Just another WordPress.com site

ΜΠΛΕΗΚ (BLAKE, WILLIAM)

William Blake : Οι Παροιμίες της Κόλασης

 


William Blake: From The Marriage of Heaven and Hell

 

Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (The Marriage of Heaven and Hell, 1793), έργο το οποίο περιλαμβάνει τις περίφημες Παροιμίες της Κόλασης (Proverbs of Hell), είναι ένα από τα πιο προκλητικά κείμενα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, μυστικιστή, οραματιστή και ριζοσπάστη William Blake (1757-1827).

Ο Blake,  που  ισχυριζόταν ότι συνομιλούσε με αγγέλους και προφήτες, είναι ένας από τους κυριότερους εκφραστές του Ρομαντικού πνεύματος. Περιφρονεί τον «κοινό νου» και το «καθαρό μυαλό» του Νεοκλασικισμού, ενώ αποθεώνει τη  Φ α ν τ α σ ί α, «το Αιώνιο Σώμα του Ανθρώπου», την υπέρτατη αρχή  του  Π ο ι η τ ι κ ο ύ  Δ α ι μ ο ν ί ο υ: «εάν δε υπήρχε το Ποιητικό ή το Προφητικό στοιχείο», δηλαδή το Ποιητικό Δαιμόνιο, γράφει, «το Φιλοσοφικό και το Πειραματικό θα ήταν ο κοινός παρονομαστής όλων των πραγμάτων, και τούτα θα ήταν ανίκανα για κάθε τι, εχτός από το να κάνουν τον ίδιο βαρετό κύκλο, πάλι και πάλι».1 Το Ποιητικό Δαιμόνιο, που ο Blake το ταυτίζει με  τον «αληθινό Άνθρωπο», είναι η πηγή κάθε θρησκείας, τέχνης και φιλοσοφίας.

Αντίθετα με τον Dante (Inferno)  ή τον Milton (Paradise Lost), ο Blake αρνείται τον τιμωρητικό χαρακτήρα της Κόλασης, καθώς απορρίπτει τον μανιχαϊκή πίστη στις  ανταγωνιστικές αρχές του καλού και του κακού, και παρουσιάζει μια ενοποιημένη εικόνα της ζωής και του Κόσμου, καθώς η ύλη και η φυσική επιθυμία είναι κι αυτές μέρος της ίδιας θεϊκής κατάστασης, εξ’ ου και Οι Γάμοι…

Η διαλεκτική του Blake μας θυμίζει τη δημιουργική σύζευξη των αντιθέτων στη φιλοσοφική αλχημεία ή στη Γιουνγιανή ψυχολογία: «Δίχως τα Αντίθετα», γράφει», «δεν υπάρχει κίνηση… Έλξη και Άπωση, Λογική και Ενέργεια… είναι απαραίτητα για την ανθρώπινη ύπαρξη». Ή, όπως παρατηρεί ο David Daiches , δεν υπάρχει δρόμος που να μας οδηγεί στη σοφία ή  «πίσω, στην αθωότητα∙ υπάρχει μονάχα ένας δρόμος που μας οδηγεί… προς ένα ολοκληρωμένο όραμα, διαμέσου της εμπειρίας». Και ο δρόμος αυτός «περνά από τη θλίψη και την παραμόρφωση». 2

Οι παράδοξες και «διαβολικές» Παροιμίες, από τις οποίες εδώ παρουσιάζουμε ένα μικρό απάνθισμα,  έρχονται σε αντίθεση με τις συμβατικές αντιλήψεις της εποχής,  καθώς  προτείνουν τη απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της θρησκευτικής και πολιτικής καταπίεσης.

William Blake: From Europe : A  Prophecy

Ωστόσο, ο ριζοσπάστης Blake, ο σκληρός κοινωνικός κριτικός, ο θεωρούμενος ως «ένα είδος λογοτεχνικού προδρόμου του Μαρξισμού»,3 και μέγας αντίπαλος της οργανωμένης θρησκείας, γράφει στον William Hayley: «μεθύσκομαι, πληρούμαι δια του πνεύματος… Ευχαριστώ τον Θεό που τράβηξα το δρόμο μου χωρίς να μου λείψει το θάρρος» (23 Οκτ. 1804). Και στις 4 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς συμπληρώνει: «θα συνεχίσω το ταξίδι μου με τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού». Αλλά ο Θεός του  «αιρετικού»  Blake είναι ερωτευμένος με το εφήμερο και εκφράζεται  μέσω του ανθρώπου, του ποιητή, του δημιουργού, με τη βοήθεια του Ποιητικού Δαιμονίου: «γίνεται όπως είμαστε για να γίνουμε όπως είναι».

Έτσι, στο έργο αυτό ο William Blake δεν γράφει ένα «διαβολικό μανιφέστο» αλλά δοξάζει την ιερότητα της ζωής: «Ό,τι ζει είναι ιερό» γράφει στους  Γάμους.  Και αναρωτιέται, γράφοντας για έναν κόσμο όπου «Το Θηρίον και η Πόρνη κυβερνούν ασύδοτα»: «Τι εννοούν αυτοί οι Απατεώνες όταν μιλούν για Αρετή; Μήπως τον Πόλεμο και τη φρίκη του και τους Ηρωικούς του Παλιανθρώπους;»

Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι ό π ο υ λ ο ς



 William Blake : The Great Red Dragon

 

 

Ο Ι   Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ   Τ Η Σ   Κ Ο Λ Α Σ Η Σ

   (Ε Π Ι Λ Ο Γ Η)

 

Οδήγησε το κάρο και τ’ αλέτρι σου πάνω απ’ τα κόκαλα των νεκρών.

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.

Η φρονιμάδα είναι μια πλούσια κι ασκημομούρα γεροντοκόρη που την κορτάρει  η Ανικανότητα.

Όποιος επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

 

Henry Fuseli : Nightmares

 

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

Αν ο ανόητος επέμενε στην ανοησία του, θα γινόταν σοφός.

Η ανοησία είναι ο μανδύας της κατεργαριάς.

Η ντροπή είναι ο μανδύας της Υπεροψίας.

Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας.

 

William Blake : From Europe: A Prophecy

 

Η έπαρση του παγωνιού είναι η δόξα του Θεού.

Η λαγνεία του τράγου είναι η αφθονία του Θεού.

Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

 

Adolf Ulrik Wertmüller:

Danaë receiving Jupiter in a Shower of Gold


Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.

Η στέρνα περιέχει. Η πηγή ξεχειλίζει.

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’  τ’  άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

 


William Blake: Oberon,_Titania and Puck with Fairies Dancing

 

 Όταν βλέπεις έναν Αετό, βλέπεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ψηλά το κεφάλι!

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι το έργο αιώνων.

Το κεφάλι Θαυμαστό, η καρδιά Συγκίνηση, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

Όπως ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, έτσι είναι η περιφρόνηση γι’ αυτόν που την αξίζει.

 

 

W  i  l  l  I  a  m    B  l  a  k  e

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   Νοε. 2011

 

 

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

  1. Σπύρος Ηλιόπουλος, επιμέλεια, Μπλέηκ, Πλέθρον, β΄ έκδ., 1998, σελ. 7-14, 170. Όλες οι αναφορές σε κείμενα του Blake (εκτός από τις Παροιμίες), είναι σε αυτή την έκδοση.
  2. David Daiches,  A Critical History of English Literature, 2nd edn., London, Secker & Warburg, 1969, p. 866.
  3. Μ. Β. Ρα΄ί΄ζης, Αγγλόφωνη Φιλολογία: Συγκριτικές Μελέτες, Κέδρος, 1981, σελ. 19

 

 

William Blake: ‘Proverbs of Hell’

Advertisements

William Blake (3) : Από τα «Προφητικά Βιβλία» : Θελ ~ Ευρώπη ~ Μίλτων

 ΜΙΚΡΑ  ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

 

 



 

Η   Θ ε λ  είναι μια αγέννητη ψυχή που αρνείται να ζήσει στον υλικό κόσμο. Το δε γνωμικό της (« …αλυσίδα αργυρή … λύχνο χρυσό» από τον Εκκλησιαστή, κεφ. 12),  θεωρείται ως απόρριψη της αγγλικανικής εκκλησίας από τον Μπλέηκ.

Ε υ ρ ώ π η :   Ο Μπλέηκ  βλέπει τους ανθρώπους να υφίστανται ανείπωτα δεινά, και ταυτόχρονα μια ανίερη συμμαχία ανάμεσα στην οργανωμένη θρησκεία (που απορρίπτει την ενόραση) και την τυραννική εξουσία.

Μ ί λ τω ν :  Εδώ ο John Milton επιστρέφει από τον Ουρανό, ενώνεται  με τον Μπλέηκ  και, μεταξύ άλλων, κάνει ένα μυστικό ταξίδι για να διορθώσει τα πνευματικά του σφάλματα.


 

 

 

Α Π Ο   Τ Ο  Β Ι Β Λ Ι Ο  Τ Η Σ  Θ Ε Λ  (1780)


 

 Τ ο  Γ ν ω μ ι κ ό  τ ή ς  Θ ε λ

Ξέρει ο Αητός τί κρύβει η γη;

Ή θα ρωτήσει τον Τυφλοπόντικα;

Η Σοφία θα γίνει αλυσίδα αργυρή;

Η Αγάπη θα μπει σε λύχνο χρυσό;

[ Η  Θ ε λ ]

Α! Η Θελ είναι σαν τόξο δροσερό, σαν σύννεφο περαστικό,

Ανταύγεια, σκιά μες στον καθρέφτη του νερού,

Κάτι σαν όνειρο παιδιού και σαν χαμόγελο μωρού,

Φωνή περιστεριού, μέρα φευγάτη και μουσική αέρινη.

Α! Ήσυχα θα ξαπλωθώ και ήσυχα θ’ αναπαυτώ

Και ήσυχα θα κοιμηθώ τον ύπνο του θανάτου και ήσυχα θ’ ακούσω τη φωνή

Εκείνου που σεργιάνισε στον κήπο το βραδάκι.

 

 

 

Α Π Ο  Τ Ο  Β Ι Β Λ Ι Ο  

Ε Υ Ρ Ω Π Η:  Μ Ι Α  Π Ρ Ο Φ Η Τ Ε Ι Α  (1794)


 

 [ Τ ο  Τ ρ α γ ο ύ δ ι  τ ο υ  Ξ ω τ ι κ ο ύ ]

Πέντε παράθυρα φωτίζουνε τον Άνθρωπο μες στη σπηλιά του: από το πρώτο αναπνέει τον αέρα·

Από το δεύτερο ακούει τη μουσική των άστρων· από το τρίτο μια αιωνία άμπελος

Ανθίζει, ώστε αυτός να κόψει τα σταφύλια· από το τέταρτο αγναντεύει

Για να δει στιγμές του αιωνίου κόσμου που πάντα  διαστέλλεται·

Κι από το πέμπτο μπορεί να βγει όποτε το θελήσει· μα δεν το κάνει,

Γιατί η κλεμμένη του χαρά είναι  γλυκιά, και το ψωμί που τρώγεται κρυφά είναι νόστιμο.

 

 

 

Α Π Ο   Τ Ο  Β Ι Β Λ Ι Ο   Μ Ι Λ Τ Ω Ν  (1808)


 

 [ Ε ί π ε   δ ε  ο  Β ά ρ δ ο ς ]

…Είμ’ εμπνευσμένος! Ξέρω πως είν’ Αλήθεια! Γιατί όταν τραγουδώ

Εμπνέομαι απ’ το Ποιητικό Δαιμόνιο,

Απ’ την παντοτινή μεγάλη μας προστάτιδα, τη Θεία Φύση του Ανθρώπου,

Ότι αυτής εστί η Βασιλεία και η Δύναμις και η Δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

[ Ε ί π ε  δ ε   ο  Μ ί λ τ ω ν ]

Η Άρνηση είναι το Φάσμα, ο Λογισμός του Ανθρώπου:

Είναι το ψεύτικο Σαρκίον, Κρούστα που κρύβει το Αθάνατο

Πνεύμα μου, ο Εαυτός που πρέπει ν’ αποβάλω

Για να καθαρίσω το Πρόσωπο του Πνεύματός μου με την Αυτο-εξέταση,

Για να βαφτιστώ στην Κολυμπήθρα της Ζωής και ν’ αποχωριστώ το μη Ανθρώπινο·

Θ΄ απαρνηθώ τον Εαυτό, θ’ αποδεχθώ το μεγαλείο της Έμπνευσης

Για ν’ απορρίψω τη Λογική Εξήγηση με την πίστη στο Σωτήρα,

Για να πετάξω τα σάπια ράκη της Μνήμης με τη βοήθεια της Έμπνευσης,

Για να διώξω τον Βάκωνα, τον Νεύτωνα, τον Λοκ από το ένδυμα του Άλμπιον,

Για να βγάλω το βρωμερό του ρούχο και να τον ντύσω με την Έμπνευση.

Για να πετάξει η Ποίηση  ό,τι δεν είναι έμπνευση,

Και τούτο πια να μην τολμά να κοροϊδεύει τον Εμπνευσμένο

Και πια να μην τον λέει Τρελό κείνος ο ήμερος, εκείνος ο σπουδαίος

Που κάνει αόριστες Μουντζούρες

Κι όλο σκαρώνει Ρίμες κι Αρμονίες μηδαμινές,

Εκείνος που τρυπώνει στην Κυβέρνηση σαν κάμπια για να καταστρέψει·

Και για να διώξω τον ηλίθιο που όλο ρωτάει, ρωτάει

Και ποτέ δεν απαντάει, αυτόν που σιωπηλός και με πανούργο μορφασμό

Κάθεται και υπολογίζει πότε να κάνει την ερώτηση, σαν το ληστή μες στη σπηλιά,

Αυτόν που εκδίδει την αμφιβολία του και τη λέει γνώση κι η Επιστήμη του είν’   Απόγνωση…

 

Μετάφραση  Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

 

 

 

 

Blake: Newton



Π Η Γ Ε Σ

Οι μεταφράσεις είναι από την έκδοση Μπλέηκ, επιμ. Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β’ έκδ., 1998.

The Book of Thel

http://www.pathguy.com/thel.htm

Europe

http://special.lib.gla.ac.uk/exhibns/month/nov2007.html

Milton

http://imaginingwilliamblake.wordpress.com/

 

 

 

William Blake’s Divine Humanity

Σκηνές από θεατρικό έργο που ανέβηκε από το Theatre of Eternal Values το Νοέμβριο του 2007 στο Λονδίνο για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπλέηκ.


Willlam Blake (2)

 

 

Σ Τ Ι Χ Ο Ι   Κ Ι   Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α   (1793-1810)


 

Ζωγραφική: Willlam Blake  

 

 

 

Ά τ ι τ λ ο

Είδα ένα παρεκκλήσι ολόχρυσο
Όπου κανένας δεν τολμούσε νά ‘μπει
Κι απέξω ένα πλήθος που στέκονταν  θρηνώντας,
Θρηνώντας και πενθώντας και  λατρεύοντας.

Είδα ένα φίδι  ν’ ανεβαίνει ανάμεσα
Στης πύλης τους  λευκούς τους παραστάτες
Και πίεζε και πίεζε και πίεζε
Και τους χρυσούς ρεζέδες τους ξερίζωσε.

Και πάνω στο αρμονικό πλακόστρωτο,
Φτιαγμένο από πέρλες και λαμπερά ρουμπίνια,
Γλίστρησε μ’ όλο το γλοιώδες μήκος του
Ώς πάνω στο λευκό βωμό,

Ξερνώντας το φαρμάκι του
Πάνω στον άρτο και  τον οίνο.
Σε χοιροστάσιο τότε μπήκα κι εγώ
Όπου ξαπλώθηκα ανάμεσα στους χοίρους.

Ά τ ι τ λ ο

Ζήτησα από έναν κλέφτη ένα ροδάκινο να μου κλέψει:
Και στα ουράνια ύψωσε τη ματιά του.
Ζήτησα από μια γυναίκα ελαφρών ηθών να πλαγιάσει:
Κι εκείνη έκλαψε, γεμάτη ευσέβεια και υποταγή.
Μόλις έφυγα ήρθε ένας άγγελος:

Στον κλέφτη έκλεισε το μάτι
Και στη γυναίκα χαμογέλασε.
Χωρίς να πει μια λέξη
Πήρε απ’ το δέντρο ένα ροδάκινο
Και μισοαστεία, μισοσοβαρά
Γλέντησε τη γυναίκα.

Μετάφραση  Ε λ έ ν η  Β α ρ ί κ α

Α π α λ ό  Χ ι ό ν ι

Πλανήθηκα λοιπόν μια χιονισμένη μέρα:
Θέλεις να παίξουμε μαζί;  το απαλό ρώτησα χιόνι:
Έπαιξε κι έπειτα νεράκι η ομορφιά του έλιωσε·
Πολλά βαρύ το έγκλημά σου, είπε ο Χειμώνας.

Μετάφραση   Α ν δ ρ  έ α ς   Α γ γ ε λ ά κ η ς

Η  Π ρ ο φ η τ ε ί α  το υ Μ έ ρ λ ι ν

Ο τρύγος θ’ ανθίσει μέσα στα κρύα
Όταν δυο παρθενίες γίνουνε μία.
Βασιλιάς και Παπάς να δεθούν με τριχιά
Προτού δύο παρθένες γίνουνε μια.

Α ι ω ν ι ό τ η τ α

Αν λατρεύεις τη χαρά σου
Καταστρέφεις τα φτερά σου·
Αν τη φιλάς καθώς πετά
Κρατάς αιώνια τα φτερά.

Ά τ ι τ λ ο

Όταν αψήφησεν ο Κλόπστοκ την Αγγλία,
Ο Μπλέηκ εσηκώθη όλος αλαζονεία,
Γιατί ο γερο-Κανέμπαμπαςεκεί ψηλά
Έκλασε, Ρεύτηκε, Ρεύτηκε κι  Έβηξε ηχηρά
Κι είπε ένα λόγο που συντάραξε τη γη
Και τον Εγγλέζο Μπλέηκ ζήτησε να δει.
Τότες ο Μπλέηκ εις το Λάμπεθ  εσφιγγόταν,
Κάτω απ’ τις λεύκες ανακουφιζόταν,
Μα εσηκώθη ευθύς από το κάθισμά του,
Γύρισε εννιά φορές γύρω από τη θωριά του.
Τον είδε η Σελήνη κι εβάφτη κρεμεζιά
Και τ’ άστρα απ’ τη ντροπή τους γίναν άφαντα…2
Αυτά αν μπορεί να κάνει ο Μπλέηκ όταν σφίγγεται,
Τί δεν μπορεί να κάνει όταν συλλογιέται;

Ά τ ι τ λ ο

Στο σπίτι βρυχάται ο Τρόμος
Αλλά στη θύρα στέκει ο Οίκτος.

Τ ο  Χ α μ ό γ ε λ ο

Υπάρχει ένα Χαμόγελο του έρωτα
Κι υπάρχει Χαμογέλιο της Απάτης,
Κι υπάρχει των Χαμόγελων Χαμόγελο,
Όπου τα δύο τούτα συναντιούνται.

Κι υπάρχει Μορφασμός του Μίσους,
Κι υπάρχει μορφασμός της καταφρόνιας
Κι υπάρχει Μορφασμός των Μορφασμών
Που μάταια πασχίζεις να ξεχάσεις,

Γιατί καρφώνεται στο φυλλοκάρδι σου,
Και φτάνει ώς τα Μύχια της Ψυχής σου,
Αλλά Χαμόγελο κανένα, κανενός,
Παρά μονάχα ένα Χαμόγελο

Ανάμεσα στο Λίκνο και στον Τάφο,
Μονάχα μια φορά θα υπάρξει·
Μα σαν χαμογελάσεις έτσι μια φορά,
Θα λησμονήσεις κάθε Αθλιότητα.

Τ ο  Τ ρ α γ ο ύ δ ι   τ η ς  Π λ ύ σ τ ρ α ς

Τους  έπλυνα από μέσα, τους έπλυνα κι απόξω,
Και τώρα με ρωτάνε τι Ψυχή θα παραδώσω.

Ά τ ι τ λ ο

Γέρασα στην Αγάπη απ’ το Εφτά ώς το Εφτά φορές  Εφτά
Κι είπα στην Κόλαση να με λυτρώσει απ’ τα’ Ουρανού τα Αγαθά.

Μετάφραση  Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

. . . . . . . . . . . .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ( Άτιτλο: Όταν αψήφησεν ο Κλόπστοκ …)

  1. Κανέμπαμπας: Nobodaddy –σύντμηση των λέξεων nobody (κανένας) και daddy (μπαμπάς). Σκωπτική αναφορά στον ανθρωποκεντρισμό/ανθρωπομορφισμό της   εικόνας   του Θεού-Πατέρα.
  2. Μέχρι τους δύο τελευταίους στίχους παρεμβάλλονται άλλοι είκοσι που δεν μεταφράζονται εδώ. Τέσσερις από αυτούς (29-32) είναι δυσανάγνωστοι.

Π Η Γ Ε Σ

Μπλέηκ, επιλογή-επιμέλεια Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β΄έκδοση, 1998.

Ποιήματα του  William Blake, μετάφραση Ανδρέα  Αγγελάκη,  Αθήνα, 1969.

Battaille Georges, Η λογοτεχνία και το κακό, μετάφραση Ελένη Βαρίκα,  Πλέθρον, 1979.


Ο   W I l l I a m   B l a k e,  τ ο   Ό  ρ α μ α   κ α ι    η   Φ α ν τ α σ ί α


Willlam Blake (1)

Με δυο λόγια του  A l f r e d   K a z i n,  που συμπυκνώνουν τη μοναδικότητα και τη μοναχικότητα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, εικονογράφου, μυστικιστή Γουίλλιαμ Μπλέηκ  (Willlam Blake 1757-1827)  και με μια  επιλογή από  δείγματα του έργου του (εδώ από τα Τραγούδια της Πείρας, 1794), ανοίγουμε το κεφάλαιο αυτού του μεγάλου «προφήτη» και «παράφρονα» της  αγγλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Δεσμευόμαστε για πολύ ενδιαφέρουσα συνέχεια.

(Συστήνουμε  θερμά  στους  φίλους  του  ιστολογίου  να  αξιοποιήσουν  τα   δ ύ ο   β ί ν τ ε ο   με  τις  υποδειγματικές  αναγνώσεις  ποιημάτων  του Μπλέηκ.  Ακόμα  και  αν  τα  αγγλικά  τους  είναι  πολύ  φτωχά,  και  μόνον  ο  ή χ ο ς   των  ποιημάτων  αυτών  είναι  σημαντικός  στη  διαμόρφωση  αντίληψης  για  το  έργο  του.  Το  δε  τ ρ ί τ ο  β ί ν τ ε ο,  για  τον  εικαστικό   Μπλέηκ,  είναι,  πιστεύουμε,  εκ των ων ουκ άνευ.)  – Σ. Η.

«[Ο Blake]  ήταν ένας μυστικιστής που αντέστρεψε το σχήμα του μυστικισμού: η αναζήτησή του είχε ως αντικείμενο τον άνθρωπο. Ήταν ένας χριστιανός που μισούσε τις εκκλησίες. Ήταν επαναστάτης, αν κι ένιωθε απέχθεια για τον υλισμό που χαρακτήριζε τους  ριζοσπάστες … Ήταν εναντίον της κοινωνίας γενικά: εναντίον των φυλακών της, των εκκλησιών της, της ηθικής της, εναντίον του χρήματος και των απόψεων του συρμού.»  –  A l f r e d   K a z i n



Εικονογραφημένο ποίημα του Blake:

«Το Άρρωστο Ρόδο»

 


Ο  Σ β ώ λ ο ς  κ α ι  τ ο  Χ α λ ί κ ι

«Η Αγάπη δε ζητάει γι’ αυτή πολλά
Και για τον εαυτό της  δε φροντίζει,
Για τον άλλο θυσιάζει τη χαρά,
Ουρανό στης Κόλασης τη Λαύρα χτίζει»,

Τραγούδησε ο Χωματένιος Σβώλος,
Που τον πατούσαν των βοδιών τα πόδια,
Αλλά κάποιο χαλίκι στο ρυάκι
Κελάηδησε τα παρακάτω λόγια:

Η Αγάπη δένει τον άλλο στη χαρά της,
Μόνο τον Εαυτό της να ευχαριστήσει,
Απόλαυση  ζητάει για την αφεντιά της,
Κόλαση σε πείσμα τα’ Ουρανού να χτίσει».

Τ ο   Ά ρ ρ ω σ τ ο    Ρ ό δ ο

Ω, Ρόδο, είσαι άρρωστο!
Το αόρατο σκουλήκι
Στη νύχτα μέσα που πετά
Και μες στην άγρια θύελλα

Την κλίνη σου έχει βρει
Της βυσσινιάς χαράς
Κι η κρυφή σκοτεινή του αγάπη
Τη ζωή σου ρουφά.

Η   Μ ύ γ α

Μύγα μικρή,
Το αστόχαστό μου χέρι
Χάλασε το παιχνίδι σου
Αυτό το καλοκαίρι.

Αλλά κι εγώ δεν είμαι
Μύγα σαν κι εσένα;
Κι εσύ δεν είσαι
Άνθρωπος σαν κι εμένα;

Γιατί χορεύω,
Πίνω, τραγουδώ,
Μέχρι να λιώσει τα φτερά μου
Κάποιο χέρι τυφλό.

Αν δύναμη κι ανάσα
Είν’ η ζωή, και στοχασμός,
Κι  η έλλειψη
Της σκέψης θάνατος,

Ευτυχισμένη μύγα
Είμαι κι εγώ,
Είτε πεθαίνω
Είτε ζω.

Μετάφραση   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι  ό π ο υ λ ο ς

Η   Τ ί γ ρ η

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με μαεστρία;

Σε τί βάθη ή ύψη πέρα
μάτια αστράψαν στον αέρα;
Τί φτερά αποζητάει
τί  χέρι φλόγες αρπάει;

Και τί ώμος και τί τέχνη
της καρδιάς τα νεύρα ζεύει;
Και, σαν η καρδιά η καρδιά δουλεύει,
τί  άκρο σου δεινό σαλεύει;

Τί σφυρί, τί αλυσίδα;
Ποιο τ’ αμόνι;  Τί τσιμπίδα
–Ποιο του νου σου το καμίνι—
τολμά  και  δεσμά σου δίνει;

Τ’ άστρα σαν τη Γη ακοντίσαν
και τους ουρανούς ποτίσαν,
χάρηκε Αυτός που επλάστης;
Σ’ έκανε του Αρνιού ο Πλάστης;

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με μαεστρία;

Λ ο ν δ ί ν ο

Σε δρόμους βρώμας τριγυρίζω
σιμά στου Τάμεση το κύμα,
και σ’ όποιον βλέπω, ξεχωρίζω
κακίας ή συμφοράς το στίγμα.

Σε κάθε ανθρώπινη κραυγή,
σε κάθε βρέφους κλάμα  τρόμου,
σ’ όποια φωνή, ή προσταγή,
γροικώ  δεσμά  του νου του ατόμου.

Αχ  πώς του τσιμινιέρη ο βόγκος
στοιχειώνει κάθε σκοτεινή εκκλησιά!
Πώς τ’ άτυχου στρατιώτη ο ρόγχος
ματώνει παλατιού απλωσιά!

Κι ακούω στης νυχτιάς τις στράτες
της πόρνης να ξεσπά η μπόρα,
που αγριεύει απ’ του μωρού τις κλάψες,
δεινά γαμήλια – η νεκροφόρα.

Μετάφραση   Μ.  Β.  Ρ α ‘ί’ ζ η ς

Τ ο   Κ ρ ί ν ο

Το σεμνό Τριαντάφυλλο έν’ αγκάθι βγάζει,
Το σκυφτό το Πρόβατο κέρας που τρομάζει·
Αλλά το Κρίνο πάλλευκο στην Αγάπη ευδαιμονεί,
Την ομορφιά του δεν σπιλώνει αγκάθι κι απειλή.

Η   Λ ύ π η   τ ο υ   Μ ω ρ ο ύ

Βόγκηξε η μάνα κι έκλαψε ο πατέρας·
Βγήκα στο φως το φοβερό της μέρας.
Γυμνό κι αδύναμο τσιρίζω δυνατά
Σαν δαίμονας που κρύβεται στα σύννεφα·

Στα χέρια του πατέρα ταλανίστηκα
Και μέσα στη φασκιά μου απελπίστηκα·
Δεμένο, κουρασμένο απ’ όλ’  αυτά,
Στραβοκοιτώ της μάνας τα βυζιά.

Τ  ο   Φ α ρ μ α κ ω μ έ ν ο    Μ ή λ ο

Με κάποιο φίλο θύμωσα,
Τον έβρισα κι ησύχασα.
Θύμωσα με τον εχθρό μου,
Κλείστηκα στον εαυτό μου.

Στο φόβο θέριεψ’ η οργή,
Στο δάκρυ βράδυ και πρωί·
Στο χαμόγελο ποτίστηκε,
Μες στην απάτη λιάστηκε.

Μεγάλωσε με τον καιρό
Κι έβγαλε μήλο λαμπερό·
Κρυφοκοίταξ’ ο εχθρός  μου
Κι είδε πως ήταν δικό μου

Και κρυφά μπήκε στον κήπο
Και μου τα’ άρπαξε στον ύπνο.
Ξημερώνει’ τι να δω!
Τον εχθρό μου ξαπλωτό.

Μετάφραση   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι  ό π ο υ λ ο ς

. . . . . . . . . . . .

Οι μεταφράσεις (εκτός της  αδημοσίευτης του ποιήματος «Το Άρρωστο Ρόδο») προέρχονται από την έκδοση Μπλέηκ, επιλογή – επιμέλεια Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β’ έκδοση, 1998, σελ. 92-102, εδώ με μικρές αλλαγές.

 

Α  ν  α  γ  ν  ώ  σ  ε  ι  ς:

«Το Άρρωστο Ρόδο» και άλλα ποιήματα του  William Blake

 

«Η Τίγρη»

Ο   Ε ι κ α σ τ ι κ ό ς   B l a k e


οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο

 

 

 

 

 

 

 

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς   γ ι α   τ ο  έ ρ γ ο  τ η ς   Χ α τ ζ η λ α ζ ά ρ ο υ  

 κ α ι  τ ρ ί α   π ο ι ή μ α τ ά   τ η ς

 

 

1

Η δεύτερη ανάρτηση ποιημάτων της Μ. Χατζηλαζάρου στο πτερόεν δεν είναι προϊόν εύκολου ενθουσιασμού. Στεκόμαστε με σεβασμό μπροστά σε ένα ποιητικό έργο που, για να εκφρασθούμε μετριοπαθώς, σαφώς αξίζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όσο έχει προσελκύσει. Σκοπεύουμε λοιπόν να διερευνήσουμε το έργο της  Μ. Χ. με τη βοήθεια ανθρώπων που του έχουν  αφιερώσει τον «καθιστικό τους μόχθο», και να επανέλθουμε σ’ αυτό με  αφιερώματα και  δοκίμια.

2

Ο  William Blake θα της αφιέρωνε κάποιους επιγραμματικούς του στίχους, όπως:

Στη σύζυγο θ’ αποζητούσα
Αυτό που βρίσκεις πάντα στις πουτάνες –
Τα δείγματα του Κορεσμένου πόθου,

  ή

Η Εγκράτεια σπέρνει άμμο
Στα ροδαλά τα μέλη, στα πύρινα μαλλιά,
Αλλ’ ο Κορεσμένος Πόθος
Καρπούς φυτεύει της ζωής, της ομορφιάς

(Στίχοι κι Αποσπάσματα, 1793-1810, μτφρ. Ελ. Βαρίκα, Σπ. Ηλιόπουλος)

Ο  D. H. Lawrence θα εκτιμούσε τον πληθωρικό, εκρηκτικό ποιητικό  λόγο μιας γυναίκας που δεν αυτο-ακρωτηριάστηκε για να χωρέσει στο καλούπι του «κόσμου»·  μιας ποιήτριας που ήξερε να χορεύει εκστατικά, επιθυμώντας να παρασύρει  πολιτείες ολάκερες στο «ανοιξιάτικό [της] διάβα», που ήξερε ότι είναι κομμάτι του ήλιου και κομμάτι της γης, και ότι το αίμα της είναι μέρος της θάλασσας (Αποκάλυψη,Apocalypse,1930) — το ακριβώς αντίθετο της ερωτικά και ψυχικά στερημένης Αγγλίδας, της Juliet, στην αρχή της νουβέλλας του Ήλιος (Sun,1928), πριν αυτή παραδώσει το γυμνό της σώμα στον θεραπευτικό ήλιο της Μεσογείου.

Και ο W. B. Yeats θα έβρισκε στην Μάτση Χατζηλαζάρου μια αυθεντική έκφραση του πνεύματος της αθυρόστομης «τρελο-Τζένης» του (Η Κυκλική Σκάλα, The Winding Stair and other poems, 1933) και των τελευταίων ποιημάτων του (Last Poems, 1938-1939): μια γυναίκα που διεκδικεί άφοβα ολόκληρο τον εαυτό της, και μια ποιήτρια που απεχθάνεται την υποκριτική «κοσμιότητα». Θα έβρισκε  σ’ αυτήν μια ηφαιστειακή ενέργεια για σαρκικό έρωτα αλλά και  ένα πάθος για πληρότητα, για ενότητα σώματος και ψυχής, Ανθρώπου και Κόσμου. Όπως λέει μια persona των ποιημάτων του:

Πρέπει να μάθει η ψυχή μου ν’ αγαπά
με μιαν αγάπη που στον κόρφο της ταιριάζει
κι όλα τα μέλη όπου το αίμα μου χτυπά
να ‘ν’ σάρκα ανθρώπινη, ψυχή που αναστενάζει.
Αν η ψυχή ξέρει να κοιτά
Και το κορμί ν’ αγγίζει είν’ καμωμένο
Πιότερο ποιό  είν’ ευλογημένο;

(«Της κυράς τραγούδι δεύτερο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

[…] αν τα μηριά μου ηδονικά θα ‘χει το χέρι του μαλάξει
Οι ουρανοί κι η φύση όλη βαθιά θα ‘χει στενάξει.

(«Της  κυράς τραγούδι τρίτο», μτφρ. Α. Ι. Πρωτοπαπάς)

Όπως και στα τραγούδια της «τρελο-Τζένης» και  της «Κυράς», στον Yeats, το  τραγούδι στην Χατζηλαζάρου είναι για κάτι ευρύτερο από τον  έρωτα (το οποίο όμως ποτέ δεν τον ακυρώνει), κάτι εξόχως οικουμενικό. Στο Άτιτλο «Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι…», που παρουσιάζουμε πιο κάτω,  το τραγούδι αυτό

Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

Και στο Άτιτλο «Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα», ο χορός είναι

[…] τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου.

Σε ένα σημαντικό δοκίμιο  για  την ποίηση της Χατζηλαζάρου («Το πένθος ως μέσον αυτοπραγμάτωσης»), η Λαμπρίνα Μαραγκού θέτει το ζήτημα στη σωστή βάση:

«Συνηθίζεται να χρησιμοποιείται ο όρος “γυναικεία ποίηση” από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, χωρίς αυτό να διευκρινίζεται πλήρως. Πρόκειται για την ποίηση που δημιουργείται από γυναίκες ή που απευθύνεται μόνο σε γυναίκες; Δεν νομίζω να αξίζει απάντηση αυτό το ερώτημα καθώς από μόνο του καθίσταται άκυρο». (Ηλεκτρονικό περιοδικό critique <http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=125>).

Και συνεχίζει, συνοψίζοντας, κατά τη γνώμη μας, την ουσία του έργου της Χατζηλαζάρου:

«Την χαρακτηρίζουν μερικοί σαν γυναικεία ποιήτρια, προσδίδοντας της έτσι ένα εξιτήριο από την οικουμενική ποίηση, μια περιθωριοποιημένη ταυτότητα που στόχο της έχει να εξυπηρετεί τις ανάγκες των γυναικών. Άτοπος χαρακτηρισμός που ενέχει μια υποβάθμιση, και που σαφώς δεν αντιπροσωπεύει την Μ. Χ.  Κουβαλώντας ένα ενδιαφέρον παρελθόν με δυο αποτυχημένους γάμους, παντρεύεται τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ερωτεύεται τον Ανδρέα Καμπά, συζεί στο Παρίσι με τον ανιψιό  του Νταλί και με τον Καστοριάδη, διαμορφώνει την προσωπική της άποψη για τη ζωή μέσα από το φάσμα των χρωμάτων του έρωτα […] Κι αν αγάπη σημαίνει άγγιγμα, επαφή, τότε ο ορισμός που εμπεριέχεται σ’ όλα τα ποιήματά της […] βοηθά τον εραστή της ποίησης να συμμεριστεί  […] την ταύτιση του απόλυτου με το θείο όπου αυτομάτως γεννιέται η έλλειψη, η απουσία, η νοσταλγία, συναισθήματα που υπάρχουν γιατί έχει προηγηθεί η πληρότητα, η παρουσία, ο φωτεινός έρωτας […] Η  ερωτική προσμονή δηλώνεται στο έργο της μέσα από μια μεταφυσική ιδιοτυπία […]  Στόχος το ονειρικό, το άπιαστο που η ποιήτρια αναγνωρίζει  πως ακόμα κι αν διαφανεί δεν είναι η τελείωση…»

Πιστεύουμε ότι αν έπρεπε οπωσδήποτε να δοθεί κάποιος χαρακτηρισμός στην Μάτση Χατζηλαζάρου, αυτός θα ήταν «ερωτική ποιήτρια» με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Όπως σημειώνει η Λ. Μαραγκού, ο έρωτας στην ποίηση της Μ. Χ. είναι «ο έρωτας και το πάθος του καθένα, που λειτουργεί όμως οικουμενικά». Η ερωτική ποίηση της Μ. Χ. είναι τόσο οικουμενική, όσο ενδεχομένως δεν είναι η ερωτική ποίηση άλλων, γνωστών και μεγάλων.

3

Το ποίημα της Χατζηλαζάρου «Αραπιά», που παρουσιάζουμε πιο κάτω, ίσως προκαλέσει ερωτήματα. Ο τίτλος είναι αυτός του τραγουδιού του Τσιτσάνη «Αραπιά»  ή «Η μάγισσα της Αραπιάς».  (Αν και, καθώς  ανακαλεί το τραγούδι στη μνήμη της και ακούει τον απόηχο, η ποιήτρια παραποιεί ελαφρώς τους πρώτους στίχους  του, «Θα πάω εκεί στην Αραπιά / που μ’ έχουνε μιλήσει / για…» Η αθέλητη παραποίηση φαίνεται να είναι η πιθανότερη εκδοχή, αφού δεν αλλάζει μόνο το «θα» με το «θέλω να», που θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία.)  Εντύπωση προκαλεί το ότι, την ίδια εποχή, και κάποιος άλλος,  που παρέμεινε για πολύ  στη σκιά κι αυτός, είχε ενσωματώσει την «Αραπιά» στο έργο του.

Τα παρακάτω  αποσπάσματα από την σελίδα  Ιδωτική Οδός του Παναγιώτη Ανδριόπουλου («Το ρεμπέτικο  του  Σκαλκώτα», 9 Ιουνίου 2008 <http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html>), δίνουν ίσως μιαν  εξήγηση του λόγου/ των λόγων: 

«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε  μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται –λες– μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού “Θα πάω εκεί στην αραπιά”».

Ο φίλος «προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της “διάθεσης φυγής” — καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών». Μάταια όμως. «Του λόγου μου […] του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια […]».

Αυτά έλεγε  ο Μάνος Χατζιδάκις, στην πολύ γνωστή του  διάλεξη για το ρεμπέτικο  τον  Ιανουάριο του 1949.  Και τα έλεγε «Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (20-9-1949)… Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για 2 βιολιά, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο “Θα πάω εκεί στην Αραπιά”  του Βασίλη Τσιτσάνη».  Είναι φανερό ότι ο Χατζιδάκις αγνοούσε  «το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα», ένα αριστούργημα του εικοστού αιώνα, «είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε». Αναμφίβολα  δεν το γνώριζε και ο  ιδιαίτερα συντηρητικός μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος στην Καθημερινή (8-2-1949) «μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου “με την αιώνια, μεγάλη τέχνη”».

Και στην περίπτωση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, ο καθένας  μπορεί να κάνει τους δικούς του χρήσιμους  συνειρμούς  περί  σοβαροφάνειας,  «μεγάλης τέχνης» και «χυδαιότητας».

 

Σπύρος Ηλιόπουλος

 

 

 

 

 

Α  Ρ  Α  Π  Ι  Α

Ωχ! τη μάνα μου την καψερή, τη μάνα μου παρηγοριά
και βάλσαμο της νύχτας.
Απόψε δε χωράνε οι λύπες μου, ούτε μες στ’ απαλότερο φιλί.
«Θέλω να πάω στην Αραπιά
που μ’ έχουνε συστήσει
σε μια μεγάλη μάγισσα
τα μάγια να μου λύσει.»
Θέλω ν’ ακούσω πάλι τα βλέφαρά μου να γέρνουνε μπρος σ’ ένα όραμα ξανθό.
Θέλω να χορέψω, φούσκωμα και φύσημα τρυφερής κουρτίνας,
μην απελευθερωθεί από το παράθυρο.
Θέλω ν’ ανοίξω ένα πρωί με το φως, σαν το νούφαρο.
Είναι οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο.
Ναι, άπλωσα στον ήλιο ένα άγριο κυκλάμινο στην άκρη της ρεματιάς,
μια χειραψία φίλων συνοδοιπόρων και συναγωνιστών,
λίγα κρόσσια που πέφτουνε στο μέτωπο ενός Κρητικού,
τα γόνατα μιας κοπέλας όταν βγαίνει στη θάλασσα
τη βραχνή φωνή του έρωτα,
ένα αυλάκι αίμα μιας μάχης για τον ήλιο,
κι ένα ασημένιο κουτάλι λαμπερό,
στην άκρη των χειλιών του βρέθηκε ένα χθεσινό μου δάκρυ.

 

Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι, τα δάκρυα στέρεψαν, τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε, σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή, ούτε δέντρου φυλλωσιά ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου, είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί, γιατί χάσαμε στη ζωή τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού.
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε) μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη, στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει σε λιμάνι.
Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια, από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχεοειδές.
Ο αέρας θα παίρνει τις μυρουδιές μου και θα τις κρύβει
μες στις σκιές που ‘χουν τα βότσαλα.
Παλικάρια! Σιμώστε, καβαλήστε μας, είμαστε τ’ άσπρα σας άτια,
είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες.
Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές, και τους γιαλούς,
και τα στεγνά στοιβαγμένα φύκια, και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου.
Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.
Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση,
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

 

 Α  Τ  Ι  Τ  Λ  Ο

 Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα – εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία — τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
— μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι — ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός — και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ  (1914-1987)
[Αραπιά] «Δύο Διαφορετικά Ποιήματα», περ.  Τετράδιο Πρώτο (Αθήνα, Απρίλης 1945)  και  Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), Ίκαρος 1944

[Translatum/ Ποίηση της Θεσσαλονίκης /Μάτση Χατζηλαζάρου. Βλ. Συνδέσμους στο πτερόεν  που αναφέρονται στην Χατζηλαζάρου]