Just another WordPress.com site

ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (ΜΙΛΤΟΣ)

Μίλτος Σαχτούρης : …υπάρχουν ακόμα …

 

.

Οι απομείναντες 

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

.

Μ ί λ τ ο ς   Σ α χ τ ο ύ ρ η ς

 Aπό τη συλλογή Χρωμοτραύματα (1980)

 

Πηγή:

http://greekpoems.wordpress.com/2012/04/04/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82/#more-1361

 

Advertisements

Μίλτος Σαχτούρης : …μόνο σταυροὺς…

Η ανάρτηση του ποιήματος του Σαχτούρη, καθώς  και του ποιήματος του Ρίτσου που προηγήθηκε, οφείλεται στην καλή φίλη του ιστολογίου babalu13. Την ευχαριστούμε από καρδιάς.

.

Ζωγραφική : Kazimir Malevich


.

Ο στρατιώτης ποιητής

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σὲ κρότους,
μέσα σὲ κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου.

Τὴν μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα,
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο,
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου.

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα,
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα
καρφώνω.

.

Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ.,
νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης,
Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000.

 

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/saxtouris_stratiotis.html

.


Ποιήματα για τον Ποιητή και την Ποίηση


Marc Escher : Drawing Hands

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

C R E D O

( ω ς  ε ί θ ι σ τ α ι  ν α  λ έ μ ε  λ α τ ι ν ι σ τ ί )

Α
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού/ φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής / και επί γης /εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου/.
Β
Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.
Γ
Υποφέροντας άχραντα /ουσιαστικόν/ ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.
Δ
Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.
Ε
Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.
Ζ
Ο Ποιητής έχει τίποτα /βλέπε τους αναχωρήσαντες/.
Η
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: η τρέλα μ’ αρέσει. γελοιοποιεί την ύπαρξη. ας ανάψω απ’ τη μάνα μου.
Θ
Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ’ άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί. δε θα ’ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.
Ι
Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.
Κ
Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.
Λ
Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού. τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχος του.
Μ
Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.
Ν
Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.
Ξ
Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!
Ο
Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.
Π
Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.
Ρ
Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.
Σ
Είναι ουραγός της μητέρας.
Τ
Ανέσπερος από ηλικία.
Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.
Φ
Σε ανώτερη απελπισία.
Χ
Σε φαεινότερη πεμπτουσία.
Ψ
Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.
Ω
Συγχωρώντας τους πάντες.

Ο  π ο ι η τ ή ς  έ χ ε ι  έ ν α  β έ β α ι ο  δ ρ ό μ ο

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ’ αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους–τόπους αγκάθια
τόπους–τόπους ωραία χαλιά
π’ ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ’ άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μάς προσμένει.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Κ ρ ι τ ι κ ή  τ η ς  π ο ί η σ η ς

Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
βγήτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβήτε στις αμαξοστοιχίες
να δήτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίντε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομένο πρόσωπο
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβήτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετήστε
το μέλλον.

{προσθήκη 28/10} 

Ο  π ο ι η τ ή ς  I

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο  π ο ι η τ ή ς  ΙΙ

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλωμένες
βέβαια για την περίσταση.
Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ὁ  π ο ι η τ ή ς

Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.

Τ ὸ  κ ε φ ά λ ι  τ ο ῦ  π ο ι η τ ῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό ῾βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

–Δεν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό ῾ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους

μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Σ τ ο ν  τ ά φ ο  μ ο υ

Όχι λουλούδια. Ένα φύλλο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα έτοιμο άσπρο χαρτί,
δυο φύλλα ανυπόμονο άσπρο χαρτί,
λαχταριστό άσπρο χαρτί.

Η   π ο ί η σ η   σ τ η  Δ ε υ τ έ ρ α  Π α ρ ο υ σ ί α

Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα μας λογαριαστεί.
Και ν’ αποτύχει κατά κόσμον
εκεί θα ‘ναι απ’ τα κυριότερα ελαφρυντικά μας.

Π ε ρ ί    π ο ι ή σ ε ω ς

«Κυτάχτε τώρα τον Κωστάκη!
Θαρρεί πως κάτι είναι που γράφει.
Τη μια μιμείται Καρυωτάκη,
την άλλη Έλιοτ ή Καβάφη».
Ποιος αν του πω θα καταλάβει
πως ο Καβάφης κι ο Έλιοτ με μιμήθηκαν,
μονάχα που έτυχεν απλώς και μου προηγήθηκαν;

Π ρ ο ς    π ο ι η τ ή ν

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
Γιατί τις ηνώχλησες;

Η   π ο ί η σ η   ε ξ η γ ε ί

Εγώ άλλα φωνήεντα έχω,
Άλλα σύμφωνα,
Άλλες τελείες, άλλα θαυμαστικά, άλλα ερωτηματικά.

 

ΑΝΕΣΤΗΣ  ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 Ο  π ο ι η τ ή ς

Είχε ανεβεί στην πιο ψηλή κορφή
κι η φωνή του, λευκό πουλί στον ουρανό.
Στους πρόποδες μυρμήγκιαζε πλήθος αμέτρητο
άκουγαν τη φωνή κι ολοένα ανέβαιναν
μίκραινε ο κύκλος και κρατούσαν ξύλα
μαχαίρια κράταγαν και πέτρες  και πλησίαζαν
ακούγονταν κραυγές σκοτώστε τον
να πέφτουν άρχισαν μετά οι πρώτες πέτρες
λάμψαν στον ήλιο τα μαχαίρια
κατάλαβε το τέλος του.

Όμως η φωνή του,
λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους
και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια.

Marc Escher : Hand with Globe

 

 

Π   η   γ   έ   ς


Καρούζος:

<http://karouzosnikos-poems.blogspot.com/>

Λειβαδίτης

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

<http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,33301.msg159921.html#msg159921&gt;

Βιολέτες για μια εποχή, 9η έκδ., Κέδρος 2001 (και σε παλαιότερη ανάρτηση στο πτερόεν)

 Σαχτούρης:

<http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm&gt;

Μόντης:

Constantine E. Evangelides, “Costas Montis: The Cypriot Poet” [in] W. R. Schultz, ed., Perspectives on Language and Literature: Essays on Marios Byron Raizis, The  University of Athens, 2003.  

<http://anagnostria.blogspot.com/2008/03/blog-post.html>

<http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/lexi/152/6.html>

Ευαγγέλου

M. B. Raizis, Greek Poetry Translations, Athens, Efsathiadis, 1981.

 


Σαχτούρης : «… δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς»

«Ο  Μ ί λ τ ο ς  Σ α χ τ ο ύ ρ η ς  [29 Ιουλίου 1919- 29 Μαρτίου 2005] ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μεταπολεμικούς ποιητές […] Σε ηλικία πέντε ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του μόνιμα στην Αθήνα. Με προτροπή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του και ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Η πρώτη του επαφή με την ποίηση ήταν την Άνοιξη του 1941. Το 1943 γνωρίστηκε με τον  Ο δ υ σ σ έ α   Ε λ ύ τ η  και  τον   Ν ί κ ο   Ε γ γ ο ν ό π ο υ λ ο  με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή “Η Λησμονημένη”. Το 1948 εξέδωσε τις “Παραλογαίς” και ακολούθησαν και άλλες πολλές, με αποκορύφωμα το “Με τo πρόσωπο στον τοίχο”, 1952,  το οποίο εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 άρχισαν οι κριτικοί να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματά του Σαχτούρη. Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία. Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα.

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό δεν αφομοιώθηκε σε αυτόν και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ως ένας ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίηση του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία.

Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής».

Πηγή:

 http://entexnon.blogspot.com/2010/07/1919-2005.html

 

 

«… ένας δημιουργός του κλειστού χώρου, θεληματικά αταξίδευτος, μοναχικός…»

«…χωρίς να αρνείται το ρόλο που έπαιξε το κίνημα [του υπερρεαλισμού] στην ποίησή του, προτιμά να μην τη χαρακτηρίζει υπερρεαλιστική αλλά  ιδιότυπα δραματική και λυρική. Η επιλογή δύο θετικών συμβόλων, όπως ο ουρανός και το άσπρο, φανερώνουν μια συμφιλίωση με την ιδέα του θανάτου και αποδεικνύουν ότι δεν αντιμετωπίζεται από τον ποιητή εχθρικά, ακριβώς το αντίθετο:

Μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
Θα φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
Θα ’χω το σπίτι μου πάνα σ’ ένα σύννεφο
Θ ’ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο».

«Η ζωγραφική έκφραση διέπει τα περισσότερα ποιήματα του Σαχτούρη-αναφέρει η Πηγή Κουτσογιαννοπούλου. Ο τρόπος γραφής του μας παραπέμπει σε μια σειρά από εικόνες, δηλωτικές τις ιδέας και του μηνύματος του. Ο ίδιος ο ποιητής μιλάει για ζωγραφισμένη ποίηση. Στο ποίημα ‘‘Τα δώρα’’, ο πίνακας αποτελείται από δύο επίπεδα: τη γη με τον αιμόφυρτο ποιητή να δέχεται δώρα, το χαμόγελο, το κοχύλι, το σφυρί. Στο σταυρό καρφώνεται ο ποιητής και καρφώνει τα πόδια των περαστικών, οι οποίοι δακρυσμένοι κοιτάζουν τον ουρανό ‘’γη της επαγγελίας’’. Και στον ουρανό, ο τεχνοκρατικός πολιτισμός δημιουργεί τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια προβλήματα:

ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό»

Πηγή:

http://culture.anampa.gr/view5.php?id=5044

 

 

 

René Magritte : Homesickness

 

 

Τ Ε Σ Σ Ε Ρ Α   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

 

σ τ ε ρ ο σ κ ο π ε ί ο

 

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς

Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς

Νὰ πεθάνουν

Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι

ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

 

 

René Magritte : On the Threshold of Liberty

 

 

Τ ὰ   δ ῶ ρ α

 

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

 

 

 

René Magritte : The Liberator

 

 

 Ο ὐ ρ α ν ό ς

 

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του

Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

[Ἀπό τή συλλογή Ἡ πληγωμένη Ἂνοιξη ]

 

 

 

 

René Magritte : The Blank Page

(Λεπτομέρεια)

 

 

 

Ὁ   γ γ λ ο ς   ζ ω γ ρ ά φ ο ς   κ α ί  π ο ι η τ ή ς

 D a n t e  G a b r i e l  R o s s e t t i  γ ρ ά φ ε ι   

 μ έ   τ ό    χ έ ρ ι    μ ο υ    ἓ ν α    π ο ί η μ α

 

Ἄκου!
Σοῦ ἔλεγα τότε τὴν ἀλήθεια
τὴν ἤξερα τότε τὴν ἀλήθεια

– Ὄχι, μοῦ ἔλεγες
τὰ πουλιὰ φυτρώνουν
τὰ γουρούνια πετᾶνε
τὰ λουλούδια περπατᾶνε
οἱ ἄνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σοῦ ἔδειχνα ἕνα πουλὶ
ἔλεγες – Εἶναι λουλούδι
σοῦ ἔδειχνα ἕνα λουλούδι
ὄχι, ἔλεγες – Εἶναι πουλὶ

κι οἱ ἄνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα ἐγὼ βλέπω τὸ φεγγάρι
αὐτὸ τὸ σπασμένο σπαστικὸ
παιδὶ
ποὺ ὁ Ἰούλιος Βὲρν
ἔλεγε κάποτε:
– Οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸ κατοικήσουν
βλέπω
αὐτὸ τὸ μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
ποὺ ρίχνουν κάθε μέρα μὲ κρότο
πάνω του πρόκες
κι ἐπιμένουνε
νὰ τ᾿ ὀνομάζουν

ΓΗ

ἴσως νὰ εἶχες δίκιο τότε

γι᾿ αὐτὸ μπόρεσες καὶ ἔζησες
γι᾿ αὐτὸ μπόρεσα καὶ ἔζησα

ΑΥΓΗ

 

 

 

[Από τή συλλογή Χρωμοτραύματα]

Άλλες πηγές:

Ποιήματα 1945-1971, εκδόσεις Κέδρος 1977
http://www.sarantakos.com/kibwtos/ssahtouris.html

 


 

Παραθέτουμε στο πρωτότυπο ένα  ποίημα του  W a l t  W h i t m a n  (1819-1892) με παρόμοια θεματική :

W h e n   I  H e a r d   t h e   L e a r n ’ d  A s t r o n o m e r

When I heard the learn’d astronomer;
When the proofs, the figures, were ranged in columns before me;
When I was shown the charts and the diagrams, to add, divide, and measure them;
When I, sitting, heard the astronomer, where he lectured with much applause in the

lecture-room,
How soon, unaccountable, I became tired and sick;
Till rising and gliding out, I wander’d off by myself,
In the mystical moist night-air, and from time to time,
Look’d up in perfect silence at the stars.

 

 

Μίλτος Σαχτούρης

Αποσπάσματα από την εκπομπή »Περισκόπιο» της ΕΤ1

O Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη

Σαχτούρης – Σπανός


Μίλτος Σαχτούρης : Γιά τόν Νίκο Καρούζο

 

 

 

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.


Από  τη συλλογή Έκτοτε, 1996

 

 

 


Μίλτος Σαχτούρης : Τὸ πράσινο ἀπόγεμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἐκεῖνο τὸ πράσινο ἀπόγεμα
ὁ θάνατος εἶχε βάλει, στόχο τὴν αὐλή μου
ἀπ᾿ τὸ νεκρό μου τὸ παράθυρο
μὲ τὸ βελούδινό μου μάτι
τὸν ἔβλεπα νὰ τριγυρνάει
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν κουλουρτζῆ
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν λαχειοπώλη
καὶ τὰ παιδιὰ τίποτα δὲν ὑποπτεύονταν
ἔπαιζαν μὲ πιστόλια καὶ τσίριζαν
αὐτὸς πάλι γύριζε καὶ πλησίαζε
καὶ πάλι μάκραινε καὶ ἔφευγε
ὕστερα ξαναρχόταν
στὸ τέλος ἀγριεύτηκε
ἄρχισε νὰ οὐρλιάζει
ἔβαψε τὰ μάτια καὶ τὰ νύχια του
φούσκωσε τὰ βυζιά του
ἄρχισε νὰ μιλάει μὲ ψιλὴ φωνὴ
ἔκανε σὰ γυναίκα…

τότε εἶναι ποὺ ἔφυγε ὁριστικὰ
ψιθυρίζοντας:

-Δὲν εἶχα τύχη σήμερα
αὔριο θὰ ξανάρθω

Από τη συλλογή Το σκεύος, 1971