Just another WordPress.com site

ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ)

Ορέστης Αλεξάκης : … κι όλο βυθίζεσαι στο φως

Ζωγραφική : Gustav Klimt



 
.

Μαρία ή Το θαύμα της βροχής

.

Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω

.

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις

.

μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας

.

Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις

.

κι όλο βυθίζεσαι στο φως

και μέσα

στην εκτυφλωτική σου λάμψη

σβήνεις

.

Κι εγώ

τινάζω κλαίγοντας

       — γελώντας

και κλαίγοντας —

το δέντρο

και

ξυπνώ

.

και πια

δεν είναι φως

δεν είναι δέντρο

.

μόνο δωμάτιο γκρίζο

βουρκωμένο

και βρέχει

βρέχει

βρέχει

και

δεν είσαι

.

κανείς δεν είναι πια

και με σκεπάζουν

άγρια θολά νερά

.

νερά

και χρόνια

.

.

.

Ο ρ έ σ τ η ς  Α λ ε ξ ά κ η ς (1931)

Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 18-19)

.


Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Νίκος Σπανιάς και Giorgio de Chirico

.

G. de Chirico : Return of the Prodigal Son

.

Η επιστροφή του ασώτου

.

Βαρύς

Μ’ ένα κεφάλι σαν αυγό

Χωρίς μάτια χωρίς χαρακτηριστικά

Ξαναγυρίζεις

.

Πάνω στο σώμα έχουνε σβήσει

Χίλια άστρα

.

Άσπρος σα γύψος —πρεσβύτης περινούστατος —

Ο πατέρας σ’ αγκαλιάζει

Αυτός ουσιαστικά

Σ’ έδιωξε από το σπίτι

Ξαναγυρίζεις

Με την κίτρινη κολοκύνθη της ερήμου

Γεμάτη χλιαρό νερό

Δεμένη με σκοινί στο ραβδί  σου

Μακρύ σαν κηρύκειο

Γερτός απ’ τη γεωμετρία της πόλης

Που σηκώνεις στην πλάτη σου

Πρόσεξε σαν περάσεις το κατώφλι του σπιτιού

Θα βασιλεύει ένα χρώμα πράσινο βαθύ

Κι ο πατέρας διαρκώς θα σ’ αγκαλιάζει.

.

Ν ί κ ο ς   Σ π α ν ι ά ς (1924-1990)

Φόρος τιμής στον Giorgio de Chirico, 1981

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 292)

.


Ανέστης Ευαγγέλου : Στα μαγαζάκια τ’ ουρανού … ενάντια στην ομάδα του Θανάτου

.

.

Ζωγραφική: Ν. Εγγονόπουλος

.

.

ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΗ  ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ

Εχτές το βράδυ μού τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και —να μην
το ξεχάσω— και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα , 1987

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8467.30#ixzz1j53ypQnO

.

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ

Ας γράψουν άλλοι για το έργο σου, ας πουν
για την Κυρά-Λισάβετ, την Παρέλαση,
το Τελευταίο σου καταφύγιο, τον Σκαρίμπα.
Αρμοδιότεροι υπάρχουν, να το κάνουν.

Σ’  εμένα πέφτει ο κλήρος να θυμίσω
την άλλη σου διάσταση, τη θρυλική,
δόξα και καύχημα των μακεδονικών γηπέδων.*

Πρωταθλητή των πόνων, σέντερ φορ
οι μαγικές σου ντρίπλες δε θα ξεχαστούν
το ψυχωμένο παίξιμό σου και τα γκολ
ενάντια στην ομάδα του Θανάτου.

Ήσουν πάντα το ίνδαλμά μου.
          .                       .                      .Εσύ
στην πρώτη ομάδα, χαρισματικός,
κι εγώ αναπληρωματικός, να περιμένω.
Στις προπονήσεις προσπαθούσα να σε μιμηθώ
κι από τον πάγκο σε καμάρωνα τις Κυριακές
και ζητωκραύγαζα σε κάθε ενέργειά σου.

Τώρα, που ήρθε η ώρα μου να καθιερωθώ
—δυόμισι χρόνια παίζω ανελλιπώς
στην πρώτη ομάδα—
ορκίζομαι σε στάση προσοχής
τη θέση σου να μην ντροπιάσω, παλικάρι.

.

Α ν έ σ τ η ς   Ε υ  α γ γ έ λ ο υ  (1937-1994)

Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση, 1994

.

* Προφανώς ο Ευαγγέλου υπαινίσσεται εδώ όχι κάτι σχετικό με το ποδόσφαιρο, αλλά την κοινή τους μοίρα, όσον αφορά το τέλος της ζωής τους, αφού και οι δύο απεχώρησαν από τον κόσμο αυτό, προσβεβλημένοι από νεοπλασία.

 .

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 107-108)

.


Τάσος Δενέγρης : Απ’ τη στάχτη του χρόνου

.

.

.

.

.

Η ΛΟΥΚΙΑ

.

Απ’ τη στάχτη του χρόνου

Η Λουκία προβάλλει

Η Λουκία εννέα χρονώ

Μες στο σπίτι διαβάζει

Και τυρβάζει

Με μια ανατροφή που μου διαφεύγει.

.

Αγέλαστος καλοντυμένος

Με τρομάζει

Ευθυτενής ο πατέρας της

Και ξέρω πως έτσι που παίζω

Όλη τη μέρα στους δρόμους

Αλήτη αυτός με νομίζει

Δεν με πειράζει

Όμως πονάω

Που δεν μπορώ να την δω.

.

Όταν με βλέπει

Λάμπουν για λίγο

Τα λυπημένα της μάτια

Κι ύστερα πάλι

Πέφτει επάνω τους ίσκιος βαρύς.

.

Όλο το απόγευμα παίζω σ’ αυτό το χωράφι

Έτσι το λένε

Αλλά δεν είναι

Ένα κομμάτι

Γης υψωμένο

Δάσος τσουκνίδες

Κι ένα πηγάδι

Που το ‘χουν φράξει

Με αγκωνάρια.

.

Κι άμα τη δω προς στιγμή να περνάει

Πίσω απ’ το τζάμι

Δωσ’ του και κάνω βουτιές μες στο κρύο

Για ν’ αποκρούσω

Τη λεμονόκουπα που μου πετάει

Ο φίλος μου αντί για μπάλα

Στημένος απέναντι στα δέκα μέτρα.

.

Είναι Φλεβάρης

Φως καθαρό

Από την Κούλουρη

Θα ‘ρθει η Καμπούρα

Σκότος να σπείρει

Θανατερό.

.

Ούτε που φαίνεται

Η λεμονόκουπα

Μες στο σκοτάδι

Έχει πια γίνει

Σημάδι μικρό

Πονάνε τα χέρια μου καθώς βουτάω

Και αποκρούω

Ενστικτωδώς.

.

Τελείωσε η μέρα

Πάει κι η Λουκία

Θα γυρίσω στο σπίτι

Θα χωθώ στα βιβλία

Γιατί έχουν εικόνες

Που δεν σου φεύγουν απ’ το μυαλό

Όπως εκείνη

Του Μάρκο Κράλιεβιτς που ‘χει στοιχειώσει

Και με το άλογο τον σύντροφό του

Μέσα στη νύχτα

Περιπολεί.

Όποτε βλέπω αυτή την εικόνα

Αμέσως ακούω τον κρότο

Που κάνουν οι οπλές του αλόγου

Ξεχνώ τη Λουκία για λίγο

Και πέφτω στον ύπνο

Αμαχητί.

.

24-2-1995

.

Τ ά σ ο ς   Δ ε ν έ γ ρ η ς  (1934-2009)

Το πνεύμα της άμυνας, 1999

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 72-74)

.


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου : Η ψυχή μας τομάρι στην τάβλα

.

.

.

George Grosz : The Pillars of Society

.

.

.

.

.

.

Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ

.

Η ψυχή μας

καρφωμένο τομάρι στην τάβλα.

.

Μεγαλώσαμε όπως το δέντρο απλώνει σταθερά τους

κύκλους του,

ενώ οι εμπρηστές το απειλούνε,

ταξιδέψαμε ακίνητοι

και οι ρίζες μας πέσανε

σε καθαρές φλέβες, σε σάπια νερά,

ο κεραυνός πολλές φορές μας διάλεξε για καταφύγιο·

.

δεν αρνηθήκαμε την ψυχή μας

γιατί ο πόνος δεν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος,

γιατί η αγάπη δεν είναι το έσχατο όριο.

.

Η ψυχή μας

τομάρι στην τάβλα,

με καρφιά και γάντζους,

κάθε μέρα

στα χέρια των κερδοσκόπων.

.

.

.

Π ρ ό δ ρ ο μ ο ς  Χ.  Μ ά ρ κ ο γ λ ο υ  (1935)
Από τη συλλογή Τα κύματα και οι φωνές, 1971

 (Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 203)

.


Γιάννης Σκαρίμπας : Προς τη γραμμή των οριζόντων

 

Henri Rousseau : The Boat in the Storm

.

.

.


 ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, — τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα — με γυάλινα πανιά — πλοίο που πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
έξω απ’ τον κύκλο των νερών —  στα χάη.

Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου — φως μου —
— καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί —
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

.

.

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Θόλωνε το βράδυ και βαρύ επροχώρει
μπλάβο σαν ‘να σύγνεφο μελάνι
μέσα στην αχλύ του — όρνιο — το βαπόρι
κι ήμπε σιγανά μεσ’ το λιμάνι.

Το βαπόρι, είπα με ψυχή σκιαγμένη,
νάτο το βαπόρι-όρνιο νάτο,
τάχα ποιόν ν’ αρπάξει έχει έρθει και προσμένει
μουχτερό και δόλιο, από δω κάτω;

Ήταν μου το θάρρος έντρομο και όμως
μαύρες υποψίες έχω εντός μου
— ξέρω — ένας κρύφιος θα με φέρει δρόμος
όξ’ από τα όρια του κόσμου.

Αχ δυστυχισμένος έκλαιγα όλη νύχτα
τις προετοιμασίες κάνοντας του Άδη
κι όλο το βαπόρι ρεύονταν κι αλύχτα
— ύαινα τυφλή — μεσ’ το σκοτάδι.

Την αυγή δεν τώδα! Στα νερά επροχώρει
μια γραμμή — που τα ουράνια σμίγει —
φειδωτή μου δείχνει πούθε το βαπόρι,
το βαπόρι,  πούθε του,  είχε φύγει.

Τώρα πιο θλιμμένος την ψυχή μου ανοίγω,
τραγουδεί πικρά η λύπη εντός μου:
Αχ τι ευκαιρία πούχασα να φύγω
όξ’ από τα όρια του κόσμου!…

 

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π α ς  (1892-1984)

Ουλαλούμ, 1936

(Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  &  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 290-291)

 

 

Γιάννης Σκαρίμπας – Μαρία Βουμβάκη : «Φαντασία»



Νίκος Καρύδης : Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα

 

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

 

 

ΤΖΕΜΙΛΕ

 

Τζεμιλέ,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη, φευγάτη, μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
o  φίλος της βραδιάς γελούσε,
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε,
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Τζεμιλέ, φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως,
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο,
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου,
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ,
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μέρες, οι νύχτες,
σε ποιά ζωή,
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις,
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιό βοριά.
Θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών,
που δώσανε ονόματα στα άστρα,
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου,
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού,
καμπαναριό, κατάρτι, αϊτοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε.
Ήταν η θάλασσα, το πέλαγος, τα χρόνια, ο χωρισμός,
ήταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο,
ήταν μια απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρίφαλα.
Τζεμιλέ,
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις,
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Ν  ί  κ  ο  ς    Κ  α  ρ  ύ  δ  η  ς  (1917-1984)

Έξη ποιήματα, 1950

(Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 159-160.)

 

 


Μιχάλης Κατσαρός : Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ  ΓΙΑ  ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΝΕΟΙ

 

 

 

Αφιερωμένο στον νέο ποιητή Χρίστο Ρουμελιωτάκη ετών 18, που δημοσίεψε προ μηνός τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»

 

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους

δε βγαίνουν

φοβούνται

δεν παραδίδουν τίποτα—

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

 

Κρατά γερά το μυστικό ο Παπαδίτσας

παίζει

βγαίνει απ’ το παράθυρο σαν το πουλί

βρέχεται ξαναμπαίνει—

 

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του

ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα

χτυπάει μετά τη χορδή του

ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί—

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά

ούτε ένα θρήνο νέο

λες και να πέθανε τώρα αλήθεια

ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

 

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;

Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος

με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί

τρέχει μονάχος σε υπόγεια με πυρσούς

φανούς και σπίρτα.

 

Με ποιον με ποιον να μιλήσω.

Ο Δούκαρης ένας πιστός του εαυτού του

έτοιμος για σφαγή ο Καρούζος

χτυπάει το άδειο γκογκ η Ελένη Βακαλό—

Κανείς δεν αποκρίνεται.

 

Με ποιον με ποιον θα μιλήσω;

Κανέναν άλλο δε θυμάμαι πια

παρά στ’ αυτιά μου ακούω τις φωνές

του Χριστοδούλου

μ’ ένα φανάρι τριγυρνά σ’ άγνωστους διαδρόμους

κραυγάζοντας σαν το σκυλί το πληγωμένο.

Ιάσονα θρηνείς Δεπούντη — μόνος;

Νίκο Φωκά ψάχνεις σε «ακροπωλεία» ακόμη;

Γιώργο μου Γαβαλά πού είσαι;

Αχ Σαραντή το έδωσες το αίμα;

Νίκο Βρανά μη με κοιτάς

μ’ αυτό το κρύο μάτι

είμαι εδώ κοντά σου — μόνος.

 

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι

τί  γίνατε; Ποιος άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;

Τώρα που σας καλώ όλους εδώ —

θυμάστε αλήθεια θυμάστε

τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια

τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά

θυμάστε

κείνο το βράδυ που μιλούσαμε

θυμάστε;

Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος

και παραμένει.

 

Μ ι χ ά λ η ς   Κ α τ σ α ρ ό ς  (1920-1998)

Περ.  Αθηναϊκά Γράμματα, τ. 8, Φεβρουάριος 1958.

(  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς   &   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς,  Ποιήματα που αγαπήσαμε,  Αθήνα,  Εκάτη,  2009,  σελ. 163-165. )

Για μια ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος, κάντε «κλικ»στον πιο κάτω σύνδεσμο :

Χ. Δανιήλ, Ποίηση και ερμηνεία Μ. Κατσαρού, Μπαλλάντα για τους …


 


Χρίστος Ρουμελιωτάκης : Στη Λευκοθέα άρεσε το σκληρό κρεβάτι

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

Ο ΑΝΕΠΙΛΗΠΤΟΣ ΒΙΟΣ

Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΘΕΑΣ

 

 

α΄

 

Τα ωραία ζουμπούλια στο ανθογυάλι

μου θυμίζουν

τη Λευκοθέα του ναυτολογικού γραφείου —

ερχόταν κάθε Σάββατο απόγευμα,

μερικές φορές και Κυριακή πρωί,

έβγαζε τα φορέματά της,

τα δαχτυλίδια της και το σταυρό της

και γέμιζε με άνθη και αρώματα

όλη η κάμαρη,

τί λέω η κάμαρη

ολόκληρο το σπίτι,

τί λέω το σπίτι

ολόκληρο το 324 οικοδομικό τετράγωνο

και παραπέρα ακόμη

ώς τα φανάρια και την Παναγίτσα

και τη ζωή μου τη φαρμακεμένη.

 

β΄

 

Στη Λευκοθέα

            άρεσε το σκληρό κρεβάτι,

έτσι, έλεγε,

βιώνεις με τη σάρκα και το αίμα σου

την κίνηση της ύλης

προς τη θέωση.

Ωδίνει και σπαργά το ξύλο, έλεγε,

και γίνεται καράβι που αποπλέει

τη συνοδεία πετεινών του ουρανού.

Πότε ψηλά και πότε στο βυθό,

εν μέσω των κυμάτων της θαλάσσης, έλεγε,

νεφέλη φωτεινή το αναρπάζει

κι ενώ θαρρείς πως  χάθηκε και πάει

φως ιλαρόν στο γαλαξία μέσα

εκχέεται εκείνο και οδεύει.

Αυτά και άλλα η Λευκοθέα απεφθέγγετο

πριν να γινούμε

θάλασσα και ήλιος

και γιασεμί νυχτερινό.

 

                                         γ΄

 

Φως ποθεινότατον η Λευκοθέα

σ’ άλλους αναβαθμούς

διαλάμπει τώρα —

βάζει φωτιά

και λαμπαδιάζουν τα καράβια

κι αχ, είναι ο βίος μας βραχύς

και ανεόρταστος.

 

Χ ρ ί σ τ ο ς   Ρ ο υ μ ε λ ι ω τ ά κ η ς  (1938)

Ξένος ειμί –και άλλα ποιήματα, 2002

(Γ ι ω ρ γ ο ς   Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και   Κ ω σ τ ή ς   Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 265-267)


Βασίλης Καραβίτης : Όταν το θέαμα του κόσμου γίνεται αβάσταχτο

Ζωγραφική : Σύλβια Αντωνιάδη

 

 

ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ

Πορτόφυλλα αδιαφανή και αδιαπέραστα
όταν το θέαμα του κόσμου γίνεται αβάσταχτο
και τα μάτια στεγνά ακόμα μας εκλιπαρούν
να επιστρέψουν για λίγο στο φιλικό τους σκοτάδι.
Δεν είναι όμως η συγκάλυψη των ματιών μόνο
την ώρα που τα συντρέχουμε και ηρεμούν προσωρινά
ο ρόλος που αποδεχτήκαμε και μας αρκεί
όταν το νιώσουμε πόσο όλα τα πράγματα αντιμάχονται
να χωρέσουν στο σχέδιο μιας σχέσης στοργικής
που οι εκκλήσεις του βλέμματος ακούραστα υποβάλλουν.
Για μας είναι γνωστό κι ας μένει αμετάδοτο
πως τίποτα δεν κερδίζεται με μάτια ανοιχτά
κι αν έχουμε ένα λόγο για συνύπαρξη
είναι να τα εξωθούμε αδιάκοπα στον ύπνο.
Άσχετο πόσο τα μάτια αμετανόητα
αρνούνται να πιστέψουν το φοβερό τους μέλλον
κι επινοούν στα βάθη τους κώδικες ονειρικούς
στα μέτρα μιας μεγάθυμης ζωής
κι όχι αυτής που τα χλευάζει.
Ίσως γιατί φοβούνται πιο πολύ
όσο κι εμείς βαθιά μας κι απεχθάνονται
τη θλίψη που κληροδοτούν αφόρητα
όσοι κοιμήθηκαν οριστικά και δεν ξυπνάνε.

 

Β α σ ί λ η ς   Κ α ρ α β ί τ η ς  (1934)

Του προσώπου, 2003

Γ ι ώ ρ γ ο ς  Μ α ρ κ ό π ο υ λ ο ς  και  Κ ω σ τ ή ς  Ν ι κ ο λ ά κ η ς, Ποιήματα που αγαπήσαμε, Αθήνα, Εκάτη, 2009, σελ. 147.