Just another WordPress.com site

ΡΕΞΡΟΘ (REXROTH, KENNETH)

Κάρολος Κρο : Για να οργίζονται οι σπουδαίοι, να γελάνε τα παιδιά

.


.

Le Hareng Saur

Il était un grand mur blanc – nu, nu, nu,
Contre le mur une échelle – haute, haute, haute,
Et, par terre, un hareng saur – sec, sec, sec.

Il vient, tenant dans ses mains – sales, sales, sales,
Un marteau lourd, un grand clou – pointu, pointu, pointu,
Un peloton de ficelle – gros, gros, gros.

Alors il monte à l’échelle – haute, haute, haute,
Et plante le clou pointu – toc, toc, toc,
Tout en haut du grand mur blanc – nu, nu, nu.

Il laisse aller le marteau – qui tombe, qui tombe, qui tombe,
Attache au clou la ficelle – longue, longue, longue,
Et, au bout, le hareng saur – sec, sec, sec.

Il redescend de l’échelle – haute, haute, haute,
L’emporte avec le marteau – lourd, lourd, lourd,
Et puis, il s’en va ailleurs – loin, loin, loin.

Et, depuis, le hareng saur – sec, sec, sec,
Au bout de cette ficelle – longue, longue, longue,
Très lentement se balance – toujours, toujours, toujours.

J’ai composé cette histoire – simple, simple, simple,
Pour mettre en fureur les gens – graves, graves, graves,
Et amuser les enfants – petits, petits, petits.

C h a r l e s   C r o s  ( 1842 – 1888)

http://clpav.fr/poemes-audio/plume-hareng.htm

.

Η παστή ρέγγα

Ήταν ένας άσπρος τοίχος — γυμνός, γυμνός, γυμνός.
Μια ανεμόσκαλα στον τοίχο — αψηλή, ψηλή, ψηλή.
Καταγής μια παστή ρέγγα — ξερή, ξερή, ξερή.

Έρχεται∙ Κρατά στα χέρια —τα λερά, λερά, λερά
Βαρύ σφυρί, μέγα καρφί —μυτερό, τερό, τερό
Και μια κουβαρίστρα σπάγκο —χοντρή, χοντρή, χοντρή.

Ανεβαίνει ευτύς τη σκάλα — την ψηλή, ψηλή, ψηλή
Και καρφώνει το καρφί — ντουκ, ντουκ, ντουκ
Αψηλά στον άσπρο τοίχο — το γυμνό, γυμνό, γυμνό.

Τότε αφήνει στο σφυρί — που πέφτει, πέφτει, πέφτει,
Δένει στο καρφί το σπάγκο — τον μακρύ, μακρύ, μακρύ
Και στην άκρη του τη ρέγγα — την ξερή, ξερή, ξερή.

Κατεβαίνει από τη σκάλα —την ψηλή, ψηλή, ψηλή,
παίρνει αυτή και το σφυρί — το βαρύ, βαρύ, βαρύ
και πάει γυρεύοντας αλλού — πέρα, πέρα, πέρα.

Κι παστή ρέγγα από τότε — ξερή, ξερή, ξερή
Απ’ του σπάγκου αυτού το τέλος — του μακρού, μακρού, μακρού
Πάντα πολύ αργά κουνιέται — πάντα, πάντα, πάντα.

Σύνθεσα ένα τέτοιο μύθο — απλόν, απλόν, απλόν
Για να οργίζονται οι ανθρώποι — οι σπουδαίοι, σπουδαίοι, σπουδαίοι,
Να γελάνε τα παιδιά — τα μικρά, μικρά, μικρά.

Μετάφραση : Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 177-178.

.

The Smoked Herring

Once upon a time there was a big white wall — bare, bare, bare,
Against the wall there stood a ladder — high, high, high,
And on the ground a smoked herring — dry, dry, dry,

He comes, holding in his hands — dirty, dirty, dirty,
A heavy hammer and a big nail — sharp, sharp, sharp,
A ball of string — big, big, big,

Then he climbs the ladder — high, high, high,
And drives the sharp nail — tock, tock, tock,
Way up on the big white wall — bare, bare, bare,

He drops the hammer — down, down, down,
To the nail he fastens a string — long, long, long,
And, at the end, the smoked herring — dry, dry, dry,

He comes down the ladder — high, high, high,
He picks up the hammer — heavy, heavy, heavy,
And goes off somewhere — far, far, far,

And ever afterwards the smoked herring — dry, dry, dry,
At the end of that string — long, long, long,
Very slowly sways — forever and ever and ever.

I made up this story — silly, silly, silly,
To infuriate the squares — solemn, solemn, solemn,
And to amuse the children — little, little, little.

— Μετάφραση : K  e n n e t h  R e x r o t h

http://www.bopsecrets.org/rexroth/translations/french.htm

.


.

.

.

.

Advertisements