Just another WordPress.com site

ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ)

Ορέστης Αλεξάκης : … κι όλο βυθίζεσαι στο φως

Ζωγραφική : Gustav Klimt



 
.

Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

.

Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω

.

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις

.

μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας

.

Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις

.

κι όλο βυθίζεσαι στο φως

και μέσα

στην εκτυφλωτική σου λάμψη

σβήνεις

.

Κι εγώ

τινάζω κλαίγοντας

       — γελώντας

και κλαίγοντας —

το δέντρο

και

ξυπνώ

.

και πια

δεν είναι φως

δεν είναι δέντρο

.

μόνο δωμάτιο γκρίζο

βουρκωμένο

και βρέχει

βρέχει

βρέχει

και

δεν είσαι

.

κανείς δεν είναι πια

και με σκεπάζουν

άγρια θολά νερά

.

νερά

και χρόνια

.

.

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)

Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 18-19)

.


Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Νίκος Σπανιάς και Giorgio de Chirico

.

G. de Chirico : Return of the Prodigal Son

.

Η επιστροφή του ασώτου

.

Βαρύς

Μ’ ένα κεφάλι σαν αυγό

Χωρίς μάτια χωρίς χαρακτηριστικά

Ξαναγυρίζεις

.

Πάνω στο σώμα έχουνε σβήσει

Χίλια άστρα

.

Άσπρος σα γύψος —πρεσβύτης περινούστατος —

Ο πατέρας σ’ αγκαλιάζει

Αυτός ουσιαστικά

Σ’ έδιωξε από το σπίτι

Ξαναγυρίζεις

Με την κίτρινη κολοκύνθη της ερήμου

Γεμάτη χλιαρό νερό

Δεμένη με σκοινί στο ραβδί  σου

Μακρύ σαν κηρύκειο

Γερτός απ’ τη γεωμετρία της πόλης

Που σηκώνεις στην πλάτη σου

Πρόσεξε σαν περάσεις το κατώφλι του σπιτιού

Θα βασιλεύει ένα χρώμα πράσινο βαθύ

Κι ο πατέρας διαρκώς θα σ’ αγκαλιάζει.

.

Ν ί κ ο ς   Σ π α ν ι ά ς (1924-1990)

Φόρος τιμής στον Giorgio de Chirico, 1981

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 292)

.


Ανέστης Ευαγγέλου : Στα μαγαζάκια τ’ ουρανού … ενάντια στην ομάδα του Θανάτου

.

.

Ζωγραφική: Ν. Εγγονόπουλος

.

.

ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΗ  ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ

Εχτές το βράδυ μού τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και —να μην
το ξεχάσω— και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα , 1987

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8467.30#ixzz1j53ypQnO

.

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ

Ας γράψουν άλλοι για το έργο σου, ας πουν
για την Κυρά-Λισάβετ, την Παρέλαση,
το Τελευταίο σου καταφύγιο, τον Σκαρίμπα.
Αρμοδιότεροι υπάρχουν, να το κάνουν.

Σ’  εμένα πέφτει ο κλήρος να θυμίσω
την άλλη σου διάσταση, τη θρυλική,
δόξα και καύχημα των μακεδονικών γηπέδων.*

Πρωταθλητή των πόνων, σέντερ φορ
οι μαγικές σου ντρίπλες δε θα ξεχαστούν
το ψυχωμένο παίξιμό σου και τα γκολ
ενάντια στην ομάδα του Θανάτου.

Ήσουν πάντα το ίνδαλμά μου.
          .                       .                      .Εσύ
στην πρώτη ομάδα, χαρισματικός,
κι εγώ αναπληρωματικός, να περιμένω.
Στις προπονήσεις προσπαθούσα να σε μιμηθώ
κι από τον πάγκο σε καμάρωνα τις Κυριακές
και ζητωκραύγαζα σε κάθε ενέργειά σου.

Τώρα, που ήρθε η ώρα μου να καθιερωθώ
—δυόμισι χρόνια παίζω ανελλιπώς
στην πρώτη ομάδα—
ορκίζομαι σε στάση προσοχής
τη θέση σου να μην ντροπιάσω, παλικάρι.

.

Α ν έ σ τ η ς   Ε υ  α γ γ έ λ ο υ  (1937-1994)

Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση, 1994

.

* Προφανώς ο Ευαγγέλου υπαινίσσεται εδώ όχι κάτι σχετικό με το ποδόσφαιρο, αλλά την κοινή τους μοίρα, όσον αφορά το τέλος της ζωής τους, αφού και οι δύο απεχώρησαν από τον κόσμο αυτό, προσβεβλημένοι από νεοπλασία.

 .

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 107-108)

.


Τάσος Δενέγρης : Απ’ τη στάχτη του χρόνου

.

.

.

.

.

Η ΛΟΥΚΙΑ

.

Απ’ τη στάχτη του χρόνου

Η Λουκία προβάλλει

Η Λουκία εννέα χρονώ

Μες στο σπίτι διαβάζει

Και τυρβάζει

Με μια ανατροφή που μου διαφεύγει.

.

Αγέλαστος καλοντυμένος

Με τρομάζει

Ευθυτενής ο πατέρας της

Και ξέρω πως έτσι που παίζω

Όλη τη μέρα στους δρόμους

Αλήτη αυτός με νομίζει

Δεν με πειράζει

Όμως πονάω

Που δεν μπορώ να την δω.

.

Όταν με βλέπει

Λάμπουν για λίγο

Τα λυπημένα της μάτια

Κι ύστερα πάλι

Πέφτει επάνω τους ίσκιος βαρύς.

.

Όλο το απόγευμα παίζω σ’ αυτό το χωράφι

Έτσι το λένε

Αλλά δεν είναι

Ένα κομμάτι

Γης υψωμένο

Δάσος τσουκνίδες

Κι ένα πηγάδι

Που το ‘χουν φράξει

Με αγκωνάρια.

.

Κι άμα τη δω προς στιγμή να περνάει

Πίσω απ’ το τζάμι

Δωσ’ του και κάνω βουτιές μες στο κρύο

Για ν’ αποκρούσω

Τη λεμονόκουπα που μου πετάει

Ο φίλος μου αντί για μπάλα

Στημένος απέναντι στα δέκα μέτρα.

.

Είναι Φλεβάρης

Φως καθαρό

Από την Κούλουρη

Θα ‘ρθει η Καμπούρα

Σκότος να σπείρει

Θανατερό.

.

Ούτε που φαίνεται

Η λεμονόκουπα

Μες στο σκοτάδι

Έχει πια γίνει

Σημάδι μικρό

Πονάνε τα χέρια μου καθώς βουτάω

Και αποκρούω

Ενστικτωδώς.

.

Τελείωσε η μέρα

Πάει κι η Λουκία

Θα γυρίσω στο σπίτι

Θα χωθώ στα βιβλία

Γιατί έχουν εικόνες

Που δεν σου φεύγουν απ’ το μυαλό

Όπως εκείνη

Του Μάρκο Κράλιεβιτς που ‘χει στοιχειώσει

Και με το άλογο τον σύντροφό του

Μέσα στη νύχτα

Περιπολεί.

Όποτε βλέπω αυτή την εικόνα

Αμέσως ακούω τον κρότο

Που κάνουν οι οπλές του αλόγου

Ξεχνώ τη Λουκία για λίγο

Και πέφτω στον ύπνο

Αμαχητί.

.

24-2-1995

.

Τ ά σ ο ς   Δ ε ν έ γ ρ η ς  (1934-2009)

Το πνεύμα της άμυνας, 1999

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 72-74)

.


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου : Η ψυχή μας τομάρι στην τάβλα

.

.

.

George Grosz : The Pillars of Society

.

.

.

.

.

.

Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

.

Η ψυχή μας

καρφωμένο τομάρι στην τάβλα.

.

Μεγαλώσαμε όπως το δέντρο απλώνει σταθερά τους

κύκλους του,

ενώ οι εμπρηστές το απειλούνε,

ταξιδέψαμε ακίνητοι

και οι ρίζες μας πέσανε

σε καθαρές φλέβες, σε σάπια νερά,

ο κεραυνός πολλές φορές μας διάλεξε για καταφύγιο·

.

δεν αρνηθήκαμε την ψυχή μας

γιατί ο πόνος δεν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος,

γιατί η αγάπη δεν είναι το έσχατο όριο.

.

Η ψυχή μας

τομάρι στην τάβλα,

με καρφιά και γάντζους,

κάθε μέρα

στα χέρια των κερδοσκόπων.

.

.

.

Π ρ ό δ ρ ο μ ο ς  Χ.  Μ ά ρ κ ο γ λ ο υ  (1935)
Από τη συλλογή Τα κύματα και οι φωνές, 1971

 (Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 203)

.


Γιάννης Σκαρίμπας : Προς τη γραμμή των οριζόντων

 

Henri Rousseau : The Boat in the Storm

.

.

.


 ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, — τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα — με γυάλινα πανιά — πλοίο που πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
έξω απ’ τον κύκλο των νερών —  στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου — φως μου —
— καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί —
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

.

.

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Θόλωνε το βράδυ και βαρύ επροχώρει
μπλάβο σαν ‘να σύγνεφο μελάνι
μέσα στην αχλύ του — όρνιο — το βαπόρι
κι ήμπε σιγανά μεσ’ το λιμάνι.

Το βαπόρι, είπα με ψυχή σκιαγμένη,
νάτο το βαπόρι-όρνιο νάτο,
τάχα ποιόν ν’ αρπάξει έχει έρθει και προσμένει
μουχτερό και δόλιο, από δω κάτω;

Ήταν μου το θάρρος έντρομο και όμως
μαύρες υποψίες έχω εντός μου
— ξέρω — ένας κρύφιος θα με φέρει δρόμος
όξ’ από τα όρια του κόσμου.

Αχ δυστυχισμένος έκλαιγα όλη νύχτα
τις προετοιμασίες κάνοντας του Άδη
κι όλο το βαπόρι ρεύονταν κι αλύχτα
— ύαινα τυφλή — μεσ’ το σκοτάδι.

Την αυγή δεν τώδα! Στα νερά επροχώρει
μια γραμμή — που τα ουράνια σμίγει —
φειδωτή μου δείχνει πούθε το βαπόρι,
το βαπόρι,  πούθε του,  είχε φύγει.

Τώρα πιο θλιμμένος την ψυχή μου ανοίγω,
τραγουδεί πικρά η λύπη εντός μου:
Αχ τι ευκαιρία πούχασα να φύγω
όξ’ από τα όρια του κόσμου!…

 

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π α ς  (1892-1984)

Ουλαλούμ, 1936

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  &  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 290-291)

 

 

Γιάννης Σκαρίμπας – Μαρία Βουμβάκη : «Φαντασία»



Νίκος Καρύδης : Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα

 

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

 

ΤΖΕΜΙΛΕ

 

Τζεμιλέ,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη, φευγάτη, μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
o  φίλος της βραδιάς γελούσε,
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε,
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Τζεμιλέ, φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως,
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο,
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου,
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ,
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μέρες, οι νύχτες,
σε ποιά ζωή,
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις,
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιό βοριά.
Θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών,
που δώσανε ονόματα στα άστρα,
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού,
καμπαναριό, κατάρτι, αϊτοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Ήταν η θάλασσα, το πέλαγος, τα χρόνια, ο χωρισμός,
ήταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο,
ήταν μια απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρίφαλα.
Τζεμιλέ,
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Ν  ί  κ  ο  ς    Κ  α  ρ  ύ  δ  η  ς  (1917-1984)

Έξη ποιήματα, 1950

(Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 159-160.)

 

 


Μιχάλης Κατσαρός : Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ  ΓΙΑ  ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΝΕΟΙ

 

 

 

Αφιερωμένο στον νέο ποιητή Χρίστο Ρουμελιωτάκη ετών 18, που δημοσίεψε προ μηνός τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»

 

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους

δε βγαίνουν

φοβούνται

δεν παραδίδουν τίποτα—

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

 

Κρατά γερά το μυστικό ο Παπαδίτσας

παίζει

βγαίνει απ’ το παράθυρο σαν το πουλί

βρέχεται ξαναμπαίνει—

 

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του

ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα

χτυπάει μετά τη χορδή του

ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί—

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά

ούτε ένα θρήνο νέο

λες και να πέθανε τώρα αλήθεια

ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

 

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος

με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί

τρέχει μονάχος σε υπόγεια με πυρσούς

φανούς και σπίρτα.

 

Με ποιον με ποιον να μιλήσω.

Ο Δούκαρης ένας πιστός του εαυτού του

έτοιμος για σφαγή ο Καρούζος

χτυπάει το άδειο γκογκ η Ελένη Βακαλό—

Κανείς δεν αποκρίνεται.

 

Με ποιον με ποιον θα μιλήσω;

Κανέναν άλλο δε θυμάμαι πια

παρά στ’ αυτιά μου ακούω τις φωνές

του Χριστοδούλου

μ’ ένα φανάρι τριγυρνά σ’ άγνωστους διαδρόμους

κραυγάζοντας σαν το σκυλί το πληγωμένο.

Ιάσονα θρηνείς Δεπούντη — μόνος;

Νίκο Φωκά ψάχνεις σε «ακροπωλεία» ακόμη;

Γιώργο μου Γαβαλά πού είσαι;

Αχ Σαραντή το έδωσες το αίμα;

Νίκο Βρανά μη με κοιτάς

μ’ αυτό το κρύο μάτι

είμαι εδώ κοντά σου — μόνος.

 

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι

τί  γίνατε; Ποιος άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;

Τώρα που σας καλώ όλους εδώ —

θυμάστε αλήθεια θυμάστε

τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια

τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά

θυμάστε

κείνο το βράδυ που μιλούσαμε

θυμάστε;

Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος

και παραμένει.

 

Μ ι χ ά λ η ς   Κ α τ σ α ρ ό ς  (1920-1998)

Περ.  Αθηναϊκά Γράμματα, τ. 8, Φεβρουάριος 1958.

(  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε,  Αθήνα,  Εκάτη,  2009,  σελ. 163-165. )

Για μια ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος, κάντε «κλικ»στον πιο κάτω σύνδεσμο :

Χ. Δανιήλ, Ποίηση και ερμηνεία Μ. Κατσαρού, Μπαλλάντα για τους …


 


Χρίστος Ρουμελιωτάκης : Στη Λευκοθέα άρεσε το σκληρό κρεβάτι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

Ο ΑΝΕΠΙΛΗΠΤΟΣ ΒΙΟΣ

Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ

 

 

α΄

 

Τα ωραία ζουμπούλια στο ανθογυάλι

μου θυμίζουν

τη Λευκοθέα του ναυτολογικού γραφείου —

ερχόταν κάθε Σάββατο απόγευμα,

μερικές φορές και Κυριακή πρωί,

έβγαζε τα φορέματά της,

τα δαχτυλίδια της και το σταυρό της

και γέμιζε με άνθη και αρώματα

όλη η κάμαρη,

τί λέω η κάμαρη

ολόκληρο το σπίτι,

τί λέω το σπίτι

ολόκληρο το 324 οικοδομικό τετράγωνο

και παραπέρα ακόμη

ώς τα φανάρια και την Παναγίτσα

και τη ζωή μου τη φαρμακεμένη.

 

β΄

 

Στη Λευκοθέα

            άρεσε το σκληρό κρεβάτι,

έτσι, έλεγε,

βιώνεις με τη σάρκα και το αίμα σου

την κίνηση της ύλης

προς τη θέωση.

Ωδίνει και σπαργά το ξύλο, έλεγε,

και γίνεται καράβι που αποπλέει

τη συνοδεία πετεινών του ουρανού.

Πότε ψηλά και πότε στο βυθό,

εν μέσω των κυμάτων της θαλάσσης, έλεγε,

νεφέλη φωτεινή το αναρπάζει

κι ενώ θαρρείς πως  χάθηκε και πάει

φως ιλαρόν στο γαλαξία μέσα

εκχέεται εκείνο και οδεύει.

Αυτά και άλλα η Λευκοθέα απεφθέγγετο

πριν να γινούμε

θάλασσα και ήλιος

και γιασεμί νυχτερινό.

 

                                         γ΄

 

Φως ποθεινότατον η Λευκοθέα

σ’ άλλους αναβαθμούς

διαλάμπει τώρα —

βάζει φωτιά

και λαμπαδιάζουν τα καράβια

κι αχ, είναι ο βίος μας βραχύς

και ανεόρταστος.

 

Χ ρ ί σ τ ο ς   Ρ ο υ μ ε λ ι ω τ ά κ η ς  (1938)

Ξένος ειμί –και άλλα ποιήματα, 2002

(Γ ι ω ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 265-267)


Βασίλης Καραβίτης : Όταν το θέαμα του κόσμου γίνεται αβάσταχτο

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ

Πορτόφυλλα αδιαφανή και αδιαπέραστα
όταν το θέαμα του κόσμου γίνεται αβάσταχτο
και τα μάτια στεγνά ακόμα μας εκλιπαρούν
να επιστρέψουν για λίγο στο φιλικό τους σκοτάδι.
Δεν είναι όμως η συγκάλυψη των ματιών μόνο
την ώρα που τα συντρέχουμε και ηρεμούν προσωρινά
ο ρόλος που αποδεχτήκαμε και μας αρκεί
όταν το νιώσουμε πόσο όλα τα πράγματα αντιμάχονται
να χωρέσουν στο σχέδιο μιας σχέσης στοργικής
που οι εκκλήσεις του βλέμματος ακούραστα υποβάλλουν.
Για μας είναι γνωστό κι ας μένει αμετάδοτο
πως τίποτα δεν κερδίζεται με μάτια ανοιχτά
κι αν έχουμε ένα λόγο για συνύπαρξη
είναι να τα εξωθούμε αδιάκοπα στον ύπνο.
Άσχετο πόσο τα μάτια αμετανόητα
αρνούνται να πιστέψουν το φοβερό τους μέλλον
κι επινοούν στα βάθη τους κώδικες ονειρικούς
στα μέτρα μιας μεγάθυμης ζωής
κι όχι αυτής που τα χλευάζει.
Ίσως γιατί φοβούνται πιο πολύ
όσο κι εμείς βαθιά μας κι απεχθάνονται
τη θλίψη που κληροδοτούν αφόρητα
όσοι κοιμήθηκαν οριστικά και δεν ξυπνάνε.

 

Β α σ ί λ η ς   Κ α ρ α β ί τ η ς  (1934)

Του προσώπου, 2003

Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 147.


Νίκος Εγγονόπουλος : Σε τούτο το δωμάτιο …

 

Ν. Εγγονόπουλος : Η επιστροφή των πουλιών

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
παρέδωσε το πνεύμα
η ωραία αθηναία κόρη
ξαπλωμένη στα μεταξωτά χιράμια
— τα ξανθά μαλλιά ξέπλεκα γύρω στην κερένια κεφαλή —
ενώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
ακούγονταν
οι καμπάνες της Αγια-Σωτήρας
που βάραγαν
εσπερινό
ως την επομένη ξημέρωνε
η εορτή
του προφήτη Σαμουήλ

σ’ αυτό μέσα το δωμάτιο
συνουσιάστηκαν τα δυο φοβερά τέρατα
κι’ ευφραίνονταν
μ’ αγκομαχητά κι’ άγρια γρυλίσματα
κι’ αγριοφωνάρες
λες και βουργάροι υλοτόμοι
τα βάλανε με θεόρατα ελάτια
ή μάλλον
( κ α λ ύ τ ε ρ ο )
να εγκρεμιζόντουσαν
βουνά

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
η γηραιά δέσποινα
πέρασε χρόνια και χρόνια
ανίας :
κουνούσε ανεπαίσθητα τα τρεμάμενα χέρια
προσπαθώντας στο σκοτεινιασμένο
και θολό μυαλό
να ξαναφέρη εικόνας των παλαιών της μεγαλείων
ίσαμε τη μέρα
που με βηματάκια αργά
ξεκίνησε— την εξεκίνησαν —
για το γεροκομείο

μέσα εδώ εγεννηθήκαν τρία παιδιά
— γόνοι τιμίας κι’ ευυπολύπτου οικογενείας —
που χάθηκαν
— τόπο δεν έπιασε κανένας τους —
ο ένας πήγε στην Αμερική
ο  άλλος πέθανε κακήν κακώς — μπεκρής —
κι’ ο τρίτος είναι κάπου ακόμη
φαροφύλακας

εδώ — ναι εδώ μέσα : σε τούτο το δωμάτιο —
σκότωσε χέρι άτιμο εκείνο
τον παλληκαρά
«να τιμωρήση — λέει — εν τω προσώπω του την αναρχία»
κι’ έγειρ’ η λεύκα και σωριάστηκε χαμαί
και κείνη η μουντή κηλίδα
του πατώματος
κει πέρα στη γωνιά
είναι το αίμα που ποτάμι χύνονταν απ’ την πληγή
και τίποτα ποτέ
δεν είταν δυνατό
να τηνέ καθαρίση απ’ τα σανίδια

όμως αρκεί ώς εδώ : τί πάω να κάμω ;
πόσο δε θάτανε κοπιαστικό
ίσως κι’ αδύνατο
πάντως ατέλειωτο
και μάταιο ακόμη κι’ ανιαρό
να σημειώσω τώρα με τόση λεπτομέρεια
την ιστορία την ατέλειωτη
αυτού του δωματίου

(άλλοτε έμπαζαν κρεββάτια
άλλοτε τάβγαζαν
άλλοτε κει ήταν σκρίνιο
ύστερα ντουλάπα
έπειτα κασσσέλα
άλλοτε στα παράθυρα είχανε βαρειά παραπετάσματα
άλλοτε τα τζάμια έμεναν γυμνά με μόνα τα παντζούρια
σε κείνη τη γωνιά μια είχανε τα εικονίσματα
άλλες φορές παντού κρέμονταν κάντρα)

να : άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε
κι’ άλλοι — πολλοί— εδώ μέσα γεννηθήκαν
κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα
και τί δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί
φωνές οδύνης
και φωνές χαράς
είδανε και βαφτίσια
μουγκές απελπισιές
και στεφανώματα

(θα το ξεχνούσα : και πιάνο εδώ μέσα αντήχησε παίζοντας αβρά τη Romance du Mal-Aimé)

έζησα κι’ εγώ — ο γράφων — μέσ’ σε τούτο το δωμάτιο
χρόνια πολλά — φτωχά — κι’ ως πάντα
κι’ εδώ γιομάτος πάθος ασχολήθηκα
με τη ζωγραφική την ποίηση
τη γλυπτική
αλλά και τη φιλοσοφία και τον έρωτα
κι’ έμεινα ώρες καθισμένος
—  να καπνίζω  —
σε κει δα το παράθυρο
κυττάζοντας
άλλοτε τον ουρανό
κι’ άλλοτε το δρόμο

και τώρα πρέπει — φευ — κι’ εγώ να φεύγω
—  δεν αποκλείεται άλλωστε να μου μέλλονται καλύτερα —

πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο

Burges, 1956

Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς  (19o7-1985)

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957

Από την ανεκτίμητη έκδοση του  Γ ι ώ ρ γ ο υ   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο υ  και του   Κ ω σ τ ή   Ν ι κ ο λ ά κ η, Ποιήματα που αγαπήσαμε : Από τους ανανεωτές της παράδοσης μέχρι και τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 92-95.

 

 


 

Ο Νίκος Εγγονόπουλος διαβάζει το ποίημά του

«Ενοικιάζεται»

Ο  Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει το ποίημα

του Νίκου Εγγονόπουλου «Ενοικιάζεται»


Γιώργος Μαρκόπουλος : Θύμησες, που κουρνιάσατε στα πράγματα κιόλας …

 

 

 

 

«Εκδρομή» (αρχείο  Σ. Η. )

 

 

 

Νύχτα του ασπασμού

Στον Γιάννη Βαρβέρη

Αλλά κάπως έτσι λοιπόν όλα τελειώνουν, πατέρα.

Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη
και δεν μπορώ πια να δακρύσω,
γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο
από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ.

Πήγαινες να φέρεις ένα χαρτάκι
και έτσι όπως έστρεφες την πλάτη
σε φανταζόμουν σε αποχώρηση∙
χαρούμενος ήσουν και εγώ στα μάτια σου έβλεπα
ένα φως πόλεως — να μ’ αποχαιρετά — μακρινής∙
σε βόλτα έλειπες, και εγώ στο σπίτι σαν έφτανα μόνος,
την παντοτινή, την παντοτινή ζούσα την απουσία σου.

Ω νύχτα δύσκολη.

Θύμησες, που κουρνιάσατε στα πράγματα κιόλας,
πιάτα, φλιτζάνια, ποτήρια
που άθικτα και ταιριασμένα ίσως σας αγοράζαμε
στην ντουλάπα το πρωί θα σας βρω,
φωτογραφίες σε εκδρομές, παλιές
προορισμένες για πάντα καλά να φυλάτε
μια τόσο χαρωπή απουσία,
ρούχα, παλτό, σακκάκια, κασκόλ, ομπρέλες
μιας μόδας άχρηστης, πικρής,
που εντούτοις αποκτήθηκαν κάποτε με αίμα,
γραβάτες, θηλιές χρόνων ταπεινά στολισμένων,
κομοδίνα και καρέκλες στο πατάρι
πτυσσόμενες, αχρησιμοποίητες,,
που κατά βάθος ήξερα, ήξερα πολύ καλά τί σας θέλουμε.

Ω νύχτα δύσκολη,
και ω πατέρα, πιστολιά που από παιδί σε περίμενα
και ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες,
ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες χρόνια.

 

Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς

Από τη συλλογή Κρυφός κυνηγός, Αθήνα, Κέδρος, 2η έκδοση, 2010


Αφιέρωμα στον Γιώργο Μαρκόπουλο


Επιμέλεια: Ανδρέας Τσιάκος – Σπύρος Ηλιόπουλος

«Η ποιητική διάθεση είναι καθημερινή υπόθεση του κάθε ανθρώπου» (Γ. Μαρκόπουλος)

 Η ανάρτηση αφιερώνεται στην αγαπημένη φίλη Θ., που  αν και  πιστεύει ότι δεν έχει «τις απαιτούμενες γνώσεις»  για να καταλάβει την ποίηση, όταν διαβάσει τον Γιώργο Μαρκόπουλο θα αναγνωρίσει, είμαι σίγουρος, όσα βαθιά μέσα της πάντα γνώριζε, και ίσως δακρύσει, απελευθερώνοντας  μια λύπη πολύ λεπτή και πολύ  ωραία.  –Σ. Η.

ΦΩΤΟ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΣ

                                

Β ι ο γ ρ α φ ι κ ό – Ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965  ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1996 τιμήθηκε με το Βραβείο Καβάφη  στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και το 1999 με το Κρατικό  Βραβείο  Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι, η οποία εν συνεχεία  ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο του 2000. Είναι μέλος τηςΕταιρείας Συγγραφέων από το 1982.

 


Π ο ι η τ ι κ ά   έ ρ γ α

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα [χ.ε.], 1968

Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, Αθήνα,  Κούρος, 1973

Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα, Κέδρος,  1976

Οι πυροτεχνουργοί,  Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1979 /  Θεσσαλονίκη, Μικρή Εγνατία, 1980/ Αθήνα, Εστία, 1982

Ποιήματα 1968-1976, Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1980

Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα, Υάκινθος, 1987

Ποιήματα 1968-1987 , Αθήνα, Νεφέλη, 1992, 2000

Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα, Νέο επίπεδο / χειροκίνητο, 1994
(με τρεις έγχρωμες αριθμημένες ξυλογραφίες  του Γιάννη Στεφανάκι)

Μη σκεπάζεις το ποτάμι,  Κέδρος, 1998, 1999, 2000

Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα, εκδόσεις Κέδρος, 2010, β΄ έκδοση

Π ε ζ ά

Ιστορικό κέντρο, Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, 2006

Δ ο κ ί μ ι α

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α’, Αθήνα,  Ρόπτρον, 1991

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β’, Αθήνα,  Νεφέλη, 1994

Εντός και εκτός έδρας (το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση), Αθήνα, Καστανιώτης, 2006

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, Αθήνα,  Εκάτη, 2009

Ά λ λ α

Λευτέρης Ιερόπαις – Μια παρουσίαση, Αθήνα,  Γαβριηλίδης, 1999

Ποιήματα που αγαπήσαμε (μαζί με τον Κώστα Νικολάκη), Αθήνα, Εκάτη, 2009



 

 

 

Από τη συλλογή :

Οι πυροτεχνουργοί

Ο  Ξ έ ν ο ς

Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.

 

Από τη συλλογή :

Η ιστορία  του  ξένου  και  της  λυπημένης

Γ υ ν α ί κ α  μ ε τ α ι χ μ ι α κ ή ς  η λ ι κ ί α ς

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
Που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.
Το πρόσωπό της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους
την ερημιά του μάστορα.

 

Από τη συλλογή:

Η θλίψις του προαστίου

Κ α θ ώ ς  θ α  φ ε ύ γ ε ι ς

Καθώς θα φεύγεις,
παίρνοντας την καμπαρντίνα σου και το καπέλο σου
Κάνοντας μια κίνηση αόριστη
όπως όλοι άλλωστε που φεύγουνε για πάντα,
η θλίψη σου θα μείνει σαν μνήμη μακρινή
υπαίθριου σινεμά του Σεπτεμβρίου
με την ψύχρα και τους μοναχικούς του πελάτες
—ο μουγκός, ο τρελός και ο εργένης—
ή  σαν το «πανόραμα», που ο παιδικός συμμαθητής
μας άφησε να δούμε, χάρη, μια εικόνα.

 

Από τη συλλογή :

Μη σκεπάζεις το ποτάμι

Γ ε ν έ τ ε ι ρ α  ε ν  ε ο ρ τ ή

Σπίτια μοντέρνα ολόλευκα σπίτια μεγάλα ωραία
πλην όμως στις εξώπορτες
άλλων γυμνά τα λάστιχα άλλων χωρίς τιμόνια
με τις κουκούλες τους στραβές το υνί τους σκουριασμένο
με τα φουγάρα ερείπια τις ρόδες βουλιαγμένες
μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτε του δυόσμου
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα των παιδικών μας χρόνων
—μες στη δροσιά την όμορφη του αδέσποτου του δυόσμου—
στέκονται τα τρακτέρια πένθιμα στην ερημιά του κόσμου.

Δ ι α β ά σ ε ι ς  Π ε ζ ώ ν

12. Επιστροφή

Απ’ το πρωί σήμερα σκέπτομαι τον ύπνο
και η λαίλαπα σηκώνει στους σταυρούς την ομίχλη.

Γυρνώ στους δρόμους μονάχος
και στη λιτανεία αναγνώρισα στο σκήνωμα του αγίου
τη μισή καρδιά του χαμένου πατέρα μου.

Χλομές αγάπες στο παγκάκι επενδύουν μυστικά σε ανάμνηση
για τότε που θα χωρίσουν.

Στην εξοχή στάθηκα
και την παλαιά εκείνη προσευχή μου θυμήθηκα:

«Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία
όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε,
του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος,
του εφήβου την ακαταστασία
της δίγνωμης καρδιάς, μεγαλώνοντας,
ή της χελώνας το ακίνητο το κοίταγμα,
βλέποντας κρυφά μες στα κλαριά
κορμί όπου δεν έπρεπε να δεις, που σε διακόπτει.

Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα
το μόνο που θυμάμαι από τότε, Κύριε, δάκρυα, δάκρυα
και τις γιορτές υπήρξα γυάλινος
και η μοναξιά μου εκτεθειμένη, στους άξεστους εκτεθειμένη.

Ω, θυμάσαι όταν για πρώτη
ερχόμουνα κοντά σου φορά, Κύριε,
ζέστη, παντού, βιβλική ζέστη, η πεδιάδα να καίει
και το ποτάμι που εκτινάσσονταν άηχο
ωσάν το θερμόμετρο μέσα στον ήλιο;»

Γύρισα στο πατρικό μου σπίτι.

Έσυρα τον αντίχειρα στην πλάτη του φτωχού σκυλιού
Και του μετέφερα λύπη.


Από τη συλλογή :

Κρυφός Κυνηγός                 

Μ ε τ ά  τ ω ν  α γ ί ω ν

(Επιλογή)    

—- Το παιδί που σου αναγγέλλει τη ζημιά τραγουδώντας, για να απαλύνει έτσι το μέγεθος και τη σημασία της.

—- Το κορίτσι που κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως αργοπορημένο από τον εραστή του, τους έβρισκε όλους να κοιμούνται στο σπίτι, επίτηδες, για να επιτείνουν τις ενοχές του.

—- Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο.

—- Το διανοητικά άρρωστο παλικάρι με το «κορνιζαρισμένο» χαμόγελο, εγκαταλειμμένο στη μέση της πλατείας, στο αναπηρικό καροτσάκι του, καθότι όλοι έφυγαν διαμιάς, γιατί έγινε σεισμός.

—- Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν το νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

—- Οι πρόχειροι σταυροί στη νότια πτέρυγα των εξ επενεκταφής θαμμένων του κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι όλοι μαζί μετά το νυχτερινό μπουρίνι, έτσι  που να μην μπορείς πια να διακρίνεις ποιος είναι ο τάφος του δικού σου ανθρώπου.

—- Οι δύο εκείνοι νεαροί — άντρας και γυναίκα — έχοντας μόλις βγει απ’ το ψυχιατρείο — όπου και γνωρίστηκαν — καθισμένοι στις καρέκλες του ζαχαροπλαστείου ενώ πίνουν χάπια με γάλα και λέγοντας μεγαλόφωνα αηδίες τρισευτυχισμένοι γελούν και πάλι γελούν.

—- Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα του που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.

—- Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους.

—- Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.

—- Ο γιος τού πριν από τρείς μέρες πεθαμένου πατέρα, αν και διαλυμένος σχεδόν απ’ το πένθος, νερό να ρίχνει με το λάστιχο στον μόλις ανεγερθέντα καινούργιο όροφο του σπιτιού τους, για να πήξει το τσιμέντο.

—- Παιδάκια που παίζουν στο δωμάτιό τους κλοτσώντας την μπάλα σιγά, πολύ σιγά, γιατί η μαμά τους τούς είπε πως οι δίπλα έχουνε πένθος.

—- Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετιστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν.

—- Τα κοριτσάκια εκείνα στη φωτογραφία του 1948, που τα μισά ήσαν με τα μαλλάκια τους κανονικά και τα άλλα μισά κουρεμένα  με την ψιλή, για να δηλώνεται έτσι ότι ήσαν ορφανά.

—- Ο πανύψηλος εκείνος άντρας με τα γένια, ντυμένος μαχητής τοτ ΕΛΑΣ κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, που αντί για όπλο κρατούσε στα χέρια του ένα καδρόνι πουλώντας λαχεία.

—- Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή από τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.

 Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς


 ~.~

 

Π ρ ο σ θ ή κ η : Τετάρτη , 19/10, 22:55΄

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος *

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

«Ο ποιητής είναι το χέρι που έχει οριστεί από μια άλλη δύναμη, για να παίρνουν τα πράγματα τη σωστή τους θέση μέσα στον κόσμο. Για μένα ήταν προορισμένο να υπηρετήσω την Ποίηση. Αυτή με λυτρώνει. Τώρα μάλιστα πολύ περισσότερο. Αφού η Ποίηση στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, είναι είδος προς εξαφάνιση».

Παρά τους δύσκολους καιρούς, ο Γιώργος Μαρκόπουλος εξακολουθεί, με μια γαλήνια επιμονή, να ιερουργεί στο βωμό της Ποίησης, δεκαετίες τώρα. Κι επιμένει, ότι «η ποιητική λειτουργία είναι συνυφασμένη με ήθος, που η Ποίηση το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη, διότι είναι πιο ερμητική και υπακούει λιγότερο στις σειρήνες».

–       Ξεκίνημα;

–       Άρχισα να γράφω πεζογραφία, την οποία εξακολουθώ να αγαπώ, να θαυμάζω και ενίοτε να γράφω. Αλλά μοιάζω με το παιδάκι που βάζει το πόδι του στο νερό του ποταμιού, το βρίσκει πολύ βαθύ και τραβιέται πίσω.

–       Βαθύ το ποτάμι με τον πεζό λόγο και όχι με την Ποίηση;

–       Είναι με όλες τις τέχνες βαθύ το ποτάμι, όταν ψάχνεις την ουσία, την αλήθεια.

–       Είπατε ότι λυτρώνει. Μόνο μέσα από οδύνη γεννιέται ένα ποίημα;

–       Χωρίς λύπη δεν υπάρχει δημιουργία. Πιστεύω ότι κάθε τέχνη και η Ποίηση, υπάρχει μέσα από μια δημιουργική οδύνη. Μια ανεξαγόραστη χαρά είναι, όταν είσαι σίγουρος ότι έχεις τελειώσει ένα ποίημα.

–       Καθορίζει τρόπο ζωής η Ποίηση;

–       Και τη συμπεριφορά μας. Διότι κομίζει ένα δικό της ήθος, το οποίο είναι ιδιαίτερο και χωρίς να φαίνεται, είναι μακριά από τις συμπεριφορές και τις κακές συνήθειες των πολλών.

–       Ο ποιητής;

–       Ένα άτομο από τη φύση του ηττημένο. Διότι, αν δεν ξεκινήσεις έχοντας συνειδητοποιήσει αυτή την ήττα απέναντι στη φθορά, στο χρόνο και στο θάνατο, δε νομίζω ότι μπορείς να βουτήξεις στα βαθιά.

–       Εμπιστεύεστε;

–       Τους εξόχως ευγενείς και ταυτοχρόνως ποιητικούς, είτε είναι καθηγητές Πανεπιστημίου, είτε βοσκοί.

–       Άλλαξε η ματιά σας;

–       Ναι. Η Ποίηση μας κάνει πολύ πιο τρυφερούς, με κατανόηση. Πιο καλούς ανθρώπους.

–       Η υστεροφημία;

–       Δεν πιστεύω ότι θα μείνει κάτι αφού φύγω. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν έμενε κάτι στις ανθολογίες, αλλά δεν πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ανάγκη τα δικά μου πράγματα. Είμαι όμως ευτυχισμένος που λυτρώνομαι σήμερα με αυτό που κάνω, που έχω, θέλω να πιστεύω, μια συμπεριφορά πάρα πολύ καλή και έχω γνωρίσει ανθρώπους μέσω της Ποίησης που τους διακρίνει σπάνια ευαισθησία.

–       Τι σημαίνει η έκδοση ενός βιβλίου σας;

–       Σταθμός ζωής. Πάντα εκεί κρύβεται ένα κομμάτι ζωής.

–       Γιατί εκδίδετε βιβλία;

–       Για να επικοινωνήσω με άλλους ανθρώπους. Γιατί πιστεύω ότι αυτά που γράφω, όσο κι αν ακούγεται εγωιστικό, ενδιαφέρουν έστω πενήντα – εκατό άτομα. Δεν είναι και λίγο να πιστεύεις ότι ενδιαφέρεις έστω πενήντα ανθρώπους.

–       Ποιοι σημάδεψαν τη ζωή σας;

–       Από την οικογένεια, ο πατέρας και ο αδερφός μου. Πρόσωπα αξεπέραστα για μένα. Ιδίως για την βαθύτατη ευαισθησία τους. Τους χρωστώ τα πάντα.

–       Από ποιητές;

–       Από αυτούς που με αγκάλιασαν με πατρική στοργή και με βοήθησαν να γίνω καλύτερος άνθρωπος, θέλω να σταθώ στον Δημήτρη Παπαδίτσα. Αλλά κυρίως, στον ανυπέρβλητο άνθρωπο και ποιητή, Τάσο Λειβαδίτη. Ο Τάσος είχε αυτό που δεν μπορώ να πιστέψω. Ότι άνθρωποι με βήμα αλαφρύ σαν του πουλιού, μπορεί να φεύγουν από τη ζωή. Τον φαντάζομαι σαν σύννεφο που πορεύεται και λαμπραίνει τον κόσμο μας.

–       Σταθμοί ζωής;

–       Ότι γεννήθηκα σε ένα μέρος, όπου το φως του ουρανού και η θάλασσα που το περιέβαλλε είναι από τα πιο σπάνια πράγματα που έχω δει σε αυτόν τον κόσμο και έχουν καθορίσει την ιδιοσυγκρασία μου.

–       Μιλάτε για σταθμό ζωής περιγράφοντας εικόνα…

–       Λατρεύω τις εικόνες. Μακάρι να μπορούσαμε να μιλούμε με εικόνες χωρίς να χρειαζόμαστε λόγια. Είναι η ποίηση που διαχέεται στον αέρα. Σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν χάνεται, φτάνει να έχουμε μάτια να το δούμε.

–       Σταθμός άλλος;

–       Όταν ήρθαμε στην Αθήνα στα δεκατέσσερα μου. Στην αρχή έκλαιγα και χάιδευα τους τοίχους του σπιτιού πριν φύγουμε από την πατρίδα μου. Αλλά όταν ήρθαμε εδώ, μαγεύτηκα. Δεν ξέρω τι με ώθησε μυστικά από την πρώτη βδομάδα, να θέλω να ανακαλύψω τι γινότανε σε αυτήν την πόλη.

–       Να λοιπόν γιατί η Αθήνα είναι η πηγή σας, στο τελευταίο βιβλίο.

–       Η Αθήνα είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Μου πρόσφερε πολλά. Έχει υπόγειες δυνάμεις που μπορούν να μας διακινούν με τον καλύτερο και πιο δυνατό τρόπο. Άμα προσέξει κανείς, κάτι ίπταται, κάτι έχει στο αίμα της αυτή η πόλη. Υπάρχει όμως λίγο και η πατρίδα μου. Αυτή που έχω κρατήσει μέσα μου, όχι η τωρινή. Αν δω την πατρίδα μου σαν ερωμένη, είναι μια ερωμένη που πορεύτηκε ερήμην μου κι εγώ ερήμην της, αφού απουσίασα για δεκαετίες.  Αυτό το χάσμα προσπαθώ κάθε φορά να το γεφυρώσω.

–       Η φοβερή πατρίδα όπως τη χαρακτηρίζετε.

–        Ναι. Έχω κάνει κι ένα ποίημα όπου γράφω «Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης». Είναι χάσμα αγεφύρωτο αυτό.

–       Γυμνάσιο;

–       Ευτύχησα να γραφτώ στο Δεύτερο Γυμνάσιο στην οδό Χέυδεν και Αχαρνών που μου έδωσε ώθηση μεγάλη. Ήταν διαφορετικό ό,τι συνέβαινε σε αυτό το σχολείο, όχι μόνο από τους δασκάλους, αλλά και από τους μαθητές. Ίσως να ευθύνεται και η Βικτόρια που ήταν άτακτη πλατεία.

–       Φοιτητής;

–       Δεν θα ξεχάσω την επαφή μου με το φοιτητικό κίνημα της εποχής. Επί δικτατορίας. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, αποκόμισα πολύ ωραία πράγματα. Ότι έγινε τότε, είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου και με καθορίζει μέχρι και τώρα.

–       Πρέπει να ταυτίζεται η ζωή με το έργο του δημιουργού;

–       Δεν συμβαίνει πάντα. Αλλά για τους ποιητές, πιστεύω ότι πρέπει να ταυτίζεται.  Δεν χωρούν το ψέμα και η υποκρισία στη ζωή ενός ποιητή. Είναι ανεπίτρεπτα αυτά όταν υπηρετείς αξίες ζωής.

–       Λύπη;

–       Όταν έχασα πρώτα τη μητέρα και στη συνέχεια τον πατέρα μου.

–       Δεν είχατε συμφιλιωθεί με τη σκέψη της απώλειας;

–       Η λογική δεν είναι συντρόφισσα που την έχουμε όταν τη χρειαζόμαστε. Δυστυχώς, συχνά την έχουμε όταν δεν τη χρειαζόμαστε.

–       Η λογική μπορεί να τιθασεύσει το συναίσθημα;

–       Όταν τείνει να παρεκτραπεί το συναίσθημα ή να γίνει επικίνδυνο, μπορεί και πρέπει να παρεμβαίνει η λογική. Για να μην  αυτοκαταστραφούμε. Είναι εξυπνάδα να βάζεις τη λογική να παρεμβαίνει.

–       Υπέρτατη απόλαυση;

–       Πολλές στιγμές την έχω ζήσει. Από μια συναυλία, μέχρι ένα ποτήρι νερό τον Ιούλιο, σε ώρα μεγάλης δίψας.

–       Συναρτάτε την αξία των πραγμάτων με τις συνθήκες;

–       Ναι. Όχι πως δεν θέλω νερό και τον Ιανουάριο. Άλλωστε δεν είπα τυχαία τον Ιούλιο, διότι είναι ο γενέθλιος μήνας μου και έχει επενεργήσει μέσα μου μαγικά.

–       Δηλαδή;

–       Είναι ένας μήνας του οποίου το φως, φέρνει τα πάντα κοντά μας. Κοντά, όσο και μακριά. Σκληρό, φοβερό φως. Μηδέ εξαιρουμένων των νεκρών. Τους νιώθω δίπλα μου με αυτό το φως. Ίσως φταίει ο τόπος που γεννήθηκα, εκεί όπου λειτουργούσα με αυτό το ανελέητο φως του Ιουλίου. Δίπλα στη θάλασσα και τις χαμηλές λευκές μάντρες των σπιτιών.

–       Είπατε νεκρούς…

–       Τους έχω πάντα στο μυαλό και την καρδιά, σαν να είναι ζωντανοί. Τους κρατώ κι επανέρχομαι πάντα. Η αγάπη που έχουμε για κάποιους ανθρώπους, είναι συνάρτηση των πράξεων τους. Δεν αγαπάμε κάποιον τυχαία, ούτε γιατί έφυγε. Αλλά γιατί έκανε κάτι όσο ζούσε. Έρχεται στο μυαλό μας ό,τι κόμισε.

–       Όταν σας ανήγγειλαν ότι βραβευτήκατε…

–       Δεν μας αρέσει όταν δε δίνει κανείς σημασία σε αυτό που κάνουμε. Μια βράβευση φέρνει χαρά, ικανοποίηση. Αλλά ο ποιητής πρέπει αμέσως μετά να γυρίσει στα χαρτιά του, εκεί που έχει τάξει την ουσιαστική πλευρά της ζωής του.

–       Έχει λόγο ύπαρξης ο ποιητής;

–       Βέβαια. Ομορφαίνει τη ζωή μας.

–       Μήπως τη δυσκολεύει με τις αλήθειες που φέρει;

–       Η δυσκολία φέρνει την ομορφιά. Πιο γλυκά είναι αυτά που φαίνονται στην αρχή πικρά…

–       Τι θα λέγατε σε ένα νέο ποιητή;

–       Να διαβάζει συνέχεια. Με αυταπάρνηση. Να ζει και να αισθάνεται γλυκά και τρυφερά, απέναντι σε όλους αυτούς που θήτευσαν πριν από αυτόν στο χώρο της Ποίησης. Όλοι έκαναν κάτι σημαντικότερο από μας και μας το έδωσαν για να πορευτούμε.

–       Σας ενοχλεί όταν ρωτούν αν γράφετε;

–       Βαθύτατα. Όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο δύσκολα έρχεται το ποίημα. Όχι γιατί μας εγκαταλείπει η έμπνευση, όπως ίσως θα βιαστεί να πει κάποιος. Αλλά γιατί όσο μεγαλώνουμε, περιμένουμε πολύ περισσότερα από το στίχο. Δεν γράφεις με ώρες γραφείου ή όταν θέλεις εσύ.

–       Το βίωμα, στίχος;

–       Είμαι βιωματικός ποιητής. Σχεδόν τίποτα δεν υπάρχει στα γραπτά μου που να μην είναι βίωμα.

–       Τι συμβαίνει τη στιγμή της γέννας ενός στίχου;

–       Εκκένωση ενέργειας. Ένα ηλεκτρικό φορτίο, που μαζεύεται, μαζεύεται και βγαίνει όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι συνειδητή λειτουργία, αλλά δε μπορείς να την απωθήσεις. Πρέπει να συμβιείς με αυτήν για να λυτρωθείς. Όταν σε συμπαρασύρει στη δίνη της και στα αιτήματα της δεν είσαι ήσυχος. Πρέπει να εκφραστεί για να ησυχάσεις. 

–       Πιστεύετε σε…

–       Στον άνθρωπο και στις ανθρώπινες αξίες. Στην έννοια του καλού, που πάντα υπερισχύει του κακού.

–       Ποιος είναι πλούσιος;

–       Εκείνος που μπορεί να ζει ουσιαστικά την κάθε μέρα του, με πάρα πολύ λίγα μέσα που υπάρχουν στον κόσμο και τη φύση, άντε και με ένα τάλιρο χαρτί…(γέλια)

–       Πολιτική;

–       Με τη στενότερη έννοια, έχουμε όλοι απογοητευτεί. Εγώ δεν παύω να είμαι στο βάθος μου, αγιάτρευτα και αμετακίνητα, άνθρωπος αριστερών πεποιθήσεων με την ευρύτερη έννοια του όρου, πέρα από τα στενά όρια των κομματικών σχηματισμών. Σε αυτόν τον κόσμο, τίποτα δεν χάνεται. Μετά από έναν κύκλο, ο άνθρωπος θα ζητήσει να ξαναβρεί τον άνθρωπο.  Αισθάνομαι υπόγεια ρεύματα που οδηγούν εκεί…

Info: «Ιστορικό Κέντρο» – εκδόσεις Καστανιώτη

«Ω ψυχή, πουλί που δεν ξέρει / και πετά σε μέρες που επιτρέπεται το κυνήγι».

«Γι αυτό και η αγάπη μένει μόνη άλλωστε, να λάμπει στους λιμενοβραχίονες και στα μετόχια: επειδή την ανακαλύπτουν οι άνθρωποι όταν πια δεν μπορούν, όταν πια δεν μπορούν να την προφτάσουν».

«και η Ποίηση ολόκληρη δεν είναι παρά ένας σωρός από άμμο, που τον ψάχνουνε τα αιώνια παιδιά και βρίσκουν μέσα του πολύτιμα πετράδια, ω φίλοι μου, τον ψάχνουνε και βρίσκουν».

«…πίσω από όλα τα πρόσωπα που αλλάξαμε στη ζωή, κρυβόταν πάντα η ίδια – θα ξέρει – η μοναξιά».

 

 

 

Όψεις… Γιώργος Μαρκόπουλος*

Του Γ ι ώ ρ γ ο υ  Δ ο υ α τ ζ ή

–       Πρώτος στίχος;

–       Στην πρώτη γυμνασίου. Ήταν ένα ποίημα συναισθηματικό και έμμετρο. Πριν το στίχο είχα γράψει διηγήματα επηρεασμένα από αυτά που διάβαζα στο σχολείο. Με ένα τελείως τυχαίο περιστατικό, μπήκα στην Ποίηση. Νομίζουμε βέβαια ότι συμβαίνουν τυχαία περιστατικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι μέσα μας γίνονται άλλες διεργασίες.

–       Πότε άρχισε η συνειδητή, συστηματική γραφή;

–       Όταν ήμουν στην τετάρτη του εξαταξίου Γυμνασίου. Τότε που ανακάλυψα την ποιητική ανθολογία του Περάνθη. Διαβάζοντας, βυθίστηκα σε έναν κόσμο μαγικό, από τον οποίο δεν θέλησα να βγω ούτε ένα λεπτό.

–       Όταν τα χειρόγραφα γίνονται βιβλίο;

–       Νιώθω πιο πολύ από κάθε άλλη φορά,  αμφιβολίες, ανησυχίες και τα αφήνω για μεγάλο διάστημα. Δεν τα ξανακοιτάω, από φόβο μήπως απογοητευτώ.

–       Έρωτας;

–       Είναι ένα συναίσθημα ακριβό στη ζωή μας. Θα ήθελα πάρα πολύ, παρά τα τραύματα, να το ξαναδοκίμαζα. Όμως ο κόσμος έχει τις ισορροπίες του. Σε μια ηλικία βιώνεις τη γλύκα της καταστροφής και σε μια άλλη, την ησυχία της γνώσης.

–       Φόβος;

–       Ο θάνατος. Τον φοβάμαι, αν και στις ελάχιστες ευτυχώς φορές που έχω κινδυνέψει να τον συναντήσω, στο κρυφτούλι μας κερδίζω εγώ. Αυτός ο φόβος νομίζω είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Είτε γράφεις ποιήματα, είτε είσαι έμπορος, όλα είναι ξόρκια του θανάτου.

–       Τι σας δίνει χαρά;

–       Να γράφω καλά ποιήματα και να αισθάνομαι ότι είμαι αποδεκτός για τις πράξεις και τις συμπεριφορές μου.

–       Ύψιστη αξία ζωής;

–       Το ψάξιμο ενός δρόμου που θα μας κάνει αληθινούς απέναντι στους άλλους και τους άλλους αληθινούς απέναντι μας. Με μια αλήθεια που δεν έχει σχέση με την κοινότοπη που λένε οι άνθρωποι. Μια αλήθεια που μας κάνει να πλησιάζουμε, όσο γίνεται πιο «γυμνοί», τους άλλους, με έναν τρόπο που να βοηθάει να διαλύουμε τα σκοτάδια, την κοινωνική, τη γενετήσια μοναξιά μας.

–       Μοναξιά. Σας φοβίζει;

–       Νομίζω ότι με τον καιρό την έχω χειραγωγήσει. Έφτασα στο σημείο να περνάω και καλά μαζί της όταν με συναναστρέφεται αυτή η κυρία. Είμαι μοναχικός και κοινωνικός. Έγραψα στα είκοσι δύο μου: «Μα εγώ έλεγα πάντα αστεία, γιατί ήξερα πόσο κλειστός ήμουν και φοβόμουν».


(*)Από το το «Κ» της Καθημερινής (2006). Πολύτιμη προσφορά του ποιητή Γιώργου Δουατζή στο αφιέρωμα.  Τον ευχαριστούμε θερμά. Το υλικό αυτό δεν είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο.


 

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος διαβάζει το ποίημά του : «Η μπάντα»

Γιώργος Μαρκόπουλος – συνέντευξη Δαυίδ Ναχμίας  (1/6)