ν., Ανθολογημένη ποίηση Β’, σ.446. Αθήνα, 1980.
• Σαραντάρης Γιώργος, «Μελισσάνθη», Καθημερινή, 24/4/1939, 15/5/1939 και 18/7/1939.
• «Σ’ αυτό το φως τ’ αμφίβολο της μέρας και της νύχτας · Η Μελισσάνθη μιλάει στον Θάνο Φωσκαρίνη», Διαβάζω 234, 7/3/1990, σ.67-72.
• «Σε β΄ πρόσωπο· Μια συνομιλία της Μελισσάνθης με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η λέξη 67, 9/1987, σ.735-737.
• Σκίπης Σωτήρης, «Της Συντάξεως: Μια νέα ελληνίς μεγάλη ποιήτρια», Εργασία, 20/2/1932, σ.229.
• Σκίπης Σωτήρης, Μαλακάσης Μιλτιάδης, Λοβέρδος Σπύρος, Γρυπάρης Ιωάννης, Αθανασιάδης-Νόβας, Ξενόπουλος Γρηγόριος, Χορν Παντελής, Ζεβός Ι., “Έρευνα περί της αξίας του ποιητικού έργου της Ήβης Κούγια», Εργασία, 27/2/1932, σ.257, 5/3/1932, σ.203, 12/3/1932, σ.325, 18/3/1932, σ.355.
• Σταύρου Τατιάνα, «Η Μελισσάνθη», Ελληνίς, 2/1937, σ.53.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Από τη θρησκευτική στην υπαρξιακή αγωνία», Εποχές 33, 1/1966, σ.63-66.
• Ταρσούλη Αθηνά, «Μελισσάνθη», Ελληνίδες ποιήτριες, σ.176-194. Αθήνα, 1951.
• Φράιερ Κίμων, Σύγχρονη ελληνική ποίηση, σ.156-160. Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Χριστιανόπουλος Ντίνος, «Η κριτική του βιβλίου (Η εποχή του Ύπνου και της Αγρύπνιας)», Νέα Αλήθεια, 18/8/1952.
• Χωρεάνθη Ελένη, «Μέσα κι έξω απ’ το φράγμα της σιωπής», Διαβάζω 169, 3/6/1987, σ.58-61.

Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι. Π ο ί η σ η
Φωνές εντόμου· Ποιήματα. Αθήνα, Αντωνόπουλος, 1930.
Προφητείες. Αθήνα, 1931.
Η Φλεγόμενη βάτος. Αθήνα, 1935.
Γυρισμός του Ασώτου. Αθήνα, 1936.
Ωσαννά και Οραματισμός. Αθήνα, Αντωνόπουλος, 1939.
Λυρική Εξομολόγηση · Φωτόδραμα. Αθήνα, 1945.
Η εποχή του Ύπνου και της Αγρύπνιας. Αθήνα, 1950.
Ανθρώπινο Σχήμα· Ποιήματα. Αθήνα, Δίφρος, 1961.
Το Φράγμα της Σιωπής. Αθήνα, Δίφρος, 1965.
• Εκλογή· Ποιήματα. Αθήνα, 1965.
Μικρή εκλογή 1930-1961. Αθήνα, 1970.
Εκλογή 1961-1965. Αθήνα, 1970.
Εκλογή 1961-1977. Αθήνα, 1979.
Τα Νέα Ποιήματα 1974-1982. Αθήνα, Πρόσπερος, 1982.

ΙΙ. Δ ο κ ί μ ι ο
Νύξεις· Επιμέλεια εκδόσεως Ντενίζ Ρωντά – Τυπογραφικές διορθώσεις Μαίρη Ρωντά. Αθήνα, Ρωντάς, 1985.

ΙΙΙ. Π α ι δ ι κ ή   λ ο γ ο τ ε χ ν  ί α
Ο μικρός αδελφός · Θέατρο. Αθήνα, 1960.
Με τους αρχαίους θεούς · Παιδικές ιστορίες. Αθήνα, Ευρωεκδοτική, 1985.

ΙV.  Μ ε τ α φ ρ ά σ ε ι ς
• Γκαρνιέ Πιερ, Εκλογή. Αθήνα, Δίφρος,1965.
• Ντίκινσον Έμιλυ, Ποιήματα. Θεσσαλονίκη, Η μικρή Εγνατία, 1980.
• Βαλερύ Πωλ, Χορός και Ψυχή· Πρόλογος – Μετάφραση Μελισσάνθης. Αθήνα, Διάττων, 1988.

[Μετέφρασε επίσης ποιήματα των Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, Ρόμπερτ Φροστ, Τ. Σ. Έλιοτ και Μπέρτολτ Μπρεχτ, μεταξύ άλλων]

V.   Σ υ γ κ ε ν τ ρ ω τ ι κ έ ς   ε κ δ ό σ ε ι ς
Εκλογή. 1930-1950. Αθήνα, 1965.
Τα Ποιήματα της Μελισσάνθης (1930-1974). Αθήνα, Οι εκδόσεις των Φίλων, 1975.
Οδοιπορικό · Ποιήματα 1930-1984. Αθήνα, 1986.

Πηγή:  ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=268

 √[…] Απ’ όλες τις  μορφές της τέχνης που σπούδασε, γύρεψε να εκφραστεί με τη πιο λυρική μορφή του λόγου, τη ποίηση. Μόνο που και σ’ αυτό το είδος της τέχνης θέλησε να πρωτοτυπήσει. Δεν θέλησε ν’ ακολουθήσει τις άλλες ποιήτριες και να χύσει στους στίχους τον πλούτο της γυναικείας ευαισθησίας και τρυφερότητας. Προτίμησε να δώσει στα ποιήματά της βαθιά και ταραγμένη διανοητικότητα.

Ήτανε πνευματική ποιήτρια συμβολικής νοοτροπίας, ευαίσθητη κι ανήσυχη μπρος στα φαινόμενα της ζωής, σε τρόπο που επειδή δε βρίσκει σαφείς απαντήσεις στις μύχιες σκέψεις της για τη ζωή και το θάνατο, ζητά την εξιλέωση και τη σωτηρία, στην ικεσία, στη δέηση —κάποτε και στη προσευχή. Κι όταν νομίζει πως τα οράματά τους δεν της έδωσαν τη ψυχική γαλήνη, εγκαταλείπει την εγκαρτέρηση κι ο στίχος γίνεται σκληρός, αρνητικός και σατιρικός[…]

Η ιδέα του θανάτου ήταν ο κεντρικός πυρήνας της υποστασιακής και με συμβολικό διάκοσμο, ποίησή της ακόμα και στα τελευταία τραγούδια της. […]

Πηγή: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=955

«Έγινα ποιήτρια για να σπαταλήσω τη συλλογή μου»

…στην ηλικία των δέκα μου χρόνων δοκίμασα το πάθος του συλλέκτη για τα είδη γραφικής ύλης. Είχα συγκεντρώσει ένα μικρό θησαυρό από κόλλες διαγωνισμού, χαρακωμένες κι αχαράκωτες, τετράδια, κοντυλοφόρους, γομολάστιχες κ.τ.λ. κι ένοιωθα τη χαρά του συλλέκτη να τον βλέπω να μεγαλώνει. Ωσότου κάποια μέρα την ώρα που καμάρωνα τ’ αποκτήματά μου, ένιωσα οξύτατα το αίσθημα της ματαιότητας να μου διαπερνά την καρδιά. Θα πέθαινα κάποιαν απρόβλεπτη στιγμή κι ο θησαυρός μου θα έμενε αχρησιμοποίητος σαν μια ειρωνεία. Προς τι λοιπόν αυτή η φροντίδα της συσσώρευσης; Έτσι βάλθηκα να τον σπαταλήσω το γρηγορότερο.

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

Πηγή: http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2008/07/52.html

[…] Το «τερατώδες» της εποχής μας είναι γέννημα της χρησιμοθηρικής μας αντίληψης του κόσμου, ταυτόσημης με το πνεύμα της εκμετάλλευσης. Και, να, λοιπόν, που σε μιαν εποχή πέρα για πέρα χρησιμοθηρική, ψυχρά ωφελιμιστική κι απάνθρωπη, οι νέοι άνθρωποι στον τόπο μας, αρχίζουν ν’ αποζητούν αυτό που φαίνεται  το  λ ι γ ώ τ ε ρ ο  χ ρ ή σ ι μ ο : Την Ποίηση και τον Ποιητή. Μέσα σ’ έναν κόσμο οικοδομημένον πάνω στην  υλική δύναμη, ο ποιητής σήμερα, μαθαίνει ξαφνικά, ότι τον χρειάζονται. Που σημαίνει ότι ο νέος άνθρωπος θέλει να ξαναδεί τον Κόσμο από την αρχή με το καθαρό του βλέμμα, δηλαδή το βλέμμα του Ποιητή.

Ξαναμαθαίνοντας οι άνθρωποι να κοιτάζουν τα πράγματα και αλλήλους με τα μάτια του Ποιητή, ίσως τότε, μπορέσουν ν’ αποκαταστήσουν τον Κόσμο στην πρωταρχική του ομορφιά και ιερότητα.

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

(«Αντί Προλόγου», Οδοιπορικό : Ποιήματα 1930-1984, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτης, β΄έκδοση, 2000. Όλα τα κείμενα της Μελισσάνθης στο παρόν αφιέρωμα προέρχονται από αυτήν την έκδοση.)

 

 Paul Delvaux : Le somnambule de Saint-Idesbald

 

 13 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1931-1984)


Σφαγείο

Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
Κι ο Θεός αίμα διψά και κρέας πεινά
Δεν ζούμε ως τ’ ουρανού τα πετεινά
Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
«Κ ι  ά ξ ι ο ν  ε σ τ ί  τ ο  ε σ φ α γ μ έ ν ο  α ρ ν ί ο!…»
Ψάλλουνε των αγγέλων τα ωσαννά
Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
Κι ο θεός τις ίδιες σάρκες του πεινά.

Κύκλοι

 Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
που αδιάκοπα, η ψυχή μου, θ’ ανεβαίνει
—σε ύψη και βάθη αβυσσαλέα χαμένη—
μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
σε κύκλους δαντικούς και δαχτυλίδι
Τις δυο της άκρες τόξο ουράνιο δένει
Μια σκάλα, εντός μου, στρέφεται όπως φίδι
που όλο η ψυχή μου ανεβοκατεβαίνει.

Αφθαρσία

Μα ναι, όλα μού το λένε, ότι είμαι γέννα
Θεού. Τα πάθη μου—αφθαρσίας σπόρος—
νόμος στο σύμπαν, της θυσίας ο φόρος
κι αυτός μου λέει, πως θεϊκή είμαι γέννα
Του απείρου ο πόθος κλαίει μες στον υμένα
του εγώ μου και του κόσμου ο στενός χώρος
όλα μού λένε, πως θεϊκή είμαι γέννα
και στους αιώνες μέσα πέφτω σπόρος.

Προφητείες, 1931

Ο Θεός Είναι Η Σιωπή

Υπάρχει γύρω μας και γύρω από τα πράγματα όλα
μια σιωπή μεγάλη
—είναι ο καμπύλος και βαθύς χώρος—που μας κρατάει
στους κόλπους της σαν μια μητέρα
Μετράει του κόσμου κάθε χτυποκάρδι
τους μυστικούς ψίθυρους, τις φωνές
όλα τα βήματα ακροάζεται
—Βήματα, βήματα, ομιλίες
από αναμέτρητες νύχτες κι αιώνες
που πέρασαν ή θα ‘ρθουν (τί σημαίνει;)
Χωρούνε, προχωρούνε, ολοένα κατεβαίνουν βουῒζοντας
καθώς το ρέμα που κατέβασε η νεροποντή—

Βαθιά στο στήθος μας είναι η Σιωπή κρυμμένη
σαν ένα ιερό εκκλησίας
Μες στην καρδιά μας η Σιωπή αγρυπνά σαν μια μητέρα
μας περιμένει πάντοτε σε κάθε κρίσιμη ώρα
Γιατί η Σιωπή είναι η οδός του αιώνιου Γυρισμού
κι ο δρόμος της Σιωπής περνάει μέσα απ’ την καρδιά μας

Ο Θεός είναι Σιωπή που υποβαστάζει
τους θόλους τ’ ουρανού και του Άδη τους πυλώνες
Μέσα της επιστρέφουν όλα, ως επιστρέφει
στη γη η βροχή, στο πέλαγο το ρέμα
Του χρόνου τα δυο αντίθετα ποτάμια
μες στης Σιωπής τον προαιώνιο χώρο
σμίγουν— με το νερό η φωτιά
κοιμάται φιλιωμένη — στου λιονταριού τα πόδια η ελαφίνα
κάθεται — στο λαιμό τού ρύσσου το άσπρο αρνάκι
Κι αδερφικά τ’ αντίθετα είναι αγκαλιασμένα

Γιατί ο Θεός είναι η Σιωπή
και η Αγάπη που τα περιέχει όλα.

Η Εποχή του Ύπνου και της Αγρυπνίας/1950

Όταν Ξυπνήσουμε

   «Εαυτών τε και αλλήλων
     οίει αν τι εωρακέναι άλλο
     πλην τας σκιάς»
                     Πλάτων Ζ’ Πολ.

Εμείς, τώρα, δεν είμαστε εμείς
Είμαστε οι σκιές μας
οι άλλοι μας, λείπουμε ακόμα απ’ την ημέρα
Καβαλλικεύουμε τον άνεμο
και φτάνουμε στο κρύο φεγγάρι
Καβαλλικεύουμε την καταχνιά
και φτάνουμε στα μεσάνυχτα.
Μια καταχνιά σαν το βαμβάκι
να πνίγει την περπατησιά του το ένοχο φεγγάρι
να πιάνει με μια ξόβεργα την ώρα
και να σταματάει ο χρόνος
να σταματά το σήμα του κινδύνου
μπρος απ’ την άβυσσο.

Εμείς, δεν είμαστε εμείς
Είμαστε οι τύψεις μας
Κόβουμε ένα λουλούδι
και στα χέρια μας μένει καπνός
Πιάνουμε ένα χέρι, λυώνει σαν χιόνι
Ζυγώνουμε τη φωτιά και εξατμίζεται

Θερίζουμε άνεμο, τρώμε άνεμο

Κι ο άνεμος μας φέρνει, μας παίρνει

Μεσάνυχτα περνούμε το φαράγγι
Μια βλάστηση από φυλλωσιές και ύπνο
άγρια χλωρίδα, σαρκοβόρα δέντρα
κι όνειρα σκοτεινά

Ανθρώπινο Σχήμα/ 1961


Paul Delvaux : L’ echo ou le mystere de la route

        

Στη  Νύχτα  Που  Έρχεται…

Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη
Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα. Οι άνεμοι, τα νερά
παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα
πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες
Μα πάντα αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα
Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος
—κανείς δε ξέρει πότε κι από που ξεκινά—
μας ρίχνει κάτω μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.
Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο —να πει μια τρίλια του
στη νύχτα που έρχεται— ένα πουλί.

Κυκλικό

Ρωτάω το νερό—τί είμαι;
Νερό που χάνεται μέσα στη γη και πάει

Ρωτάω το χώμα—τί είμαι;
Χώμα που κρύβει τ΄ απογυμνωμένα οστά

Ρωτάω τον αέρα—τί είμαι;
Αέρας, φωνή που μάταια μάχεται
με τη σιωπή και με το χιόνι

Ρωτάω τη φωτιά—τί είμαι;
Φωτιά που κατατρώει με  και δεν σβήνει

Ρωτάω τον ουρανό—τί είμαι;
Ουρανός, δροσιά της  κόλασής μου.

Το «Άλλοθι»

Όταν πέθανα —πάει τώρα καιρός με θάψαν
σε μια φανταστική χρονολογία. Ύστερα
κρέμασαν στον τοίχο μια μεγέθυνση φωτογραφίας
από τα παιδικά μου χρόνια
Όλο έλεγα να τους το σκάσω, να γυρίσω πίσω
να βάλω τα πράγματα σε κάποια τάξη
να σκίσω μερικά χαρτιά,  κυρίως
να κρεμάσω όλα τα πεταμένα ρούχα.
—Αυτή η μανία με την τάξη είναι σωστό μαρτύριο
Τάχατε, πώς να βρήκαν το δωμάτιο, ύστερα από την εκφορά;

Κάποια φορά γύρισα στα κλεφτά
Το καρνέ μου από τότε στο τραπέζι επάνω
με δυο στήλες επείγοντα γραμμένα
από την προτεραία το βράδυ: «Να σολιάσω
τα καλοκαιρινά μου». Αλήθεια
πώς πέρασε τόσο ο καιρός! Είμαστε τώρα πια
στα μέσα του φθινοπώρου. «ν’ αγοράσω
Καρφιά». Αδύνατον να θυμηθώ
τί ήθελα τόσο να στεριώσω, τότε
«Να κάνω τηλεφώνημα του Β».
(να μη με περιμέναν στη συγκέντρωση. Φυγομαχία;
Θα ‘ταν ίσως καλύτερα να πήγαινα)
Κι όμως δεν πήγα. Ήρθαν αυτοί στην εκφορά
Είχα ένα τέλειο «άλλοθι».
Κι αν έλειψε κανείς τους
θα το ‘μαθε αργότερα απ’ τους άλλους.
«Ν’ αλλάξει ο υδραυλικός τη βρύση». Ακόμα στάει
Ποιος ξέρει με τη διαρροή πόσο ν’ ανέβηκε ο λογαριασμός
Κι όμως, τούτος ο ήχος τλοτ… τλοτ… τλοτ…
είναι ο μόνος ήχος που ‘χει μέσα μου απομείνει
Θαρρείς, ότι με συνεχίζει ακόμα
καθώς μετράει την απουσία μου, από τότε
Ωστόσο, είδηση κανείς δεν πήρε
ότι έχω φύγει —ίσως, μονάχα
οι αντικρινοί μου γείτονες— Ήρθαν
και μου έφεραν ωραιότατα γαρύφαλλα
Μιλούσαν με το βλέμμα καρφωμένο
στη φωτογραφία του τοίχου (ώστε, λοιπόν
δεν είχαν καταλάβει ακόμα τίποτε!)
Υπάρχουν άλλωστε  πολλές φωτογραφίες
καθένας τους διαλέγει όποια του αρέσει
Ξεγλίστρησα μπρος απ’ τα μάτια τους
(γιατί φοβόμουν πάντα να μην τους τρομάξω)
«Εσείς, δεν είστε εκεί;»
τους άκουσα να λένε απ’ την κουζίνα
μιλώντας πάντα στη φωτογραφία και
τονίζοντας παράξενα τα λόγια τους
σαν να υπήρχε κάποιο υπονοούμενο
(ή έτσι να μου φάνηκε). Μα, όπως ξανάμπαινα
με τον καφέ στο δίσκο, απάντησα χωρίς να θέλω
—«Ναι, όπως βλέπετε, έχω φύγει από καιρό»
Και πάλι δεν με κοίταξαν (ποιος μίλησε
για τις παραδρομές τις γλώσσας, δεν θυμάμαι
Κι όσο για τ΄ ατυχήματα, θα ‘ταν περίεργο
να σπάζεις ξαφνικά τη ραχοκοκκαλιά σου
για να ξεφύγεις μιαν απόφαση). Είχαν σηκωθεί
Μπορεί να τρόμαξαν κι από τον πάταγο της πόρτας
—ένα ψυχρό ρεύμα όπως φύσηξε—
Και φεύγοντας∙
«Αλήθεια, αν πάτε φέτος εξοχή
μην παραλείψετε να μας αφήσετε μια διεύθυνση
Να μη σας χάσουμε!»

Το Φράγμα της Σιωπής/ 1965

 

Paul Delvaux : Paysage aux lanternes

 

Η Ώρα Είναι Κρίσιμη

Λέμε∙ η ώρα είναι κρίσιμη
έφτασε η στιγμή που «οι νεκροί ακούσονται»
Να σηκωθούμε και να βγούμε έξω
ακολουθώντας δίχως πόδια
το φως της φεγγαροδροσιάς.
Μας δένει ακόμα στη γητειά της
η πανάρχαιη θλίψη
και σ’  ένα γνέψιμο από φάντασμα αγαπημένο
γλιστράει η προσοχή μας, χάνεται
καθώς διαβαίνουμε την άβυσσο
και ξαναπέφτουμε στα βάραθρα
του ύπνου.

Υπόθεση Αστυνομικού Διηγήματος

Η κλίση μου είναι τ’ αστυνομικά διηγήματα.
Μετράω, λόγου χάρη, τις κλίσεις του τηλεφώνου
λέω— σήμερα, χτες, προχτές κανείς.
Μένω άφωνος, άφαντος, είμαι ο Κανείς.
Λοιπόν, ιδού το αίνιγμα; Αν δεν υπάρχει ο άλλος;
Πώς υπάρχω; Πώς βρέθηκα;
— σ’ άλλους τάχατε χρόνους, σ’ άλλους καιρούς —
Η ιστορία βρίθει από ψευδείς μαρτυρίες
Από πλαστοπροσωπείες και φόνους φανταστικούς.
Αλλά υπάρχουν και τα τεκμήρια
— μισά στο ναι, μισά στο όχι—
Πριν λίγες μέρες, λόγου χάρη, το τηλέφωνο χτυπούσε.
Υπήρχε αυτός που άκουγε από δω
υπήρχε κι ο άλλος που ακατάληπτα σιωπούσε
απ’ την άλλην άκρη του σύρματος.
Μια συρμή από αίμα ή μελάνι μένει ακόμα
στο πάτωμα. Τεκμήριο ότι το έγκλημα έχει γίνει
ή ότι δεν έγινε. Εδώ, αρχίζει το μεγάλο μυστήριο.
Υπάρχει ή δεν υπάρχει το πτώμα;
Υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Άλλος
απ’ την άλλην άκρη του σύμπαντος;
— θέλω να πω του σύρματος —
Τότε, είμαι ή δεν είμαι μόνος; Κι ο φόνος
είναι αληθινός ή φανταστικός;

Όμως πού, πότε, πώς, ποιος σκότωσε ποιον;

Μες Στων Τυμπάνων Τη Βοή

Ίσως, να διακρίνουν οι νεκροί
τ’ ανομολόγητά μας κίνητρα
κι ακινητούν, παγώνουν από φρίκη
σαν εννοήσουν έξαφνα ότι υπάρχει
τόσος κρυμμένος φόνος στο τυφλό μας βλέμμα
Μας βλέπουν να χανόμαστε μες στους καπνούς
μιας κίνησης παράλογης κι αδιέξοδης
κουφούς από το θόρυβο της μάταιης
κι άσκοπης φλυαρίας.
Τόσο είναι αφανείς εκείνοι, τόσο άσημοι
με τη σιμή τους μύτη, το άσαρκο κρανίο
Τόσο είμαστε μεις περήφανοι μες στην
εγκόσμια λαμπρότητά μας
Πώς γίνεται να μας τρομάζουν έτσι
στη μέση άξαφνα του συμποσίου!

Ίσως, γιατί μες στων τυμπάνων τη βοή
Μας ξεκουφαίνει η σιωπή τους.


Paul Delvaux : Chrysis

 

Τον Όρθρον Τον Ερχόμενον

Δελφινιών κολύμπι στ’ ανοιχτά. Κι νύχτα
μ’ ενύπνιο μοναδικό το μέγα θήραμα των αλιέων
ο Ιχθύς που σπαρταράει καθημαγμένος
στις σιδερένιες του Άδου σιαγόνες.
Θάλασσα αστρόβλητη, ενάλιος ουρανός
πλαγκτόν που εισρέει μέσα απ’ το αδηφάγο
στόμα στη σκοτεινιά των σπλάχνων
Ακινητεί σε γλυκασμό το Αρχαίο Κήτος
ρέει το γάλα της ηδύτητας στον ουρανίσκο του
χορταίνει ειρηνικά την «Βρώσιν την αδιάβρωτον
μαζί μ’ όλα τα καταβροχθισμένα κόκκαλά μες
διάβροχα απ’ την αρμύρα ωκεανών δακρύων
γενεών και γενεών. Γλυμένα από το κύμα
σε φλάουτα ουρανικά, να ορθρίζουμε τώρα
μέσα στο κήτος του Ιωνά
τον όρθρον τον Ερχόμενον.

Aurus Nostrum

Και ιδού μας τώρα εις χείρας του Μεγάλου Αλχημιστή
Μας συνθλίβει εις το τριβείον των μακρόχρονων θλίψεων
μας συμπιέζει κάτω από το βάρος
των εκατό ατμοσφαιρών
μας εισάγει στον άμβυκα των τελικών μεταστοιχειώσεων
Οσότου μέσα από αναρίθμητες αποστάξεις
ο ανερχόμενος διαυγής χυμός—στο σταυρικό σημείον
της εαρινής ισημερίας—σημάνει
την κρατεράν Ανάστασιν!

Τα Νέα Ποιήματα/1974-1984

Μ  ε  λ  ι  σ  σ  ά  ν  θ  η

 

 

 

Γουστάβος  Μάλερ, 3η Συμφωνία, “Misterioso

O Mensch! Gib Acht!
O Man! Take heed!

Was spricht die tiefe Mitternacht?
What says the deep midnight?

«Ich schlief, ich schlief—,
«I slept, I slept—,

aus tiefem Traum bin ich erwacht:—
from a deep dream have I awoken:—

Die Welt ist tief,
the world is deep,

und tiefer als der Tag gedacht.
and deeper than the day has thought.

Tief ist ihr Weh—,
Deep is its pain—,

Lust—tiefer noch als Herzeleid.
joy—deeper still than heartache.

Weh spricht: Vergeh!
Pain says: Pass away!

Doch all’ Lust will Ewigkeit—,
But all joy seeks eternity—,

—will tiefe, tiefe Ewigkeit!»
—seeks deep, deep eternity!»

{Text from Friedrich Nietzsche’s «Also sprach Zarathustra»}

 

Γουστάβος  Μάλερ, 2η Συμφωνία, «της Αναστάσεως»