Just another WordPress.com site

ΣΕΦΕΡΗΣ (ΓΙΩΡΓΟΣ)

Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής : Μπρέγκελ και Ώντεν

.

.

Pieter Bruegel the Elder : Landscape with the Fall of Icarus

.

.

Musée  des Beaux Arts

.

Ποτέ δεν κάναν λάθος οι Παλιοί Τεχνίτες
Πάνω στον ανθρώπινο πόνο :  πώς την καταλαβαίναν
Τη θέση του στη ζωή∙ πως έρχεται να μας εύρει
Καθώς τρώει ο άλλος ή ανοίγει ένα παράθυρο ή ακόμη περπατά βαριεστημένος∙
Πως, όταν  οι γέροντες με πάθος, με κατάνυξη προσμένουν
Το θαύμα της γέννησης, πρέπει πάντα να υπάρχουν παιδάκια
Που δεν πολυγυρεύουν να γίνει τέτοιο πράγμα, πατινάροντας
Σε μια δεξαμενή στην άκρη του δάσους.
Ποτέ δεν ξέχασαν πως ακόμη
Και το φριχτό μαρτύριο πρέπει να πάει το δρόμο του
Οπωσδήποτε σε μια γωνιά, σε κάποιον ανοικοκύρευτο τόπο
Όπου οι σκύλοι συνεχίζουν τη σκυλίσια ζωή τους και τ’ άλογο του βασανιστή
Ξύνει τ’ αθώα του καπούλια σ’ ένα δέντρο.

Στον Ίκαρο του  Μπρέγκελ λόγου χάρη : πώς καθετί γυρνά τη ράχη
Πολύ νωθρά στον όλεθρο∙ μπορεί ο ζευγάς
Ν’ άκουσε την πλαταγή στη θάλασσα, την έκθετη κραυγή,
Όμως γι’ αυτόν δεν ήταν σπουδαίο ατύχημα∙ κι ήλιος τη δουλειά του
Έλαμπε στα πόδια τ’ άσπρα που βούλιαζαν στο πράσινο
Νερό∙ και τ’ αλαφρύ δαπανηρό καράβι που είδε ασφαλώς
Κάτι εκπληχτικό, τ’ αγόρι που έπεφτε απ’ τον ουρανό,
Έπρεπε κάπου να φτάσει κι αμέριμνο τράβηξε ανοιχτά.

W.  H.  A u d e n  (1907 –  1973)      

Δεκέμβρης 1938       

Μετάφραση: Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 128-129.

.

.

Advertisements

Κάρολος Κρο : Για να οργίζονται οι σπουδαίοι, να γελάνε τα παιδιά

.


.

Le Hareng Saur

Il était un grand mur blanc – nu, nu, nu,
Contre le mur une échelle – haute, haute, haute,
Et, par terre, un hareng saur – sec, sec, sec.

Il vient, tenant dans ses mains – sales, sales, sales,
Un marteau lourd, un grand clou – pointu, pointu, pointu,
Un peloton de ficelle – gros, gros, gros.

Alors il monte à l’échelle – haute, haute, haute,
Et plante le clou pointu – toc, toc, toc,
Tout en haut du grand mur blanc – nu, nu, nu.

Il laisse aller le marteau – qui tombe, qui tombe, qui tombe,
Attache au clou la ficelle – longue, longue, longue,
Et, au bout, le hareng saur – sec, sec, sec.

Il redescend de l’échelle – haute, haute, haute,
L’emporte avec le marteau – lourd, lourd, lourd,
Et puis, il s’en va ailleurs – loin, loin, loin.

Et, depuis, le hareng saur – sec, sec, sec,
Au bout de cette ficelle – longue, longue, longue,
Très lentement se balance – toujours, toujours, toujours.

J’ai composé cette histoire – simple, simple, simple,
Pour mettre en fureur les gens – graves, graves, graves,
Et amuser les enfants – petits, petits, petits.

C h a r l e s   C r o s  ( 1842 – 1888)

http://clpav.fr/poemes-audio/plume-hareng.htm

.

Η παστή ρέγγα

Ήταν ένας άσπρος τοίχος — γυμνός, γυμνός, γυμνός.
Μια ανεμόσκαλα στον τοίχο — αψηλή, ψηλή, ψηλή.
Καταγής μια παστή ρέγγα — ξερή, ξερή, ξερή.

Έρχεται∙ Κρατά στα χέρια —τα λερά, λερά, λερά
Βαρύ σφυρί, μέγα καρφί —μυτερό, τερό, τερό
Και μια κουβαρίστρα σπάγκο —χοντρή, χοντρή, χοντρή.

Ανεβαίνει ευτύς τη σκάλα — την ψηλή, ψηλή, ψηλή
Και καρφώνει το καρφί — ντουκ, ντουκ, ντουκ
Αψηλά στον άσπρο τοίχο — το γυμνό, γυμνό, γυμνό.

Τότε αφήνει στο σφυρί — που πέφτει, πέφτει, πέφτει,
Δένει στο καρφί το σπάγκο — τον μακρύ, μακρύ, μακρύ
Και στην άκρη του τη ρέγγα — την ξερή, ξερή, ξερή.

Κατεβαίνει από τη σκάλα —την ψηλή, ψηλή, ψηλή,
παίρνει αυτή και το σφυρί — το βαρύ, βαρύ, βαρύ
και πάει γυρεύοντας αλλού — πέρα, πέρα, πέρα.

Κι παστή ρέγγα από τότε — ξερή, ξερή, ξερή
Απ’ του σπάγκου αυτού το τέλος — του μακρού, μακρού, μακρού
Πάντα πολύ αργά κουνιέται — πάντα, πάντα, πάντα.

Σύνθεσα ένα τέτοιο μύθο — απλόν, απλόν, απλόν
Για να οργίζονται οι ανθρώποι — οι σπουδαίοι, σπουδαίοι, σπουδαίοι,
Να γελάνε τα παιδιά — τα μικρά, μικρά, μικρά.

Μετάφραση : Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 177-178.

.

The Smoked Herring

Once upon a time there was a big white wall — bare, bare, bare,
Against the wall there stood a ladder — high, high, high,
And on the ground a smoked herring — dry, dry, dry,

He comes, holding in his hands — dirty, dirty, dirty,
A heavy hammer and a big nail — sharp, sharp, sharp,
A ball of string — big, big, big,

Then he climbs the ladder — high, high, high,
And drives the sharp nail — tock, tock, tock,
Way up on the big white wall — bare, bare, bare,

He drops the hammer — down, down, down,
To the nail he fastens a string — long, long, long,
And, at the end, the smoked herring — dry, dry, dry,

He comes down the ladder — high, high, high,
He picks up the hammer — heavy, heavy, heavy,
And goes off somewhere — far, far, far,

And ever afterwards the smoked herring — dry, dry, dry,
At the end of that string — long, long, long,
Very slowly sways — forever and ever and ever.

I made up this story — silly, silly, silly,
To infuriate the squares — solemn, solemn, solemn,
And to amuse the children — little, little, little.

— Μετάφραση : K  e n n e t h  R e x r o t h

http://www.bopsecrets.org/rexroth/translations/french.htm

.


.

.

.

.


Ezra Pound : Ένα μικρό καπνοπουλειό

.

.

The Lake Isle

.

O GOD, O Venus, O Mercury, patron of thieves,

Give me in due time, I beseech you, a little tobacco-shop,

With the little bright boxes

          piled up neatly upon the shelves

And the loose fragrant cavendish

          and the shag,

And the bright Virginia

          loose under the bright glass cases,

And a pair of scales not too greasy,

And the whores dropping in for a word or two in passing,

For a flip word, and to tidy their hair a bit.

.

O God, O Venus, O Mercury, patron of thieves,

Lend me a little tobacco-shop,

          or install me in any profession

Save this damn’d profession of writing,

          where one needs one’s brains all the time.

.

— E z r a   P o u n d  (1885-1972)

http://theotherpages.org/poems/pound01.html

.

.

Το νησί στη λίμνη

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλειό, σαν το θελήστε,

Με τα μικρά στιλπνά κουτιά

στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια

Και τον ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο

και το τουμπεκί,

Και το ξανθό Βερτζίνια,

 χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,

Και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,

Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,

Να πούνε το λογάκι τους, και να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα.

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλειό,

 ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα

Εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,

που όλη την ώρα σου ζητά νά ‘χεις μυαλό

1916

— Μετάφραση :  Γ ι ώ ρ γ ο ς   Σ ε φ έ ρ η ς

Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, Αθήνα, Ίκαρος, 2η έκδοση, 1978, σελ. 51.

.

.

.

Το νησί στη λίμνη

.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δώστε μου, σας παρακαλώ πολύ, εν ώρα ανάγκης, ένα μικρό καπνοπωλείο,

Με τα γυαλιστερά κουτάκια
στιβαγμένα τακτικά στα ράφια

Και τον ανάριο, μυρωδάτο καπνό
και το σέρτικο

Και τον ξανθό Βιρτζίνια
σκόρπιο κάτω από τις γυαλιστερές, γυάλινες βιτρίνες,

Και μια όχι και τόσο λιγδιασμένη ζυγαριά

Και τα τσουλάκια να μπουκέρνουν για καναδυό κουβέντες του
ποδαριού,

Να πούνε την παρόλα τους και να σιάξουν λίγο τα μαλλιά τους.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο
ή στρώστε με σε κάποιο, τέλος πάντων, επάγγελμα

Μακριά από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
που πρέπει να’ χεις πάντα τα μυαλά σου τετρακόσια.

.

— Μετάφραση : Τ ά σ ο ς   Κ ό ρ φ η ς

Πηγή για τη μετάφραση του Κόρφη:

http://poihshkaipoihtes.blogspot.com/2010/02/blog-post_6398.html

.


Γιῶργος Σεφέρης : «παρὰ δήμων ὀνείρων»

Arnold Böcklin

 

 

Ο ΣΤΡΑΤΗΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ

      ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ

 

Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους∙
πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.
Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν∙
γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν
ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν
παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων.

Ἂν ἀρχίσω νὰ τραγουδῶ θὰ φωνάξω
κι ἂ φωνάξω—
Οἱ ἀγάπανθοι προστάζουν σιωπὴ
σηκώνοντας ἕνα χεράκι μαβιοῦ μωροῦ τῆς Ἀραβίας
ἢ ἀκόμη τὰ πατήματα μιᾶς χήνας στὸν ἀέρα.

Εἶναι βαρὺ καὶ δύσκολο, δέ μου φτάνουν οἱ ζωντανοὶ∙
πρῶτα γιατί δὲ μιλοῦν, κι ὕστερα
γιατί πρέπει νὰ ρωτήσω τοὺς νεκροὺς
γιὰ νὰ μπορέσω νὰ προχωρήσω παρακάτω.
Ἀλλιῶς δὲ γίνεται, μόλις μὲ πάρει ὁ ὕπνος
οἱ σύντροφοι κόβουνε τοὺς ἀσημένιους σπάγκους
καὶ τὸ φλασκὶ τῶν ἀνέμων ἀδειάζει.
Τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει, τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει∙
ξυπνῶ
σὰν τὸ χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στὰ χάσματα τῆς ἀστραπῆς,
κι ὁ ἀγέρας κι ὁ κατακλυσμὸς καὶ τ᾿ ἀνθρώπινα σώματα,
κι οἱ ἀγάπανθοι καρφωμένοι σὰν τὶς σαΐτες τῆς  μοίρας
στὴν ἀξεδίψαστη γῆς
συγκλονισμένοι ἀπὸ σπασμωδικὰ νοήματα,
θα ῾λεγες εἶναι φορτωμένοι σ᾿ ἕνα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σὲ χαλασμένους δρόμους, σὲ παλιὰ καλντερίμια,
οἱ ἀγάπανθοι τ᾿ ἀσφοδίλια τῶν νέγρων :
Πῶς νὰ τὴ μάθω ἐτούτη τὴ θρησκεία ;

Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη
ἔπειτα ἔρχεται τὸ αἷμα
κι ἡ δίψα γιὰ τὸ αἷμα
ποὺ τὴν κεντρίζει
τὸ σπέρμα τοῦ κορμιοῦ καθὼς τ᾿ ἁλάτι.
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ θεὸς εἶναι τὸ μακρινὸ ταξίδι∙
ἐκεῖνο τὸ σπίτι περιμένει
μ᾿ ἕνα γαλάζιο καπνὸ
μ᾿ ἕνα σκυλὶ γερασμένο
περιμένοντας γιὰ νὰ ξεψυχήσει τὸ γυρισμό.
Μὰ πρέπει νὰ μ᾿ ἀρμηνέψουν οἱ πεθαμένοι∙
εἶναι οἱ ἀγάπανθοι ποὺ τοὺς κρατοῦν ἀμίλητους,
ὅπως τὰ βάθη τῆς  Θάλασσας ἢ τὸ νερὸ μὲς στὸ ποτήρι.
Κι οἱ σύντροφοι μένουν στὰ παλάτια τῆς  Κίρκης∙
ἀκριβέ μου Ἐλπήνωρ! Ἠλίθιε, φτωχέ μου Ἐλπήνωρ!
Ἤ, δὲν τοὺς βλέπεις ;
—«Βοηθῆστε μας!»—
Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη.

 

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη ῾42

Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ  Σ Ε Φ Ε Ρ Η Σ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Β΄:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΑΘΗΝΑ, ΙΚΑΡΟΣ, ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, 2000


Γιῶργος Σεφέρης : Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας

 

 

 

 

Rene Magritte

 

 

 

Α Φ Η Γ Η Σ Η

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
σὰν αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα.

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν, γυναῖκες
ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν.

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία.

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ
μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανείς.
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή.

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ.

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτε
σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω
τίποτε ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθσατε∙
προσκυνῶ.

 

Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ    Σ Ε Φ Ε Ρ Η Σ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Α΄:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΑΘΗΝΑ, ΙΚΑΡΟΣ, ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, 2000