Just another WordPress.com site

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ΠΟΙΗΣΗ

Fernando Pessoa : H μόνη αθωότητα

.

.

Vincent van Gogh : Vase with Twelve Sunflowers

.

.

.

.

Ο Φύλακας του πρόβατου ΙΙ

.

Η ματιά μου είναι καθαρή σαν ενός ηλιοτρόπιου.
Είναι συνήθεια μου να περπατάω τους δρόμους
Κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά
Και μερικές φορές κοιτάζοντας πίσω μου,
Και ότι βλέπω κάθε στιγμή
Είναι ότι δεν είδα πριν,
Και είμαι πολύ καλός στο να παρατηρώ πράγματα.
Είμαι ικανός να νιώθω τον ίδιο θαυμασμό
Που θα ένιωθε ένα νεογέννητο παιδί
Αν παρατηρούσε ότι είχε πραγματικά και αληθινά γεννηθεί.
Νιώθω κάθε στιγμή ότι έχω μόλις γεννηθεί
Σ’ έναν εντελώς καινούργιο κόσμο…

Πιστεύω στον κόσμο όπως σε μία μαργαρίτα,
Επειδή τον βλέπω. Αλλά δεν τον σκέφτομαι,
Επειδή το να σκέφτεσαι είναι το να μην κατανοείς.
Ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για εμάς για να τον σκεφτόμαστε
(Το να σκέφτεσαι είναι να έχεις μάτια που δεν βλέπουν καλά)
Αλλά να τον βλέπεις και να είσαι σε συμφωνία.

Δεν έχω καμία φιλοσοφία, έχω αισθήσεις…
Αν μιλώ για τη Φύση δεν είναι επειδή γνωρίζω τι είναι
Αλλά επειδή την αγαπώ, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο
Επειδή αυτοί που αγαπούν δεν γνωρίζουν τι αγαπούν
Ή γιατί αγαπούν, ή τι είναι η αγάπη.

Η αγάπη είναι αιώνια αθωότητα,
Και η μόνη αθωότητα είναι να μην σκέφτεσαι…

.

F e r n a n d o   P e s s o a    [ A l b e r t o   C a e i r o ]  (1888-1935)

.
Μετάφραση:   Ι π τ ά μ ε ν ο ς   Ο λ λ α ν δ ό ς

Δανεισμένο από :

http://monopoihmata.blogspot.com/2010/05/blog-post.html

 

.

.

.

.


Φερνάντο Πεσσόα : Επτά Ποιήματα

Ξεφυλλίζοντας  ένα  βιβλίο με ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα, διάλεξα  ενδεικτικά επτά ποιήματα του ετερώνυμου Α λ μ π έ ρ τ ο  Κ α έ ι ρ ο.  Όπως  αναφέραμε  και  στην  πρώτη  ανάρτηση  για  τον Πεσσόα, ο ίδιος υπέγραφε με πολλά ψευδώνυμα τα οποία στη συνέχεια αναφέρονταν ως ετερώνυμα.

Ο Αλμπέρτο Καέϊρο, σύμφωνα με το «βιογραφικό» που του έφτιαξε ο Πεσσόα, περιγράφεται ως εξής:  «Ο Α. Κ. γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, αλλά πέρασε τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα αλλά ούτε και μόρφωση. Ήταν μετρίου αναστήματος και ασθενικός (πέθανε από φυματίωση). Ήταν ξανθός και γαλανομάτης. Όταν ήταν μικρός έχασε τον πατέρα και τη μητέρα του και έζησε με περιορισμένα έσοδα, κλεισμένος στο σπίτι με μια πολύ ηλικιωμένη θεία του.»

Απ’ όλα τ’ άλλα ετερώνυμα, διάλεξα εκείνο του Α. Καέιρο, διότι είναι εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση, δίχως εξωραϊσμούς και περιγραφικές υπερβολές. Ο  Α. Κ.  και η φύση απλώς συνυπάρχουν.

Η συνύπαρξη αυτή, δεν έχει ίχνος ρομαντισμού. Είναι άμεσα υπαρξιακή: ανάμεσα σ’ εκείνον και την Ζωή – Φύση, δεν φαίνεται να μεσολαβεί τίποτε άλλο  εκτός από το ίδιο το βίωμα. Τουλάχιστον, αυτό είναι, νομίζω, το ζητούμενο του Πεσσόα, που επιχειρεί να το  πραγματώσει μέσω του ετερώνυμου Αλμπέρτο: «…σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,/ Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.»

Βασιλική Φράγκου

 

 

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α   Τ Ο Υ   Ε Τ Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Υ   Α Λ Μ Π Ε Ρ Τ Ο   Κ Α Ε Ϊ Ρ Ο

«Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»

 

 

 

 

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του  

7-5-1914

Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το  φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν  νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

  7-11-1915

Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.

 

 

F e r n a n d o   P e s s o a  (1888-1935)

Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

[Fernando Pessoa,  Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa: Ποίηση για Πάντα,  2007.]

 

 

. . . . . . . .

Πηγή για σκίτσο [εδώ σε επεξεργασία]

http://duende-bite.blogspot.com/2011/01/fernando-pessoa-1888-1935.html

Πηγή  για εικόνα Φ. Π.

http://ithaque.gr/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/

 

 

 


Η Μεγάλη Ανησυχία του Φερνάντο Πεσσόα

Μ π ε ρ ν ά ν τ ο   Σ ο ά ρ ε ς

Φ Ε Ρ Ν Α Ν Τ Ο  Π Ε Σ Σ Ο Α

Το βιβλίο της ανησυχίας, μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, Εξάντας 2004

«Ένα ηλιοβασίλεμα είναι ένα πνευματικό φαινόμενο»

 

Ο Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), Πορτογάλος ποιητής, εκτός από το πραγματικό του όνομα, υπέγραφε και με δεκάδες άλλα «ετερώνυμα», όπως ονόμασαν τα ψευδώνυμά του μετέπειτα οι φιλόλογοι. Τα γνωστότερα είναι: Αλβάρο ντε Κάμπος, Μπερνάντο Σοάρες, Ρικάρντο Ρέις, Αλμπέρτο Καέιρο. Πέρασε την ζωή του μεταφράζοντας στα αγγλικά και στα γαλλικά επαγγελματικές επιστολές για λογαριασμό ενός γραφείου εισαγωγών-εξαγωγών όπου δούλευε  και ως λογιστής.   

Λιγοστά έργα του είδαν το φως της δημοσιότητας όσο ζούσε. Ύστερα από πολλές δεκαετίες, περίπου στην δεκαετία του ’80, άρχισε ν’ ανακαλύπτεται μέρος του ανεξάντλητου έργου που άφησε και να γίνεται ευρέως γνωστός.

Πέθανε στη Λισαβόνα το 1935 από κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 47 χρονών.

Αυτά τα ελάχιστα βιογραφικά. Τα περισσότερα θα τα βρείτε στο διαδίκτυο (Βλ. Συνδέσμους, πιο κάτω) αλλά και σε βιβλία-μελέτες που γράφτηκαν για τον Φ. Πεσσόα ανά τον κόσμο.

Ξεφυλλίζοντας τους δύο τόμους του «βιβλίου της ανησυχίας», αισθάνθηκα την ανάγκη να αποσπάσω (και αν μπορούσα θα ζητούσα συγγνώμη γι’ αυτήν την αυθαιρεσία από τον ίδιο τον ποιητή), λιγοστές φράσεις που μοιάζουν με ρήσεις σοφού, καθώς και ολόκληρα κομμάτια υψίστου κάλλους και συνάμα υπαρξιακής τρικυμίας (ανησυχίας). Σκέψεις, ιδέες, αισθήσεις, συναισθήματα, καταστάσεις ψυχής εν γένει που κάτω από  άλλες συνθήκες και σε μια διαφορετική  κοινωνία  με μόνο της μέλημα την αρμονική σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και την Φύση, θα ήσαν τα κύρια συστατικά για το ξετύλιγμα   μιας ποιητικής, ευδαιμονικής ζωής.

Δυστυχώς όμως, στον κόσμο που ζούμε και ιδιαίτερα στη Δύση, όλ’ αυτά θεωρούνται στοιχεία απωθητικά έως και βδελυρά. Ας γίνω πιο συγκεκριμένη. Μιλάω για την όσο το δυνατό  μεγαλύτερη αποφυγή δράσης (δραστηριοτήτων), την άρνηση ανταγωνισμού, την μη  προσκόλληση σε στόχους, την ονειροπόληση, την ανάγκη να ζει κανείς στο παρόν και μόνο, την εσωτερική  παρόρμηση για   εγκατάλειψη του  ασφυκτικού εγωκεντρισμού  και τη διάλυσή του μέσα  στην Ομορφιά και δη στην Ομορφιά της Φύσης (για να θυμηθούμε και τον Κ.  Π.  Καβάφη στο ποίημά του «Θάλασσα του Πρωιού», «Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο»). Ένας αληθινός ποιητής όπως ο Πεσσόα , τείνει, όλα τα προαναφερθέντα, να τα κάνει  βίωμα και τρόπο ζωής. Ωστόσο, σε μια κοινωνία ψυχρή και αδιάφορη που βιάζεται κάπου να φθάσει (;) προβάλλοντας το πρότυπο του δραστήριου, ανταγωνιστικού και πετυχημένου ανθρώπου,  νιώθει, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παρείσακτος, ιδιόρρυθμος και άχρηστος. 

 Έτσι ο Πεσσόα,  διαθέτοντας όλα αυτά τα στοιχεία που προαναφέραμε, βούλιαξε σε μια αυτοκαταστροφική δίνη. Η αιτία θανάτου του άλλωστε (αλκοολισμός-κίρρωση του ήπατος) το επιβεβαιώνει.  Όπως όλοι γνωρίζουμε, αυτό συνέβαινε και συμβαίνει κατά συρροή στους δημιουργούς και στους καλλιτέχνες, του Δυτικού κυρίως αλλά και του Ανατολικού πλέον κόσμου («Μα η κοινωνία […] / συσχέτιζε κουτά», Κ.  Π.  Καβάφης, «Μέρες του 1896»).

Επειδή  είναι  πιο  εύκολο  ν’  απαλλαγεί  κανείς  από  το  εγώ  του  παρά  από  τον  υποκειμενισμό  του,  επέλεξα,   ασφαλώς,   φ ρ ά σ ε ι ς   κ α ι   α π ο σ π ά σ μ α τ α   που  αγγίζουν  περισσότερο  τον  ψυχισμό  μου.

Άλλωστε, δεν χρωστάμε σε κανέναν τίποτε, παρά  μόνο την ομορφιά της αλήθειας μας, ίσως.

 

Β  α  σ  ι  λ  ι  κ  ή    Φ  ρ  ά  γ  κ  ο  υ

                                                   

         Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη

 

 

Φ Ρ Α Σ Ε Ι Σ   Κ Α Ι   Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α 


 

-Το να με καταλαβαίνουν είναι πορνεία.

-Η παραίτηση είναι απελευθέρωση. Δεν θέλω, είναι μπορώ.

-Το να διαλέγω τρόπους για να μη δρω υπήρξε ανέκαθεν η μέριμνα και η αποκλειστική ενασχόληση της ζωής μου.

-Δεν υποτάσσομαι ούτε στο κράτος ούτε στους ανθρώπους, αντιστέκομαι αδρανώς.

-Βασιλεύει όποιος δεν βρίσκεται ανάμεσα στον όχλο.

-Ζω είναι δεν σκέφτομαι.

-Νικάει μόνο όποιος ποτέ του δεν τα καταφέρνει.

-Αυτό το ξημέρωμα είναι το πρώτο του κόσμου.

-Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα.

-Οι θεοί τελικά είναι ζήτημα στυλ.

-Αισθάνομαι τόσο μόνος που νιώθω την απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και τα ρούχα μου.

-Όλα με κουράζουν ακόμα κι αυτά που δεν με κουράζουν.

-Οι σημερινοί ονειροπόλοι είναι ίσως οι μεγάλοι πρόδρομοι του μέλλοντος.

-Ίσως η επιστημονική έρευνα του μέλλοντος ανακαλύψει ότι τα πάντα είναι διαστάσεις του ίδιου χώρου, ούτε υλικού αλλά ούτε και πνευματικού.

-Κανείς δεν ξέρει τι κάνει, κανείς δεν ξέρει τι θέλει, κανείς δεν ξέρει τι δεν ξέρει.

-Η συνείδηση της ασυνειδησίας της ζωής, είναι ο πιο παλιός φόρος στην ευφυ’ί’α.

-Το τέλειο δεν εκδηλώνεται.                                        

-Είναι ευγενές να είσαι ντροπαλός, ένδοξο να μην ξέρεις να δρας, υψηλό να μην είσαι φτιαγμένος για τη  ζωή.

-Καθένας μας είναι ένας κόκκος σκόνης που ο άνεμος της ζωής σηκώνει και στην συνέχεια τον αφήνει να πέσει.

-Γκρεμίστηκα πάνω στις ελπίδες και τις βεβαιότητες, και μαζί μου όλα τα ηλιοβασιλέματα.

 Και αλλού: 

Διαβάζω και είμαι ελεύθερος πια. Αποκτώ αντικειμενικότητα. Έπαψα να είμαι ο εαυτός μου και διασκορπισμένος. Και αυτό που διαβάζω, αντί να είναι ένα δικό μου ρούχο που μόλις και μετά βίας το βλέπω και που κάποιες φορές με βαραίνει, είναι η απέραντη καθαρότητα του εξωτερικού κόσμου, θαυμαστή, ο ήλιος που βλέπει τους πάντες, το φεγγάρι που πλέκει σκιές στο γαλήνιο έδαφος, οι απέραντες εκτάσεις που καταλήγουν στη θάλασσα, ο μαύρος όγκος των δέντρων που κουνιούνται πράσινα στην κορυφή τους, η συμπαγής ηρεμία που έχουν οι στέρνες  των αγροικιών, τα μονοπάτια τα σκεπασμένα με κληματαριές, στις μικρές κατωφέρειες των πλαγιών […] Και είναι στους κλασικούς, στους ήρεμους, σ’ όσους υποφέρουν και δεν το λένε, που αισθάνομαι ιερός ταξιδευτής, κεχρισμένος προσκυνητής, που παρατηρεί  άνευ λόγου έναν κόσμο χωρίς σκοπό. Πρίγκιπας της Μεγάλης Εξορίας, που έδωσε, φεύγοντας, στον τελευταίο επαίτη, την έσχατη ελεημοσύνη της απελπισίας του […]

Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα. Δεν έχω ούτε ελπίδες ούτε νοσταλγίες […]

Δεν νοσταλγώ ούτε καν τις αισθήσεις των περασμένων στιγμών. Το κάθε τι που αισθανόμαστε απαιτεί τη στιγμή του. Όταν η στιγμή περάσει γυρίζει η σελίδα και η ιστορία συνεχίζεται, αλλά όχι το κείμενο. Φευγαλέα σκοτεινή σκιά ενός δέντρου της πόλης, ελαφρύς ήχος του νερού που πέφτει στη λυπημένη στέρνα, πράσινο της συνηθισμένης χλόης –δημόσιος κήπος στο σούρουπο σχεδόν– είστε, αυτή τη στιγμή, ολόκληρο το σύμπαν για μένα, γιατί είστε το πλήρες περιεχόμενο της συνειδητής μου αίσθησης. Δεν θέλω τίποτε άλλο για τη ζωή μου πέρα από το να τη νιώσω να χάνεται σ’ αυτά τα απρόβλεπτα βράδια, στις φωνές των ξένων παιδιών που παίζουν σ’ αυτούς τους κήπους, τους περιφραγμένους από τη θλίψη των δρόμων που τους περιβάλλουν, και τους κλεισμένους, πάνω από το θόλο των ψηλών κλαδιών των δέντρων, από τον παλαιό ουρανό όπου τ’ άστρα ξαναρχίζουν.

 Ακόμα:

Πάει πολύς καιρός που δεν υπάρχω. Είμαι απολύτως γαλήνιος. Κανείς δεν με ξεχωρίζει απ’ αυτόν που είμαι. Αισθάνθηκα τώρα πως αναπνέω σαν να είχα κάνει κάτι καινούργιο ή καθυστερημένο. Αρχίζω να έχω συνείδηση του ότι έχω συνείδηση. Ίσως αύριο ξυπνήσω για μένα τον ίδιο και θα ξαναπιάσω το νήμα της ύπαρξής μου. Δεν ξέρω αν μ’ αυτό θα είμαι περισσότερο ή λιγότερο ευτυχής. Δεν ξέρω τίποτα. Περαστικός σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω ότι, πάνω στην πλαγιά του Καστέλο, ο ήλιος που δύει από την αντίθετη μεριά έχει ανάψει φωτιές σε δεκάδες παράθυρα, σ’ ένα φανοστάτη ψηλό που καίει με παγερή φωτιά. Γύρω από αυτά τα μάτια με τις σκληρές φλόγες όλη η πλαγιά έχει τη γλύκα του σούρουπου. Μπορώ τουλάχιστον να αισθάνομαι λυπημένος και να έχω συνείδηση ότι με τη θλίψη μου διασταυρώθηκε μόλις –το είδα με την ακοή– ο ξαφνικός ήχος του τραμ που περνάει, οι φωνές των νεαρών περαστικών που μιλούν, ο  ξεχασμένος ψίθυρος  της ζωντανής πόλης.                                             

[…] Αργά στο φεγγαρόφωτο έξω στην αργή νύχτα, ο άνεμος κουνάει πράγματα που κάνουν σκιές καθώς κουνιούνται. Ίσως δεν είναι άλλο από την μπουγάδα που άφησαν απλωμένη στον από πάνω όροφο, αλλά η ίδια η σκιά δεν γνωρίζει πουκάμισα και κυματίζει άυλη σε μια  σιωπηλή συμφωνία με τα πάντα.

[…] Με απωθεί εξάλλου κάθε ιδέα υποχρεωτικής επαφής με κάποιον άλλο. Μια απλή πρόσκληση σε δείπνο μ’ ένα φίλο μου προκαλεί μια αγωνία που δυσκολεύομαι να προσδιορίσω. Η ιδέα μιας οποιασδήποτε κοινωνικής υποχρέωσης–να πάω σε μια κηδεία, να συνεργαστώ με κάποιον για ένα θέμα γραφείου, να πάω να περιμένω στη στάση κάποιον άγνωστο ή γνωστό– και μόνο η ιδέα μού χαλάει τις σκέψεις μιας ολόκληρης μέρας, μερικές φορές και της προηγούμενης, και κοιμάμαι άσχημα, ενώ το πραγματικό συμβάν, όταν προκύπτει, είναι εντελώς ασήμαντο και δεν δικαιολογεί αυτή την ανησυχία. Και η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται διαρκώς και δεν μαθαίνω ποτέ τίποτα.

«Οι συνήθειές μου είναι της μοναξιάς και όχι των ανθρώπων».Δεν ξέρω ποιος το είπε, ο Ρουσσό ή ο Σενανκούρ. Αλλά είναι κάποιο πνεύμα του είδους μου — αν ίσως όχι της φυλής μου […] Μερικές φορές σκέφτομαι με θλιμμένη απόλαυση πως, αν μια μέρα, στο μέλλον που πια δεν θα ανήκω, αυτές οι φράσεις που γράφω γνωρίσουν επαίνους, θα έχω επιτέλους τους ανθρώπους που θα με «καταλάβουν»,τους δικούς μου, την αληθινή οικογένειά μου, για να γεννηθώ σ’ αυτήν και να με αγαπήσουν. Αλλά, αντί να γεννηθώ σ’ αυτήν, θα έχω πεθάνει πριν από πολύ καιρό. Θα με καταλάβουν μόνο ως εικόνα, όταν η στοργή πια δεν αντισταθμίζει γι΄ αυτόν που πέθανε την αστοργία που μόνο αυτή γνώρισε  όταν ήταν ζωντανός.

Μια μέρα ίσως καταλάβουν ότι επιτέλεσα όσο κανείς άλλος το εγγενές καθήκον μου να γίνω ο ερμηνευτής ενός μεγάλου μέρους του αιώνα μας. Και όταν θα το καταλάβουν, θα πρέπει να γράψουν ότι στην εποχή μου δεν με κατάλαβαν, ότι δυστυχώς έζησα ανάμεσα στην αδιαφορία και την ψυχρότητα, κι ότι ήταν πολύ κρίμα που μου έλαχε αυτό. Κι αυτός που θα το γράψει αυτό θα είναι, την εποχή που θα το γράψει, αυτός που δεν θα καταλαβαίνει, όπως αυτοί που με περιβάλλουν σήμερα, τον αντίστοιχό μου εκείνη την μελλοντική εποχή. Γιατί οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο για να χρησιμεύει η γνώση στους προπάππους τους που ήδη έχουν πεθάνει. Μόνο στους νεκρούς ξέρουμε να διδάσκουμε τους αληθινούς κανόνες της ζωής […]

 

 

Στον τοίχο…

………………

Κλείνουμε   αυτό   το   μικρό   αφιέρωμα   στον   Πεσσόα   με    μια   μετάφραση   του   ποιήματός    του   «Το Καπνοπωλείο»    (Tabacaria)     από    τον    Dr. Kameleon    στο    ιστολόγιο    Η φωλιά του Χαμαιλέοντα <http://nest.drkameleon.com/>. 

 Ο μεταφραστής σημειώνει: Επτά χρόνια περίπου πριν από τον θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, «ο Πεσσόα γράφει στις 15-01-1928 ένα από τα πλέον συγκλονιστικά, ευαίσθητα, τραγικά, αυτοψυχαναλυτικά,  περιεκτικά […] ποιήματα (;) που έχουν ποτέ γραφεί». Εξηγεί τις πολύ μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος αυτού και διευκρινίζει ότι η μετάφραση «ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο», καταλήγοντας, «Ελπίζω να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια». Πιστεύουμε ακράδαντα, ναι! Και ελπίζουμε ο μεταφραστής να μας συγχωρέσει κάποιες ελάχιστες σιωπηρές αλλαγές στο κείμενό του, καθώς διορθώσαμε μικρές αβλεψίες που προφανώς οφείλονται στη δακτυλογράφηση.

Σ.  Η.

.

 

 Ζωγραφική :
Rene Magritte

 

 

Τ  Ο    Κ  Α  Π  Ν  Ο  Π  Ω  Λ  Ε  Ι  Ο

 

 

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα ’μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.

Παράθυρα της κάμαράς μου,
μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι
(κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;)
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’ το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νεύρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.

Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα;

Πώς να ξέρω ποιος θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιος είμαι;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής;  Αυτή τη στιγμή,
εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιος ξέρει; ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.

Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυ’ί’ας;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς 
— ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
και, ποιος ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά;

Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περισσότερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλά είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα,  αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μια.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.

Να πιστέψω σ’ εμένα; Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.

(Φάε σοκολάτες, μικρή
φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)

Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μου μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.

(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
είτε ελληνίδα θεά, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
ή πριγκίπισσα που σε τραγουδούν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!

Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
βλέπω τα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)

Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
και σκέφτομαι: ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών.)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που της έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.

Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
με πέρασαν από μακριά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακριά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.

Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντί να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.

Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενής ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’ αφήσει το σημειωματάριό του, θ’ αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζουν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’ αγοράσει καπνό;)
κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικά με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος–
και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τους γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.

Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μου το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακριά «Γεια σου, Εστέβες!» και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.

 

Á  l  v  a  r  o    d  e     C  a  m  p  o  s     ( F  e  r  n  a  n  d  o    P  e  s  s  o  a )

Μ  ε  τ  ά  φ  ρ  α  σ  η  :  D  r .  K  a  m  e  l  e  o  n

Π   Α   Ρ   Α   Ρ   Τ   Η   Μ   Α     19/8/11

Tabacaria, o Filme (Καπνοπωλείο, η ταινία)

 Poema de Fernando Pessoa (Álvaro de Campos – A Tabacaria)
Música: Alexandre Desplat (OST Girl with pearl Earring)
Voz: Joao Villaret

 

 

 

…………………………………….. 

Σ   Υ   Ν   Δ   Ε   Σ   Μ   Ο   Ι

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1

http://el.wikiquote.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1

http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=329

http://www.poets.org/poet.php/prmPID/752

http://portugal.poetryinternationalweb.org/piw_cms/cms/cms_module/index.php?obj_id=7051

http://silver.pblogs.gr/2007/08/111181.html

http://www.ododeiktes.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1355:pessoa&catid=43:biblio&Itemid=71

http://www.diavasame.gr/book.cfm?itemID=498

http://nest.drkameleon.com/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-tabacaria.html