Just another WordPress.com site

ΡΑΪΖΗΣ (Μ.Β.)

Ποιήματα για τον Ποιητή και την Ποίηση


Marc Escher : Drawing Hands

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

C R E D O

( ω ς  ε ί θ ι σ τ α ι  ν α  λ έ μ ε  λ α τ ι ν ι σ τ ί )

Α
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού/ φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής / και επί γης /εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου/.
Β
Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.
Γ
Υποφέροντας άχραντα /ουσιαστικόν/ ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.
Δ
Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.
Ε
Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.
Ζ
Ο Ποιητής έχει τίποτα /βλέπε τους αναχωρήσαντες/.
Η
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: η τρέλα μ’ αρέσει. γελοιοποιεί την ύπαρξη. ας ανάψω απ’ τη μάνα μου.
Θ
Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ’ άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί. δε θα ’ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.
Ι
Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.
Κ
Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.
Λ
Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού. τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχος του.
Μ
Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.
Ν
Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.
Ξ
Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!
Ο
Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.
Π
Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.
Ρ
Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.
Σ
Είναι ουραγός της μητέρας.
Τ
Ανέσπερος από ηλικία.
Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.
Φ
Σε ανώτερη απελπισία.
Χ
Σε φαεινότερη πεμπτουσία.
Ψ
Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.
Ω
Συγχωρώντας τους πάντες.

Ο  π ο ι η τ ή ς  έ χ ε ι  έ ν α  β έ β α ι ο  δ ρ ό μ ο

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους–τόπους αγκάθια
τόπους–τόπους ωραία χαλιά
π’ ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μάς προσμένει.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Κ ρ ι τ ι κ ή  τ η ς  π ο ί η σ η ς

Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
βγήτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβήτε στις αμαξοστοιχίες
να δήτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίντε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομένο πρόσωπο
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβήτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετήστε
το μέλλον.

{προσθήκη 28/10} 

Ο  π ο ι η τ ή ς  I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο  π ο ι η τ ή ς  ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ὁ  π ο ι η τ ή ς

Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.

Τ ὸ  κ ε φ ά λ ι  τ ο ῦ  π ο ι η τ ῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό ῾βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

–Δεν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό ῾ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους

μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Σ τ ο ν  τ ά φ ο  μ ο υ

Όχι λουλούδια. Ένα φύλλο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα έτοιμο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα ανυπόμονο άσπρο χαρτί,
λαχταριστό άσπρο χαρτί.

Η   π ο ί η σ η   σ τ η  Δ ε υ τ έ ρ α  Π α ρ ο υ σ ί α

Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα μας λογαριαστεί.
Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα ‘ναι απ’ τα κυριότερα ελαφρυντικά μας.

Π ε ρ ί    π ο ι ή σ ε ω ς

«Κυτάχτε τώρα τον Κωστάκη!
Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει.
Τη μια μιμείται Καρυωτάκη,
την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη».
Ποιος αν του πω θα καταλάβει
πως ο Καβάφης κι ο Έλιοτ με μιμήθηκαν,
μονάχα που έτυχεν απλώς και μου προηγήθηκαν;

Π ρ ο ς    π ο ι η τ ή ν

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
Γιατί τις ηνώχλησες;

Η   π ο ί η σ η   ε ξ η γ ε ί

Εγώ άλλα φωνήεντα έχω,
Άλλα σύμφωνα,
Άλλες τελείες, άλλα θαυμαστικά, άλλα ερωτηματικά.

 

ΑΝΕΣΤΗΣ  ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 Ο  π ο ι η τ ή ς

Είχε ανεβεί στην πιο ψηλή κορφή
κι η φωνή του, λευκό πουλί στον ουρανό.
Στους πρόποδες μυρμήγκιαζε πλήθος αμέτρητο
άκουγαν τη φωνή κι ολοένα ανέβαιναν
μίκραινε ο κύκλος και κρατούσαν ξύλα
μαχαίρια κράταγαν και πέτρες  και πλησίαζαν
ακούγονταν κραυγές σκοτώστε τον
να πέφτουν άρχισαν μετά οι πρώτες πέτρες
λάμψαν στον ήλιο τα μαχαίρια
κατάλαβε το τέλος του.

Όμως η φωνή του,
λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους
και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια.

Marc Escher : Hand with Globe

 

 

Π   η   γ   έ   ς


Καρούζος:

<http://karouzosnikos-poems.blogspot.com/>

Λειβαδίτης

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

<http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,33301.msg159921.html#msg159921&gt;

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001 (και σε παλαιότερη ανάρτηση στο πτερόεν)

 Σαχτούρης:

<http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm&gt;

Μόντης:

Constantine E. Evangelides, “Costas Montis: The Cypriot Poet” [in] W. R. Schultz, ed., Perspectives on Language and Literature: Essays on Marios Byron Raizis, The  University of Athens, 2003.  

<http://anagnostria.blogspot.com/2008/03/blog-post.html>

<http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/lexi/152/6.html>

Ευαγγέλου

M. B. Raizis, Greek Poetry Translations, Athens, Efsathiadis, 1981.

 


Willlam Blake (1)

Με δυο λόγια του  A l f r e d   K a z i n,  που συμπυκνώνουν τη μοναδικότητα και τη μοναχικότητα του εκκεντρικού ποιητή, ζωγράφου, χαράκτη, εικονογράφου, μυστικιστή Γουίλλιαμ Μπλέηκ  (Willlam Blake 1757-1827)  και με μια  επιλογή από  δείγματα του έργου του (εδώ από τα Τραγούδια της Πείρας, 1794), ανοίγουμε το κεφάλαιο αυτού του μεγάλου «προφήτη» και «παράφρονα» της  αγγλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Δεσμευόμαστε για πολύ ενδιαφέρουσα συνέχεια.

(Συστήνουμε  θερμά  στους  φίλους  του  ιστολογίου  να  αξιοποιήσουν  τα   δ ύ ο   β ί ν τ ε ο   με  τις  υποδειγματικές  αναγνώσεις  ποιημάτων  του Μπλέηκ.  Ακόμα  και  αν  τα  αγγλικά  τους  είναι  πολύ  φτωχά,  και  μόνον  ο  ή χ ο ς   των  ποιημάτων  αυτών  είναι  σημαντικός  στη  διαμόρφωση  αντίληψης  για  το  έργο  του.  Το  δε  τ ρ ί τ ο  β ί ν τ ε ο,  για  τον  εικαστικό   Μπλέηκ,  είναι,  πιστεύουμε,  εκ των ων ουκ άνευ.)  – Σ. Η.

«[Ο Blake]  ήταν ένας μυστικιστής που αντέστρεψε το σχήμα του μυστικισμού: η αναζήτησή του είχε ως αντικείμενο τον άνθρωπο. Ήταν ένας χριστιανός που μισούσε τις εκκλησίες. Ήταν επαναστάτης, αν κι ένιωθε απέχθεια για τον υλισμό που χαρακτήριζε τους  ριζοσπάστες … Ήταν εναντίον της κοινωνίας γενικά: εναντίον των φυλακών της, των εκκλησιών της, της ηθικής της, εναντίον του χρήματος και των απόψεων του συρμού.»  –  A l f r e d   K a z i n



Εικονογραφημένο ποίημα του Blake:

«Το Άρρωστο Ρόδο»

 


Ο  Σ β ώ λ ο ς  κ α ι  τ ο  Χ α λ ί κ ι

«Η Αγάπη δε ζητάει γι’ αυτή πολλά
Και για τον εαυτό της  δε φροντίζει,
Για τον άλλο θυσιάζει τη χαρά,
Ουρανό στης Κόλασης τη Λαύρα χτίζει»,

Τραγούδησε ο Χωματένιος Σβώλος,
Που τον πατούσαν των βοδιών τα πόδια,
Αλλά κάποιο χαλίκι στο ρυάκι
Κελάηδησε τα παρακάτω λόγια:

Η Αγάπη δένει τον άλλο στη χαρά της,
Μόνο τον Εαυτό της να ευχαριστήσει,
Απόλαυση  ζητάει για την αφεντιά της,
Κόλαση σε πείσμα τα’ Ουρανού να χτίσει».

Τ ο   Ά ρ ρ ω σ τ ο    Ρ ό δ ο

Ω, Ρόδο, είσαι άρρωστο!
Το αόρατο σκουλήκι
Στη νύχτα μέσα που πετά
Και μες στην άγρια θύελλα

Την κλίνη σου έχει βρει
Της βυσσινιάς χαράς
Κι η κρυφή σκοτεινή του αγάπη
Τη ζωή σου ρουφά.

Η   Μ ύ γ α

Μύγα μικρή,
Το αστόχαστό μου χέρι
Χάλασε το παιχνίδι σου
Αυτό το καλοκαίρι.

Αλλά κι εγώ δεν είμαι
Μύγα σαν κι εσένα;
Κι εσύ δεν είσαι
Άνθρωπος σαν κι εμένα;

Γιατί χορεύω,
Πίνω, τραγουδώ,
Μέχρι να λιώσει τα φτερά μου
Κάποιο χέρι τυφλό.

Αν δύναμη κι ανάσα
Είν’ η ζωή, και στοχασμός,
Κι  η έλλειψη
Της σκέψης θάνατος,

Ευτυχισμένη μύγα
Είμαι κι εγώ,
Είτε πεθαίνω
Είτε ζω.

Μετάφραση   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι  ό π ο υ λ ο ς

Η   Τ ί γ ρ η

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με μαεστρία;

Σε τί βάθη ή ύψη πέρα
μάτια αστράψαν στον αέρα;
Τί φτερά αποζητάει
τί  χέρι φλόγες αρπάει;

Και τί ώμος και τί τέχνη
της καρδιάς τα νεύρα ζεύει;
Και, σαν η καρδιά η καρδιά δουλεύει,
τί  άκρο σου δεινό σαλεύει;

Τί σφυρί, τί αλυσίδα;
Ποιο τ’ αμόνι;  Τί τσιμπίδα
–Ποιο του νου σου το καμίνι—
τολμά  και  δεσμά σου δίνει;

Τ’ άστρα σαν τη Γη ακοντίσαν
και τους ουρανούς ποτίσαν,
χάρηκε Αυτός που επλάστης;
Σ’ έκανε του Αρνιού ο Πλάστης;

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με μαεστρία;

Λ ο ν δ ί ν ο

Σε δρόμους βρώμας τριγυρίζω
σιμά στου Τάμεση το κύμα,
και σ’ όποιον βλέπω, ξεχωρίζω
κακίας ή συμφοράς το στίγμα.

Σε κάθε ανθρώπινη κραυγή,
σε κάθε βρέφους κλάμα  τρόμου,
σ’ όποια φωνή, ή προσταγή,
γροικώ  δεσμά  του νου του ατόμου.

Αχ  πώς του τσιμινιέρη ο βόγκος
στοιχειώνει κάθε σκοτεινή εκκλησιά!
Πώς τ’ άτυχου στρατιώτη ο ρόγχος
ματώνει παλατιού απλωσιά!

Κι ακούω στης νυχτιάς τις στράτες
της πόρνης να ξεσπά η μπόρα,
που αγριεύει απ’ του μωρού τις κλάψες,
δεινά γαμήλια – η νεκροφόρα.

Μετάφραση   Μ.  Β.  Ρ α ‘ί’ ζ η ς

Τ ο   Κ ρ ί ν ο

Το σεμνό Τριαντάφυλλο έν’ αγκάθι βγάζει,
Το σκυφτό το Πρόβατο κέρας που τρομάζει·
Αλλά το Κρίνο πάλλευκο στην Αγάπη ευδαιμονεί,
Την ομορφιά του δεν σπιλώνει αγκάθι κι απειλή.

Η   Λ ύ π η   τ ο υ   Μ ω ρ ο ύ

Βόγκηξε η μάνα κι έκλαψε ο πατέρας·
Βγήκα στο φως το φοβερό της μέρας.
Γυμνό κι αδύναμο τσιρίζω δυνατά
Σαν δαίμονας που κρύβεται στα σύννεφα·

Στα χέρια του πατέρα ταλανίστηκα
Και μέσα στη φασκιά μου απελπίστηκα·
Δεμένο, κουρασμένο απ’ όλ’  αυτά,
Στραβοκοιτώ της μάνας τα βυζιά.

Τ  ο   Φ α ρ μ α κ ω μ έ ν ο    Μ ή λ ο

Με κάποιο φίλο θύμωσα,
Τον έβρισα κι ησύχασα.
Θύμωσα με τον εχθρό μου,
Κλείστηκα στον εαυτό μου.

Στο φόβο θέριεψ’ η οργή,
Στο δάκρυ βράδυ και πρωί·
Στο χαμόγελο ποτίστηκε,
Μες στην απάτη λιάστηκε.

Μεγάλωσε με τον καιρό
Κι έβγαλε μήλο λαμπερό·
Κρυφοκοίταξ’ ο εχθρός  μου
Κι είδε πως ήταν δικό μου

Και κρυφά μπήκε στον κήπο
Και μου τα’ άρπαξε στον ύπνο.
Ξημερώνει’ τι να δω!
Τον εχθρό μου ξαπλωτό.

Μετάφραση   Σ π ύ ρ ο ς   Η λ ι  ό π ο υ λ ο ς

. . . . . . . . . . . .

Οι μεταφράσεις (εκτός της  αδημοσίευτης του ποιήματος «Το Άρρωστο Ρόδο») προέρχονται από την έκδοση Μπλέηκ, επιλογή – επιμέλεια Σπύρος Ηλιόπουλος, Πλέθρον, β’ έκδοση, 1998, σελ. 92-102, εδώ με μικρές αλλαγές.

 

Α  ν  α  γ  ν  ώ  σ  ε  ι  ς:

«Το Άρρωστο Ρόδο» και άλλα ποιήματα του  William Blake

 

«Η Τίγρη»

Ο   Ε ι κ α σ τ ι κ ό ς   B l a k e