Just another WordPress.com site

ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ (ΝΙΚΟΣ)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης : Δέσποινα αγρίας καλλονής

 .

.

.

John William Waterhouse: A Hamadryad

.

.

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ

.

     Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…

     Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.

     Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν  δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.

     Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.

     Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.

     Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.

.    

     Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.

     Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.

     Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.

     Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.

     Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.

     Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.

     Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.

     Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.

     Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.

.

     Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….

     Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.

     Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.

     Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»

     Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»

     Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:

     -Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…

.

     Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.

     Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….

.

     Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…

     Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.

     Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.

     Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:

     -Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.

                                                            (1901)

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς   Π α π α δ ι α μ ά ν τ η ς  (18511911)

Από την εξαιρετική σελίδα του  Ν ί κ ο υ   Σ α ρ α ν τ ά κ ο υ:

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_drus.html

.

.

Emile Bin : The Hamadryad

.

.

Μανόλης Πρατικάκης

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Τι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα.
Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ’ αυτό που τους αναλογεί.
Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία,
η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί.
Ή πάλι μετατρέπονται σε οικοτροφεία και ξενώνες
για της πλάσης τα στρουθιά – αληθινό περίττωμα η λέξη έξωση.
Στο παραμικρό αεράκι πιάνουν το τραγούδι.
Οταν τα πληγώσεις, δε βογκάνε˙ δεν τραβάνε τα πλούσια
μαλλιά τους. Δακρύζουνε κρυφά κι ακούν
οι ρίζες. Ομως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος
τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν
τον καρπό. Εκδικούνται το χέρι που τα καίει.
Ρίχνουν χώρια μες στις πλημμύρες.
Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα
θεία αφανίζουνε φυλές.

 .

Από: http://www.e-poema.eu/afieromatext.php?id=75&pid=

.

.

Υπό την Βασιλικήν Δρυν

Εκτεταμένα αποσπάσματα

Οπτικοποιημένη αφήγηση από την Ομάδα Ανάγνωσης της Σχολικής Βιβλιοθήκης του ΓΕ.Λ. Σκιάθου Αποτελείται από μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου Σκιάθου.

.

.

.

Advertisements

Φώτης Αγγουλές : Έχω μια θλίψη να κοιμίσω

Η    παρούσα    ανάρτηση   αντλεί    όλο   το   υλικό   της   από  τις   εξαιρετικές    σελίδες   του   Ν ί κ ο υ    Σ α ρ α ν τ ά κ ο υ    και   του    Β α γ γ έ λ η   Ρ ο υ φ ά κ η   για τον  Φώτη Αγγουλέ  (1911-1964),  όπου  βρίσκει κανείς πολύτιμα  στοιχεία για τη ζωή και το έργο αυτού του ιδιαίτερου ποιητή — στοιχεία συχνά  σπαρακτικά επίκαιρα στις ημέρες που διανύουμε (βλ. Πηγές).

 

 

 

[…] Ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ, στα παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Χίο. Ψαρομανάβης ο πατέρας του, Αγγουλές το παρατσούκλι του, που ο Φώτης προτίμησε από το Χονδρουδάκης, το πραγματικό τους επώνυμο. Με τον πόλεμο του 1914-18 και το διωγμό των χριστιανών της Τουρκίας, η οικογένεια πέρασε στη Χίο, όπου κι εκεί ο πατέρας ασχολήθηκε με την ψαρομαναβική.
Καλός στα γράμματα ο Φώτης, αλλά άτακτος. Εβγαλε δεν έβγαλε τη Β’ Δημοτικού. Μια μέρα, όταν ο δάσκαλος τον φώναξε στον πίνακα, πήδηξε από το παράθυρο και δεν ξαναπάτησε. Προτίμησε, για την ώρα, να βοηθάει τον πατέρα του.
Σε ηλικια 14-15 χρόνων διάβασε κάποιο ποίημα σε εφημερίδα, εντυπωσιάστηκε κι άρχισε να σκαρώνει στίχους. Αφησε τον πατέρα του και τα ψάρια και πήγε μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα «Ελευθερία», όπου γνωρίστηκε και με νέους διανοούμενους της περιοχής.
Και κάποια στιγμή, ενώ η Ελλάδα δοκιμαζόταν από πολιτικές και πολεμικές αναταραχές, αρχίζει να δημοσιεύει τα δικά του ποιήματα. Ενα σατιρικό του ποίημα κατά του δικτάτορα Μουσολίνι στην εφημερίδα «Αλήθεια» τον οδηγεί από την ντόπια εξουσία στο δικαστήριο. Αθωώνεται, αλλά είναι πια σημαδεμένος αριστερός και «επικίνδυνος» ώς το θάνατό του.
Ακολουθεί μια περιπετειώδης ζωή: στράτευση, Μέση Ανατολή, βοηθητικός λόγω φρονημάτων, σαλπιστής, ασυρματιστής, αποσπασμένος στην Ιερουσαλήμ, να τυπώνει στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου το στρατιωτικό ψυχαγωγικό περιοδικό «Ελλάς».
Στη συνέχεια μετάθεση στο Κάιρο, στο κυβερνητικό γραφείο Τύπου — προϊστάμενος τότε ο Γιώργος Σεφέρης. Εκεί παντρεύτηκε μια Αιγυπτιώτισσα Ελληνίδα, δημοκράτισσα δασκάλα των γαλλικών, την Ελλη Κυριαζή, αλλά δεν έζησαν μαζί παρά μόνο 4 μήνες.
Δεν ήταν μόνο οι ξένοι ο αντίπαλος, ήταν και οι πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των προσφύγων που βρέθηκαν στη Μ. Ανατολή. Εγιναν και συλλήψεις, εγκλεισμοί των δημοκρατικών αξιωματικών και φαντάρων σε στρατόπεδα και φυλακές — μαζί τους και ο Φώτης. Η γυναίκα του τον φρόντιζε από μακριά, όταν όμως ο Φώτης επαναπατρίστηκε το 1945, δεν της επέτρεψαν να τον ακολουθήσει.
Εμεινε για λίγο στην Αθήνα, αλλά η πείνα τον ξανάφερε στη Χίο, όπου τον περίμεναν νέες διώξεις. Το 1948, καθώς τύπωνε μια παράνομη εφημερίδα, πιάνεται και γραμμή στα Γιούρα. Μεταφέρεται για να δικαστεί στην Αθήνα και καταδικάζεται σε 12 χρόνια ειρκτή, γνωρίζοντας έτσι αλλεπάλληλες φυλακές.
Αποφυλακίζεται το 1956 από την Κέρκυρα, έχοντας συμπληρώσει τα 2/3 της ποινής του. Για λίγο στην Αθήνα, και ξανά στη Χίο. Αλλά κι εκεί, καθώς δεν έχει υπογράψει και την περίφημη «δήλωση μετανοίας», να τον παρακολουθεί η Ασφάλεια, να τον καλεί, να τον φοβερίζει. Είχε όμως τη συμπαράσταση και την αγάπη των απλών ανθρώπων. Τον κερνούσαν, τον χαρτζιλίκωναν, του έδιναν ψάρια να τα μεταπουλήσει. Επιασε δουλειά στην εφημερίδα «Χιακός λαός», όπου και τύπωσε τη συλλογή του «Πορεία στη νύχτα», αφού δεν είχε πάψει ποτέ να σκαρώνει ποιήματα (άλλες συλλογές του: «Φλόγες του δάσους», «Φουτσιγιάμα», «Ποιήματα»).
Ακολούθησαν αρρώστιες και μια πρόωρη σύνταξη από το σωματείο τυπογράφων. Οι κακουχίες όμως τον οδήγησαν στο θάνατο. Εσβησε σ’ ένα πλοίο, σ’ ένα ταξίδι από τη Χίο στον Πειραιά.
Ο,τι ίσως δεν γνώρισε στη ζωή τού επιφυλάχθηκε στο θάνατό του. Η κηδεία του πάνδημη, με έξοδα του Δήμου Χίου. «Λέγανε πως αν είχε ο Φώτης τα μισά λεφτά που πήγανε στο ξόδι του, θα περνούσε πλούσια ένα χρόνο», γράφει η Ελλη Παπαδημητρίου στην έκδοση «Ο Φώτης Αγγουλές – Ποιήματα – Επιλογή» («Κέδρος», 1975) […]

 

 

 

Στοιχειωμένη νύχτα

Τι καταραμένη νύχτα… στοίχειωσε κι η πόλη λες,
και στα ρημαγμένα σπίτια και στις άνανθες αυλές,
τα στοιχειά γλεντοκοπώντας, κρουταλούν τις πόρτες τους,
σαν φασίστες που περνούνε και χτυπούν τις μπότες τους.

Πάνω αφ’ του σπιτιού τη στέγη, μ’ ένα καύκαλο μωρού
πεθαμένου από την πείνα, φτιάχνει η Φρίκη μια μπουρού,
και φυσά και ζωντανεύει των πνιγμένων τις λαχτάρες,
τ’ αγκομαχητά των γέρων, των μανάδων τις κατάρες,
και φυσά, κι από τη νύχτα που την έθαψε το χιόνι,
πιότερο η ψυχή στης Φρίκης τους αλαλαγμούς παγώνει.
Τα γυμνά κλαριά των δέντρων τρίζουν και στενάζουνε,
κι οι τριγμοί τους μες στη νύχτα με βλαστήμιες μοιάζουνε.

Τι καταραμένη νύχτα… Στοίχειωσε κι η πόλη λες,
κι απ’ τα κλειδωμένα σπίτια κι απ’ τις έρημες αυλές
άκουσε… σφυριές χτυπάνε, μακρινές και ρυθμικές,
σαν να σπάζουν αλυσίδες, σαν ν’ ανοίγουν φυλακές.

 

Σταυροί

Τόσοι σταυροί που στήθηκαν
τόσοι σταυροί που θα στηθούνε,
εμάς μονάχα με σταυρούς
μπορούν να μας μετρούνε.

Σταυροί, παντού σταυροί.

Είμαστε «οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι».
Δεν κλαίμε, ούτε γελούμε.
Τα σπίτια μας καπνίζουνε
πεινούνε τα παιδιά μας, δεν λυγούμε
ήρθαμε να χαράξομε του πόνου μας τα σύνορα
και στήνουμε σημάδια και περνούμε.

Σταυροί, παντού σταυροί.

 

Μην πεις

Καλώς την που την πρόσμενα χρόνια και χρόνια τώρα,
κοντά σου θέλω να με βρει του χινοπώρου η μπόρα.
Μείνε, καλή μου, κάνε μου λιγάκι συντροφιά,
κι όταν χωρίσουμε, μην πεις απάνω μου πως είδες,
σημάδια από του σταυρωμού τα σουβλερά καρφιά,
και μελανιές αφ’ τις βαριές των σκλάβων αλυσίδες.

 

Στη μάνα

Μανούλα, τα μωρά θα πεθάνουν στις κούνιες τους.
Θα σκοτωθούν οι έφηβοι άδικα.
Θα μαραθούν τα λουλούδια στις γλάστρες
κι εσύ, να μην περιμένεις
να πραγματοποιήσεις κανένα σου όνειρο…
Αυτό… είναι Πόλεμος.

 

Επιστροφή

Νάμαι, ξανάρθα πίσω.
Κι έχω τραγούδια να σας πω πολλά
μα πριν σας τραγουδήσω,
που ειν` τα κρίνα;
Που είν` τα γιασεμιά;
Έχω μια θλίψη να κοιμίσω.

 

Γαλήνη

Κάρμα μπουνάτσα. Με καθρέφτη
μοιάζει ο γιαλός που εγαληνέφτη
και μήτε μια ζαρωματιά
δεν βλέπει η πένθιμη ματιά,
στο γαλαζί κρουστάλλι ως πέφτει.
Κρίμα που δεν μπορεί να γίνει
και στην καρδιά μου έτσι γαλήνη.

 

Ώρα καλή

Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή
Που φεύγετε απ’ την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
Ν’ ακούσω το τραγούδι σας, καθώς περνάτε.

Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
Ξηπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
Κι ήταν το ρέμα δυνατό κι η θυμωμένη λάμια
Είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια

Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή.
Κεντώ στο μισοσκόταδο έναν ήλιο για κονκάρδα,
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
Απόψε που σταυρώνεται σαν το Χριστό η Ελλάδα.

 

Οι παπαρούνες

Eνα μπουκέτο παπαρούνες, φτιαγμένες από σύρματα και φλος,
αναστατώσαν την ψυχή μου.
Ο λογισμός ξαστέρωσε ο θολός κι έπεσε φως μεσ’ στο κελί μου.
Ενα μπουκέτο πυρκαγιές, ένα μπουκέτο χείλη,
ένα μπουκέτο ροδαμνιές, σε τροπικό ένα δείλι.
Μα πούναι η αγάπη; Πνίγηκε στο μίσος και στο ψέμα
και στο κελί μου φτάνουνε σπαρακτικές κραυγές.
Κι οι παπαρούνες έγιναν ένα μπουκέτο από πληγές
και στάζουν αίμα.

 

Μην καρτεράτε

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει.

 

Φ ώ τ η ς  Α γ γ ο υ λ έ ς

 

.       .       .     .      .      .

 

Και ένα ποίημα του  Γ ι ά ν ν η   Ρ ί τ σ ο υ  από τη σελίδα του Νίκου Σαραντάκου:

 

Για τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ

Ήταν ένα βασανισμένο, απλό παιδί του λαού,
ψάρευε, πάλευε, πεινούσε, τραγουδούσε,
χρυσόψαρα δεν έκλεινε στη γιάλα·
του δειλινού τα ρόδα δεν τα πολυκοίταζε.

Έφυγε ο Φώτης. Mην τον κλάψετε.
Σε μιαν ακρογιαλιά της Xιός ψαρεύει ακόμα.
Στη νοτισμένην αμμουδιά βλέπουν τον ίσκιο του οι ψαράδες.
«Γειά σου» του λένε και χαμογελάνε.

Έχ, με της φυλακής τα σίδερα έσιαχνε
βαρίδια και βαρίδια για βαθιά ψαρέματα·
στίχο το στίχο τους καημούς, φελλούς τους λάφρυνε
μη και βουλιάξει το τραγούδι μέσα στ’ άδικο.

Kουπί, πανί, καμάκι, αγκίστρια κι άγκυρα,
στην κουπαστή του φεγγαριού πανέρι με τα παραγάδια,
άσπρος, πετούμενος σταυρός γλαρόπουλου στο σούρπωμα
επάνω απ’ τα κατάρτια, ήταν ο Φώτης.

Έφυγε. Mην τον κλάψτε. Tραγουδήστε τον.
Σε μια γωνιά, στην έγνοια του φτωχού, βραχόσπαρτη,
ο Φώτης με την ψάθα του, καταμεσήμερα
ψαρεύει ακόμα τ’ άπιαστο και τ’ άφραστο.

Ψαρεύει ακόμα ο Φώτης με την πετονιά του στίχου του
ένα χαμόγελο που εκείνος δεν το γνώρισε,
ένα χαμόγελο να το χαρίσει το καλό τ’ απόβραδο
στους φίλους του τρατάρηδες και στα φτωχόπουλα.

Έφυγε ο Φώτης. Mην τον κλάψτε. Tραγουδήστε τον.

 

Γ ι ά ν ν η ς  Ρ ί τ σ ο ς

AΘHNA, 29.III.64

.       .      .      .      .      .


 

Πηγές (βιογραφικό, φωτογραφία και ποιήματα, με τη σειρά που εμφανίζονται στην παρούσα ανάρτηση):

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/photos.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/stoixnyxta.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/mhnpeis.html

http://www.dafninet.gr/teuxos2/aggoules.htm

http://www.dafninet.gr/teuxos3/aggoules.htm

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/stauroi.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/tria.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/paparounes.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/p1956k.html

http://www.sarantakos.com/liter/aggoules/ritsos.html

 

 

 

 

Από τα μελοποιημένα