Just another WordPress.com site

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Dante Alighieri : Πικρό ψωμί

.

.

Από τη «Θεία Κωμωδία»

.

θε να σου αποδείξω

τι πικρό είναι το ξένο το ψωμί

κι’ ακόμα

πώς σακατεύεται βαρειά

το γόνα

ν’ ανεβοκατεβαίνη ξένες σκάλες

.

D a n t e   A l i g h i e r i

Μτφρ. Ν ί κ ο ς  Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

 

Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Αθήνα, Ίκαρος 1978, σελ. 212.

.


Bertolt Brecht : Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον


.

George Grosz : Pillars of Society

.

.

.

Ο φασισμός
 

Ο φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
Καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μεσ’ τα δόντια του το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα.

Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!

Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι!
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.

Μα πάλι θε ν’ απλώσει σαν χολέρα
Πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου
και δίπλα σου [θα]  φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

B e r t o l t   B r e c h t

.

Τη θαυμάσια  μετάφραση τη βρήκαμε στο ιστολόγιο:

http://www.alfavita.gr/poiisi/brect15.php

.


John Donne : Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου …

.

.

Ο Βρυκόλακας

.

Όταν απ’ τα χτυπήματα της περιφρόνησής σου, κακούργα, θα παραδώσω την  ψυχή,

Συ θα πιστέψεις πως μ’ έχεις πια για καλά ξεφορτωθεί,

Και μένα και τα πείσματά μου.

Όμως τότε θάναι που θάρχεται η σκια μου να σε βασανίζη μέσα στο κρεββάτι,

Και θα σε βλέπη, ψεύτικια παρθένα, πεσμένη σε χειρότερη αγκαλιά.

Η καντήλα σου τα’ αργοπεθαίνη και θα τρεμοσβύνη,

Κι’ ο άντρας, όπου θα σε νέμεται, ξεθεωμένος,

Βάζοντας με νου του, αν τυχόν τονέ σκουντήσεις ή του δώσεις τσιμπιές για να ξυπνήση,

Πως ζητάς κι’ άλλο,

Θα καμωθή πως δεν σε κατάλαβε και θα γυρίση απ’ αλλού,

Κι’ εσύ, έρημη και σκότεινη, θα νοιώσης την εγκατάλειψή σου,

Κρύος ιδρώτας θα σε περιχύνη σαν τον κρύο τον υδράργυρο :

Μα την αλήθεια, συ θάσαι πιο πραγματικός βρυκόλακας απ’ ό,τι θάμαι γω.

Κι’ αυτά όπου φυλάγω για τότε να σου πω, δε σου τα λέω από σήμερα,

Μήπως και το σκεφής κι αλλάξης τρόπους. Τώρα όπου πια δε σ’ αγαπώ,

Τόχω καλλίτερο να σε δω κάποτες να λυώνης όλο πίκρα,

Παρά να χρεωστώ και το παραμικρό στις απειλές μου.

 

J o h n   D o n n e

Μτφρ. Ν ί κ ο ς  Εγ γ ο ν ό π ο υ λ ο ς

 

Νίκου Εγγονόπουλου, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Αθήνα, Ίκαρος 1978, σελ. 208-09.

.

.

.

.

.


Jorge Luis Borges : Ένα ποίημα, τρεις μεταφράσεις

.

.

.

Everness

Sólo una cosa no hay. Es el olvido.
Dios, que salva el metal, salva la escoria
y cifra en su profética memoria
las lunas que serán y las que han sido

Ya todo está. Los miles de reflejos
que entre los dos crepúsculos del día
tu rostro fue dejando en los espejos
y los que irá dejando todavía.

Y todo es una parte del diverso
cristal de esa memoria, el universo;
no tienen fin sus arduos corredores

y las puertas se cierran a tu paso;
sólo del otro lado del ocaso
verás los Arquetipos y Esplendores.

J o r g e  L  u  i  s   B  o  r  g  e  s

 http://www.lamaquinadeltiempo.com/poemas/borges01.htm

.

Everness

One thing does not exist: Oblivion.
God saves the metal and the dross, his key
Ciphers in his prophetic memory
The moons to come, and moons of evenings gone.

All there: reflections in the looking-glass
-Between the two huge twilights of the day-
That your face has gone leaving where you pass,
And those it will go leaving on your way.

And everything is part of that diverse
Crystal of memory, the universe;
Unending are the mazes it engenders

Of doors that seal themselves as you walk through;
Only from sunset’s farther side shall you
Behold at last the Archetypes and Splendors.

Translated by   A.  Z.  F o r e m a n

(From Spanish)

http://poemsintranslation.blogspot.com/2011/01/borges-everness-from-spanish.html

.

Everness

Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.

Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν’ αφήσει.

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης – του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι

κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ’ αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.

Mτφρ.  Δ η μ ή τ ρ η ς  Κ α λ ο κ ύ ρ η ς

http://poihshkaipoihtes.blogspot.com/2012/02/everness.html

.

Everness

Μόνο  ένα πράγμα δεν υπάρχει: Η λησμονιά.
Σώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά ο Θεός
και στην προφητική του μνήμη εναποθέτει Αυτός
τα παλαιά φεγγάρια μαζί με τα μελλοντικά.

Όλα είν’ εδώ:   Είδωλα  μυριάδες
που απ’ την  αυγή ώς το  σούρουπο   θ’ αφήσει
το πρόσωπό σου   στους καθρέφτες
κι αυτά που ακόμα μέλλει να  σκορπίσει.

Κι  είν’ όλα τούτα μέρος  του πολύμορφου  παντός
και του κρυστάλλου αυτής της μνήμης– του σύμπαντος∙
τους  πολυδαίδαλους διαδρόμους δε θα τους εξαντλήσεις

κλείνουν οι πόρτες μόλις τις περάσεις∙
μόνο  απ’ την άλλη τη μεριά του δειλινού σαν φτάσεις
τους Αρχετύπους  και τις Λάμψεις θ’ αντικρίσεις.

Μτφρ.  Σ π ύ ρ o ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   2012

(Μετάφραση από τα ισπανικά*)

*Με την πολύτιμη συνεργασία της Ξένιας Κακάκη

.



Bertolt Brecht : δια το έθνος απειλή ολεθρία

.

.

.

Αυτή η ανεργία!

.

Κύριοι συνάδελφοι, η ανεργία

πρόβλημα είναι ακανθώδες.

Εφ’ ω και είναι ευκαιρία

το Συμβούλιόν μας το εργώδες

να της αφιερώση μίαν …  συζήτησιν

εφ’ όσον η εργασία δεν έχει ζήτησιν.

Διότι είναι καθαρά θεομηνία

δια το έθνος η ανεργία.

 

Αίνιγμα αποτελεί  δια πάντα τίμιον

πολίτην και υγιώς σκεπτόμενον

της ανεργίας το φαινόμενον.

Και επιπλέον, εξόχως επιζήμιον.

Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί!

Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον,

εάν ημείς, του έθνους οι εκλεκτοί,

δεν εύρωμεν μίαν δικαιολογίαν βάσιμον,

 

και την εμπιστοσύνην ούτω χάσωμεν

του λαού, ήτις μας είναι λίαν χρήσιμος.

Πρέπει, λοιπόν, δεόντως ν’ αντιδράσωμεν.

Διότι θα είναι συμφορά μοιραία και κρίσιμος

εάν κρούσματα κοινωνικής έχωμεν αναταραχής,

ενώ ευρισκόμεθα επί ξηρού ακμής!

Θα ήτο δια το έθνος απειλή ολεθρία,

που το μαστίζει τόση ανεργία!

 

Δεν συμφωνείτε, κύριοί μου;

Το συμφερότερον, κατά την άποψίν μου,

είναι ν’ αποφασίσωμεν ότι το πρόβλημα ελύθη,

και να το παραδώσωμεν στη λήθη.

 

           Την άποψή σας να τη βράσουμε! Η ανεργία,

           πληγή και παιδεμός του τόπου,

           θα λείψει μοναχά τη μέρα όπου

           θα μπείτε  ε σ ε ί ς  στην ανεργία!

.

B e r t o l t  B r e c h t

Μετάφραση : Μ ά ρ ι ο ς  Π λ ω ρ ί τ η ς

.

 Bertolt  Brecht, Ποιήματα, μτφρ. Μάριου Πλωρίτη, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 2000, σελ. 31.

.


Jorge Luis Borges : Ξέρω πως μέσα στις σκιές παραμονεύει ο Άλλος

.

.

.

Ο Λαβύρινθος

 

Ο Δίας ο ίδιος δε θα μπορούσε να ξεμπλέξει

τα δίχτυα αυτά της πέτρας που με ζώνουν.

Λησμόνησα τους άντρες που προϋπήρξα∙

τη  μισητή των μονότονων τοίχων διαδρομή ακολουθώ,

που  ‘ναι η μοίρα μου. Στοές ευθείες

που καμπυλώνουνε κρυφά φτιάχνοντας κύκλους μυστικούς

στην εσχατιά του χρόνου.

Στηθαία σημαδεμένα απ’  του χρόνου το αποτύπωμα.

Στην ωχρή σκόνη επάνω αποκρυπτογραφώ

τα ίχνη που φοβάμαι.

Μές στις κοιλότητες ο εσπερινός αέρας

φέρνει ξέπνοο ένα μουγκρητό

ή την ηχώ ενός μουγκρητού απελπισμένου.

Ξέρω πως μέσα στις σκιές παραμονεύει ο Άλλος, που ή μοίρα του προστάζει

να βάλει τέρμα στις μεγάλες μοναξιές που υφαίνει και ξυφαίνει αυτός ο Άδης,

να λαχταράει το αίμα μου και να τραφεί απ’ το θάνατό μου.

Γυρεύουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε ετούτη εδώ

η τελευταία της προσμονής μας μέρα.

.

J o r g e   L u i s   B o r g e s

Απόδοση : Γ ι ώ ρ γ ο ς  Τ ρ ί γ κ α ς

.

.


Αζίζ Νεσίν : … σσσς…

Η σημερινή ανάρτηση είναι ιδέα της καλής φίλης του ιστολογίου melita. Την ευχαριστούμε.

.


.

.

Σώπα, μη μιλάς!

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσς … σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τί σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα».

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα».
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα»
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα ’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!….

.

A z i z  N e s i n  (1915 – 1995)

Από : http://annamaria285blogspotcom.blogspot.com/2007/11/blog-post_08.html

.

.


Μπέρτολτ Μπρεχτ : «Ναι» σε όλα !

.

.


.

Από τη

Μπαλάντα για την  Έγκριση  του Κόσμου

.

Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα. μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ’ αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρισα μεσ’ απ’ τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

 ……………………………………………………..

Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν — για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ’ άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!»

Δεν μου αρέσει η φτήνια κι η κακομοιριά.
Γι’ αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια — το ξέρω —  κι η έγκρισή μου.

1930

B e r t o l t   B r e c h t    (1898 -1956)     

Μετάφραση : Μ ά ρ ι ο ς    Π λ ω ρ ί τ η ς

Από : Bertolt Brecht,  Ποιήματα, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, ε΄ έκδοση, 2000,  σελ. 32-33

.


Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Μπρέγκελ και Ώντεν

.

.

Pieter Bruegel the Elder : Landscape with the Fall of Icarus

.

.

Musée  des Beaux Arts

.

Ποτέ δεν κάναν λάθος οι Παλιοί Τεχνίτες
Πάνω στον ανθρώπινο πόνο :  πώς την καταλαβαίναν
Τη θέση του στη ζωή∙ πως έρχεται να μας εύρει
Καθώς τρώει ο άλλος ή ανοίγει ένα παράθυρο ή ακόμη περπατά βαριεστημένος∙
Πως, όταν  οι γέροντες με πάθος, με κατάνυξη προσμένουν
Το θαύμα της γέννησης, πρέπει πάντα να υπάρχουν παιδάκια
Που δεν πολυγυρεύουν να γίνει τέτοιο πράγμα, πατινάροντας
Σε μια δεξαμενή στην άκρη του δάσους.
Ποτέ δεν ξέχασαν πως ακόμη
Και το φριχτό μαρτύριο πρέπει να πάει το δρόμο του
Οπωσδήποτε σε μια γωνιά, σε κάποιον ανοικοκύρευτο τόπο
Όπου οι σκύλοι συνεχίζουν τη σκυλίσια ζωή τους και τ’ άλογο του βασανιστή
Ξύνει τ’ αθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.

Στον Ίκαρο του  Μπρέγκελ λόγου χάρη : πώς καθετί γυρνά τη ράχη
Πολύ νωθρά στον όλεθρο∙ μπορεί ο ζευγάς
Ν’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή,
Όμως γι’ αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα∙ κι ήλιος τη δουλειά του
Έλαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βούλιαζαν στο πράσινο
Νερό∙ και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώς
Κάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,
Έπρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.

W.  H.  A u d e n  (1907 –  1973)      

Δεκέμβρης 1938       

Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 128-129.

.

.


Κάρολος Κρο : Για να οργίζονται οι σπουδαίοι, να γελάνε τα παιδιά

.


.

Le Hareng Saur

Il était un grand mur blanc – nu, nu, nu,
Contre le mur une échelle – haute, haute, haute,
Et, par terre, un hareng saur – sec, sec, sec.

Il vient, tenant dans ses mains – sales, sales, sales,
Un marteau lourd, un grand clou – pointu, pointu, pointu,
Un peloton de ficelle – gros, gros, gros.

Alors il monte à l’échelle – haute, haute, haute,
Et plante le clou pointu – toc, toc, toc,
Tout en haut du grand mur blanc – nu, nu, nu.

Il laisse aller le marteau – qui tombe, qui tombe, qui tombe,
Attache au clou la ficelle – longue, longue, longue,
Et, au bout, le hareng saur – sec, sec, sec.

Il redescend de l’échelle – haute, haute, haute,
L’emporte avec le marteau – lourd, lourd, lourd,
Et puis, il s’en va ailleurs – loin, loin, loin.

Et, depuis, le hareng saur – sec, sec, sec,
Au bout de cette ficelle – longue, longue, longue,
Très lentement se balance – toujours, toujours, toujours.

J’ai composé cette histoire – simple, simple, simple,
Pour mettre en fureur les gens – graves, graves, graves,
Et amuser les enfants – petits, petits, petits.

C h a r l e s   C r o s  ( 1842 – 1888)

http://clpav.fr/poemes-audio/plume-hareng.htm

.

Η παστή ρέγγα

Ήταν ένας άσπρος τοίχος — γυμνός, γυμνός, γυμνός.
Μια ανεμόσκαλα στον τοίχο — αψηλή, ψηλή, ψηλή.
Καταγής μια παστή ρέγγα — ξερή, ξερή, ξερή.

Έρχεται∙ Κρατά στα χέρια —τα λερά, λερά, λερά
Βαρύ σφυρί, μέγα καρφί —μυτερό, τερό, τερό
Και μια κουβαρίστρα σπάγκο —χοντρή, χοντρή, χοντρή.

Ανεβαίνει ευτύς τη σκάλα — την ψηλή, ψηλή, ψηλή
Και καρφώνει το καρφί — ντουκ, ντουκ, ντουκ
Αψηλά στον άσπρο τοίχο — το γυμνό, γυμνό, γυμνό.

Τότε αφήνει στο σφυρί — που πέφτει, πέφτει, πέφτει,
Δένει στο καρφί το σπάγκο — τον μακρύ, μακρύ, μακρύ
Και στην άκρη του τη ρέγγα — την ξερή, ξερή, ξερή.

Κατεβαίνει από τη σκάλα —την ψηλή, ψηλή, ψηλή,
παίρνει αυτή και το σφυρί — το βαρύ, βαρύ, βαρύ
και πάει γυρεύοντας αλλού — πέρα, πέρα, πέρα.

Κι παστή ρέγγα από τότε — ξερή, ξερή, ξερή
Απ’ του σπάγκου αυτού το τέλος — του μακρού, μακρού, μακρού
Πάντα πολύ αργά κουνιέται — πάντα, πάντα, πάντα.

Σύνθεσα ένα τέτοιο μύθο — απλόν, απλόν, απλόν
Για να οργίζονται οι ανθρώποι — οι σπουδαίοι, σπουδαίοι, σπουδαίοι,
Να γελάνε τα παιδιά — τα μικρά, μικρά, μικρά.

Μετάφραση : Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 177-178.

.

The Smoked Herring

Once upon a time there was a big white wall — bare, bare, bare,
Against the wall there stood a ladder — high, high, high,
And on the ground a smoked herring — dry, dry, dry,

He comes, holding in his hands — dirty, dirty, dirty,
A heavy hammer and a big nail — sharp, sharp, sharp,
A ball of string — big, big, big,

Then he climbs the ladder — high, high, high,
And drives the sharp nail — tock, tock, tock,
Way up on the big white wall — bare, bare, bare,

He drops the hammer — down, down, down,
To the nail he fastens a string — long, long, long,
And, at the end, the smoked herring — dry, dry, dry,

He comes down the ladder — high, high, high,
He picks up the hammer — heavy, heavy, heavy,
And goes off somewhere — far, far, far,

And ever afterwards the smoked herring — dry, dry, dry,
At the end of that string — long, long, long,
Very slowly sways — forever and ever and ever.

I made up this story — silly, silly, silly,
To infuriate the squares — solemn, solemn, solemn,
And to amuse the children — little, little, little.

— Μετάφραση : K  e n n e t h  R e x r o t h

http://www.bopsecrets.org/rexroth/translations/french.htm

.


.

.

.

.